Το 6ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (Δεκέμβρης 1935)

Πύργος, 1934

Την Πρωτοχρονιά του 1936, ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφόρησε με βασικό του θέμα το Μανιφέστο του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ «Προς την Εργατική τάξη, προς όλο τον εργαζόμενο λαό της χώρας». Ο τίτλος της εφημερίδας συμπύκνωνε όλο το περιεχόμενο του ντοκουμέντου: «ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ Ν’ ΑΓΩΝΙΣΤΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΘΕ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΑΠΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ». Στην πρώτη σελίδα, κάτω από τη δημοσίευση του μανιφέστου, υπό τον τίτλο «Συνήλθε το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ – Σχετική ανακοίνωση του Προεδρείου», διαβάζουμε: «Μέσα στο Δεκέμβρη, στην Αθήνα το 6ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Οι δουλιές του Συνεδρίου βάσταξαν 4 μέρες. Τα θέματα που απασχόλησαν το Συνέδριο ήταν τα παρακάτω: 1ο Εκθεση δράσης της Κεντρικής Επιτροπής. Με εισηγητή το σ. Ν. Ζαχαριάδη – Εκθεση της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με εισηγητή το σ. Πεταλίδη. 2ο Η κατάχρηση των συμμάχων. Με εισηγητή το σ. Γ. Αντωνίου. 3ο Τα καθήκοντα των κομμουνιστών στην πάλη κατά του πολέμου. Με εισηγητή το σ. Γ. Αντωνίου. 4ο Καταστατικό του ΚΚΕ. 5ο Εκλογές Κεντρικής Επιτροπής. Το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ «ενέκρινε ομόφωνα την πολιτική γραμμή και πρακτική δουλιά της Κεντρικής Επιτροπής» από το 5ο Συνέδριο μέχρι το 6ο και ψήφισε παμψηφεί την πολιτική απόφαση πάνω στο 1ο θέμα που δημοσιεύεται παρακάτω. Επίσης το Συνέδριο χαιρέτισε και αποδέχτηκε με ενθουσιασμό τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ.

Φιλιατρά, Αύγουστος 1935

Πάνω στο 2ο θέμα το Συνέδριο αποδέχτηκε ομόφωνα το σχέδιο θέσεων, έγκρινε βασικά την εισήγηση πάνω στο 3ο θέμα και ανέθεσε στην ΚΕ τη δημοσίευση των σχετικών θέσεων πάνω στο 2ο και στο 3ο θέματα.

Το συνέδριο έγκρινε σαν οριστικό το καταστατικό του ΚΚΕ που ‘χε δημοσιεύσει σαν προσωρινό η ΚΕ.

Το Συνέδριο ψήφισε μανιφέστο προς την εργατική τάξη και τον ελληνικό λαό και έστειλε χαιρετιστήρια στο αρχηγό της εργαζόμενης ανθρωπότητας σ. Στάλιν, στον σ. Δημητρώφ τιμονιέρη της ΚΔ, στον αρχηγό του γερμανικού προλεταριάτου σ. Τέλμαν και στους ηρωικούς απεργούς πείνας, φυλακισμένους και εξόριστους αγωνιστές του ελληνικού λαού. Το συνέδριο ανέθεσε στην ΚΕ τη δημοσίευση των εισηγήσεων και των λόγων των αντιπροσώπων. Το συνέδριο εξέλεξε καινούρια ΚΕ.

Στο Συνέδριο, που η προπαρασκευή του γένηκε ανοιχτά σ’ όλο το κόμμα, αντιπροσωπεύτηκαν όλες οι κομματικές οργανώσεις με αντιπροσωπείες εκλεγμένες από τις προσυνεδριακές τοπικές συνδιασκέψεις. Απ’ το Συνέδριο απουσίασε για τεχνικούς λόγους μόνο η αντιπροσωπεία που εκλέχτηκε απ’ τη Συνδιάσκεψη της περιφερειακής οργάνωσης Κρήτης. Επίσης στο Συνέδριο παρακάθισε και αντιπροσωπεία της ΟΚΝΕ».

Το 6ο Συνέδριο συνήλθε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά το 5ο Συνέδριο. Είχαν συμπληρωθεί μόλις 21 μήνες. Τι είχε, άραγε, μεσολαβήσει που καθιστούσε επιτακτική την εσπευσμένη σύγκληση του Συνεδρίου; Μια ανασκόπηση στα γεγονότα αυτών των 21 μηνών θα δώσει την ακριβή απάντηση.

Αντιφασιστικοί και εργατικοί αγώνες από το 5ο έως το 6ο Συνέδριο

Από την πάλη του λαού κατά του φασισμού και του πολέμου

Με οδηγό τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του 1934, αλλά και με τις αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου του, το ΚΚΕ πήρε την πρωτοβουλία του αγώνα κατά του φασισμού και του επικείμενου πολέμου, τα σύννεφα του οποίου ήσαν πλέον ορατά πάνω από την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, το Κόμμα πρωταγωνίστησε στην πάλη των εργαζομένων για τα δικαιώματά τους στη δουλιά και στη ζωή.

Στο πλαίσιο της οργάνωσης της αντιφασιστικής πάλης, το ΚΚΕ πρωταγωνίστησε το 1934 στη διοργάνωση ενός Πανελλαδικού Αντιφασιστικού Συνεδρίου, αλλά και στη συσπείρωση κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων για την αποτροπή ενδεχόμενης επιβολής στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας στη χώρα. Το Απρίλη του 1934, δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» διακήρυξη, που την υπέγραφαν οι: Ν. Καρβούνης, Μ. Τατασόπουλος, Τάκης Καλλαντζόπουλος, Γ. Σιάντος, Αύρα Θεοδωροπούλου, Π. Δαμασκόπουλος, Β. Γεωργίου, Ι. Αντωνόπουλος, Αιμ. Βεάκης, Μεν. Μαρκόπουλος, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ν. Τσιλογιάννης, Αρ. Γεωργίου, Δημ. Γληνός, Ι. Αντωνιάδης, Γ. Κούμουλος, Κ. Βάρναλης. Στη διακήρυξη, αφού επισημαινόταν ο άμεσος κίνδυνος του φασισμού, ανακοινωνόταν η συγκρότηση Αντιφασιστικής Επιτροπής για την προετοιμασία και τη σύγκληση Αντιφασιστικού Συνεδρίου, με τη συμμετοχή όλων των αντιφασιστικών τάσεων και δυνάμεων. «Το Πανελλαδικό αυτό Αντιφασιστικό Συνέδριο», τονιζόταν στη διακήρυξη, «πρέπει να συνενώσει, έξω από κάθε ιδεολογική και πολιτική διαφορά, όλα τα τίμια αντιφασιστικά στοιχεία»1.

Με ταξικό πείσμα, οι προλετάριοι της Αθήνας ψηφίζουν Σφυρί - Δρεπάνι («Ριζοσπάστης» 2 Μάρτη 1933)

Στην πρόσκληση της Αντιφασιστικής Επιτροπής, ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό οι εργαζόμενοι, οι φοιτητές και αρκετά στελέχη του Σοσιαλιστικού και του Αγροτικού Κόμματος. Η προετοιμασία του Συνεδρίου, στη διάρκεια της οποίας εκλέχτηκαν 2.700 αντιπρόσωποι, συνοδεύτηκε από μαχητικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις, σε συνθήκες αδιάκοπων διώξεων των αντιφασιστών από την κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη, η οποία, τελικά, απαγόρευσε το Αντιφασιστικό Συνέδριο. Η απαγόρευση αυτή προκάλεσε κύμα αγανάκτησης και οργής και στις 3 Ιουνίου, 1.200 αντιπρόσωποι και χιλιάδες άλλοι αντιφασίστες της Αθήνας και του Πειραιά συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της πρωτεύουσας για να διαδηλώσουν τη διαμαρτυρία τους. Η κυβέρνηση Τσαλδάρη δε δίστασε να χρησιμοποιήσει, για άλλη μια φορά, την ωμή αστυνομική βία, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό τριών αντιφασιστών και τη σύλληψη εκατοντάδων διαδηλωτών2. Τελικά, το Αντιφασιστικό Συνέδριο συνήλθε ύστερα από δυο μέρες στον Κοκκιναρά της Κηφισιάς, σαν Πανελλαδική Αντιφασιστική Συνδιάσκεψη. Η Συνδιάσκεψη αυτή, στην οποία πήραν μέρος κομμουνιστές, σοσιαλιστές, δημοκράτες και άλλοι αντιφασίστες αντιπρόσωποι, ήταν μια από τις πρώτες σοβαρές εκδηλώσεις κατά του φασισμού και του πολέμου στην Ελλάδα.

Η αντιφασιστική δράση του Κόμματος δε σταμάτησε στα παραπάνω. Στις 9 του Σεπτέμβρη 1934, το ΚΚΕ και η Ενωτική ΓΣΕΕ απηύθυναν ανοιχτό γράμμα προς όλους τους εργαζόμενους της χώρας, τη ΓΣΕΕ, τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα, το Αγροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη Γενική Συνομοσπονδία των Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδας (ΓΣΕΒΕ). Στο γράμμα τους αυτό, αφού διαπίστωναν παραπέρα δυνάμωμα του κινδύνου εγκαθίδρυσης ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας και υπογράμμιζαν τις ολέθριες συνέπειες της διάσπασης του προλεταριάτου και όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων, δήλωναν ότι ήταν «…έτοιμοι, για το συμφέρον του αντιφασιστικού αγώνα», να αποκαταστήσουν μαζί τους αντιφασιστική ενότητα δράσης3.

Επέλαση έφιππων χωροφυλάκων με τις σπάθες στα χέρια ενάντια στους απεργούς εργάτες

Στις 5 του Οκτώβρη 1934, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, υπογράφτηκε σύμφωνο κοινής δράσης, για την αποσόβηση του κινδύνου επιβολής στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας, από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Αγροτικό Κόμμα, τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, την Ενωτική ΓΣΕΕ και τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα 4. Το σύμφωνο αυτό είχε πολύ μεγάλη σημασία και άσκησε σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη της αντιφασιστικής πάλης, παρά το γεγονός ότι οι ηγέτες του Αγροτικού Κόμματος, της ΓΣΕΕ και των Ανεξάρτητων Εργατικών Συνδικάτων δεν το εφάρμοσαν. Ωστόσο, σε ορισμένες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα, στην Κατερίνη, στη Λιβαδειά κ.α., οι τοπικές κομμουνιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές και αγροτικές οργανώσεις έκλεισαν συμφωνίες για ενότητα δράσης και οργάνωσαν κοινές αντιφασιστικές εκδηλώσεις5

.

