Ισπανικός Εμφύλιος (1936 – 1939). Ενα «εθνικό – διεθνικό» ταξικό πεδίο μάχης

ispanikos-emfilios1

Στις 17 – 18 Ιούλη 1936 εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στην Ισπανία, με σκοπό την ανατροπή της νεοσχηματισθείσας κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου (ενός πολιτικού συνασπισμού με επικεφαλής τους Σοσιαλιστές, στον οποίο μετείχε και το ΚΚ Ισπανίας). Το κίνημα προετοιμαζόταν από καιρό από τμήματα της αστικής τάξης που προσανατολίζονταν στην επιβολή ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας. Επικεφαλής του τέθηκε ο στρατηγός Φρ. Φράνκο.

Οι κινηματίες είχαν με το μέρος τους περίπου τη μισή δύναμη του τακτικού στρατού, τη Στρατιά της Αφρικής (αποτελούμενη βασικά από Μαροκινούς – από το Ισπανικό Μαρόκο άλλωστε ξεκίνησε και στέριωσε το πραξικόπημα), μεγάλο μέρος των Σωμάτων Ασφαλείας και βεβαίως τα δεκάδες χιλιάδες μέλη των φασιστικών – παρακρατικών οργανώσεων (όπως οι Φαλαγγίτες, οι Καρλιστές, κ.ά.), που ξεπερνούσαν σε αριθμητική δύναμη τον τακτικό στρατό και αποτέλεσαν σημαντική δύναμη κρούσης των φασιστών.
Ωστόσο, με εξαίρεση ορισμένες επαρχίες (όπου καταλυτικό ρόλο στην επικράτησή τους έπαιξε η επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας και του Βατικανού υπέρ των φασιστών) και την πόλη της Σεβίλλης, οι πραξικοπηματίες δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν. Ειδικά στα αστικά κέντρα, όπου νικήθηκαν κατά κράτος από την οπλισμένη εργατιά. «Στα εργοστάσια και στα ορυχεία συγκροτούνταν εργατικά τάγματα που οπλίζονταν με ό,τι μπορούσαν (…) Ολο το βάρος των πρώτων μαχών με τον καλά εφοδιασμένο στρατό των κινηματιών έπεσε στα ανεκπαίδευτα αυτά και κακοοπλισμένα τμήματα της πολιτοφυλακής που κατόρθωσαν με μεγάλες θυσίες να αναχαιτίσουν (…) το φασιστικό κίνημα».1
Αλλά ούτε και στο ναυτικό οι πραξικοπηματίες είχαν ιδιαίτερη επιτυχία, αφού οι ναύτες, έχοντας συγκροτήσει επαναστατικά συμβούλια, εξεγέρθηκαν, εκτέλεσαν τους αξιωματικούς τους και απέτρεψαν την παράδοση των περισσότερων πλοίων στον Φράνκο.

Τις κρίσιμες όμως εκείνες ώρες (όπως και στη συνέχεια), στην πάλη του εργαζόμενου λαού, βάρυναν καταλυτικά οι ταλαντεύσεις, η αναβλητικότητα, έως και τάση συμβιβασμού της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του Λαϊκού Μετώπου απέναντι στην αστική – φασιστική επιθετικότητα. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα που απάρτιζαν το Λαϊκό Μέτωπο, ήταν βεβαίως αστικά ή αστικοποιημένα κόμματα, με τα οποία το ΚΚ είχε συμμαχήσει στο πλαίσιο της στρατηγικής που χάραξε το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γεγονός, που είχε άμεσες επιπτώσεις στον προσανατολισμό και την αποτελεσματικότητα της πάλης για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Οπως απέδειξε η πείρα των Λαϊκών Μετώπων, τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γαλλία, η στρατηγική αυτή ούτε τον σοσιαλισμό έφερε πιο κοντά, ούτε το φασισμό μπόρεσε να αναχαιτίσει, καταδεικνύοντας ότι τα θεμελιώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης βρίσκονται σε αδιάκοπη αντίθεση με τα αντίστοιχα της αστικής (τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου) και δεν «χωρούν» σε καλούπια αστικής διαχείρισης.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, στην πλάστιγγα υπέρ των φασιστικών δυνάμεων, βάρυνε σίγουρα η άμεση και αποφασιστική συνδρομή των Ιταλίας, Γερμανίας και Πορτογαλίας με στρατιωτικό υλικό, άρματα μάχης, αεροπλάνα και στρατεύματα (50.00 – 60.000, 16.000 και 8.000 – 12.000 αντίστοιχα), αλλά και το ταυτόχρονο εμπάργκο των καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, κ.ά.) προς τη Δημοκρατική Ισπανία (πολιτική της δήθεν «Μη-Επέμβασης»).

Ολα τα παραπάνω συνέτειναν στη γρήγορη προέλαση των φασιστικών στρατευμάτων, που το Σεπτέμβρη του 1936 βρέθηκαν στις πύλες της Μαδρίτης. Το τέλος της Δημοκρατικής Ισπανίας θα ερχόταν σίγουρα πιο γρήγορα, αν δεν υπήρχε η γενναία σοβιετική στρατιωτική βοήθεια – που μόλις είχε αρχίσει να καταφθάνει – αλλά και ένας στρατός, που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή του. Επρόκειτο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Ενας διεθνής προλεταριακός στρατός

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτήθηκαν με απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις 18 Σεπτέμβρη 1936, ενώ στις γραμμές τους εντάχθηκαν συνολικά 35.000 περίπου μαχητές, από το Μεξικό έως την Κίνα. Αρχικά, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Λ. Καμπαλέρο αντιτάχθηκε στο όλο εγχείρημα. Στη συνέχεια, ωστόσο, υπό το βάρος των προελαυνόντων στρατευμάτων του Φράνκο, αναγκάστηκε σε υποχώρηση. Οι αναρχικοί (CNT) υπήρξαν επίσης αρνητικοί, απαγορεύοντας μάλιστα το πρώτο διάστημα την είσοδο στους ξένους εθελοντές στα σύνορα που έλεγχαν. Τέτοιας «υποδοχής» έτυχε και μια ομάδα Ελλήνων εθελοντών, τους οποίους «πιάσανε οι Ισπανοί φρουροί που ανήκαν στους αναρχικούς της CNT και τους κράτησαν 40 ώρες» μέχρι να απελευθερωθούν με παρέμβαση του Λαϊκού Μετώπου.2 Να σημειώσουμε πως ξένοι εθελοντές εντάχθηκαν τελικά, τόσο στην αναρχική CNT όσο και στο τροτσκιστικό POUM, σε πολύ μικρότερο όμως βαθμό απ’ ό,τι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.
Οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στην πλειοψηφία τους οργανωμένοι κομμουνιστές: το 60% των Γάλλων, το 70% των Αμερικανών, το 75% των βαλκάνιων λαών, το 80% – 90% των Γερμανών, κ.ο.κ. Το 80% ήταν εργάτες, στην πλειοψηφία τους νέοι, αλλά και «ψημένοι» στους ταξικούς αγώνες στις χώρες τους.3

