Το πραξικόπημα της Χούντας και η αδυναμία αντιμετώπισής του από το εργατικό κίνημα

Τανκς έξω από τη Βουλή

Τανκς έξω από τη Βουλή

Τον Απρίλη του 1967 οι ενδοαστικές αντιθέσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη όλη την προηγούμενη περίοδο κορυφώθηκαν στη δικτατορική αστική «λύση» της Χούντας.[1] Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21/4/1967 τμήματα του στρατού κινήθηκαν καταλαμβάνοντας στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, κυβερνητικά κτήρια, το Πεντάγωνο, τη Βουλή, τις τηλεπικοινωνίες, κλπ. Εκτελεστής του πραξικοπήματος υπήρξε μια ηγετική ομάδα αποτελούμενη κυρίως από μεσαία στελέχη του στρατού (συνταγματάρχες και αντισυνταγματάρχες) με επικεφαλής την «τριανδρία» Γ. Παπαδόπουλου, Στ. Παττακού και Ν. Μακαρέζου.

Αμέσως μεταδόθηκε βασιλικό διάταγμα για την αναστολή των άρθρων 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του Συντάγματος που αφορούσαν τις ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα. Επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος. Ήδη από τη πρώτη μέρα του πραξικοπήματος συνελήφθησαν πάνω από 1.000 άτομα, κυρίως κομμουνιστές, αριστεροί, αλλά και βασικοί εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου, ο πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος, ηγέτες κομμάτων, κυβερνητικά στελέχη, κ.α. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έως τις 30 του μήνα είχαν συλληφθεί 8.270 άνδρες και γυναίκες, ενώ κόμματα και ξένοι ανταποκριτές κάνουν λόγο ακόμα και για 10-12.000. Το επόμενο διάστημα τα κολαστήρια της Γυάρου, της Λέρου, της Αλικαρνασσού, του Ωρωπού, τα κρατητήρια της διαβόητης ΕΑΤ-ΕΣΑ κ.α. γέμισαν αγωνιστές. Ανάμεσά τους και πολλοί εκπρόσωποι του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, οικοδόμοι, κ.α.

Σύντομα αλώθηκαν, εκκαθαρίστηκαν ή καταλύθηκαν άπαντες οι πολιτικοί, διοικητικοί θεσμοί, το δημόσιο, η δικαιοσύνη, η εκκλησία, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, κλπ. Όλα τα έντυπα μέσα τέθηκαν σε προληπτική λογοκρισία, πολλές εφημερίδες έκλεισαν, ενώ σχηματίστηκαν ειδικές επιτροπές για τον έλεγχο της πνευματικής-καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο της δικτατορίας αποτέλεσαν ο ακραίος εθνικισμός-φυλετισμός και βεβαίως ο αντικομμουνισμός.

Ανήμερα του πραξικοπήματος, την ίδια στιγμή που απ’ όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς μεταδίδονταν στρατιωτικά εμβατήρια, το ΚΚΕ μέσα από τη Φωνή της Αλήθειας εξέπεμπε μήνυμα αντίστασης προς τον ελληνικό λαό: «Κατέλυσαν κατά τον πιο στυγνό τρόπο το Σύνταγμα της χώρας. Διέπραξαν έγκλημα εναντίον του Έθνους. Θέτουν σε θανάσιμο κίνδυνο τα ύψιστα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Δημιουργούν άμεση σοβαρότατη απειλή για την Κύπρο…Καλούμαστε όλοι, πάνω από οποιεσδήποτε διαφορές, να υψώσουμε περήφανο το εθνικό μας ανάστημα και να αντιτάξουμε το ΟΧΙ στη δικτατορία. Περιφρονήστε τα φασιστικά στρατοκρατικά μέτρα και αντιταχθείτε με την πιο μεγάλη αποφασιστικότητα στη βασιλοφασιστική δικτατορία…Κάτω η τυραννία. Δημοκρατία. Εθνική Ανεξαρτησία. Ειρήνη!…Η Ελλάδα θα προχωρήσει. Η θέληση του ελληνικού λαού θα επιβληθεί.»[2] Λίγες ημέρες αργότερα, το ΚΚΕ μαζί με άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνταν στην ΕΔΑ ίδρυσαν το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ).

Το πραξικόπημα δεν ήταν αναίμακτο, όπως διατείνονταν η Χούντα προς απόδειξη της δήθεν «αναγκαιότητας» ή «αποδοχής» του. Βεβαίως, οι λαϊκές αντιδράσεις δεν ήταν αυτές που θα έπρεπε και μπορούσαν να είναι. Τα αντανακλαστικά του λαϊκού παράγοντα –και της πρωτοπορίας του, δηλαδή του ΚΚΕ- υπήρξαν ομολογουμένως κατώτερα των περιστάσεων. Έχοντας προχωρήσει στη διάλυση των ΚΟ από το 1958 το ΚΚΕ στερούταν των κομματικών στηριγμάτων, που θα του επέτρεπαν να οργανώσει από σαφώς καλύτερες θέσεις την αντίσταση κατά της Χούντας, τόσο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος όσο και μετέπειτα. Επιπλέον, οι λαθεμένες εκτιμήσεις από πλευράς του Κόμματος και της ΕΔΑ αναφορικά με το ενδεχόμενο πραξικοπήματος αυτό καθαυτό, επέφεραν εφησυχασμό και χαλάρωση στην ετοιμότητα των λαϊκών δυνάμεων. Έτσι, η Αυγή διαβεβαίωνε «Γιατί δεν θα γίνει δικτατορία» (φύλλο που τυπώθηκε τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου), ενώ στελέχη της, όπως ο Λ. Κύρκος, «καθησύχαζαν» πως «το 1967 δεν είναι 1936.»