Το Νοέμβρη του ’34, ακολούθησαν ενιαίες κινητοποιήσεις για τη ματαίωση του φασιστικού συνεδρίου, που θα συγκαλούνταν με σκοπό την ενοποίηση των φασιστικών οργανώσεων. Χάρη σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις, ματαιώθηκε τόσο το φασιστικό συνέδριο, όσο και το συλλαλητήριο που επιχείρησαν οι μοναρχοφασιστικές οργανώσεις στις 3 του Φλεβάρη 19356.

Στις 17 του Νοέμβρη 1934, «εθνικοσοσιαλιστές» της οργάνωσης «Τρίαινα», θέλοντας να εκδικηθούν για τη ματαίωση του φασιστικού συνεδρίου τους, επιτέθηκαν ενάντια στα γραφεία του «Ριζοσπάστη». Αποκρούστηκαν, όμως, ηρωικά από την εργατική φρουρά των γραφείων. Τελικά, έσπευσε η αστυνομία σε ενίσχυση των φασιστών, έσπασε τις πόρτες και τραυμάτισε με σφαίρες τριάντα υπερασπιστές του «Ριζοσπάστη».

Στις 18 του Νοέμβρη, μόλις έγινε γνωστή η επίθεση των φασιστών και της αστυνομίας κατά του «Ριζοσπάστη», οι εργάτες της Αθήνας και του Πειραιά οργάνωσαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και άνοιξαν έρανο υπέρ του «Ριζοσπάστη». Στην αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου και στην περιφρούρηση των συγκεντρώσεων, απεργιών, γραφείων οργανώσεων και εφημερίδων και στην απόκρουση των επιθέσεων των φασιστικών οργανώσεων (ΕΕΕ, «Σιδηρά Φρουρά», κ.ά.), σημαντικό ρόλο έπαιξε η μαχητική «Αντιφασιστική Οργάνωση» (Αντιφά), που καθοδηγούνταν από τους Γ. Γιώση, Δασκαλιέρο, Σπ. Κωτσάκη κ.ά. και είχε δημοσιογραφικό όργανο την εφημερίδα «Κόκκινο Μέτωπο»7.

Ας δούμε, όμως, πώς στο διάστημα που εξετάζουμε αναπτύσσεται το εργατικό κίνημα.

Από το Μάρτη του 1933, η πολιτική ζωή της χώρας είχε στραφεί σε συντηρητικότερες κατευθύνσεις με την ανάληψη της εξουσίας από το δεξιό Λαϊκό Κόμμα. Η διαπίστωση αυτή δεν υπονοεί καθόλου πως οι ομάδες των Φιλελευθέρων ήταν προοδευτικότερες της δεξιάς, αλλά ότι η συντηρητική ολίσθηση ήταν πλέον απροσχημάτιστη. Η νέα κυβέρνηση των Λαϊκών όξυνε ακόμη πιο πολύ τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα και οδήγησε στην παραπέρα ανάπτυξη των αγώνων της εργατικής τάξης. Ξέσπασαν μια σειρά απεργίες, οι περισσότερες από τις οποίες οδήγησαν σε άμεσες συγκρούσεις των εργατών με τα όργανα της κρατικής καταπίεσης.

Το 1934, η άνοδος του απεργιακού κινήματος υπήρξε πολύ σημαντική. Ενώ το 1933 κηρύχτηκαν 482 απεργίες με 100 χιλιάδες εργάτες, το 1934 έγιναν 482 απεργίες με 182 χιλιάδες απεργούς. Πολλές εργατικές κινητοποιήσεις εκείνου του χρόνου αντιμετωπίστηκαν με πρωτοφανή κρατική βία, ακόμη και με τη χρήση δυνάμεων του στρατού. Η κρατική εξουσία, που δεν είχε διστάσει να αντιμετωπίσει ακόμη και με τα όπλα τις εργατικές κινητοποιήσεις, χρησιμοποίησε τη βία ενάντια και στους ξεσηκωμένους σταφιδοπαραγωγούς, με αποτέλεσμα στις 26 του Αυγούστου 1934, σε μεγάλο συλλαλητήριο που συγκροτήθηκε στο Αίγιο, η αστυνομία να πυροβολήσει επανειλημμένα κατά των διαδηλωτών και να σκοτώσει δύο αγρότες. Βία χρησιμοποίησε η κυβέρνηση και κατά των οινοπαραγωγών της Λευκάδας, οι οποίοι τον επόμενο χρόνο διεκδίκησαν τον καθορισμό δίκαιων τιμών για το προϊόν τους με γιγαντιαία και μαχητική πορεία τους προς την πρωτεύουσα του νησιού.

Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 1934, έγιναν 13 ενιαιομετωπικές απεργίες με συμμετοχή 37.960 απεργών. Το ίδιο διάστημα στην Αθήνα, στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, ενώθηκαν ορισμένες παράλληλες συνδικαλιστικές οργανώσεις βάσης. Και στο Ηράκλειο και τη Δράμα ιδρύθηκαν ενιαία εργατικά κέντρα.

Οι κυριότερες πολιτικές εξελίξεις ανάμεσα στα δύο συνέδρια

Η περίοδος ανάμεσα στο 5ο και στο 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ σημαδεύτηκε από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, με κορυφαία το βενιζελοπλαστηρικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μάρτη του 1935 και την παλινόρθωση της Μοναρχίας το Φθινόπωρο του ιδίου έτους. Επρόκειτο για γεγονότα που ολοκλήρωσαν κατά το μεγαλύτερο μέρος την προετοιμασία της εγκαθίδρυσης ενός στρατιωτικοφασιστικού καθεστώτος, το οποίο δεν άργησε να ακολουθήσει. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Στις 26/1/1935 ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε επιστολή αντιφασίστα αξιωματικού, με την οποία αποκαλυπτόταν ότι οι βενιζελικοί ετοίμαζαν στρατιωτικό κίνημα για την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Η επιβεβαίωση του δημοσιεύματος δεν άργησε να έρθει. Την πρώτη Μαρτίου του 1935, στις 7 το βράδυ, καταλήφθηκε από το συνταγματάρχη Στ. Σαράφη, το πρότυπο τάγμα ευζώνων στου «Μακρυγιάννη» και από το λοχαγό Τσιγάντε η Σχολή Ευελπίδων, ενώ ο υποναύαρχος Δεμέστιχας έθεσε υπό τον έλεγχό του όλο σχεδόν τον πολεμικό στόλο που βρισκόταν στη ναυτική βάση της Σαλαμίνας. Στους κινηματίες προσχώρησαν αμέσως οι μονάδες του στρατού που έδρευαν στα νησιά, την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Η πλήρης, όμως, έλλειψη συντονισμού στις ενέργειες των στασιαστών και η υποτίμηση των αντιπάλων των κινηματιών οδήγησαν το κίνημα από την αρχή στην πλήρη αποτυχία. «Το βενιζελοπλαστηρικό κίνημα – σημειώνουν οι ιστορικοί του ΚΚΕ – υπήρξε ουσιαστικά έργο της αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα. Ηταν μια οργανωμένη προβοκατόρικη ενέργεια των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, που πράκτορές τους δρούσαν συντονισμένα μέσα στην »Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση», η οποία, μαζί με τη »Δημοκρατική Αμυνα» του στρατηγού Παπούλια και το »Δημοκρατικό Φρουρό» της Θεσσαλονίκης, είχε προετοιμάσει και εκτελέσει το πραξικόπημα».8

Την αποτυχία του βενιζελοπλαστηρικού κινήματος ακολούθησε αμέσως μια σειρά από δίκες9. Ο Στ. Σαράφης, ο Λ. Σπαής και οι αδελφοί Τσιγάντε καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι σε απλές φυλακίσεις, τη στιγμή που οι ακροδεξιοί ζητούσαν την επιβολή θανατικής καταδίκης. Οι δίκες συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό και στα τέλη του Μάρτη ο Παπούλιας και ο Κοιμήσης καταδικάστηκαν σε θάνατο και τουφεκίστηκαν τη Μεγάλη Εβδομάδα10.

Μέσα στο κλίμα της τρομοκρατίας έγιναν στις 9 του Ιούνη 1935 βουλευτικές εκλογές, στις οποίες αρνήθηκε να πάρει μέρος το Κόμμα των Φιλελευθέρων και ζήτησε από τους οπαδούς του να απόσχουν. Αντίθετα, το ΚΚΕ κατέβασε παντού αγωνιστικούς συνδυασμούς, συνεργαζόμενο, όπου αυτό στάθηκε δυνατό και με άλλες προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.

Οι εκλογές οδήγησαν στη νίκη των αντιβενιζελικών κομμάτων που πήραν όλες τις βουλευτικές έδρες. Το ΚΚΕ εξασφάλισε 98.699 ψήφους. Κέρδισε δηλαδή 39.999 ψήφους περισσότερες από τις εκλογές της 5ης του Μάρτη 1933, ανεβάζοντας το ποσοστό του στο 9,5% των ψήφων. Δεν κατόρθωσε, όμως, να εκλέξει κανένα βουλευτή, εξαιτίας του καλπονοθευτικού εκλογικού συστήματος.

Μετά τις εκλογές, οι προσπάθειες του ΚΚΕ για τη συσπείρωση των αντιφασιστικών δυνάμεων πολλαπλασιάστηκαν. Ετσι, στις 13 του Ιούνη 1935, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του, έριξε την ιδέα της δημιουργίας Πανελλαδικού Δημοκρατικού Συνασπισμού, προβάλλοντας σαν καινούριο στοιχείο της πολιτικής των κομμουνιστών τη συνεργασία τους κατά του μοναρχοφασισμού όχι μόνο με τους ρεφορμιστές σοσιαλιστές και αγροτιστές, αλλά και με τα μικρά αστικά δημοκρατικά κόμματα11.