Το ίδιο ίσχυε και για τους Ελληνες. Ο Δημήτρης Σακαρέλλος ήταν Γραμματέας του σωματείου Φορτοεκφορτωτών Πειραιά, ο Νίκος Βαβούδης Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, ο Νίκος Καραγιάννης στέλεχος της Ναυτεργατικής Ενωσης, ο Α. Δεληγιάννης Γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, ο Κώστας Βερνικιώτης εκ των ηγετών των μεγάλων καπνεργατικών αγώνων στο Αγρίνιο, κ.ο.κ. Ολοι στελέχη του ΚΚΕ. Οι μισοί σχεδόν από τους μαχητές που προήλθαν από την Ελλάδα ήταν ναυτεργάτες. Οι Ελληνες που κατέφθασαν στην Ισπανία απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου (τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, κ.λπ.) ήταν επίσης εργάτες στην πλειοψηφία τους: Ανθρακωρύχοι, οικοδόμοι, μεταλλουργοί, κ.ο.κ.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ, που «σκυμμένοι ως ήταν στο μόχθο της δουλειάς, στα χυτήρια, στα εργοστάσια, στις κουζίνες, στο δρόμο, ορθώθησαν, έριξαν τα σύνεργά τους, αφήκαν τις προσωπικές έγνοιες και φροντίδες και κίνησαν να πάνε (…) ν’ αγωνισθούν για το καλό του κόσμου».4 Οι Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ υπήρξαν η πολυπληθέστερη ομάδα Ελλήνων που πολέμησε στην Ισπανία. Πολλοί εξ αυτών ήταν μέλη του ΚΚ ΗΠΑ (όπως οι Στέφανος Τσερμέγκας, Χρήστος Μούγιαννης, Κώστας Σαμαράς, κ.ά.), με μακρά «θητεία» στους αγώνες της εργατικής τάξης (και όχι μόνο της ομογένειας), στην οργάνωση της πάλης των ανέργων την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης 1929 – 1933, κ.ο.κ.
Στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εντάχθηκαν, τέλος, και τρεις Ελληνίδες από τον Καναδά (η Μαρία Νικολάου, η Ελένη Νικηφόρου και η Τούλα Ιωάννου), που υπηρέτησαν ως νοσοκόμες.
Η βάση των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στο Αλμπαθέτε, όπου οι ξένοι εθελοντές συγκεντρώνονταν και εκπαιδεύονταν για περίπου ένα μήνα προτού διοχετευτούν στα διάφορα πεδία των μαχών. Συχνά, βέβαια, οι πολεμικές ανάγκες ήταν τέτοιες, που οι εθελοντές στέλνονταν απευθείας στο μέτωπο.
Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα λαμπρό παράδειγμα διεθνούς προλεταριακού στρατού. Παρότι δεν ήταν ένας επαναστατικός στρατός (ως προς τον στρατηγικό σκοπό για τον οποίο μαχόταν), ωστόσο διέθετε πολλά από τα χαρακτηριστικά του, π.χ. στη σύνθεση, στη λειτουργία, στη συνειδητή πειθαρχία και τον ηρωισμό που απορρέουν από το δίκαιο του πολέμου, κ.ο.κ.

ispanikos-emfilios2

Η συμβολή των Ελλήνων κομμουνιστών

Το ΚΚΕ, παρά τις πρωτοφανείς έως τότε συνθήκες παρανομίας και καταστολής, στις οποίες βρέθηκε με την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά (4 Αυγούστου 1936), ανταποκρίθηκε με αξιοθαύμαστο τρόπο στο διεθνιστικό του καθήκον, καλώντας «ιδιαίτερα τους εργάτες και προπαντός τους ναυτεργάτες (…) να πρωτοστατήσουν στην πάλη (…) ενισχύοντας ολόθερμα την υπόθεση της ισπανικής δημοκρατίας».5 Ακολούθως, συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή βοήθειας (αρμόδια και για τη στρατολόγηση εθελοντών μαχητών), ενώ η Εργατική Βοήθεια άνοιξε έρανο για τα θύματα του φασισμού στην Ισπανία. Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με μια πηγή, πάνω από 2.000 κομμουνιστές και εργάτες έσπευσαν να δηλώσουν εθελοντές για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Και παρότι οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν να το κάνουν πράξη λόγω της μεταξικής δικτατορίας, αρκετοί τα κατάφεραν. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει έγγραφο του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας (Φλεβάρης 1937), «απεστάλη εντεύθεν εις Ισπανίαν (…) ικανός αριθμός Ελλήνων κομμουνιστών προς κατάταξιν εις τα εθελοντικά σώματα ων ερυθρών».6

Η μετάβαση στην Ισπανία διά ξηράς υπήρξε ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη υπόθεση. Πολλοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή ακόμα και «εξαφανίστηκαν» στην πορεία. Συγκριτικά, η θαλάσσια οδός ήταν πιο ασφαλής (αν και όχι πάντα). Ετσι, οι περισσότεροι εθελοντές μαχητές μετέβαιναν στη Γαλλία (δήθεν ως οικονομικοί μετανάστες) και κατόπιν, με την καταλυτική συνδρομή της Ναυτεργατικής Ενωσης (που είχε μεταφέρει την έδρα της στη Μασσαλία), περνούσαν στην Ισπανία.

Οι πρώτοι Ελληνες μαχητές κατέφθασαν τον Οκτώβρη του 1936 και εντάχθηκαν στους βαλκανικούς λόχους των ταγμάτων «Ντομπρόφσκι» και «Τέλμαν» της 11ης και 12ης Διεθνούς Ταξιαρχίας, αντίστοιχα, λαμβάνοντας το «βάπτισμα του πυρός» υπερασπιζόμενοι τη Μαδρίτη. Στη συνέχεια και καθώς οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αναπτύσσονταν με την έλευση νέων εθελοντών, οι Ελληνες κατανεμήθηκαν – ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους – στα τάγματα «Γ. Δημητρώφ» (Ελλάδα), «Α. Λίνκολν» (ΗΠΑ, Καναδάς) και 2ο βρετανικό τάγμα (Κύπρος), όλα τμήματα της 15ης Διεθνούς Ταξιαρχίας.

Τον Ιούλη του 1937, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών, συγκροτήθηκε επίσης ένας αμιγώς ελληνικός λόχος, που πήρε το όνομα «Ν. Ζαχαριάδης» (μετέπειτα «Ρήγας Φεραίος»). Πρώτος διοικητής του λόχου διετέλεσε ο Γιάννης Παντελιάς, υποδιοικητής ο Αναγνώστης Δεληγιάννης και πολιτικός επίτροπος ο Κυριάκος Στεφόπουλος. Η δύναμή του αρχικά ήταν 40 μαχητές, ενώ στο απόγειό του έφτασε τους 125.7
Οι Ελληνες πολέμησαν σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, δίνοντας αλλεπάλληλες σκληρές μάχες: Στον Χαράμα (όπου πολλοί Ελληνες μαχητές προήχθησαν για την ανδρεία τους), στο Μπρουνέτ και στο Μπελτσίτε – Κουίντο (όπου ο ελληνικός λόχος κράτησε τις θέσεις που κατέλαβε παρά τις αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις του εχθρού – από τους 75 μαχητές του επέζησαν μόλις οι 17…αλλά κράτησαν! «Ετσι», αναφέρει ο Α. Δεληγιάννης, «ο λόχος μας έγραψε εκείνες τις μέρες μια από τις καλύτερες σελίδες στην ιστορία του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας δοξάζοντας το λαό μας και το ΚΚΕ»8). Κατόπιν, ο ελληνικός λόχος ανασυγκροτήθηκε (με νέους εθελοντές και όσους τραυματίες είχαν αναρρώσει) και συνέχισε να μάχεται στο Τερουέλ, στην Αραγονία, έως και την τελική μάχη που έλαβαν μέρος οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ποταμό Εβρο. Από το νοσοκομείο όπου βρισκόταν, ο ναυτεργάτης Κ. Μαρκόπουλος, έγραφε τον Απρίλη του 1938: «Κανένας μας δεν μένει πίσω. Αν και δεν έχουμε βάλει μπουκιά στο στόμα μας δύο ολόκληρες μέρες, αν και τα χείλια μας είναι κατάξερα (…) Μια φωνή, ένας όρκος επικρατεί παντού: «No Pasaran!»».9

Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πολέμησαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εκτιμάται μεταξύ 300 – 500. Ωστόσο, υπήρχαν και άλλοι, που υπηρέτησαν στο ναυτικό της Δημοκρατικής Ισπανίας, στις διάφορες δομές επιμελητείας του τακτικού στρατού κ.λπ.