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η μαρτυρία του συνδικαλιστή οικοδόμου Δ. Κουτσούνη (που στη συνέχεια με τη διάσπαση του ΚΚΕ συντάχθηκε με το «Εσωτερικού»): «Εκείνη την περίοδο λέγανε ότι το ‘67 δεν είναι ‘36 γιατί πηγαίναμε [σε εκλογές]…ήταν παραμονές εκλογών του ’67. Σε όλες τις ομιλίες τους οι υποψήφιοι της ΕΔΑ λέγανε αυτά τα πράγματα…Η γραμμή ήταν αυτή: λέγαμε ότι το ‘67 δεν είναι ’36…Αντίθετα έπρεπε να λέμε στον κόσμο [σ.σ. ότι επίκειται δικτατορία], γιατί έγινε δικτατορία και δεν υπήρξε καμιά μα καμιά αντίδραση από τον κόσμο, καμιά, τίποτα. Γιατί; Διότι ο κόσμος είχε εφησυχάσει, ότι τέρμα, δεν υπάρχει, δεν γίνεται δικτατορία. Και έγινε δικτατορία και όλοι κοιμόμασταν.»[3]

«Η αμερικανόπνευστη Χούντα των Συνταγματαρχών», προσθέτει ο Κ. Μπουλντής (οικοδόμος, μέλος της παράνομης Κομματικής Οργανώσης του ΚΚΕ), «βρήκε την πιο κατάλληλη στιγμή: τη στιγμή της εφησύχασης και της επανάπαυσης στο Δημοκρατικό αποτέλεσμα που θα ερχόταν από τις εκλογές του Μάη. Όλες οι υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις ασχολούνταν με τις προετοιμασίες των συνδυασμών και πίστευαν στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη…Και το κεντρικό όργανο της ΕΔΑ, η Αυγή έγραφε στο κύριο άρθρο της: ‘Να γιατί δεν θα γίνει δικτατορία στην Ελλάδα.’ Τι τραγική ειρωνεία για το λαό μας. Σε τι μεγάλο λήθαργο και σε τι μεγάλη πλάνη είχε πέσει η τότε ηγεσία με τη διάβρωση που είχε κυριαρχήσει…»[4]

«Την πρώτη ημέρα της Χούντας», αναφέρει ο Τ. Μαυροδόγλου (συνδικαλιστής οικοδόμος, Γ.Γ. της Ομοσπονδίας από το 9ο Συνέδριο, 1976), «δεν αντέδρασαν οι οικοδόμοι. Δηλαδή, ενώ εμείς, μιλάγαμε για δικτατορία, ότι θα γίνει, κλπ., οι άλλοι μας καθησύχαζαν ότι δεν μπορεί να γίνει. Οπότε τι έγινε; Βρήκαν τον κόσμο απροετοίμαστο. Και εμείς στο χώρο των οικοδόμων είχαμε κάνει ένα σχέδιο ας το πούμε. Κάποιοι, όπως ήταν ο Τομέας των Οικοδόμων στην ΕΔΑ, είχαμε πει όταν γίνει δικτατορία που θα συναντηθούμε, τι θα κάνουμε, πως θα κινητοποιήσουμε τον κόσμο, κλπ. Είχαν γίνει, μάλλον, κάποιες σκέψεις, κάποια σχέδια στο χαρτί είχαν γίνει. Στον Τομέα της ΕΔΑ.

Όμως τι έγινε τώρα. Όλα αυτά ναι, αλλά χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα στέκια που να πας εσύ άμα γίνει δικτατορία. Ή χωρίς να παίρνεις υπόψη πως θα ενεργήσει ο αντίπαλος και τι κάνεις εσύ στην περίπτωση αυτή. Καταρχήν κόπηκαν τα τηλέφωνα. Έχασες κάθε επικοινωνία. Δεύτερον, αποκλείστηκαν δρόμοι, αποκλείστηκαν τα πάντα. Απομονώθηκες και δεν μπορούσες να επικοινωνήσεις. Εκείνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να κατέβεις στο κέντρο. Στο κέντρο πάλι δεν ήταν εύκολο να κατέβεις. Είχαν πιάσει κάποιους δρόμους, κάποια πόστα κλπ και δεν άφηναν τον κόσμο να κατέβει στο κέντρο. Συνεπώς δηλαδή, ενώ υπήρχαν στα σχέδια πως θα ενεργήσουμε και τι θα κάνουμε, δεν υπήρχε και πρόβλεψη τι θα κάνει ο αντίπαλος, τι μέτρα θα πάρει ο αντίπαλος, πως θα σε εξουδετερώσει ο αντίπαλος. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε να μην μπορούμε να κινητοποιηθούμε. Πιαστήκαμε. Όσοι δεν πιάστηκαν μετά άρχισαν την ανασυγκρότηση.»[5]