Στις 2 του Ιούλη 1935, το ΚΚΕ, συνεχίζοντας τις προσπάθειές του για τη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δυνάμεων, απηύθυνε ανοιχτή επιστολή στις διοικήσεις της ΓΣΕΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ, στο Σοσιαλιστικό και στο Αγροτικό Κόμμα, στην Κεντρική Πανυπαλληλική Επιτροπή, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις των επαγγελματιών, στην Προσωρινή Επιτροπή Δράσης των Αγροτών και σε άλλους ανάλογους φορείς, με την οποία πρότεινε τη σύγκληση εθνικής σύσκεψης, με σκοπό τη μελέτη της κοινής δράσης των οργανώσεων και των μαζών για τη δημιουργία του Πανελλαδικού Αντιφασιστικού Συνασπισμού. Ομως, δεν ανέπτυσσε δράση μόνο το ΚΚΕ και το εργατικό κίνημα, αλλά και ο ταξικός αντίπαλος που από καιρό προετοίμαζε τη στροφή προς τη μοναρχοφασιστική δικτατορία.

Στις 10 Οκτωβρίου του 1935 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον στρατηγό Γ. Κονδύλη, με τη συμμετοχή στο ηγετικό επιτελείο του διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού υποστρατήγου Αλ. Παπάγου, του αρχηγού του Ναυτικού υποναυάρχου Δ. Οικονόμου και του διοικητή της Αεροπορίας υποστρατήγου Γ. Ρέππα.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, η Ε’ Εθνοσυνέλευση συνεδρίασε υπό καθεστώς στρατοκρατίας, για να δώσει – όπως και έγινε άλλωστε – την τυπική της έγκριση σε μια νέα κυβέρνηση, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Κονδύλης. Ο Τσαλδάρης, αν και διέθετε όλη την κοινοβουλευτική δύναμη που χρειαζόταν ώστε η κυβέρνηση του Κονδύλη να καταψηφιστεί, έπραξε ό,τι χρειαζόταν για να συμβεί το ακριβώς αντίθετο. Αντί να κάτσει μέσα στη Βουλή και να καταψηφίσει την κυβέρνηση του Κονδύλη, πήρε τους 165 πιστούς βουλευτές του και αποχώρησε αφήνοντας πίσω του ένα κοινοβουλευτικό σώμα – την εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβήτησε – από 82 μοναρχικούς βουλευτές που στήριξαν το πραξικόπημα και τους πραξικοπηματίες12.

«Το πραξικόπημα με μηχανισμόν φάρσας – γράφει ο Σπ. Μαρκεζίνης13– ενεδύετο δημοκρατικόν μανδύαν και μετ’ ολίγον η Εθνοσυνέλευσις ή τουλάχιστον όσα μέλη της θα παρέμενον εις την συνεδρίασιν, παρίστανον ασυναισθήτως μελλοθανάτους Ρωμαίων Καισάρων».

Λίγες μέρες αργότερα στις 3 Νοεμβρίου του 1935 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα, για το οποίο δε βρέθηκε κανείς, ούτε τότε ούτε αργότερα, να υποστηρίξει πως ήταν γνήσιο. Τα αποτελέσματά του ήταν εντελώς εξωφρενικά που ούτε αυτοί που τα μαγείρεψαν δεν μπορούσαν να τα αποδεχτούν14. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο δημοψήφισμα εμφανίστηκαν ότι είχαν ψηφίσει 1.527.714 ψηφοφόροι, δηλαδή κάπου 438.000 περισσότεροι απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές του Ιουνίου του 1935!!! Η αποχή είχε μηδενιστεί – παρά το γεγονός ότι τα κόμματα του κέντρου απείχαν – κι όπως ανακοινώθηκε υπέρ της Μοναρχίας ψήφισαν 1.491.992 ή το 97.80%, ενώ υπέρ της Δημοκρατίας μόνο 32.545 ή το 2.12%15. Η βασιλεία – όπως σημειώνει ο Σπ. Λιναρδάτος16– εμφανιζόταν να ψηφίζεται από το 105% περίπου, των πραγματικά εγγεγραμμένων πράγμα καθόλου περίεργο, αφού, όπως αναφέρει ο Αλ Μαζαράκης17 «τόσον χονδροειδείς καλπονοθεύσεις ποτέ δεν έγιναν. Στρατιώται και πολίται εψήφιζον όσας φοράς ήθελον».

Ας επανέλθουμε όμως στο ΚΚΕ να δούμε πώς διαμορφώνεται η πολιτική του αυτή την περίοδο.

Το 7ο Συνέδριο της ΚΔ σφραγίζει τις εξελίξεις

Στις 25 του Ιούλη του 1935, άρχισε στη Μόσχα τις εργασίες του το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ). Την περίοδο του 7ου Συνεδρίου, η Κομιντέρν συνένωνε 76 Κομμουνιστικά Κόμματα και οργανώσεις, οι 19 από τις οποίες ήταν συμπαθούντες. Απ’ αυτά τα κόμματα μόνο τα 22 (εκ των οποίων 11 στην Ευρώπη) δρούσαν νόμιμα ή μισοπαράνομα, ενώ τα υπόλοιπα ζούσαν κάτω από το καθεστώς των διώξεων και της τρομοκρατίας (ανάμεσά τους και το Γερμανικό ΚΚ ο ηγέτης του οποίου Ε. Τέλμαν βρισκόταν κλεισμένος στις χιτλερικές φυλακές). Το γεγονός αυτό επηρέασε και τη σύνθεση του Συνεδρίου. Ετσι, στο Συνέδριο συμμετείχαν 513 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούσαν 65 κομμουνιστικά κόμματα και οργανώσεις. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ απαρτιζόταν από τους Στυλιανό Σκλάβαινα (επικεφαλής), Γιάννη Ιωαννίδη, Γιάννη Μιχαηλίδη, Μιχάλη Τυρίμο, Μιχάλη Σινάκο, Δημήτρη Σακαρέλο, Νίκο Πλουμπίδη και Ανδρέα Τσίπα.

Η ημερήσια διάταξη του Συνεδρίου περιλάμβανε τα εξής θέματα:

– Απολογισμός δράσης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εισηγητής ο Β. Πικ.

– Απολογισμός δουλιάς της διεθνούς Εξελεγκτικής Επιτροπής. Εισηγητής ο Ζ. Ανγκαρέτης.

– Η επίθεση του φασισμού και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην πάλη για την ενότητα της της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό. Εισηγητής ο Γ. Δημητρόφ.

– Η προετοιμασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εισηγητής ο Π. Τολιάτι (ψευδώνυμο Μ. Ερκολι).

– Τα αποτελέσματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Εισηγητής ο Δ. Μανουίλσκι.

– Εκλογές των καθοδηγητικών οργάνων της Κομμουνιστικής Διεθνούς18.

Η προσοχή του Συνεδρίου, όπως ήταν αναμενόμενο – και χωρίς αυτό να σημαίνει υποτίμηση οποιουδήποτε άλλου θέματος – επικεντρώθηκε γύρω από την εισήγηση του Γ. Δημητρόφ, η οποία, άλλωστε, είναι και η πιο γνωστή έως τις μέρες μας, λόγω και των εξελίξεων που ακολούθησαν τα επόμενα, μετά το 1935, χρόνια. Ξεχωριστό ενδιαφέρον από τις επεξεργασίες του συνεδρίου έχουν οι προσεγγίσεις που έγιναν γύρω από το φαινόμενο του φασισμού, το χαρακτήρα του και τους κινδύνους που περιέκλειε.

Το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν επιβεβαίωσε τον ορισμό της 13ης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν ότι «ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, σοβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου», επισημαίνοντας ότι οι ιμπεριαλιστικοί κύκλοι χρειάζονται το φασισμό για να ρίξουν όλο το βάρος της κρίσης πάνω στους ώμους των εργαζομένων, για να λύσουν το πρόβλημα των αγορών, ξαναμοιράζοντας τον κόσμο διά μέσου του πολέμου, για να προλάβουν την αύξηση των δυνάμεων της επανάστασης, συντρίβοντας το επαναστατικό κίνημα των εργατών και των αγροτών, χτυπώντας στρατιωτικά το προπύργιο του παγκόσμιου προλεταριάτου, τη Σοβιετική Ενωση19. Στο Συνέδριο αποκρούστηκε οποιαδήποτε σχηματοποίηση στις εκτιμήσεις για το φαινόμενο του φασισμού. «Η ανάπτυξη του φασισμού – σημείωσε ο Δημητρόφ στην εισήγησή του – και η ίδια η φασιστική διχτατορία παίρνουν στις διάφορες χώρες διαφορετικές μορφές, ανάλογα με τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ανάλογα με τις εθνικές ιδιομορφίες και τη διεθνή θέση της δοσμένης χώρας». Επίσης τονίστηκε ότι ο φασισμός «δεν είναι μια απλή αντικατάσταση μιας αστικής κυβέρνησης από μιαν άλλη», αλλά «η αλλαγή της μορφής διακυβέρνησης της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, της αστικής δημοκρατίας, με μιαν άλλη μορφή, την ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία»20. Επισημάνθηκε, δε, η ανάγκη να μην παραβλέπεται αυτή η διαφορά, γιατί διαφορετικά θα εμπόδιζε το επαναστατικό προλεταριάτο να κινητοποιεί πλατιά στρώματα του λαού στον αγώνα κατά του φασιστικού κινδύνου.

Πρωταρχική σημασία έδωσε το Συνέδριο στην ανάγκη δημιουργίας ενιαίου εργατικού μετώπου. Στο ερώτημα αν ήταν δυνατή η ενότητα δράσης του προλεταριάτου σε κάθε χώρα και διεθνώς, το συνέδριο απάντησε καταφατικά: «Ναι, αυτό είναι δυνατό – σημείωνε ο Δημητρόφ. Μπορεί να γίνει τώρα κιόλας, αμέσως. Η Κομμουνιστική Διεθνής δε βάζει απολύτως άλλο όρο για την ενότητα δράσης, εχτός από έναν μοναδικό, στοιχειώδη, αποδεχτό από όλους τους εργάτες, δηλαδή, η ενότητα δράσης να στρέφεται ενάντια στο φασισμό, ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου, ενάντια στον κίνδυνο του πολέμου, ενάντια στον ταξικό εχθρό. Αυτός είναι ο δικός μας όρος»21.