Ξεχωριστή, τέλος, ήταν η συνδρομή των Ελλήνων ναυτεργατών (υπό την καθοδήγηση της Ναυτεργατικής Ενωσης), που με εξαιρετική αυτοθυσία και ηρωισμό επάνδρωσαν τα ισπανικά πλοία, μεταφέροντας πολεμοφόδια, συχνά με το όπλο στο χέρι. Οι θαλάσσιες μεταφορές προς τη Δημοκρατική Ισπανία ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες, αφού τα πλοία βάλλονταν συνεχώς από τη γερμανική αεροπορία και τα ιταλικά υποβρύχια. Εξίσου κινδύνευαν και τα πληρώματα των ελληνικών εμπορικών πλοίων (οι Ελληνες εφοπλιστές έκλειναν συμφωνίες και με τις δύο πλευρές του Εμφυλίου, αποκομίζοντας αστρονομικά κέρδη, εξαιτίας του «υψηλού ρίσκου» του ταξιδιού). Πολλοί ναυτεργάτες έχασαν τη ζωή τους ή κατέληξαν αιχμάλωτοι.
Σε αρκετές περιπτώσεις, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών ναυτεργατών, τα πληρώματα των πλοίων με προορισμό τα λιμάνια που ήλεγχαν οι φασίστες κατέβηκαν σε απεργία ή στασίασαν μεταφέροντας τα φορτία τους στη Δημοκρατική Ισπανία. Οι ενέργειες αυτές είχαν εξαιρετική σημασία δεδομένου ότι με την επιστροφή τους στην Ελλάδα οι ναυτεργάτες αντιμετώπιζαν με βεβαιότητα, είτε τη φυλακή, είτε την πείνα (σε μια εποχή όπου η ανεργία στους ναυτεργάτες ήταν τρομακτική).

Φάρος προλεταριακού διεθνισμού

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα από τα λαμπρότερα παραδείγματα προλεταριακού διεθνισμού στην Ιστορία του κομμουνιστικού – εργατικού κινήματος. Εκατομμύρια εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης υπέρ του αγώνα του ισπανικού λαού. Τα ΚΚ και τα ταξικά συνδικάτα πρωτοστάτησαν για την – όσο το δυνατόν – ασφαλή μετάβαση των απανταχού εθελοντών στην Ισπανία, μεριμνώντας για τη σίτιση, τη στέγαση και βεβαίως τη μεταφορά τους εκεί, με κάθε μέσο (πλοία, τρένα, φορτηγά, με οδηγούς μέσα από τα Πυρηναία, κ.ο.κ.).

Το στοιχείο του προλεταριακού διεθνισμού αντικατοπτριζόταν χαρακτηριστικά στη σύνθεση των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι μαχητές των οποίων προέρχονταν από 53 συνολικά χώρες. Η ουσία του όμως έγκειτο πρώτα και κύρια στο περιεχόμενο της πάλης τους. Πολεμώντας υπέρ του εργαζόμενου ισπανικού λαού, οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών είχαν συνείδηση πως πολεμούσαν ταυτόχρονα και για την υπόθεση της δικής τους και της παγκόσμιας εργατιάς. «Ο μόνος δρόμος πίσω στη Γερμανία είναι μέσα από τη Μαδρίτη», είχε πει χαρακτηριστικά ένας Γερμανός, ο H. Beimler. Αντίστοιχα, όπως έγραφε ο Κατσούνης από τo μέτωπο, οι Ελληνες μαχητές «πολεμώντας εδώ στην Ισπανία πολεμούν και το μεταξικό φασισμό στην Ελλάδα». «Η ύπαρξη και μόνο καθαυτή ενός τέτοιου στρατού», επεσήμανε ο Αμερικανός κομμουνιστής και μαχητής των Διεθνών Ταξιαρχιών A. Bessie, αποτελούσε «κατηγορηματική απόδειξη ότι [η παγκόσμια εργατιά] έχει κοινό συμφέρον και σκοπό».10
Η ενότητα της τάξης στα συμφέροντα και το σκοπό – πέρα από εθνικότητα ή φυλή – αποτυπώθηκε επίσης στο γεγονός ότι εργάτες της αποικιοκράτειρας Βρετανίας και της αποικιοκρατούμενης Κύπρου πολέμησαν δίπλα – δίπλα στο ίδιο τάγμα. Οπως επίσης οι λευκοί και νέγροι μαχητές του αμερικανικού τάγματος «Α. Λίνκολν» (ο κομμουνιστής O. Law υπήρξε μάλιστα ο πρώτος νέγρος επικεφαλής λευκών στρατιωτών στην Ιστορία).11

Στην Ισπανία δεν συγκρούστηκε μόνο ο ντόπιος ένοπλος εργαζόμενος λαός με ντόπιες αστικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις. Συγκρούστηκαν επίσης οι Γερμανοί κομμουνιστές και εργάτες με τη γερμανική «Λεγεώνα του Κόνδορα», οι Ιταλοί με τους στρατιώτες του ιταλικού εκστρατευτικού Σώματος, οι Πορτογάλοι με τους συμπατριώτες τους της «Λεγεώνας Βιριάτο», οι Γάλλοι με τους φασίστες ομοεθνείς τους του τάγματος «Ζαν Ντ’ Αρκ», οι Σοβιετικοί με τους Ρώσους αντεπαναστάτες που έσπευσαν να καταταχθούν στο στρατό του Φράνκο, κ.ο.κ.12Οπως πολύ χαρακτηριστικά τόνισε ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Α. Σαλαζάρ, επρόκειτο για «μια διεθνή σύγκρουση σε ένα εθνικό πεδίο μάχης».13
Βεβαίως, η διεθνής του διάσταση και η σημασία της διεθνιστικής αλληλεγγύης, δεν παραγράφει το γεγονός πως ο Ισπανικός Εμφύλιος διεξαγόταν στο εθνικό πεδίο πάλης, που αποτελεί το κύριο πεδίο πάλης για κάθε ΚΚ – και τότε και σήμερα.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες διαλύονται – η πάλη συνεχίζεται…

Υποχωρώντας στις διαρκείς πιέσεις της Διεθνούς Επιτροπής «Μη-Επέμβασης», ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Χ. Νεγκρίν, ανακοίνωσε στις 21 Σεπτέμβρη 1938 τη διάλυση των Διεθνών Ταξιαρχιών, ευελπιστώντας στην ταυτόχρονη αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων της άλλης πλευράς, αλλά και στη χαλάρωση του διεθνούς εμπάργκο κατά της Δημοκρατικής Ισπανίας – κάτι που, βεβαίως, δεν συνέβη. Ετσι η Δημοκρατική Ισπανία στερήθηκε ένα πολύ σημαντικό μάχιμο δυναμικό και μάλιστα, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κρίσιμη μάχη του Εβρου.