[1] Σύμφωνα με το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (Β’ Τόμος), «οι βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη στρατιωτική δικτατορία της 21.4.1967 πρέπει να αναζητηθούν πρωταρχικά στις οξυμένες ενδοαστικές αντιθέσεις σε ολόκληρο το πλέγμα του αστικού κράτους, όπως διαμορφώθηκε μετά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας…Μετά από τα ‘Ιουλιανά’ συνεχίστηκε η κρίση του αστικού συστήματος εξαιτίας της οξύτατης σύγκρουσης των κυβερνήσεων με το Παλάτι για τον έλεγχο στο στρατό και γενικότερα για τις αρμοδιότητες του βασιλιά…Ταυτόχρονα σημαντικός παράγοντας που όξυνε την κρίση της αστικής διακυβέρνησης ήταν και το Κυπριακό…Κάτω από την επίδραση τουλάχιστον των πιο πάνω παραγόντων, το τμήμα της αστικής τάξης που είχε δύναμη στον πιο ισχυρό μηχανισμό, το στρατό, έδωσε τη δικτατορική αστική λύση.» ΚΚΕ, «Δοκίμιο Ιστορίας Β’ τόμος,2011, σελ.503-505

[2] Προκήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ στον ελληνικό λαό. Όχι στη δικτατορία, στο ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 10ος τόμος, 2009, σελ.11-12

[3] Συνέντευξη Δημήτρη Κουτσούνη (Αρχείο Ομοσπονδίας Οικοδόμων-ΑΟΟ)

[4] Μπουλντής Κ, 2005, χειρόγραφη μαρτυρία, σελ.126

[5] Συνέντευξη Τάκη Μαυροδόγλου (ΑΟΟ)

Πηγή: “Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα”

Γυναίκες στην εξορία στα χρόνια του Εμφυλίου

Τα συρματοπλέγματα έγιναν απλώστρες…

«Είναι γιομάτες οι ελληνικές θάλασσες, από αναρίθμητα ξερονήσια. Ενας μυθικός θεός λες και τα σφεντόνισε από τον Ολυμπο, σε μιαν οργισμένη στιγμή και σπάρθηκαν στην υγρήν επιφάνεια και ρίζωσαν. Ξερές πέτρες φρυγμένες από την αλμύρα κι από τους αγέρες, που μέρα νύχτα τις δέρνουν. Απάνου τους δεν μπορεί ν’ ανθίσει η ζωή. Λίγα μαραζωμένα αγριάγκαθα και λίγοι άνθρωποι ξερακιανοί και ρουφηγμένοι κι αυτοί σαν τους βράχους, παλεύουν με τα άγρια στοιχεία της φύσης για να διατηρηθούν… Κάθε φορά που ένα ανελεύθερο κράτος πίεζε τις καρδιές των Ελλήνων, σ’ αυτά τα νησιά πετιούνταν οι άνθρωποι που πάλευαν για λίγο δίκιο, για λίγη λευτεριά… Από τα ξερονήσια πέρασαν κατά καιρούς, οι πιο λεύτεροι άνθρωποι της Ελλάδας. Κάθε φορά που η μαυρίλα πλάκωνε τον ουρανό, εκεί στα ξεμοναχιασμένα νησιά, πετιούνταν αρπαγμένοι από τις εστίες τους, οι πρόμαχοι της λευτεριάς. Μα το πνεύμα της λευτεριάς που το ‘περναν μαζί τους, εκεί στα νησιά, έβρισκε κι αυτό καταφύγιο, μέχρις ότου καινούριες μέρες θα έρχονταν, που θα εξορμούσε και πάλι απ’ αυτά τα νησιά, που στα δίσεκτα χρόνια είχαν γίνει θεματοφύλακές του, για να φέρει και πάλι στις καρδιές των ανθρώπων τη χαρά και την ελπίδα»1.

Το μέτρο της Δικαστικής και της Διοικητικής εκτόπισης2 έχει μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα. Είναι το υπόλειμμα της αρχαίας ποινής της υπερορίας, δηλαδή της αναγκαστικής απομάκρυνσης για λόγους ασφαλείας ενός ατόμου από τον τόπο διαμονής του και της αναγκαστικής, επίσης, παραμονής του σε ορισμένο άλλο τόπο3. Κατά καιρούς, η εκτόπιση χρησιμοποιήθηκε για τη δίωξη ατόμων του κοινού Ποινικού Δικαίου, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Η πολιτική δίωξη μέσω της εκτόπισης, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, εμφανίζεται λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του κόμματος της εργατικής τάξης, έχοντας ως κύριο σκοπό τη θωράκιση του αστικού καθεστώτος, το διωγμό των ιδεών του επιστημονικού σοσιαλισμού και των φορέων τους. Συγκεκριμένα, το 1924 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, με σκοπό την πάταξη της ληστείας, εισάγει το Νομοθετικό Διάταγμα της 19/21 Απριλίου 1924 «Περί συστάσεως εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφάλειας». Δύο χρόνια αργότερα, όμως, το εν λόγω διάταγμα τροποποιήθηκε με το διάταγμα της 5ης Μαΐου/ 2ας Ιουνίου 1926, του δικτάτορα Πάγκαλου, ούτως ώστε ο διωκτικός του χαρακτήρας να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη δίωξη του κομμουνισμού. Εκτοτε η συνέχεια είναι λίγο – πολύ γνωστή. Το Ιδιώνυμο (Ν. 4229/1929) και οι ενισχυτικοί προς αυτό νόμοι που ακολούθησαν, η νομοθεσία της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου (Αναγκαστικοί νόμοι 117/1936 και 1075/1938), ο αντικομμουνισμός και η αστυνομοκρατία δημιουργούν ένα καθεστώς άγριων πολιτικών διώξεων με κύρια θύματα τους κομμουνιστές, αλλά και κατά περιόδους τους προοδευτικούς – δημοκρατικούς πολίτες, ακόμη και αστούς (περίοδο 4ης Αυγούστου).