Σε απόλυτη συνάφεια με την πολιτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν επεξεργάστηκε και την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, την πολιτική συσπείρωσης, δηλαδή, όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών, πέρα από την εργατική τάξη και τα κόμματά της. Βάση για την επεξεργασία αυτής της πολιτικής, δεν ήταν μόνο η ανάγκη η αντιφασιστική πάλη να συσπειρώνει ευρύτερες – πέραν του προλεταριάτου – δυνάμεις, αλλά και το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν μπορούσε να αδιαφορεί για τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες διεξήγαγε τον ταξικό της αγώνα, για το αν, δηλαδή, επρόκειτο για συνθήκες ανοιχτής φασιστικής τρομοκρατικής δικτατορίας ή συνθήκες αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε τελευταία ανάλυση, οι όποιες ελευθερίες απολάμβανε η εργατική τάξη στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ήταν κατακτήσεις δικές της, πληρωμένες με αίμα, τις οποίες έπρεπε να υπερασπιστεί και να διευρύνει. Το Συνέδριο απάντησε καταφατικά στο ενδεχόμενο οι κομμουνιστές να μοιραστούν την ευθύνη σε μια κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου ή του Λαϊκού Αντιφασιστικού Μετώπου, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. «Οσο μια τέτοια κυβέρνηση – τόνιζε στην εισήγησή του ο Γ. Δημητρόφ – θα διεξάγει πραγματικά αγώνα ενάντια στους εχθρούς του λαού και θα αφήνει ελευθερία δράσης στην εργατική τάξη και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, εμείς οι κομμουνιστές θα την υποστηρίζουμε με κάθε τρόπο και θα αγωνιστούμε στις πρώτες γραμμές σα στρατιώτες της επανάστασης. Δηλώνουμε όμως ανοιχτά στις μάζες: Η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να φέρει την τελική σωτηρία. Δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την ταξική κυριαρχία των εκμεταλλευτών, γι’ αυτό δεν μπορεί να ματαιώσει οριστικά τον κίνδυνο της φασιστικής αντεπανάστασης. Επομένως, πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τη σοσιαλιστική επανάσταση! Η σωτηρία θα έρθει αποκλειστικά μόνο από την εξουσία των σοβιέτ!»22. Το 7ο Συνέδριο έληξε τις εργασίες του με την εκλογή νέων καθοδηγητικών οργάνων της ΚΔ. Στην Εκτελεστική Επιτροπή εκλέχτηκαν 46 τακτικά μέλη και 33 αναπληρωματικά. Στο προεδρείο εκλέχτηκαν 19 μέλη. Ακόμη εκλέχτηκε Γραμματεία από 7 τακτικά μέλη και τρία αναπληρωματικά. Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς εκλέχτηκε ο Γ. Δημητρόφ.

Η επεξεργασία της πολιτικής του ΚΚΕ, με βάση τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ, ουσιαστικά άρχισε τον Αύγουστο του 1935 με την «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ πάνω στην τρέχουσα στιγμή». Με την απόφαση αυτή, η Κεντρική Επιτροπή διατύπωσε το σύνθημα της δημοκρατικής αντιφασιστικής κυβέρνησης. Η 4η Ολομέλεια της ΚΕ (Σεπτέμβρης του 1935) και κυρίως το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης του 1935), μέσα από δημιουργική επεξεργασία, έφεραν σε αντιστοιχία όλες τις πλευρές της πολιτικής του Κόμματος με τις απαιτήσεις των αποφάσεων του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ.

Το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ

Το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, όπως έχουμε προαναφέρει, συνήλθε στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1935. Πήραν μέρος σ’ αυτό 45 αντιπρόσωποι, εκλεγμένοι από τις συνδιασκέψεις των τοπικών κομματικών οργανώσεων, 2 αντιπρόσωποι της Κεντρικής Επιτροπής, 2 της ΟΚΝΕ και 2 προσκαλεσμένοι με συμβουλευτική ψήφο, συνολικά 51 αντιπρόσωποι23.

Η σύγκληση του 6ου Συνεδρίου έγινε σε μια περίοδο έντασης της επίθεσης των δυνάμεων του φασισμού και του πολέμου σε διεθνή κλίμακα και στην Ελλάδα. Το 6ο Συνέδριο, στηριζόμενο και στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ, επικέντρωσε την προσοχή του στην αποσόβηση του κινδύνου εγκαθίδρυσης φασιστικής δικτατορίας.

Καθόρισε τα καθήκοντα του ΚΚΕ για τη δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου και του Παλλαϊκού Μετώπου και την πραγματοποίηση της συνδικαλιστικής ενότητας, που μπορούσαν να φράξουν το δρόμο στη φασιστική δικτατορία. Υιοθέτησε το σύνθημα της «Λαϊκής Δημοκρατικής Εξουσίας» του προλεταριάτου και της αγροτιάς, στην οποία θα οδηγούσε η συντριβή του μοναρχοφασισμού και στη συνέχεια η ανατροπή της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας. Εθεσε τα ζητήματα του κύριου εχθρού και της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, στην επικείμενη, όπως την είχε χαρακτηρίσει τότε, αστικοδημοκρατική επανάσταση για την οποία γινόταν λόγος στις αποφάσεις της 6ης ολομέλειας της ΚΕ του ’34 αλλά και του 5ου Συνεδρίου που επικύρωσε αυτές τις αποφάσεις. Υπογράμμισε ότι κοινός εχθρός της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων της πόλης και του χωριού, όλου του εργαζόμενου λαού είναι η πλουτοκρατική ολιγαρχία. Αυτή αποτελεί τον κύριο εχθρό και ενάντιά της πρέπει να στραφεί το κύριο χτύπημα του μετώπου των λαϊκών δυνάμεων. Σπουδαία ήταν η απόφαση του 6ου Συνεδρίου για τον πόλεμο. Χαρακτηρίζοντας άμεσο τον κίνδυνο πολέμου, που απειλούσε τη χώρα μας και τον κίνδυνο απώλειας της εθνικής της ανεξαρτησίας από τους ξένους ιμπεριαλιστές, κυρίως από την Ιταλία, καθόρισε ότι «το καθήκον τόσο της απόκρουσης της άμεσης απειλής του πολέμου, όσο και της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας από τους ξένους ιμπεριαλιστές… πέφτει πάνω στο κόμμα μας»24. «Οι Ελληνες κομμουνιστές», τονιζόταν στο Μανιφέστο του Συνεδρίου προς την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό της χώρας, «θα είναι στην πρώτη γραμμή σαν πρόκειται να υπερασπίσουν την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της χώρας, όταν απειληθεί…»25

Το Συνέδριο έθεσε το καθήκον της «συγχώνευσης των κομμουνιστικών αγροτικών οργανώσεων με όλα τα αγροτικά κόμματα και τις άλλες δημοκρατικές πολιτικές οργανώσεις στο χωριό σ’ ένα μαζικό και ενιαίο παναγροτικό κόμμα, με βάση την πάλη για τις άμεσες απαιτήσεις της αγροτιάς, την πάλη κατά του φασισμού και του πολέμου και τη συμμαχία με την εργατική τάξη». Με την απόφαση, όμως, του Συνεδρίου για τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ στο χωριό και την ένταξη των μελών τους στο ΑΚΕ καταργήθηκε η αυτόνομη οργάνωση και δράση των κομμουνιστών στην ύπαιθρο.

Για τη νέα γενιά, το 6ο Συνέδριο έθεσε το καθήκον της πάλης για τη δημιουργία ενιαίας οργάνωσης νέων στην Ελλάδα.

Το Συνέδριο επικύρωσε την απόφαση της 3ης Ολομέλειας της ΚΕ (Απρίλης του 1935) που ακύρωσε το σύνθημα για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» και το αντικατέστησε με το σύνθημα της πλήρους εθνικής και πολιτικής ισοτιμίας όλων των εθνικών μειονοτήτων που ζούσαν στην Ελλάδα.

Το Συνέδριο εξέλεξε νέα Κεντρική Επιτροπή και νέο Πολιτικό Γραφείο. Η ΚΕ αποτελέστηκε από τους Στέργιο Αναστασιάδη, Βασίλη Βερβέρη, Παντελή Δαμασκόπουλο, Νίκο Ζαχαριάδη, Γιάννη Ζέβγο, Γιάννη Ιωαννίδη, Παντελή Καραγκίτση, Δαμιανό Μάθεση, Γιάννη Μιχαηλίδη, Γιάννη Μιχελίδη, Στέφανο Μόσχο, Βασίλη Νεφελούδη, Δημήτρη Παρτσαλίδη, Νίκο Πλουμπίδη, Μιλτιάδη Πορφυρογένη, Πέτρο Ρούσο, Γιώργη Σιάντο, Μιχάλη Σινάκο, Σιτοκωσταντίνου, Γρηγόρη Σκαφίδα, Στυλιανό Σκλάβαινα, Λεωνίδα Στρίγκο, Μιχάλη Τυρίμο και Χρύσα Χατζηβασιλείου. Το νέο Πολιτικό Γραφείο αποτέλεσαν οι: Νίκος Ζαχαριάδης, Βασίλης Νεφελούδης, Στυλιανός Σκλάβαινας, Γιάννης Μιχαηλίδης, Γιώργης Σιάντος, Γιάννη Ιωαννίδης και Δημήτρης Παρτσαλίδης.

1. Ριζοσπάστης, 6.4.1934.

2. Σε 16 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το Λαϊκό Κόμμα, δολοφονήθηκαν 10 εργάτες και αγρότες, συνελήφθηκαν 3.725, από τους οποίους οι 785 καταδικάστηκαν σε πολύχρονες φυλακίσεις και εκτοπίσεις. Στάλθηκαν στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου 54 φαντάροι, βασανίστηκαν 300 πολίτες, τραυματίστηκαν 305. Απαγορεύτηκαν 160 συγκεντρώσεις, διαλύθηκαν βίαια άλλες 128 και έγιναν 138 επιδρομές σε γραφεία οργανώσεων και σωματείων, σε τυπογραφεία εφημερίδων κλπ. (Βλ. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», τόμος τέταρτος, σελ 511).

3. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος τέταρτος, σελ. 84 – 86.

4. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος τέταρτος, σελ. 87 – 89.

5. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 271.

6. Αλέκος Κουτσούκαλης: «Η δεύτερη δεκαετία του ΚΚΕ», εκδόσεις ΓΝΩΣΗ σελ. 102.

7. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 274.

8. Στο ίδιο, σελ. 276.