Γενικά, μια ακριβής εκτίμηση των θυσιών σε απώλειες των Διεθνών Ταξιαρχιών είναι εξαιρετικά δύσκολη, για μια σειρά από λόγους. Ωστόσο, η πλειονότητα των πηγών συγκλίνει στο γεγονός ότι υπήρξαν ιδιαίτερα υψηλές, κυμαινόμενες στο 1/3 του συνόλου. Αυτό ισχύει και για τους Ελληνες, των οποίων οι απώλειες «οπωσδήποτε ξεπερνούν τους 100».14 Οι μεγάλες απώλειες οφείλονταν τόσο στο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαχητών ήταν εργατόπαιδα, που δεν είχαν ξαναπιάσει όπλο στη ζωή τους, όσο και στο ότι οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αξιοποιήθηκαν γενικά ως «δύναμη κρούσης», στις πιο επικίνδυνες αποστολές και μέτωπα. Οφείλονταν, τέλος, στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι μαχητές, πεπεισμένοι για την υπόθεση του πολέμου, ρίχνονταν στη μάχη με απαράμιλλη αυτοθυσία, έτοιμοι πάντοτε να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για αυτή.
Για κείνους που επέζησαν, πάντως, το μέλλον διαγραφόταν εξαιρετικά δυσοίωνο, δεδομένου ότι στις χώρες των περισσοτέρων κυριαρχούσαν φασιστικά – δικτατορικά καθεστώτα. Την εχθρότητα της αστικής τάξης της χώρας τους αντιμετώπισαν και όσοι προέρχονταν από τις αστικές δημοκρατίες. Το Βέλγιο και η Ολλανδία τους στέρησε την ιθαγένεια με το αιτιολογικό ότι υπηρέτησαν σε ξένο στρατό. Στις ΗΠΑ, πολλοί συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ άλλοι απελάθηκαν. Στην Ελβετία καταδικάστηκαν σε φυλάκιση και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Από τους Ελληνες μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών, πολλοί πήραν την ισπανική ιθαγένεια και συνέχισαν να μάχονται μέχρι το τέλος. Κάποιοι μάλιστα παρέμειναν και μετά την επικράτηση του Φράνκο μετέχοντας σε αντάρτικες μονάδες. Οσοι πέρασαν στη Γαλλία, κλείστηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης (όπου συγκρότησαν δύο οργανωμένες ομάδες, στο Περπινιάν και στα Κάτω Πυρηναία). Απ’ αυτούς, κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν εντασσόμενοι στη γαλλική αντίσταση. Αλλοι, όπως το στέλεχος του ΚΚΕ Αναγνώστης Δεληγιάννης, παραδόθηκαν στις μεταξικές αρχές (ο Δεληγιάννης εξορίστηκε στον Αϊ – Στράτη και κατόπιν παραδόθηκε στους κατακτητές και εκτελέστηκε το 1943). Οι ναυτεργάτες συνέχισαν την πάλη τους μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ).
Στην πλειοψηφία τους οι κομμουνιστές μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών δεν έπαψαν ποτέ να παλεύουν για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του Νίκου Καραγιάννη, που μετά την Ισπανία ηγήθηκε του ΕΑΜικού κινήματος στη Μέση Ανατολή και κατόπιν πολέμησε στον ΔΣΕ για να πεθάνει στην πολιτική προσφυγιά. `Η του Νίκου Βαβούδη, που το 1951, δουλεύοντας στον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να παραδοθεί ζωντανός στα χέρια της Ασφάλειας. `Η του Κώστα Βιδάλη, ανταποκριτή του «Ριζοσπάστη» στον Ισπανικό Εμφύλιο, που το 1946 δολοφονήθηκε με άγρια βασανιστήρια από παρακρατικούς του Σούρλα, όντας σε αποστολή για την αστική τρομοκρατία στη Θεσσαλία. Και τόσων, τόσων άλλων…

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Θ1 – Θ2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, σελ. 469.
2. Παλαιολογόπουλος Δ., Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936 – 1939), εκδ. «Φιλιππότη», Αθήνα, 1986, σελ. 61.
3. Thomas H., The Spanish Civil War, εκδ. Penguin, London, 1961, σελ. 258 και Alpert M, «The Clash of Spanish Armies: Contrasting Ways of War in Spain, 1936 – 1939», στο War in History, τ. 6(3), 1999, σελ. 331 – 351.
4. Αρχείο ΚΚΕ – έγγραφο 420011.
5. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4ος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1975, σελ. 421.
6. Σφήκας Θ., Η Ελλάδα και ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, εκδ. «Στάχυ», Αθήνα, 2000, σελ. 225 – 226.
7. «Ριζοσπάστης», 5 Οκτώβρη 1975 και 16 Νοέμβρη 1980.
8. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., No Pasaran. Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στην Ισπανία, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 44.
9. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 44. No Pasaran («Δεν θα περάσουν»): Σύνθημα που βροντοφώναξε κατά την πολιορκία της Μαδρίτης το ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Ισπανίας Ντ. Ιμπαρούρι – η θρυλική «πασιονάρια» – για να γίνει κατόπιν η φράση – σύμβολο όλου του αγώνα.
10. Regler G., The owl of Minerva, εκδ. «Farrar, Straus & Cudahy», N.Y., 1959, Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 24 και Bessie A, Men in Battle, εκδ. «Chandler & Sharp», N.Y., 1939, σελ. 343.
11. Carroll P. N., The Odyssey of the Abraham Lincoln Brigade, εκδ. «Stanford University Press», Stanford, 1994, σελ. 18.
12. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως μεταξύ των Γερμανών και Ιταλών στρατιωτών υπήρξαν αρκετά «κρούσματα» αυτομολήσεων προς την άλλη πλευρά, όπως π.χ. στη μάχη του Χαράμα και της Γκουανταλαχάρα. Στην περίπτωση της τελευταίας, δε, ήταν τόσα πολλά, που το επιτελείο του Φράνκο αναγκάστηκε να διατάξει την «αποχώρηση των ιταλικών μονάδων από τον τομέα» («Ριζοσπάστης», 16 Νοέμβρη 1980).
13. Κατσούδας Κ., «Οι Ισπανοί εθνικιστές και η 4η Αυγούστου», στο Μνήμων, τ. 26, 2004, σελ. 168.
14. Παλαιολόγος Δ., ό.π., σελ. 102.

Του Αναστάση Γκίκα (μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ)

Δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη στον Ριζοσπάστη

Η καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ και των ΚΚ στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών και η διαστρέβλωση της Ιστορίας

Αφίσα του ΚΚΕ για τα 70χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών

Αφίσα του ΚΚΕ για τα 70χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών

Εισαγωγή 

Στις 9 Μάη 2015 συμπληρώνονται 70 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Στη νίκη αυτή συνέβαλαν αναμφίβολα όλες οι δυνάμεις που μετείχαν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά του «Αξονα». Ωστόσο, ξεχωριστός όσο και καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των κομμουνιστών: Της Σοβιετικής Ενωσης και των εθνικοαπελευθερωτικών – αντιφασιστικών κινημάτων, ψυχή, οργανωτής και κύριος αιμοδότης των οποίων ήταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Σήμερα, ο ρόλος αυτός υποβαθμίζεται, αμαυρώνεται, ή ακόμη και εξοβελίζεται εντελώς από την Ιστορία. Νικητής στο ανατολικό μέτωπο αναδεικνύεται ο «ρωσικός χειμώνας», η σύγκρουση φασισμού – κομμουνισμού εμφανίζεται ως σύγκρουση «δύο ολοκληρωτισμών», ο Κόκκινος Στρατός μετατρέπεται από ελευθερωτής σε «κατοχικό», η αντίσταση των λαών χαρακτηρίζεται «μυθοπλασία», οι αντάρτες στιγματίζονται ως «κόκκινοι τρομοκράτες», ενώ οι συνεργάτες των ναζί αναβαπτίζονται «αθώα θύματα» που αναγκάστηκαν σε άμυνα (!) κατά των κομμουνιστών ή ακόμα και «ήρωες»!