Γυναίκες εκτοπισμένες στο Β’ στρατόπεδο Χίου στεγνώνουν τα στρωσίδια τους, μετά από την πλημμύρα το φθινόπωρο του 1948

Στη μεταπολεμική περίοδο η εκτόπιση ήρθε ως συνέχεια και συνέπεια της λευκής τρομοκρατίας, της προσπάθειας δηλαδή της αστικής αντίδρασης να ξαναποκτήσει την κοινωνική και πολιτική της κυριαρχία, υποτάσσοντας, μετά τη Βάρκιζα και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, το ΕΑΜικό κίνημα. Οι εκτοπίσεις αρχίζουν από το καλοκαίρι του 1945 και πιο συστηματικά από το Γενάρη του 1946, ενώ από τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου γενικεύονται4

Ενα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Τσαλδάρη, μετά τις ψευτοεκλογές του Μαρτίου 1946, ήταν η επαναφορά της Διοικητικής εκτόπισης. Με το Νομοθετικό Διάταγμα της 4ης Μαΐου 1946, αλλά και το διαβόητο Γ` Ψήφισμα, επανασυγκροτήθηκαν και εξοπλίστηκαν με τις απαραίτητες εξουσίες οι «Επιτροπές Δημόσιας Ασφάλειας» με σκοπό την εξόντωση των κομμουνιστών και των ΕΑΜιτών5. Οπου δεν μπορούσαν να επέμβουν τα έκτακτα στρατοδικεία, αναλάμβαναν οι εν λόγω Επιτροπές φροντίζοντας για τον εκτοπισμό – και τις επακόλουθες συνέπειες – όλων εκείνων που θεωρούνταν ύποπτοι όχι μόνο για αντικαθεστωτική δράση, αλλά και για αντικαθεστωτικές ιδέες. Διακρίσεις δε γίνονται. Εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι, διανοούμενοι, επιστήμονες, στρατιωτικοί, άνθρωποι κάθε ηλικίας και φύλου, γέροι, γριές, έγκυες γυναίκες ή μανάδες με βρέφη στην αγκαλιά, βαριά άρρωστοι ή ανάπηροι, έφηβοι και ανήλικοι με την κατηγορία των αρχών ότι είναι ληστοτρόφοι (δηλαδή ανταρτοτρόφοι) και συνεπώς επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη ή χωρίς καμία κατηγορία, απλά ύποπτοι, εκτοπίζονται. Από μια έρευνα της Εθνικής Αλληλεγγύης, με στοιχεία έως το Γενάρη με αρχές Φλεβάρη του 1947, και χωρίς να υπολογίζονται οι κρατούμενοι σε διάφορα τμήματα μεταγωγών που ξεπερνούσαν τις 10.000, προέκυπτε ότι οι πολιτικοί εξόριστοι ανέρχονταν στους 5.809. Από αυτούς οι 4.816 ήταν άνδρες, οι 853 γυναίκες και 140 παιδιά6.

Μακρόνησος. Κατεβάζουν τα σκουπίδια. Διακρίνονται οι σκηνές των γυναικών και οι άδενδρες πλαγιές του νησιού

Από το δράμα των εξορίστων γενικά, σε τούτο το σημείωμα θα ξεχωρίσουμε – για να αναφερθούμε – το δράμα των γυναικών, των μανάδων και των κοριτσιών, αυτών που η φύση τις προόρισε να κυοφορήσουν τη ζωή και που με τον αγώνα για τις ιδέες τους έγιναν δυο φορές μανάδες, κυοφορώντας τη νέα, την πραγματικά ανθρώπινη ζωή.

Από το χωράφι στο καθεστώς της «πειθαρχημένης διαβίωσης»

Μόλις ψηφίστηκαν τα προαναφερόμενα μέτρα και ανέλαβαν δράση οι Επιτροπές Ασφαλείας, τα αστυνομικά όργανα σε ολόκληρη την Ελλάδα, μαζί με το κυνηγητό των ανδρών, άρχισαν να κυνηγούν και τις γυναίκες. Στις 5/11/1946, 485 γυναίκες βρίσκονταν σε τόπους εξορίας. Στις 29/11 ο αριθμός των εξόριστων γυναικών έφτασε τις 636 και στις αρχές του 1947 ξεπέρασε τις 800. Πολλές από αυτές έπασχαν από χρόνια νοσήματα, ενώ αρκετές είχαν συρθεί στα ξερονήσια σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή με μικρά παιδιά. Οι συλλήψεις γίνονταν μέσα στα χωράφια, στην ώρα της δουλειάς ή στα χαροκαμένα, από τον πόλεμο, σπίτια. Τις άρπαζαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και χωρίς να τους δώσουν λίγο χρόνο να πάρουν μαζί τους μια αλλαξιά ρούχα. Τις έσερναν, δέρνοντάς τες και βλαστημώντας τες ως τ’ αστυνομικά τμήματα, προσπαθούσαν να τις εξευτελίσουν με κάθε τρόπο και δεν ήταν λίγες εκείνες – ιδιαίτερα οι νεότερες – που έπεφταν θύματα των ζωωδών ενστίκτων των βασανιστών τους7. Ετσι, υπό μία έννοια, ο τόπος εξορίας ήταν η ανακούφιση και η λύτρωση απ’ όλα αυτά. Μετά υπήρχε το άγνωστο.