9. Ακολούθησαν, επίσης, αθρόες απολύσεις δημοκρατικών δημοσίων υπαλλήλων. Είναι χαρακτηριστικό το μισαλλόδοξο πνεύμα των υπουργικών εγγράφων, με τα οποία ζητούνταν από τις τοπικές υπηρεσίες τα ονόματα των δημοσίων λειτουργών, «οίτινες προσεχώρησαν ή οπωσδήποτε ηυνόησαν το στασιαστικόν κίνημα» ή «καθ’ ων υπήρχον ενδείξεις επί κομμουνισμώ».

10. Εκτός από τους στρατηγούς Παπούλια και Κοιμήση, που ήταν ηγέτες της «Δημοκρατικής Αμυνας», αλλά πρώην στελέχη του μοναρχισμού, τουφεκίστηκε και ο επίλαρχος Βολάνης. Στις 5 του Μάη, εξάλλου, καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο οι Ε. Βενιζέλος, Ν. Πλαστήρας, Ι. Κούνδουρος και Ε. Τζανακάκης απαλλάχτηκαν ή τιμωρήθηκαν με μικρές ποινές όσοι αστοί πολιτικοί ήταν παρόντες στη δίκη, όπως οι Καφαντάρης, Σοφούλης και Παπαναστασίου, οι οποίοι, τρομοκρατημένοι, όχι μόνο αποκήρυξαν το κίνημα του Μάρτη, αλλά και ζήτησαν τη φιλανθρωπία των στρατοκρατών (Βλέπε σχετικά: Ν. Ψυρούκης: «Ο Φασισμός της 4ης Αυγούστου», εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ, σελ. 103).

11. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις ΣΕ τόμος τέταρτος, σελ. 186 – 188.

12. Φ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909 – 1940», εκδόσεις Καπόπουλος, τόμος Δ’, σελ. 57.

13. Σπ. Β. Μαρκεζίνη, στο ίδιο, σελ. 219

14. Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις Διογένης, σελ. 70.

15. Φ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909 – 1940», εκδόσεις «Καπόπουλος», τόμος Δ’, σελ. 62 – 63.

16. Σπ. Λιναρδάτου, στο ίδιο, σελ. 117.

17. Αλέξανδρου Μαζαράκη – Αινιάνος: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Ικαρος» 1948, σελ. 431.

18. «Ιστορία της 3ης Διεθνούς», Εκδοση «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 398 – 400.

19. Γ. Δημητρόφ: «Ο Φασισμός: Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο», Εκδόσεις «Πορεία» σελ. 19 – 21.

20. Στο ίδιο, σελ. 22 – 23.

21. Στο ίδιο, σελ. 45.

22. Γ. Δημητρόφ, στο ίδιο, σελ. 96.

23. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 284.

24. «Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος τέταρτος, σελ. 294.

25. Στο ίδιο, σελ. 322.

Βλέπε επίσης:

Μανιφέστο του 6ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Αντιφασιστικό Μέτωπο (Ριζοσπάστης, 1 Ιανουαρίου 1936)

Το 7ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (1 έως 6 Οκτωβρίου 1945)

Το 9ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (Δεκέμβρης 1973)

Τα Συνέδρια του ΚΚΕ (από το 1ο μέχρι το 17ο)

Ιστορικό αφιέρωμα στην 1η Μάη: Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη

 

Μετά τη σφαγή, λίγα λουλούδια…

Το βράδυ της 9ης Μάη του 1936 ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς έδωσε διαταγή ένα σύνταγμα στρατού από τη Λάρισα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη και μοίρα του στόλου να καταπλεύσει στο λιμάνι της πόλης προς αντιμετώπιση των εργατών που βρίσκονταν σε απεργία. Ταυτόχρονα, προέβη σε δηλώσεις με τις οποίες δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνειών αναφορικά με τις προθέσεις του1: «Κατέστη φανερόν – τόνισε – ότι οι σκοποί οι επιδιωκόμενοι από τους διευθύνοντας την απεργιακήν κίνησιν είναι πολιτικοί, ανατρεπτικοί. Αν ήσαν οικονομικοί θα εδέχοντο οι ιθύνοντες τας δύο εργατικάς ομοσπονδίας την λύσιν, την οποίαν η κυβέρνησις επέβαλε εις τους καπνεμπόρους, και η οποία όχι μόνον καθορίζει κατώτατον ημερομίσθιον 90 δραχμών, αλλά προβλέπει και περί μέσου ημερομισθίου 100 περίπου δραχμών… Η κυβέρνησις δε θα εμποδίση βεβαίως το δικαίωμα της απεργίας από εκείνους οι οποίοι το έχουν, αλλά δε θα επιτρέψη διατάρραξιν της τάξεως. Οσοι το επιχειρήσουν, θα συναντήσουν το κράτος του νόμου».Το πόσο σεβόταν το δικαίωμα της απεργίας ο Μεταξάς αλλά και τι εσήμαινε το κράτος του νόμου, οι εργάτες της Θεσσαλονίκης το ένιωσαν στο πετσί τους εκείνες τις μέρες. Το διαπίστωσε επίσης ολόκληρος ο ελληνικός λαός λίγους μήνες αργότερα, όταν επιβλήθηκε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου με ηγέτη του τον Ιωάννη Μεταξά. Αν αξίζει όμως μια παρατήρηση για την προαναφερόμενη δήλωση του, τότε οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυτή η δήλωση είναι μια δήλωση καρμπόν που εκφέρεται, πανομοιότυπα, πάντοτε από τα χείλη του εκάστοτε πρωθυπουργού ή υπουργού, στο πλαίσιο του αστικού καθεστώτος – με δικτατορική ή κοινοβουλευτική μορφή διακυβέρνησης – όταν αυτό το καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με εργατικές – λαϊκές κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτές είναι πετυχημένες. Ας εξετάσουμε όμως αναλυτικότερα το θέμα μας κι ας δούμε πώς φτάσαμε στην απεργία των εργατών στη Θεσσαλονίκη το Μάη του ’36, αλλά και στις απειλές, λόγω και έργω, του επίδοξου δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

Η ταξική πάλη στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30
 
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30, στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από οξύτατες κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που τελική κατάληξη θα έχουν την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας. Επρόκειτο για μια πορεία που δεν ήταν αναπόφευκτη αν κρίνουμε από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού, αλλά ούτε και εύκολη αν εξετάσουμε τα πράγματα από τη σκοπιά των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Προς αυτή την κατεύθυνση ευνοούσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού 1929 – 1933, η χρεοκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού και η άνοδος του φασισμού, έμμεσα ή άμεσα, η κυριαρχία δηλαδή των πιο αντιδραστικών τμημάτων της χρηματιστικής ολιγαρχίας ως απάντηση των αστικών τάξεων σε αυτή την κρίση αλλά και για την αντιμετώπιση του ανερχόμενου εργατικού – επαναστατικού κινήματος.

Στο εξεταζόμενο διάστημα και πριν ο Μεταξάς εγκαθιδρύσει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η Ελλάδα γνώρισε σημαντικές αλλά αποτυχημένες απόπειρες επιβολής δικτατορικού καθεστώτος από τον χώρο του Κέντρου (Κίνημα Πλαστήρα το 1933, το Κίνημα των Βενιζελικών της 1ης Μάρτη 1935), ενώ ο άλλος πόλος του αστικού πολιτικού κόσμου, η λεγόμενη δεξιά και ακροδεξιά δουλεύοντας πιο μεθοδικά κατάφερε να επιτύχει την παλινόρθωση της μοναρχίας το Φθινόπωρο του 1935, αλλά και να θέσει ισχυρά θεμέλια για μια επιτυχημένη επιβολή πραξικοπήματος.

Λίγο πριν γενικευθεί η χρήση των όπλων. Με τις αντλίες ρίχνουν νερό στους απεργούς

 

Το 1935 παρουσιάζεται επίσης σοβαρή ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος που συνοδεύεται από παλλαϊκά συλλαλητήρια. Σε 200.000 φτάνουν οι απεργοί εργάτες μέχρι τον Οκτώβρη του χρόνου εκείνου, χωρίς να υπολογίζονται οι μήνες Μάρτης – Απρίλης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των αγώνων, που αγκαλιάζουν όλα σχεδόν τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, είναι η αποφασιστικότητα και το πείσμα των εργαζόμενων μαζών, που φτάνουν ακόμη και σε ανοιχτή σύγκρουση με τους εργοδότες και την αστυνομία. Το 1935 σημαδεύεται επίσης με το ματοκύλισμα δεκάδων εργατών και αγροτών2.Με την αυγή του 1936, ο ελληνικός λαός έζησε κορυφαία ιστορικά γεγονότα. Στις 26 Γενάρη η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές. Η Βενιζελική παράταξη – το λεγόμενο Κέντρο – που κατέβηκε στις εκλογές με 5 διαφορετικά κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων, Δημοκρατικός Συνασπισμός, Πανδημοκρατική Ενωσις Κρήτης, Αγροτικό Σοφιανόπουλου και Νεοφιλελεύθεροι) συγκέντρωσε συνολικά 574.655 ψήφους και 142 έδρες. Η αντιβενιζελική παράταξη – η λεγόμενη Δεξιά και ακροδεξιά – πήρε μέρος στις εκλογές με τα κόμματα Λαϊκό, Λαϊκή Ριζοσπαστική Ενωσις, Κόμμα Ελευθεροφρόνων (Μεταξάς) και Εθνικόν Μεταρρυθμιστικόν Κόμμα και συγκέντρωσε 602.840 ψήφους και 143 έδρες. Το ΚΚΕ, που δημιούργησε με το Αγροτικό Κόμμα του Βογιατζή το Παλλαϊκό Μέτωπο, σημείωσε επιτυχία καθώς συγκέντρωσε 73.411 ψήφους και εξέλεξε 15 βουλευτές. Η επιτυχία αυτή αποκτούσε ξεχωριστή σημασία, δεδομένου ότι κανένα κόμμα δε συγκέντρωνε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το Παλλαϊκό Μέτωπο μπορούσε να παίξει ένα είδος ρυθμιστικού ρόλου κάτι και το οποίο έγινε με την υπογραφή, στις 19/2/1936, του γνωστού συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη. Βάσει των όρων της συμφωνίας, το Παλλαϊκό Μέτωπο αναλάμβανε την υποχρέωση να ψηφίσει τους Φιλελεύθερους για το προεδρείο της Βουλής και να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση που θα σχημάτιζε ο Σοφούλης. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θα ακύρωνε αναδρομικά τη διάταξη του εκλογικού νόμου που αφαιρούσε τα εκλογικά δικαιώματα από όσους είχαν καταδικαστεί για παράβαση του «ιδιώνυμου», θα καταργούσε τις επιτροπές ασφάλειας, θα έδινε αμνηστία στον Ν. Ζαχαριάδη, στον Β. Βερβέρη και στον Β. Νεφελούδη, καθώς και σε όλους τους πολιτικούς κατάδικους, τους φυλακισμένους και τους εξόριστους, θα διέλυε όλες τις φασιστικές οργανώσεις, θα καθιέρωνε σαν μόνιμο εκλογικό σύστημα την αναλογική, θα ελάττωνε, μέσα σε δυο μήνες, την τιμή του ψωμιού, θα απαγόρευε την προσωποκράτηση για οφειλές προς το Δημόσιο μέχρι τρεις χιλιάδες δραχμές, θα καθιέρωνε πεντάχρονο χρεοστάσιο χωρίς όρους για τα χρέη των αγροτών στις τράπεζες και στους ιδιώτες και θα προχωρούσε στην άμεση εφαρμογή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων3.