Είναι χαρακτηριστικό το πρόσφατο αφιέρωμα της «Καθημερινής» για τα 70χρονα του Δεκέμβρη του 1944, όπου το ΕΑΜ – ΚΚΕ παρουσιάζεται λίγο – πολύ ως να μην έκανε καμιά αντίσταση στον κατακτητή, αλλά τουναντίον να εξαπολύει ένα άνευ προηγουμένου όργιο βίας και τρομοκρατίας στην κατεχόμενη Ελλάδα. `Η όπου ο Κόκκινος Στρατός εμφανίζεται ως λίγο – πολύ ένα συνονθύλευμα πλιατσικολόγων και βαρβάρων που έσφαζε αναίτια στο δρόμο προς το Βερολίνο. Είναι επίσης χαρακτηριστική, από άλλη σκοπιά, η περσινή ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ για τα 69χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης, όπου δεν χώρεσε ούτε μια λέξη για το ΚΚΕ, για τους χιλιάδες κομμουνιστές που έδωσαν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή του αγώνα ή βεβαίως για την καταλυτική συνδρομή της ΕΣΣΔ και του Κόκκινου Στρατού σε αυτήν τη νίκη.

Η συμβολή της ΕΣΣΔ

Στις 22 Ιούνη 1941 ξεκίνησε η συνδυασμένη επίθεση γερμανικών, ιταλικών, ρουμανικών, ουγγρικών, σλοβακικών και φινλανδικών δυνάμεων κατά της ΕΣΣΔ (επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»). Είχε προηγηθεί η πτώση της Γαλλίας, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης μετά τη Γερμανία σε μόλις 6 εβδομάδες, της Πολωνίας σε 5, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου σε 2,5, της Γιουγκοσλαβίας σε 1, της Δανίας σε 2 ώρες, κ.ο.κ.Και όμως, η Σοβιετική Ενωση αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Αξονα στην ηπειρωτική Ευρώπη μόνη της επί 2 ολόκληρα χρόνια. Ακόμη και όταν ξεκίνησε η εκστρατεία ΗΠΑ – Βρετανίας κατά της Ιταλίας (τον Ιούλη του 1943) η κατανομή των γερμανικών δυνάμεων ήταν 257 μεραρχίες στο ανατολικό μέτωπο και μόλις 26 στην Ιταλία. Μετά την απόβαση στη Νορμανδία (έναν ολόκληρο χρόνο αργότερα, στις 6 Ιούνη 1944) ο Αξονας συνέχισε να διατηρεί στο ανατολικό μέτωπο τετραπλάσιες δυνάμεις απ’ ό,τι στο δυτικό. Η ΕΣΣΔ επομένως σήκωσε το κύριο βάρος του πολέμου, τόσο από την άποψη των θυσιών της σε έμψυχο δυναμικό και άψυχο υλικό, όσο και από την άποψη της συμβολής της στη στρατιωτική συντριβή του Αξονα.1Πώς όμως συντελέστηκε αυτή η εποποιία;

α.Ο ρόλος του Κόμματος: Με την έναρξη της εισβολής, το Κομμουνιστικό Κόμμα της ΕΣΣΔ μετατράπηκε σε συλλογικό οργανωτή και καθοδηγητή της πολεμικής προσπάθειας, τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν. Οι κομμουνιστές μπήκαν μπροστά στους πιο δύσκολους, σύνθετους και επικίνδυνους τομείς του αγώνα, εμψυχώνοντας και συμπαρασύροντας τις λαϊκές μάζες με το αγωνιστικό τους παράδειγμα και ήθος.

Οταν π.χ. στις 13 Οκτώβρη 1941 η σύσκεψη του κομματικού αχτίφ της Μόσχας απηύθυνε κάλεσμα στους κομμουνιστές της πόλης να υπερασπιστούν τη σοβιετική πρωτεύουσα, συγκροτήθηκαν σε 3 μόλις μέρες 25 λόχοι και τάγματα κομμουνιστών και κομσομόλων δύναμης 12.000 μαχητών. Εως το τέλος του μήνα είχαν σχηματισθεί 3 μεραρχίες.Μόνο τον πρώτο χρόνο του πολέμου εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό και το Ναυτικό κοντά 1 εκατομμύριο μέλη του Κόμματος και 2 εκατομμύρια μέλη της Νεολαίας του. Σχεδόν το 1/3 των μελών της Κεντρικής Επιτροπής βρισκόταν στο μέτωπο. Συνολικά, το ποσοστό του κομματικού δυναμικού που τάχθηκε στις στρατιωτικές και παραγωγικές ανάγκες του πολέμου έφτασε το 81,8%. Ενας στους τρεις άνδρες και γυναίκες των σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων προς το τέλος του πολέμου ήταν οργανωμένος κομμουνιστής!

Μόνο τους 6 πρώτους μήνες του πολέμου, το Κόμμα είχε πάνω από 500.000 νεκρούς, ενώ έως το 1945 είχαν δώσει τη ζωή τους κοντά 2.000.000 κομμουνιστές. Ωστόσο, το παράδειγμά τους αυτό λειτούργησε ως κάλεσμα για ένταξη στην πρωτοπορία του αγώνα ακόμη περισσότερων: Μέσα στο 1943 εντάχθηκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα 1.785.000 πρωτοπόροι εργάτες, αγρότες, μαχητές του μετώπου, κ.ά. Το 1944 άλλα 2,3 εκατομμύρια έγιναν τακτικά και δόκιμα μέλη του Κόμματος.

β.Η μάχη στα μετόπισθεν του εχθρού:Λιγότερο από ένα μήνα μετά την εισβολή της φασιστικής στρατιωτικής μηχανής στην ΕΣΣΔ (18 Ιούλη 1941) η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος εξέδωσε απόφαση για την οργάνωση της αντίστασης στις κατεχόμενες περιοχές, τη συγκρότηση παράνομων κομματικών και κομσομόλικων οργανώσεων, παρτιζάνικων ομάδων, στις πόλεις και την ύπαιθρο. Ηδη από την Ανοιξη του 1942 είχαν δημιουργηθεί από τη δράση των παρτιζάνων ελεύθερες περιοχές έκτασης πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων, καθηλώνοντας 22 – 24 εχθρικές μεραρχίες (σχεδόν όσες παρέταξαν οι Γερμανοί εναντίον των Συμμάχων στην Ιταλία). Εως το τέλος του πολέμου, οι Σοβιετικοί παρτιζάνοι μετρούσαν πάνω από 1.000.000 μαχητές και μαχήτριες σε 6.200 αντάρτικα Σώματα και παράνομες ομάδες. Δίπλα τους έδωσαν τη μάχη και πολλοί αλλοεθνείς μαχητές. Μόνο στη Λευκορωσία διακρίθηκαν για την παρτιζάνικη δράση τους 703 Πολωνοί, 184 Σλοβάκοι, 33 Τσέχοι, 25 Γερμανοί, 24 Ισπανοί, 14 Γάλλοι, κ.ά.

Δίπλα στον εξωτερικό εχθρό, η σοβιετική εξουσία είχε να αντιμετωπίσει και τον εσωτερικό ταξικό εχθρό: τις δυνάμεις της αντεπανάστασης, που με τις πλάτες του φασίστα εισβολέα βρήκαν την ευκαιρία να περάσουν στην αντεπίθεση, πολιτικά και στρατιωτικά. Στη Ρωσία, συγκροτήθηκε η λεγόμενη Επιτροπή για την Απελευθέρωση των Λαών της Ρωσίας (!) και ο Ρωσικός Απελευθερωτικός Στρατός – ΡΟΑ (!) υπό το στρατηγό Α. Βλασόφ. Η δύναμη του ΡΟΑ δεν ήταν μεγάλη (δεν αριθμούσε παρά λίγες χιλιάδες άνδρες). Υπήρχαν ωστόσο και ορισμένοι άλλοι σχηματισμοί Ρώσων εμιγκρέδων (αντεπαναστατών) ενταγμένοι στη Βέρμαχτ και τα SS. Αντίστοιχα στην Ουκρανία, συγκροτήθηκε ο λεγόμενος Ουκρανικός Απελευθερωτικός Στρατός, από δυνάμεις όπως η Ουκρανική Στρατιωτική Οργάνωση (UVO) και η Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών (OUN), που είχαν πρωτοστατήσει στις ταξικές συγκρούσεις εναντίον της σοβιετικής εξουσίας κατά την κολεκτιβοποίηση. Ανάλογοι σχηματισμοί υπήρξαν η Λετονική και η Εσθονική Λεγεώνα, η Λιθουανική Δύναμη Αμυνας (οργανώσεις που συνέχισαν την αντισοβιετική τους δράση έως και τη δεκαετία του ’50 και του ’60), κ.ά.