Ηρθε το υδροφόρο! Συναγερμός στις σκηνές του Μακρονησιού. Για την παραμικρή παράβαση, στέρηση του νερού

Κατά την πρώτη περίοδο, εξόριστες γυναίκες βρίσκονταν, μαζί με τους άνδρες, σχεδόν σε κάθε τόπο εξορίας. Στον Αϊ – Στράτη, στην Ανάφη, στη Φολέγανδρο, στην Ικαρία, στη Ζάκυνθο, στα Κύθηρα, στη Σκιάθο, στη Γαύδο, στους Αντιπαξούς κ.ο.κ. Αργότερα, τα μέρη συγκέντρωσής τους συγκεκριμενοποιήθηκαν. Από το Μάρτη του 1948 κύριος χώρος συγκέντρωσής τους έγινε η Χίος, Ενα χρόνο αργότερα μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι, στη συνέχεια τις υποδέχτηκε η Μακρόνησος και κατόπιν ξανά το Τρίκερι. Ετσι το τρίγωνο Χίος, Μακρονήσι, Τρίκερι πέρασε στην ιστορία ως το τρίγωνο του βασανισμού των γυναικών την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, αλλά και για ένα διάστημα της μετεμφυλιακής περιόδου.

Η αρχική περίοδος των εκτοπισμών δεν είχε τόσους πολλούς – όσους ακολούθησαν στη συνέχεια – καταναγκασμούς για τις εξόριστες. Ομως, πολύ γρήγορα το καθεστώς προσάρμοσε την πολιτική του και οι τόποι εξορίας μετατράπηκαν σε οργανωμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κυριαρχούσε η αρχή της …πειθαρχημένης διαβίωσης. Με το Νομοθετικό Διάταγμα 392/1947 επιβλήθηκε η αστυνομική επιτήρηση των εξορίστων και καθιερώθηκαν βαριές ποινές (από 6 μήνες έως 5 χρόνια) για όποιον απομακρυνόταν από τον τόπο εκτόπισής του. Λίγο αργότερα, η κεντροδεξιά κυβέρνηση υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη εξέδωσε τον Αναγκαστικό Νόμο 511/31- 12- 1947, βάσει του οποίου οργανώθηκε η διαβόητη πειθαρχημένη διαβίωση στους τόπους εξορίας. Τώρα πια, τα στρατόπεδα των εξορίστων δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα αντίστοιχά τους, της περιόδου της 4ης Αυγούστου και της Κατοχής. Ο ΑΝ 511/1947 μεταξύ άλλων έλεγε8: «Η Αστυνομική Αρχή, εις την περιφέρειαν της οποίας ευρίσκονται υπό επιτήρησίν της άτομα τελούντα υπό εκτόπισιν βάσει αποφάσεων των Επιτροπών Δημοσίας Ασφαλείας, δύναται: α) να υποχρεοί ταύτα να παρουσιάζωνται ενώπιόν της καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα, β) να απαγορεύη την κυκλοφορίαν αυτών καθ’ ωρισμένας ώρας της νυκτός, γ) να απαγορεύη την απομάκρυνσιν αυτών πέραν ορισμένης ακτίνος του τόπου εκτοπίσεως, δ) να υποχρεοί ούτους να δηλώσωσι πάσαν αλλαγήν της κατοικίας των, ε) να ενεργή κατ’ οίκον έρευνα καθ’ οιανδήποτε ώραν της ημέρας και νυκτός, στ) να απαγορεύη πάσαν συγκέντρωσιν αυτών, ζ) να απαγορεύη την υπ’ αυτών ίδρυσιν πάσης φύσεων συλλόγων, λεσχών και εντευκτηρίων, η) να απαγορεύη την έκδοσιν και τη μεταξύ αυτών κυκλοφορίαν εντύπων ή χειρογράφων, άτινα ήθελε θεωρήσει επιβλαβή εις τη δημοσίαν τάξιν, θ) να απαγορεύη την υπ’ αυτών άσκησιν του επαγγέλματός των, εφ’ όσον ήθελε κρίνει ότι αυτή δε γίνεται διά σκοπούς καθαρώς βιοποριστικούς, ι) να καθορίση το ανώτατον όριον του χρηματικού ποσού όπερ έκαστος των εις εκτόπισιν τελούντων δικαιούται να κατέχη, ια) να υποβάλλη εις έρευνας παν αντικείμενον αποστελλόμενον προς τους υπό εκτόπισιν τελούντας, ιβ) να ελέγχη την αλληλογραφίαν αυτών». Κάθε σχόλιο ασφαλώς περιττεύει!

Παιδιά της Κατοχής, παιδιά του Εμφυλίου, με τις μητέρες τους. Μεγαλώνουν στην εξορία. Χίος 1949

Ας δούμε, όμως, με περισσότερες λεπτομέρειες τη ζωή των γυναικών στους τόπους που συνέθεταν το τρίγωνο του μαρτυρίου.