Αγωνιστές με υψωμένες γροθιές, στην πρωτομαγιάτικη απεργία του ’36, στη Θεσσαλονίκη

 

Τελικά, αυτό το σύμφωνο δεν τηρήθηκε με ευθύνη του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Θ. Σοφούλη που υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας μαζί με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα τη λύση Δεμερτζή.Η υπαναχώρηση των Φιλελευθέρων ήταν επιβεβλημένη από τα ταξικά συμφέροντα που υπηρετούσε ο χώρος του Κέντρου, δεδομένου ότι ήταν τέτοιες οι συνθήκες εκείνη την περίοδο που η συμμαχία με το Παλλαϊκό Μέτωπο ευνοούσε το λαϊκό κίνημα, η πάλη του οποίου γνώριζε πραγματική έκρηξη. Στους πρώτους μήνες του ’36, το απεργιακό κίνημα της εργατικής τάξης αλλά και των μεσαίων στρωμάτων σημείωσε πρωτοφανή άνοδο απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Μόνο στο τρίμηνο Γενάρη – Μάρτη απήργησαν πάνω από 200 χιλιάδες εργάτες, ενώ σε μια σειρά πόλεις (Δράμα, Καβάλα, Σέρρες, Ξάνθη κλπ.) πραγματοποιήθηκαν πετυχημένες απεργίες με τοπικού χαρακτήρα αιτήματα. Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι αγρότες μιας σειράς επαρχιών (Ηρακλείου, Δωρίδας κλπ.) συγκροτούσαν συλλαλητήρια, ενώ οι επαγγελματίες των πόλεων κατέβαιναν σε απεργίες. Σ’ αυτές τις παλλαϊκές κινητοποιήσεις το «παρών» έδωσε και η σπουδάζουσα νεολαία. Ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη, οι φοιτητές των πανεπιστημίων και όλων των άλλων σχολών βρίσκονταν σε απεργία, απαιτώντας πανεπιστημιακές και γενικότερα δημοκρατικές ελευθερίες4.

Οι εργάτες στήνουν οδοφράγματα

 

Τη μεγάλη άνοδο των εργατικών και λαϊκών αγώνων φανερώνει και η αντίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Ο απολογισμός της κρατικής τρομοκρατίας σε βάρος των λαϊκών μαζών, για τους μήνες Γενάρη, Φλεβάρη, Μάρτη και Απρίλη του 1936 που έδωσε στη δημοσιότητα η στατιστική υπηρεσία της οργάνωσης ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ είναι αποκαλυπτικός5. Το Γενάρη του ’36, σε ολόκληρη την Ελλάδα έγιναν 117 συλλήψεις, 18 φυλακίσεις, 37 εξορισμοί, 33 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 38 βασανισμοί, 13 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 1 αστυνομική έρευνα, 4 διαλύσεις σωματείων και 3 κατασχέσεις.Το Φλεβάρη έγιναν 129 συλλήψεις, 91 φυλακίσεις, 6 εξορισμοί, 23 τραυματισμοί, 2 δολοφονίες, 17 βασανισμοί, 3 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 14 αστυνομικές έρευνες και 3 κατασχέσεις.

Το Μάρτη έγιναν 198 συλλήψεις, 225 φυλακίσεις, 12 εξορισμοί, 17 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 36 βασανισμοί, 5 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 2 αστυνομικές έρευνες και 1 κατάσχεση.

Τον Απρίλη του ’36 έγιναν 198 συλλήψεις, 32 φυλακίσεις, 44 εξορισμοί, 35 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 34 βασανισμοί, 15 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 19 αστυνομικές έρευνες και 470 κατασχέσεις.

Το σκηνικό, που δείχνει με ποια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα φτάσαμε στα γεγονότα του Μάη στη Θεσσαλονίκη ολοκληρώνεται, αν προσθέσουμε τις πολιτικές εξελίξεις σε κεντρικό επίπεδο.

Ενας νεκρός στο δρόμο κοντά στο «Αλκαζάρ»

 

Στις 5 Μάρτη του 1936 ο Βασιλιάς Γεώργιος – χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση από τα αστικά κόμματα – διόρισε τον Ιωάννη Μεταξά στη θέση του υπουργού των Στρατιωτικών. Επίσης, καθολική ήταν από τον μονάρχη και τον αστικό πολιτικό κόσμο η στήριξη της κυβέρνησης Δεμερτζή, στην οποία ο Μεταξάς κατείχε και τη θέση του αντιπροέδρου. Λίγες βδομάδες αργότερα, στις 27 Απρίλη του ιδίου έτους, και αφού ο Δεμερτζής είχε αποδημήσει εις κύριον, τα αστικά κόμματα έκαναν το Μεταξά πρωθυπουργό, δίνοντάς του ψήφο εμπιστοσύνης και τρεις μέρες αργότερα η Βουλή αποφάσισε τη διακοπή των εργασιών της μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη, δίνοντας στον μετέπειτα δικτάτορα και στην κυβέρνηση του ημιδικτατορικές εξουσίες. Αποτέλεσμα ήταν, από τα τέλη Απρίλη του ’36 να εγκαθιδρυθεί στη χώρα ένα ιδιότυπο καθεστώς που αργότερα πολύ εύστοχα ονομάστηκε «καθεστώς της 3 1/2 Αυγούστου»6. Σε καθεστώς, λοιπόν «3 1/2 Αυγούστου» – που ήθελε να γίνει «4η Αυγούστου» – έγιναν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Ας τα παρακολουθήσουμε.

Ο ματωμένος Μάης του ’36

Τετάρτη 29 Απρίλη 1936. Δώδεκα χιλιάδες καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης – εκ των οποίων περίπου το 70% γυναίκες – αυτή τη μέρα δεν πιάνουν δουλιά, αλλά κατεβαίνουν σε απεργία, ύστερα από απόφαση του συνδικαλιστικού τους φορέα, της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ). Κυριότερο αίτημά τους7 έχουν την αύξηση των ημερομισθίων στις 120 – 135 δραχμές με την εφαρμογή της σύμβασης του 19248. Η απεργία ξεκινάει από τις 9.30 το πρωί. Τα καπνομάγαζα κλείνουν και οι απεργοί κατευθύνονται αρχικά στα γραφεία της Ομοσπονδίας και στη συνέχεια στον κινηματογράφο «Πάνθεον», όπου έχουν συγκέντρωση, για να συζητήσουν και να αποφασίσουν τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για την περιφρούρηση του αγώνα τους. Εξω από τον κινηματογράφο, η αστυνομία με ισχυρές δυνάμεις δείχνει τα δόντια της, έτοιμη, ανά πάσα στιγμή να επιδοθεί στο …θεάρεστο έργο της.

Από τη μεγάλη διαδήλωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Ελευθερίας για την άγρια δολοφονία των εργατών

 

Οι απεργοί αγνοούν την προκλητική αστυνομική παρουσία, εκλέγουν Κεντρική Επιτροπή Αγώνα και στις 12.30 το μεσημέρι η Επιτροπή κάνει παράσταση στον γενικό Διοικητή Μακεδονίας Κ. Πάλλη με το υπόμνημα των αιτημάτων των καπνεργατών. Την ίδια μέρα ξεσπά η απεργία στο Βόλο και τις Σέρρες.Πολύ γρήγορα, η απεργία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Την Πέμπτη 30 Απρίλη στην απεργία κατεβαίνουν τα Σωματεία καπνεργατών στην Καβάλα και στη Δράμα. Το Σάββατο 2 Μάη θα προστεθούν τα Σωματεία Αγρινίου, Κομοτηνής, Σάμου, Σιδηροκάστρου, Προσοτσάνης, Νιγρίτας, Ξάνθης, Λαγκαδά, Σιάτιστας, Καρδίτσας, Πειραιά κ.ά. Την Τρίτη 5 Μάη – 7η μέρα της απεργίας, κατεβαίνουν σε συμπαράσταση στη Θεσσαλονίκη οι κλωστοϋφαντουργοί, οι χαρτεργάτες, οι τσαγκαράδες και οι λαστιχάδες. Στις 6 Μάη το μεσημέρι μέλη φασιστικών οργανώσεων τους οποίους χρησιμοποιεί το κράτος πυροβολούν και τραυματίζουν τον καπνεργάτη Κώστα Σαμιώτη 20 χρονών.

Την επομένη, 7 Μάη, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης καλεί την εργατική τάξη σε επιφυλακή για 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Εν τω μεταξύ, η εργατική τάξη της Ελλάδας συμπαραστέκεται στους απεργούς. Οι πιο μαζικές ομοσπονδίες του Ηλεκτρισμού, Δέρματος, Οικοδόμων, Επισιτισμού, Ιματισμού, Κουρέων, Αρτεργατών, Φυματικών, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Αθήνας, με τηλεγραφήματά τους προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας τονίζουν ότι αν δε λυθούν τα δίκαια αιτήματα των Καπνεργατών, των τσαγκαράδων και υφαντουργών και σε περίπτωση που εφαρμοστούν τα τρομοκρατικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν, η εργατιά όλης της χώρας θα κατέβει σε πανελλαδική απεργία. Αυτή τη μέρα φτάνει στη Θεσσαλονίκη, επιστρέφοντας από το Βελιγράδι, ο πρωθυπουργός της χώρας και μετέπειτα δικτάτορας Ι. Μεταξάς, ο οποίος σε κοινή σύσκεψη που είχε με τον Γενικό Διευθυντή και τον Σωματάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού δίνει το «πράσινο φως» για την καταστολή της απεργίας.