γ.Ο σοβιετικός λαός υπερασπίζεται τη σοσιαλιστική του πατρίδα: Παραμονές της μάχης της Μόσχας συγκροτήθηκαν μέσα σε λίγες μόνο μέρες από εργάτες, υπάλληλους, σπουδαστές, κ.ά. κατοίκους της πόλης 12 ολόκληρες μεραρχίες εθνοφυλακής δύναμης 160.000 μαχητών. Περίπου 10.000 εντάχθηκαν στα εθελοντικά αντιαρματικά Σώματα, στην περίπτωση που τα γερμανικά τανκς εισέρχονταν στην ίδια την πόλη. 450.000 δούλευαν μέρα και νύχτα στα οχυρωματικά έργα. Είναι πράγματι συγκλονιστική η εικόνα του Κόκκινου Στρατού που, στην επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης (7 Νοεμβρίου 1941), παρήλαυνε κατευθείαν από την κόκκινη πλατεία στο μέτωπο.

Στο Λένινγκραντ, λαός και στρατός παρέμειναν αλύγιστοι υπερασπιστές της πόλης κατά την πλέον αιματηρή πολιορκία στην Ιστορία, που κράτησε 872 μέρες και κόστισε τη ζωή σε πάνω από 1.000.000 σοβιετικούς πολίτες.

Στο Στάλινγκραντ τα εργοστάσια δεν έπαυαν να προμηθεύουν το μέτωπο (συχνά ελάχιστα μέτρα από το ίδιο το εργοστάσιο) με πυρομαχικά, άρματα μάχης, κ.ο.κ., ακόμα και όταν έφταναν πια να μοιάζουν περισσότερο ερείπια από τους βομβαρδισμούς παρά μονάδες παραγωγής. 24 μαχητές από 7 εθνικότητες της ΕΣΣΔ υπεράσπιζαν επί 58 μέρες ένα μόνο κτίριο – μνημείο ηρωισμού, αλλά και των ακατάλυτων δεσμών φιλίας και αδελφοσύνης των λαών της Σοβιετικής Ενωσης.

δ.Η σοσιαλιστική οικονομία: Ο Κόκκινος Στρατός δεν θα μπορούσε να σταθεί, αν δεν «πατούσε» γερά στις βάσεις μιας πανίσχυρης πολεμικής οικονομίας. Οπως και στα πεδία των μαχών, έτσι και στη μάχη της παραγωγής, ιδεολογικοπολιτικός εμπνευστής, καθοδηγητής και πρωτοπόρος οργανωτής των εργασιακών κατορθωμάτων των Σοβιετικών ανθρώπων υπήρξε το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Αξιοθαύμαστος υπήρξε ο άμεσος αναπροσανατολισμός και οργάνωση της παραγωγής από τις ανάγκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε καιρό ειρήνης στις απαιτήσεις της πολεμικής προσπάθειας. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο τα μηχανουργικά εργοστάσια άρχισαν να παράγουν πολεμικά τεχνικά μέσα, τα εργοστάσια της ελαφράς βιομηχανίας να παράγουν πυρομαχικά, κ.ο.κ. Μόνο το καλοκαίρι – φθινόπωρο του 1941 αποσυναρμολογήθηκαν, μεταφέρθηκαν από 128 κέντρα εκκένωσης σε ασφαλείς ζώνες πέρα από τα Ουράλια και επανασυναρμολογήθηκαν 1.523 βιομηχανικές μονάδες. Μαζί τους μεταφέρθηκαν επίσης 10.000.000 εργάτες με τις οικογένειές τους.

Για να καλυφθούν τα κενά στην παραγωγή που άφηναν οι στρατευμένοι εργάτες οργανώθηκε η εκπαίδευση νέων εργατών (νεολαίας, γυναικών, αγροτών), που μόνο στα 1942 ξεπέρασαν τα 1,25 εκατομμύρια. Αλλο ένα εκατομμύριο νέοι εργάτες αποφοίτησαν το ίδιο διάστημα από τα νεοσυσταθέντα εκπαιδευτικά ιδρύματα προπαρασκευής εργατικών εφεδρειών. Με πρωτοβουλία της κομμουνιστικής νεολαίας συγκροτήθηκαν επίσης ομάδες για την ποιοτική βελτίωση της παραγωγής. Εως τον Οκτώβρη του 1943 υπήρχαν 36.000 τέτοιες ομάδες. Το 1944 υλοποιήθηκαν κοντά 20.000 προτάσεις των ίδιων των εργαζομένων για την τελειοποίηση της τεχνικής και δυναμικότητας της παραγωγής.

Σπουδαίο ρόλο στην ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της παραγωγής όμως έπαιξε και η σοσιαλιστική άμιλλα, η οποία αγκάλιασε εκατομμύρια εργαζόμενους – ιδιαίτερα τους νέους που οργάνωσαν ομάδες άμιλλας σχεδόν σε κάθε βιομηχανική μονάδα σε κάθε κλάδο. Ειδικό βάρος είχε η άμιλλα που κήρυξαν μεταξύ τους τα δύο μεγαλύτερα σοβιετικά μεταλλουργικά συγκροτήματα, του Μαγνιτογκόρσκ και του Κουζνέτσκ. Οι σιδηροδρομικοί συγκρότησαν εθελοντικά 3.700 ομάδες συντήρησης των γραμμών στις ώρες που δεν είχαν υπηρεσία. Ετσι, παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής αεροπορίας, η ροή έμψυχου δυναμικού και άψυχου υλικού προς τα μέτωπα του πολέμου δεν διακόπηκε ποτέ. Μόνο το 1943 τιμήθηκαν με τον τίτλο του «Ηρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας» 127 σιδηροδρομικοί.

Ετσι δόθηκε η μάχη της παραγωγής, όπου η κεντρικά σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία και η συνειδητή εργασία του Σοβιετικού εργάτη νίκησαν κατά κράτος τις συνδυασμένες παραγωγικές δυνατότητες μιας ολόκληρης ηπείρου (μεταξύ των οποίων και ορισμένων από τα πλέον ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της εποχής, της Γερμανίας, της Γαλλίας, κ.ά.) και την καταναγκαστική εργασία εκατομμυρίων εργατών. Να σημειώσουμε πως στις παραγωγικές δυνατότητες του Αξονα είχαν ενσωματωθεί επίσης και πολλές μονάδες αμερικανικών, κ.ά. μονοπωλιακών συμφερόντων ή θυγατρικών τους, στη Γερμανία και τις κατεχόμενες περιοχές. H «General Motors», για παράδειγμα, κατασκεύασε χιλιάδες θωρακισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά και τανκς για το γερμανικό στρατό, ενώ η «Fordwerke» (εργοστάσιο της «Ford» στο Βερολίνο) ήταν υπεύθυνη για την προμήθεια του 1/3 σχεδόν του συνόλου των φορτηγών της Βέρμαχτ το 1941.2

Η συμβολή των κομμουνιστών στην Αντίσταση των λαών

Οι κομμουνιστές των κατεχόμενων χωρών πρωτοστάτησαν στην οργάνωση του αγώνα επιβίωσης και αντίστασης των λαών, με απεργίες, συλλαλητήρια, κ.ά. μορφές πάλης, μεταξύ των οποίων βεβαίως και της ένοπλης: Σχεδόν 2.000.000 μαχητές και μαχήτριες επάνδρωσαν τα παρτιζάνικα Σώματα απ’ άκρη σ’ άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενεργώντας χιλιάδες σαμποτάζ, δίνοντας εκατοντάδες μικρές και μεγάλες μάχες, καθηλώνοντας δεκάδες μεραρχίες του εχθρού.