Το στρατόπεδο της Χίου

Οι πρώτες εξόριστες έφτασαν στο στρατόπεδο της Χίου στις αρχές Μαρτίου του 1948. Ολες μαζί ήταν 94 γυναίκες και 17 μικρά παιδιά. Τον Ιούνιο του ’48 οι εξόριστες ‘γιναν 910 και τα παιδιά 44, ενώ 6 μήνες αργότερα οι γυναίκες έφτασαν τις 1.316 και τα παιδιά τα 52. Το στρατόπεδο ήταν στη δικαιοδοσία της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής των νήσων του Αιγαίου. Διοικητής της Χωροφυλακής στη Χίο ήταν ο συνταγματάρχης Πλυτάκος και διοικητής του στρατοπέδου ο μοίραρχος Χρήστος Ζερβός. Ο Πλυτάκος λίγες φορές παρουσιάστηκε στις εξόριστες, αλλά εκείνες ένιωθαν την παρουσία του μέσα από τις διαταγές του, που, όπως γράφει η Αθηνά Κωνσταντοπούλου, «σκοπό είχανε να χειροτερεύσουν τη ζωή μας». Ο διοικητής του στρατοπέδου Ζερβός περιοριζόταν στο τυπικό μέρος των καθηκόντων του και την πραγματική διοίκηση ασκούσαν ο υποδιοικητής υπομοίραρχος Ν. Δήμου και ο ανθυπομοίραρχος Κ. Κουφόπουλος9. Η διοίκηση του στρατοπέδου ξεχώρισε 199 γυναίκες, τις οποίες χαρακτήρισε επικίνδυνες και τις μετέφερε σε ένα σχολείο λίγα μέτρα μακριά από το στρατόπεδο. Τις υπόλοιπες τις ταξινόμησε σε δύο κατηγορίες: Τις «Βουλγάρες» που ήταν συγγενείς ανταρτών και τις «Ρωσίδες» που θεωρούνταν κομμουνίστριες10.

Το νέο τους νοικοκυριό στο Τρίκερι. Εδώ θα ζήσουν τρία χρόνια

Οι εξόριστες στη Χίο ζούσαν σ’ ένα καθεστώς συνεχούς καταπίεσης που μέρα με την ημέρα γινόταν χειρότερο. Στόχος των αρχών ήταν να σπάσει το ηθικό τους και να τους αποσπάσει δήλωση μετανοίας. Στους θαλάμους στους οποίους έμεναν επικρατούσε συνωστισμός, οι εγκαταστάσεις υγιεινής ήταν άθλιες, νοσοκομειακή περίθαλψη δεν υπήρχε, το φαγητό ήταν άθλιο και το νερό λιγοστό. Προαυλίζονταν το πολύ τρεις ώρες την ημέρα, δεν είχαν καμία δυνατότητα ψυχαγωγίας, ενώ η ψυχολογική βία που ασκούνταν πάνω τους για την απόσπαση δήλωσης μετανοίας ήταν αφόρητη. Συνηθισμένες ποινές ήταν το κρατητήριο, η νηστεία, η στέρηση αλληλογραφίας. Βέβαια, για τη στέρηση της αλληλογραφίας οι αρχές του στρατοπέδου δε χρειάζονταν αφορμή. Γνώριζαν την ψυχολογική επίδραση που είχε στις εξόριστες το θέμα και δεν έχαναν ευκαιρία να κατακρατούν τα γράμματα, όπως και τα χρήματα, των θυμάτων τους κάνοντας την κατάστασή τους ακόμη πιο αφόρητη.

Από τα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια που υπέστησαν αυτές οι γυναίκες το χειρότερο ήταν ο αποχωρισμός των παιδιών από τις μανάδες τους. Η Μαριγούλα Μαστρολέων – Ζέρβα γράφει σχετικά11: «Μια μέρα, το πρώτο δεκαήμερο του Ιούνη (σ.σ. 1948) ξυπνήσαμε το πρωί και είδαμε μια αλλιώτικη συμπεριφορά. Σε λίγο μπαίνει μέσα στο κτίριο ο διοικητής με τον Μπατζάρα και λέει: «Ολες οι μωρομάνες στο χολ, με τα παιδιά τους». Μαζεύτηκαν κι άρχισε να τους λέει: «Η μητέρα Ελλάδα αισθάνεται υποχρέωση απέναντι στα Ελληνόπουλα που κινδυνεύουν δίπλα στις μάνες Βουλγάρες που τα δηλητηριάζουν με τον κομμουνισμό, γι’ αυτό θα τα πάρουμε να τα περισώσουμε». Μόλις ακούστηκε αυτό, άρχισαν και τα πρώτα κλάματα των μεγάλων παιδιών που κατάλαβαν. Αρχισε η δραματική στιγμή. Παίρναν τα παιδιά από την αγκαλιά της μητέρας και τα φόρτωναν στα καμιόνια. Μπορείτε να φανταστείτε τη σκηνή αυτή; Από μέσα φώναζαν οι μάνες και από έξω φώναζαν και έκλαιγαν τα παιδιά. Οσο ήμαστε εξορία, ποτέ δεν έμαθαν οι μανάδες πού τα είχαν τα παιδιά τους. Τα είχαν πάει στα αναμορφωτήρια της Φρειδερίκης. Οταν βγήκαν οι μάνες, παιδεύτηκαν δύο και τρία χρόνια για να μπορέσουν να τα πάρουν».

Από τη Χίο στο Τρίκερι
Τσαγκαρίνες και κορδελιάστρες πρώην εργάτριες. Τώρα επισκευάζουν άρβυλα – σόλες, ψίδια, μπαλώματα. Φτιάχνουν τσόκαρα και πέδιλα για τις γυναίκες και για τα παιδιά στο Τρίκερι

Στις αρχές Απριλίου του 1949 οι εξόριστες άλλαξαν τόπο εξορίας και από τη Χίο μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι, ένα μικρό νησί, μ’ ελάχιστους κατοίκους στον Παγασητικό κόλπο. Το νησί αυτό χρησιμοποιούνταν ως τόπος εξορίας από το καλοκαίρι του 1947. Εκεί μάζευαν αρχικά άνδρες εξόριστους από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ο αριθμός τους, έως το Μάρτη του 1949 που τους μετέφεραν στη Μακρόνησο, έφτασε τις τρεις με τέσσερις χιλιάδες. Αργότερα, μαζί με τους άνδρες φέρνανε στο νησί «προληπτικά» και γυναίκες που προέρχονταν από οικογένειες ανταρτών.