 

Σε λίγες ώρες, η συμπρωτεύουσα θα ζούσε μια από τις ηρωικότερες και τραγικότερες σελίδες της ιστορίας της.Στις 8 Μάη, λίγο πριν το μεσημέρι, εφτά χιλιάδες απεργοί της Θεσσαλονίκης κατευθύνθηκαν προς τη γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, για να απαιτήσουν την άμεση επίλυση των αιτημάτων τους. Δυνάμεις έφιππης και πεζής χωροφυλακής προσπάθησαν να τους σταματήσουν, χωρίς όμως να το πετύχουν. Τότε άρχισαν να πυροβολούν κατά του άοπλου πλήθους, που ύστερα από το πρώτο σοκ ανασύνταξε τις δυνάμεις του κι άρχισε να στήνει οδοφράγματα. Την ίδια ώρα, άλλη διαδήλωση από τρεις χιλιάδες περίπου εργάτες, που κατευθυνόταν επίσης προς το διοικητήριο, δέχτηκε κι αυτή επίθεση από τους χωροφύλακες. Οι εργάτες κατάφεραν να σπάσουν τις ζώνες των χωροφυλάκων και να ενωθούν με τους συναδέλφους τους στα οδοφράγματα.

Μέσα σε λίγη ώρα τα νέα είχαν φτάσει σε κάθε σημείο της πόλης κι ο κόσμος κατέβαινε από τις συνοικίες προς το κέντρο για να βοηθήσει τους αγωνιζόμενους εργάτες. Οι αρχές τρομοκρατήθηκαν. Ο Διοικητής της φρουράς Θεσσαλονίκης έδωσε διαταγή στο στρατό να χτυπήσει τους διαδηλωτές αλλά οι φαντάροι δεν υπάκουσαν. Τρεισήμισι ώρες κράτησαν οι οδομαχίες και τελικά οι διαδηλωτές υποχώρησαν. Πολλοί εργάτες είχαν τραυματιστεί αλλά η αγανάκτηση το λαού ήταν στο κατακόρυφο. Το βράδυ, πολλά σωματεία της Θεσσαλονίκης (αυτοκινητιστές, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, τροχιοδρομικοί κ.ά.) κήρυξαν απεργία. Η κυβέρνηση σε απάντηση προχώρησε στην έκδοση διατάγματος επιστράτευσης των τροχιοδρομικών και των σιδηροδρομικών και διέταξε το Γ΄ Σώμα Στρατού να λάβει εξαιρετικά μέτρα προς εξασφάλιση της τάξης9.

«Η αστυνομία – έγραφε ο «Ρ» αναφερόμενος στα γεγονότα της 8ης Μαΐου10 – έδειξε σήμερα καθαρά πως παίζει το ρόλο του υπηρέτη του καπνεμπορικού και του άλλου κεφαλαίου. Με αγριότητα και βανδαλισμούς επιτέθηκε κατά των άοπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών, των μικρών κοριτσιών (12 ως 15 χρόνων) και τους ματοκύλισε. Επί 3 1/2 ώρες η Θεσσαλονίκη βρισκότανε χτες σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης. Η στάση της αστυνομίας έχει εξεγείρει όλο το λαό».

Την επομένη, 9 Μαΐου, η απεργία στη συμπρωτεύουσα είχε γενικευτεί. Μαζί με τους εργάτες κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρίας και οι επαγγελματίες, οι βιοτέχνες και οι φοιτητές. «Την πρωίαν της 9ης Μαΐου – γράφει ο Γρ. Δαφνής11 – απήργησαν εις ένδειξιν αλληλεγγύης οι λιμενεργάται, αρτεργάται, μυλεργάται, εργάται πλεκτηρίων και άλλων κλάδων, έτσι που το σύνολο των απεργούντων εργατών εις Θεσσαλονίκην ανήλθε εις 25.000 περίπου. Οι δε έμποροι και επαγγελματίαι έκλεισαν τα καταστήματά των. Ολόκληρος δηλαδή ο λαός της Θεσσαλονίκης, ο εργαζόμενος, ενεφανίζετο ηνωμένος εις την κατά των κυβερνητικών μέτρων διαμαρτυρίαν».

Ετσι οι χωροφύλακες από νωρίς το πρωί άρχισαν τις επιθέσεις εναντίον εργατικών συγκεντρώσεων. Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση έγινε μεταξύ χωροφυλακής και απεργών αυτοκινητιστών στην οδό Εγνατίας. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στον ψαχνό και σε λίγο έπεσε ο πρώτος νεκρός απεργός: ήταν ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. «Το πλακόστρωτο και οι γύρω δρόμοι βάφονται με αίμα. Παντού ακούγονται αγκομαχητά των πληγωμένων και οι κατάρες του πλήθους ενάντια στους φονιάδες. Γίνεται διαδήλωση με το νεκρό εργάτη πάνω σε μια πόρτα μπροστά προς το Διοικητήριο, από το οποίο απουσιάζει ο Διοικητής, όχι, όμως και οι χωροφύλακες που το φυλάνε πάνοπλοι. Την ίδια ώρα οι καμπάνες σε όλες τις συνοικίες κτυπάν συναγερμό, ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους και κατηφορίζει προς το Κέντρο. Πορείες με υψωμένες τις γροθιές ενώνονται με τους απεργούς, ενώ κόκκινα λάβαρα βαμμένα από το αίμα των δολοφονημένων εργατών ανεμίζουν. Οι πρώτοι νεκροί: Β. Σταύρου, Ιντο Σενόρ, Γ. Πανόπουλος, Αγλαμίδης, Σαλβατόρ Ματαράσο, Δημ. Λαϊλάνης, Σ. Διαμαντόπουλος, Γιάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος, Μανώλης Ζαχαρίου, Αναστασία Καρανικόλα»12.

Οι μαζικές δολοφονίες διαδηλωτών αντί να κάμψουν τη λαϊκή αντίσταση, τη θεριεύουν προκαλώντας νέα κύματα οργής και αγανάκτησης. Ολη η πόλη έχει ξεσηκωθεί ενώ οι στρατιώτες παραβαίνουν τις διαταγές, αρνούνται να σηκώσουν όπλο κατά του λαού και συγκρούονται με τους χωροφύλακες.

Το μεσημέρι ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού διατάσσει τους χωροφύλακες να κλειστούν στα αστυνομικά τμήματα, δίνει εντολή σε αξιωματικούς του στρατού να αναλάβουν τη Διοίκηση των αστυνομικών τμημάτων, και βγάζει ανακοίνωση που απαγορεύει κάθε συγκέντρωση ακόμα και λίγων ατόμων σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο, ενώ κλείνει και τα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό αντί να δράσει καταπραϋντικά οξύνει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα. Στις 5 μ.μ. πραγματοποιείται νέα λαϊκή συγκέντρωση στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου χωρίς να υπάρξουν επεισόδια. Οι συγκεντρωμένοι εκδίδουν ψήφισμα το οποίο λέει:

«Απας ο λαός της Θεσσαλονίκης συγκεντρωθείς εις παλλαϊκήν συγκέντρωσιν και ακούσας των ρητόρων, αποφασίζει:

1) Εκφράζει τον αποτροπιασμόν και την αγανάκτησίν του διά τους δολοφόνους.

2) Διαδηλώνει τη συμπάθειάν του προς τους αγωνιζόμενους απεργούς.

Και ζητεί: 1) Παραίτησιν της κυβερνήσεως.

3) Αμεσον σύλληψιν του διευθυντού της Αστυνομίας Ντάκου και την αντικατάστασιν του Γενικού Διοικητού Πάλλη.

4) Επίλυση όλων των αιτημάτων των απεργών και ακύρωσιν της αποβολής του φοιτητή Καββαδία.

5) Απελευθέρωσιν όλων των συλληφθέντων.

6) Απόδοσιν των θυμάτων εις τα εργατικά Σωματεία προς κήδευσιν.

7) Να επιτραπεί αύριον η τέλεσις παλλαϊκού μνημοσύνου.

Δηλώνει:

ότι θα συνεχίσει την απεργίαν μέχρις της πλήρους επιλύσεως όλων των αιτημάτων και αναθέτει εις τον Διοικητήν του Γ. Σ. Στρατού τη διαβίβασιν του παρόντος ψηφίσματος εις την κυβέρνησιν».

Το βράδυ της 9ης Μαΐου ο λαός της Θεσσαλονίκης είναι η πραγματική εξουσία στην πόλη. «Οι αρχές είχαν ουσιαστικά καταλυθεί. Οι συνοικισμοί όλοι είχαν καταληφθή από τους διαδηλωτάς», γράφει ο επιμελητής του ημερολογίου του Ιωάννη Μεταξά, Π. Σιφναίος13. Και ο Γρ. Δαφνής συμπληρώνει: «Τη νύκτα της 9ης προς 10η Μαΐου, ούτε ο Γενικός Διοικητής, ούτε ο Σωματάρχης, ούτε καμία άλλη αρχή ημπορούσε να ασκήση εξουσίαν! Ητο εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός της Θεσσαλονίκης ήτο κύριος της καταστάσεως»14. Μπρος σε αυτή την κατάσταση ο Μεταξάς δεν έκρυψε τον τρόμο του και διέταξε – όπως προαναφέραμε – να κινηθεί το Σύνταγμα Λαρίσης προς τη Θεσσαλονίκη και μοίρα του Στόλου να καταπλεύσει προς την πόλη15. Ηθελε προφανώς να σπείρει τον τρόμο και να δείξει πως ήταν αποφασισμένος για όλα, αλλά τα πράγματα δεν οδηγήθηκαν σε νέα σύγκρουση δεδομένου ότι η απεργία λύθηκε με συμβιβασμό που επιτεύχθηκε σε κεντρικό επίπεδο στον οποίο συνέβαλε και η Ενωτική ΓΣΕΕ με επικεφαλής τον Κ. Θέο16.