Οι δυνάμεις αυτές συντέλεσαν τα μέγιστα και στην απελευθέρωση: Οι Γάλλοι κομμουνιστές, επικεφαλής 35.000 μαχητών και 50.000 πολιτοφυλάκων του Παρισιού, οργάνωσαν την ένοπλη λαϊκή εξέγερση και απελευθέρωση της πρωτεύουσας στις 19-25 Αυγούστου του 1944. Ενοπλες λαϊκές εξεγέρσεις με πρωτοβουλία των κομμουνιστών πραγματοποιήθηκαν επίσης στη Ρουμανία (24 – 29 Αυγούστου 1944), στη Βουλγαρία (7 – 9 Σεπτέμβρη 1944), στη Σλοβακία (Αύγουστος – Οκτώβρης 1944) και την Τσεχία (1 – 9 Μάη 1945), καθώς και στη βόρεια Ιταλία (10 – 26 Απρίλη 1945), όπου οι κομμουνιστές παρτιζάνοι απελευθέρωσαν 125 μεγάλες πόλεις πριν καν ακόμα φθάσουν εκεί τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα. Ο λαϊκός στρατός της Αλβανίας απελευθέρωσε ο ίδιος τη χώρα του (29 Νοέμβρη 1944).

Η πρωτοπορία των κομμουνιστών αποτυπώθηκε και στους χιλιάδες νεκρούς που είχαν σε αυτό τον αγώνα: Σχεδόν το 25% των μελών του ΚΚ Βελγίου εκτελέστηκε ή βασανίστηκε την περίοδο της Κατοχής, ενώ πάνω από το 1/3 κλείστηκε στις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το Τσεχοσλοβακικό ΚΚ είχε 25.000 νεκρούς, το Πολωνικό Εργατικό Κόμμα 15.000, το Γιουγκοσλαβικό ΚΚ 50.000, το Γαλλικό 75.000, οι κομμουνιστές παρτιζάνοι της Ιταλίας 42.500, κ.ο.κ.

Στη χώρα μας, ο ΕΛΑΣ με τους 127.535 μαχητές και εφέδρους καθήλωσε 8 – 12 εχθρικές μεραρχίες, ενώ παραμονές της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα είχε απελευθερώσει ήδη το 85% – 90% των εδαφών της. Οργανωτής και καθοδηγητής, ψυχή και κύριος αιμοδότης του ΕΑΜικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος (που μέτρησε 1.500.000 μέλη), υπήρξε το ΚΚΕ. Χιλιάδες κομμουνιστές έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα αυτό. Μόνο η Κομματική Οργάνωση Αθήνας του ΚΚΕ είχε 5.000 νεκρούς. Τα βουνά – άπαρτα κάστρα του ΕΛΑΣ, οι θάλασσες του Ατλαντικού (όπου χάθηκαν κοντά 3.000 Ελληνες ναυτεργάτες, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της Ομοσπονδίας τους, της ΟΕΝΟ, «κρατάτε τα πλοία εν κινήσει»), η Καισαριανή, το Κούρνοβο, η Ακροναυπλία, η Κοκκινιά, το Χαϊδάρι, ο Αϊ-Στράτης, άστραψαν ως τόποι θυσίας και φάροι ηρωισμού.

Ειδική αναφορά χρήζει όμως και η οργάνωση της αντίστασης στις φασιστικές χώρες: Στην Αυστρία, οι κομμουνιστές συγκρότησαν 5 ένοπλα τάγματα, ένα εκ των οποίων έλαβε μέρος και στην απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας. 2.000 μέλη του ΚΚ Αυστρίας εκτελέστηκαν (μεταξύ αυτών και 13 μέλη της ΚΕ), 4.280 στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πολλά περισσότερα φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Ακόμα και στη Γερμανία λειτουργούσαν παράνομοι κομμουνιστικοί πυρήνες. Μόνο στη Λιψία υπήρχαν κομμουνιστικές οργανώσεις σε 17 από τα μεγαλύτερα εργοστάσια. Οι Γερμανοί κομμουνιστές πρωτοστάτησαν στον αντιφασιστικό αγώνα στη μητρόπολη του ναζισμού, οργάνωναν αποδράσεις από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρακώλυαν την παραγωγή, κ.ο.κ.

Ειδική αναφορά χρήζουν, τέλος, οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και οι κομμουνιστές έγκλειστοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που συνέχιζαν να αγωνίζονται – παρά τις εξοντωτικές συνθήκες – οργανώνοντας παράνομες ομάδες αντίστασης, δολιοφθορές στην παραγωγή, αποδράσεις, ακόμα και εξεγέρσεις. Στο Μπούχενβαλντ π.χ. είχε συγκροτηθεί δίκτυο 178 παράνομων ομάδων (56 από Σοβιετικούς κρατούμενους) με επικεφαλής τον κομμουνιστή Μπ. Μπάρτελ. Αντίστοιχες οργανώσεις υπήρχαν επίσης στο Αουσβιτς (με επικεφαλής τους αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού Α. Λεμπέντεφ και Φ. Σκίμπα) στο Νταχάου (όπου ανέπτυξε δράση και ο ΓΓ του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης), κ.α.

Η αντικομμουνιστική διαστρέβλωση της Ιστορίας από την ΕΕ

Ο αντικομμουνιστικός επαναπροσδιορισμός της ιστορικής μνήμης και συνείδησης των λαών έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των πολιτικών της ΕΕ. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Την καθιέρωση της 9ης Μάη ως «Ημέρας της Ευρώπης» («αντικαθιστώντας» έτσι την επέτειο της Αντιφασιστικής Νίκης) το 1985, την Απόφαση 1906 του Συμβουλίου της Ευρώπης περί λήψης «μέτρων για τη διάλυση της κληρονομιάς των πρώην κομμουνιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων» το 1996, την εισήγηση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου Ε. Μπροκ στα 60χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης το 2005 όπως αποτίεται «φόρος τιμής στα θύματα όλων των δικτατοριών» (κομμουνιστικών και φασιστικών), το «Μνημόνιο για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων» (γνωστό και ως «Αντικομμουνιστικό Μνημόνιο») το 2006, τον ορισμό της 23ης Αυγούστου (μέρα υπογραφής του Συμφώνου Μολότοφ – Ρίμπεντροπ) ως «Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και του Σταλινισμού» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2008, το ψήφισμα «σχετικά με την ευρωπαϊκή συνείδηση και τον ολοκληρωτισμό» το 2009, κ.ά.

Ολα τα παραπάνω, βεβαίως, συνοδεύονταν από τον ανάλογο σχεδιασμό και χρηματοδότηση, για την εκπόνηση σχετικών «μελετών», «εκπαιδευτικών» προγραμμάτων, την ανέγερση μνημείων, την αναπροσαρμογή του νομικού οπλοστασίου κάθε χώρας, κ.ο.κ. Πακτωλός κονδυλίων δόθηκε σε συλλόγους, ιδρύματα, ΜΚΟ, κ.λπ. με τη «δέουσα» αποστολή.