Σύμφωνα με την Βικτωρία Θεοδώρου, η πρώτη αποστολή περίπου 1.200 εξορίστων γυναικών και παιδιών ξεκίνησε από τη Χίο, με προορισμό το Τρίκερι στις 4 Απριλίου του 1949. Ως το Σεπτέμβρη του ιδίου έτους οι εξόριστες στο νησί μαζί με τα παιδιά έφτασαν τα 4.700 άτομα12.

Αρχικά οι εξόριστες εγκαταστάθηκαν στα κελιά του μοναστηριού του νησιού, αλλά όταν ο αριθμός τους μεγάλωσε αρκετά, οι περισσότερες ζούσαν σε αντίσκηνα γύρω από το μοναστήρι. Το στρατόπεδο φυλασσόταν από στρατιώτες και η ζωή των γυναικών είχε οργανωθεί σύμφωνα με τα πρότυπα των στρατιωτικών μονάδων.

Οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο ήταν άθλιες. Περισσότερο άθλιες απ’ ό,τι στη Χίο. Το συσσίτιο ήταν λιγοστό, 80 δράμια ψωμί και όσπρια. Το νερό επίσης. Οι σκηνές το χειμώνα πλημμύριζαν. Από άποψη υγιεινής δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα τουλάχιστον των παιδιών και των ηλικιωμένων.

Καθημερινή, όμως και εξαντλητική ήταν η αγγαρεία που μαζί με τις εθνικοφρόνου περιεχομένου διαλέξεις, τις απειλές, τους εξευτελισμούς, τη βία αποτελούσαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο το οποίο στόχευε στον εξαναγκασμό σε δηλώσεις μετανοίας.

Κι όμως οι γυναίκες άντεξαν. Βρήκαν ακόμη τη δύναμη να μάθουν γράμματα και να οργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μικρές συναυλίες όπου τραγουδούσαν τραγούδια από διάφορους τόπους της Ελλάδας, αλλά και θεατρικές παραστάσεις. Η Ελένη Λεύκα περιγράφει13: «Ετσι διψασμένες για τη ζωή, επιστρατεύουμε η κάθε μία τις δυνάμεις της, ό,τι μπορούμε για να γεμίσουμε τη ζωή μας. Οι γιατρίνες μας, οι νοσοκόμες μας φροντίζουν τις άρρωστες. Οι δασκάλες και παιδαγωγοί κάνουν μαθήματα, φροντίζουμε τα παιδιά μας, άλλες ζυγίζουν τα κάρβουνα, άλλες παλεύουν με τις φωτιές των καζανιών της κουζίνας. Κρυφά οργανώνουμε κυριακάτικες γιορτούλες με χορούς και σκετς, που πάντα στα κείμενά τους έχουν τα έθιμα και τη ζωή του κάθε τόπου… Οσο οι μήνες προχωρούν, τόσο η ζωή μας δυσκολεύει. Τα μέτρα που παίρνουν οι αρχές γίνονται πιο σκληρά, όσο ο αγώνας των ανταρτών πάνω στα βουνά σκληραίνει. Τις νύχτες πέρα στο Πήλιο ακούμε τις μάχες, τις εκρήξεις. Κι η κάθε μια αγωνιά, βρίσκεται με τη σκέψη της κοντά στον άντρα, στον αδελφό, στο γιο που μάχονται στο βουνό».