Αντί επιλόγου

Η βάρβαρη δολοφονική επίθεση εναντίον του λαού της Θεσσαλονίκης προκάλεσε έκρηξη κι απεργιακές κινητοποιήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα17. Το απεργιακό αυτό ξέσπασμα το Μάη του ’36, η κυβέρνηση του Μεταξά και ο αστικός πολιτικός κόσμος το απέδωσαν, κατά τη συνήθη πρακτική σε… κομμουνιστικό δάκτυλο. «Το 1936 – γράφει ο Mark Mazower18 εξηγώντας αυτή την ερμηνεία των γεγονότων – καθώς δυνάμωνε η εργατική διαμαρτυρία, τα μεγάλα πολιτικά κόμματα αρχικά περιθωριοποιήθηκαν και κατόπιν ωθήθηκαν στην υποστήριξη της αντικομμουνιστικής καταστολής». Αναμφίβολα το ταξικό τους συμφέρον δεν μπορούσε να τα οδηγήσει σε άλλο δρόμο. Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Κανένα εργατικό κίνημα και καμία απεργία δε θα μπορούσε να υπάρξει αν δεν υπήρχαν πραγματικά προβλήματα που μάστιζαν τους εργαζόμενους. «Η εργατική αναταραχή – έγραφαν οι ιθύνοντες της βρετανικής πρεσβείας σε μία έκθεσή τους, με ημερομηνία 27/5/1936, για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης – οφείλεται περισσότερο σε πραγματική δυσαρέσκεια για τα μόνιμα κακά παρά σε κομμουνιστική προπαγάνδα. Στη ρίζα του κακού βρίσκεται η μεγάλη οικονομική αθλιότητα που επικρατεί στα κατώτερα στρώματα και ειδικά στις εργαζόμενες τάξεις»19.

Τα γεγονότα του Μάη του ’36 με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη θα μπορούσαν πιθανότατα να αποτελέσουν και την αρχή του τέλους της διακυβέρνησης του τόπου από τον Μεταξά αν τα αστικά κόμματα ανταποκρίνονταν στις σχετικές εκκλήσεις του ΚΚΕ, το οποίο σε απόφαση της ΚΕ του προφητικά τόνιζε20: «Ο δολοφόνος Μεταξάς, εκπρόσωπος των πιο τρομοκρατικών, πλουτοκρατικών κύκλων, του βασιλιά και της φασιστικής στρατοκρατίας, επιταχύνει τις προσπάθειές του για να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα μοναρχοφασιστική δικτατορία». Δυστυχώς το ΚΚΕ δεν εισακούστηκε κι έμεινε μόνο του ως το τέλος να αγωνίζεται για να αποτρέψει το μοιραίο, την εγκαθίδρυση της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας. Το αποτέλεσμα της στάσης των αστικών κομμάτων, ήταν να λυθούν τα χέρια του Μεταξά κι αυτών που τον στήριζαν. Υπό αυτές τις συνθήκες έχει απόλυτο δίκιο ο Γρ. Δαφνής όταν σημειώνει:ι «Τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης θα δώσουν την πρώτη δικαιολογίαν διά την κατάλυσιν του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος». Ο ίδιος συγγραφέας προσθέτει ότι στις 10 Μαΐου ο Μεταξάς συζήτησε και συμφώνησε με τον Γεώργιο Γλύξμπουργκ για την επιβολή της δικτατορίας21.

Σχετικά πάντως με τη στήριξη που βρήκε ο Μεταξάς στα αστικά κόμματα της εποχής, πιο αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι πολυτιμότερη, για να επιβάλει εντέλει τα σχέδιά του, ήταν αντικειμενικά η στήριξη που του παρείχε το βενιζελικό κόμμα των Φιλελευθέρων. «Ο Σοφούλης – γράφει ο Γ. Ανδρικόπουλος 22– αν και απέφυγε να αναφερθεί στην εξαθλίωση το λαού, καταδίκασε ωστόσο με μεγάλη οξύτητα …την απάνθρωπον συμπεριφοράν του κράτους και των οργάνων του…, …τας τσαρικάς σφαγάς. Ταυτόχρονα συνέχιζε να υποστηρίζει την κυβέρνηση Μεταξά… Το κόμμα των φιλελευθέρων είχε, για πρώτη φορά στην ιστορία του, βρεθεί μπροστά σε μια τέτοια κρίση. Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης έδειχναν ότι η πολιτική του έναντι του Μεταξά αποδοκιμαζόταν από το λαό… Για να κερδίσει το έδαφος που είχε χάσει έπρεπε να κάνει στροφή προς τα αριστερά και να εγκαταλείψει τον Μεταξά. Αλλά την αναδίπλωση έκανε αδύνατη, πρώτο η πεποίθηση της ηγεσίας του ότι ο Μεταξάς αντιπροσώπευε τη μόνη ελπίδα επαναφοράς στο στρατό των απότακτων αξιωματικών, δεύτερο η βαθύτατα συντηρητική του φύση που απέτρεπε συνεργασία με ριζοσπαστικές δυνάμεις».

Χωρίς αμφιβολία τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης σηματοδοτούσαν μια περίοδο στην πολιτική ζωή της χώρας όπου το κέντρο βάρους των εξελίξεων, έστω και ελαφρά, μετατοπιζόταν από τα κέντρα συνωμοσίας στις οργανώσεις του λαού. Το ΚΚΕ μάλιστα, εναπόθετε – και δίκαια έπραττε – όλες τις ελπίδες για προοδευτικές εξελίξεις στη χώρα σ’ αυτό το γεγονός. Την Ελλάδα23, έλεγε, «ο παλλαϊκός απελευθερωτικός αγώνας θα τη σώσει». Ομως αυτό που για το ΚΚΕ ήταν σωτηρία της χώρας, προκαλούσε πανικό σε κάποιους άλλους. Η είσοδος του λαού στο προσκήνιο των πολιτικών εξελίξεων ήταν ένα γεγονός που όπως γράφει ο Ανδρικόπουλος24 «δεν πέρασε απαρατήρητο από τις στήλες του Τύπου – βενιζελικού και αντιβενιζελικού – που άρχισε να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου». Η αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της είχαν την εμπειρία να καταλάβουν πως ο λαός στο προσκήνιο ήταν η μέγιστη και η κύρια απειλή για τα συμφέροντά τους. Επρεπε να λάβουν τα μέτρα τους. Και τα έλαβαν λίγο αργότερα με την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

Παραπομπές:

1. Μεταξά: «Το προσωπικό του Ημερολόγιο», εκδόσεις Γκοβόστη, τόμος Δ΄ σελ. 214

2. «Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36 – χρονικό», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 22-23

3. Βλέπε ολόκληρο το σύμφωνο: «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 4ος, σελ. 342-343.

4. Δημήτρη Σάρλη: «Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού», Αθήνα 1975, σελ. 383-384.

5. «Ριζοσπάστης» 21/4/1936.

6. Φ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909-1940», εκδόσεις Καπόπουλος, τόμος 4ος, σελ. 134-136.

7. Συνολικά για τα αιτήματα των καπνεργατών βλέπε: «Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36 – χρονικό», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 22-23.

8. Η σύμβαση αυτή που είχε ονομαστεί και «σύμβαση Παπαναστασίου», προέβλεπε ότι ο μέσος όρος του ημερομισθίου των καπνεργατών θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε 8 χρυσές δραχμές. Αυτό σήμαινε ότι το 1936 οι καπνεργάτες έπρεπε να παίρνουν ημερομίσθιο 140-150 δραχμών. Πληρώνονταν όμως με 40-50 δρχ. που με κάποιες επιμέρους αυξήσεις έφταναν τις 75-80. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι εξαιτίας της μεγάλης ανεργίας, πολλοί καπνεργάτες δούλευαν τζάμπα (κυρίως γυναίκες) έχοντας συμφωνήσει με τα αφεντικά να τους κολλάνε μόνο τα ένσημα στο ΤΑΚ (Ταμείο Ασφάλισης Καπνεργατών) για να μην χάνουν το δικαίωμα της περίθαλψης. (Σπ. Λιναρδάτου: «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου», εκδόσεις Θεμέλιο, 1965, σελ. 207-208).

9. Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, τόμος Β΄, σελ. 423.

10. «Ριζοσπάστης», 9 Μάη 1936.

11. Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, σελ. 424.

12. «Οι Καπνεργάτες και ο Μάης του ’36», έκδοση «ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΩΝ-ΤΡΙΩΝ Ν. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», σελ. 43 .Βλέπε αναλυτικά για το μακελειό: «Ρ», Κυριακή 10/5/1936 και «Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36 – χρονικό», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 39- 51. Για τον αριθμό των νεκρών υπάρχει διχογνωμία. Θεωρείται πως ήταν περισσότεροι αλλά δε βρέθηκαν τα στοιχεία τους. Λέγεται ότι η αστυνομία προχώρησε σε μυστική ταφή νεκρών για να αποφευχθεί η έκρηξη της λαϊκής αγανάκτησης που θα προκαλούσε η γνωστοποίηση των συνολικών στοιχείων γύρω από το μακελειό.

13. Ι. Μεταξά: «Το προσωπικό του Ημερολόγιο», εκδόσεις Γκοβόστη, τόμος Δ΄ σελ. 213.

14. Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, τόμος Β΄ σελ. 425-426.

15. Σπ. Μαρκεζίνη: «Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος», εκδόσεις Πάπυρος, τόμος 4ος, σελ. 304-307.

16. Η Κ.Ε. του ΚΚΕ άσκησε οξυτάτη κριτική στην Ενωτική ΓΣΕΕ και στον Κ. Θέο γι’ αυτή τη συμβιβαστική πρακτική (Βλέπε: «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 4ος, σελ. 375- 376).

17. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 298-299.

18. Mark Mazower: «Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου», έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 371.

19. Βλέπε ολόκληρη την έκθεση: Γ. Ανρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ, σελ. 73-77.

20. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 4ος, σελ. 373.

21. Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, τόμος Β΄ σελ. 422-423.

22. Γιάννη Ανδρικόπουλου: «Η Δημοκρατία του Μεσοπολέμου», εκδόσεις Φυτράκη, σελ. 221.

23. «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 4ος, σελ. 372.

24. Γ. Ανδρικόπουλου, στο ίδιο, σελ. 217.

Βλέπε επίσης:

Ιστορικό αφιέρωμα στην Διεθνή Ημέρα των Εργατών (Πρωτομαγιά), στην Ελλάδα και τον κόσμο