Σημείο καμπής της αντικομμουνιστικής αυτής επίθεσης υπήρξε σίγουρα η διεύρυνση της ΕΕ προς τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Οπως τόνισε ο Μ. Πόρτας του Αριστερού Μπλοκ Πορτογαλίας (μέλος του ΚΕΑ) κατά τη συζήτηση του προγράμματος «Πολίτες για την Ευρώπη» το 2006: «Με την είσοδο των νέων χωρών από την Ανατολική Ευρώπη, είναι απολύτως κατανοητό ότι προέκυψε η ιδέα της σύνδεσης της ανάμνησης των θυμάτων του σταλινισμού με τα θύματα του ολοκαυτώματος»! Να σημειώσουμε πως, γενικότερα, ο ρόλος των οπορτουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων στην ΕΕ υπήρξε καταλυτικός – και συχνά πρωταγωνιστικός – στην προαγωγή και θέσπιση του αντικομμουνισμού.

Σήμερα, υπάρχει απαγόρευση δράσης των ΚΚ σε Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Ρουμανία, ενώ παραμένει σε ισχύ η διάταξη που έθεσε εκτός νόμου το ΚΚ Γερμανίας το 1956. Η χρήση «κομμουνιστικών συμβόλων» διώκεται επίσης σε Ουγγαρία, Πολωνία, Γεωργία και Ουκρανία, ενώ σε μια σειρά χώρες ισχύουν απαγορεύσεις εργασίας και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων σε κομμουνιστές. Στις χώρες της Βαλτικής και την Ουκρανία τα μνημεία του αντιφασιστικού αγώνα καταστρέφονται και στη θέση τους ανεγείρονται άλλα στη μνήμη των πρώην συνεργατών των ναζί. Στη Ρουμανία, αποκαταστάθηκε ο δικτάτορας της χώρας κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Ι. Αντονέσκου, ενώ το αλβανικό Κοινοβούλιο απεφάνθη το 2006 πως στη χώρα το 1941 – 1945 δεν έγινε εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, αλλά μόνο εμφύλιος πόλεμος!

Η Αντιφασιστική Νίκη στην καπιταλιστική Ρωσία

Σχολιάζοντας το 2004 μια σειρά δημοσκοπικά δεδομένα που έδειχναν μια αυξανόμενη πλειοψηφική «νοσταλγία για το σοβιετικό παρελθόν» στη σύγχρονη – καπιταλιστική πλέον – Ρωσία, η «Le Monde Diplomatique» έγραψε πως «οι αρχές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης απέτυχαν στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τα 70 χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας ως έναν εφιάλτη», προσθέτοντας ότι «οι πιέσεις που ασκήθηκαν, ώστε να δημιουργηθεί μια τέτοια εικόνα δεν είναι πλέον αποτελεσματικές».3

Αφού, λοιπόν, η αστική τάξη δεν κατάφερε να ξεριζώσει αυτές τις μνήμες, επιχειρεί να τις αξιοποιήσει διαστρεβλώνοντας βεβαίως το πραγματικό τους νόημα και περιεχόμενο. Ετσι, στην επαναφορά της μελωδίας του Υμνου της ΕΣΣΔ με άλλους στίχους το 2000, την καθιέρωση της σημαίας με το σφυροδρέπανο που τοποθετήθηκε στο Ράιχσταγκ από το νικηφόρο Κόκκινο Στρατό το Μάη του 1945 ως «λάβαρο της νίκης» (2007), προστέθηκαν και οι εορτασμοί της 9ης Μάη στην Κόκκινη Πλατεία (που είχαν υποβαθμιστεί επί Γιέλτσιν). Βεβαίως, δεν επρόκειτο πια για τον εορτασμό της νίκης ενός ολόκληρου κοινωνικοπολιτικού συστήματος, του σοσιαλισμού, έναντι της πλέον αποκρουστικής μορφής της εξουσίας του κεφαλαίου, του φασισμού. Οχι. Οπως τόνισε ο Βλ. Πούτιν στα 69χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης πέρυσι, η 9η Μάη συμβόλιζε τη «νικηφόρα δύναμη του πατριωτισμού», την αξία της «εθνικής ενότητας» και τη σημασία της «υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων».

Ωστόσο, η Αντιφασιστική Νίκη δεν είχε να κάνει ούτε με τον αστικό πατριωτισμό, ούτε με κάποια γενικά συμφέροντα σε συνθήκες καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός υπήρξε άλλωστε η γενεσιουργός αιτία, τόσο του φασισμού όσο και του πολέμου, ο οποίος ήταν άδικος, είτε από τη μεριά του φασιστικού συνασπισμού είτε από τη μεριά των αντιχιτλερικών αστικών τάξεων (ΗΠΑ, Βρετανίας, κ.λπ.), γιατί ήταν ένας πόλεμος για τη νομή των παγκόσμιων αγορών και των πηγών πρώτων υλών. Οι τελευταίες συμμάχησαν με την ΕΣΣΔ από ανάγκη, για τους δικούς τους σκοπούς. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί τη συνευθύνη τους στο Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Δίκαιο πόλεμο έκαναν μόνο η ΕΣΣΔ, τα ΚΚ όπου Γης και τα λαϊκά κινήματα στα οποία ηγήθηκαν.

Η Νίκη της ΕΣΣΔ είχε πολύ διαφορετικά αίτια και περιεχόμενο απ’ αυτά που επιχειρεί σήμερα να της προσδώσει η αστική τάξη της Ρωσίας: Εδραζόταν στην εργατική σοβιετική εξουσία, στα πλεονεκτήματα που προσέφερε η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, στον πρωταγωνιστικό ρόλο των λαϊκών μαζών με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη, στον καθοριστικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος ως επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας.

Επτά δεκαετίες μετά την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, καμιά παραχάραξη, διαστρέβλωση ή ποινικοποίηση της Ιστορίας δεν είναι ικανή να σβήσει την αλήθεια. Η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της, οπλισμένοι με τα διδάγματα του παρελθόντος και τη δύναμη της κοσμοθεωρίας μας, θα τραβήξουν μπροστά τους τροχούς της κοινωνικής εξέλιξης όσα προσκόμματα και αν σηκωθούν μπροστά τους, θέτοντας το φασισμό και τον πόλεμο – τον ίδιο τον καπιταλισμό – στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας μια για πάντα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η ΕΣΣΔ είχε 20.000.000 νεκρούς σε μάχιμο και άμαχο πληθυσμό, η Βρετανία 375.000 και οι ΗΠΑ 405.000. Ο Κόκκινος Στρατός σήκωσε το κύριο βάρος (65%) των στρατιωτικών απωλειών μεταξύ των Συμμάχων (Βρετανία και ΗΠΑ από 2% αντίστοιχα). Την ίδια στιγμή, στο Ανατολικό Μέτωπο η Βέρμαχτ σημείωσε τα 3/4 των συνολικών απωλειών της. Από τα 260 δισ. δολ. του συνολικού ύψους των ζημιών που υπέστη η ευρωπαϊκή ήπειρος στη διάρκεια του πολέμου, τα 128 δισ. δολ. (τα μισά δηλαδή) αναλογούσαν στην ΕΣΣΔ.

2. Βλ. ενδεικτικά Silverstein K (2000) «Ford and the Fuhrer», στο «The Nation», τεύχος 3, σελ.14, Higham Ch (1983) «Trading with the Enemy» (Delacorte Press) σελ. 1-33, ACSA Press Release, 13/7/2003, κ.ά.

3. Chauvier J M, «Russia: Nostalgic for the Soviet Era», «Le Monde Diplomatique», τ. Μαρτίου 2004.

Αναστάσης Γκίκας
Μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Πηγή: Ριζοσπάστης, 3/5/2015