Στην κόλαση της Μακρονήσου

Τον Οκτώβρη του 1949 η κυβέρνηση των Αθηνών εξέδωσε το ΟΓ΄ Ψήφισμα «Περί μέτρων Εθνικής Αναμορφώσεως», βάσει του οποίου συστάθηκε ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (ΟΑΜ). Στη δικαιοδοσία του ΟΑΜ περιήλθαν «άπαντες… οι διατελούντες εν εκτοπίσει ως ενεχόμενοι εις αντεθνικάς ενεργείας ή ως Επικίνδυνοι εις το εθνικόν καθεστώς, ως και οι προληπτικώς συλληφθέντες υπό του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και των στρατιωτικών αρχών»14. Ετσι οι εξόριστες γυναίκες του στρατοπέδου στο Τρικέρι πέρασαν κι αυτές στη δικαιοδοσία του Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου. Το χειρότερο όμως συνέβη λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1950, όταν 1.200 απ’ αυτές (μαζί και παιδιά) μεταφέρθηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Εκεί η κατάσταση ήταν χειρότερη από οπουδήποτε αλλού. Από την πρώτη στιγμή οι αρχές του στρατοπέδου φανέρωσαν πλήρως τις προθέσεις τους. Διέξοδος πέραν της δήλωσης δεν υπήρχε για τις εξόριστες. «Ελληνίδες – φώναζαν τα μεγάφωνα – δεν ταιριάζουν στα χέρια σας οι αλυσίδες του κομμουνισμού – Ελληνίδες γυρίστε πίσω στα σπίτια σας – Ζητήστε συγνώμη από την πατρίδα»15. Το στρατόπεδο στο οποίο κλείστηκαν οι γυναίκες, το λεγόμενο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ), ήταν διαμορφωμένο για να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό, το σκοπό της υποταγής ή της ανανήψεως, κατά την ορολογία των αρχών της εποχής. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολλές. Χωρίστηκαν οι μάνες από τα παιδιά τους, χρησιμοποιήθηκαν φαντάροι που είχαν υπογράψει δηλώσεις για να περιγράψουν στις κρατούμενες τα βασανιστήρια που τις περίμεναν και να τις τρομοκρατήσουν, οι πιο «επικίνδυνες» κομμουνίστριες απομονώθηκαν από τις υπόλοιπες. Κατόπιν άρχισαν τα βασανιστήρια: Εφοδοι από τους αλφαμίτες μέσα στη νύχτα, καψώνια, βρισιές, εξευτελισμοί, ανακρίσεις επί ώρες, ξυλοδαρμοί. Η Ουρανία Στάβερη περιγράφει μια από τις πολλές παρόμοιες σκηνές16: «Ξετυλίχτηκαν τέτοιες σκηνές φρίκης, που καμία, όση δύναμη κι αν έχει, δεν μπορεί να περιγράψει τις σκηνές αλλοφροσύνης. Οι αλφαμίτες κραδαίνοντας τα ρόπαλα πάνω απ’ τα κεφάλια μας, με ουρλιαχτά πεινασμένων λύκων που πέφτουν σε κοπάδι, έπεσαν επάνω μας και τραβούσαν τα παιδιά χτυπώντας όπου έβρισκαν. Εντρομα τα μικρά άρχισαν να βγάζουν σπαραχτικές φωνές που ξέσκιζαν και την πιο βάρβαρη καρδιά. Οι μάνες έσφιγγαν στην αγκαλιά τους τα μικρά που σπαρτάραγαν και τα ματάκια τους γεμάτα τρόμο απαθανάτιζαν αυτή τη φρίκη που θα τη σέρνουν σε όλη τους τη ζωή. Εμείς κρατούσαμε τις μάνες κι είχαμε γίνει ένα κουβάρι ανακατεμένα γυναικεία σώματα».

Τον Ιούλιο του 1950, ύστερα από διεθνή κατακραυγή, ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου διαλύθηκε και όσες εξόριστες δεν υπογράψανε δήλωση (περισσότερες από 500) μεταφέρθηκαν και πάλι στο Τρίκερι. Εκεί άρχισε η σταδιακή τους απόλυση. Τον Απρίλιο του 1953 είχαν μείνει μόνο 19 στο νησάκι του Παγασητικού, οι οποίες μαζί με νέες κρατούμενες μεταφέρθηκαν στον Αϊ Στράτη.

Η Ελένη Λεύκα, στις 31 Ιουλίου του 1950 – ημέρα κατά την οποία αναχωρούσε από τη Μακρόνησο για το Τρίκερι – έγραψε στο ημερολόγιό της17: «Ξυπνήσαμε στις πέντε το πρωί. Το ραδιόφωνο παίζει εύθυμη μουσική. Οι σκηνές μισοάδειες… Γύρω μας αφάνες, άχυρα, σκουπίδια. Ο,τι απόμεινε από το χθεσινό βιαστικό ξεσήκωμα… Δένουμε τα μπαγκάζια μας. Μυρουδιά μούχλας αναδύεται απ’ τη σκηνή. Φεύγουμε κι εμείς… ρίχνω γύρω μου μια ματιά στον τόπο τούτον του μαρτυρίου μα και της ανάτασης. Χίλια αισθήματα μέσα μου… Να κρύψω το ημερολόγιό μου».

Εκείνες οι γυναίκες το ‘κρυψαν το ημερολόγιό τους, το φύλαξαν και μας το παρέδωσαν με όποιον τρόπο μπορούσαν. Σειρά μας να διαφυλάξουμε την ιστορική μνήμη, τις αξίες εκείνου του αγώνα και να διδαχτούμε για το δικό μας δρόμο.

Πηγές:

1. Εθνική Αλληλεγγύη Ελλάδος: «Στα νησιά της Ελλάδας – Αφιερώνεται στους εξόριστους», Αθήνα 1947, σελ. 3-5.

2. Δικαστική είναι η εκτόπιση με απόφαση δικαστηρίου, ενώ διοικητική αυτή που επιβάλλεται με απόφαση των διοικητικών οργάνων.

3. Σταμάτη Καββαδία: «Η διοικητική εκτόπιση στην Ελλάδα (1871- 1974)», στο συλλογικό έργο: «Μακρόνησος – Ιστορικός τόμος», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος β΄, σελ. 11.

4. Εθνική Αλληλεγγύη Ελλάδος: «Στα νησιά της Ελλάδας – Αφιερώνεται στους εξόριστους», Αθήνα 1947, σελ. 53.

5. Κ. Π. Οικονομόπουλου: «Νομοθεσία Αφορώσα την Δημοσίαν Τάξιν και Ασφάλειαν», Αθήναι 1951, σελ. 65-76 και 155-163.

6. Εθνική Αλληλεγγύη Ελλάδος: «Στα νησιά της Ελλάδας – Αφιερώνεται στους εξόριστους», Αθήνα 1947, σελ. 54.

7. Στο ίδιο, 32-34.

8. Κ. Π. Οικονομόπουλου: «Νομοθεσία Αφορώσα τη Δημοσίαν Τάξιν και Ασφάλειαν», Αθήναι 1951, σελ. 163-164.

9. «Στρατόπεδα Γυναικών» (συλλογικό) Αθήνα 1976, σελ. 42-43. Επανέκδοση: Σύλλογος Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών: «Στρατόπεδα Γυναικών – Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος, Αϊ Στράτης 1948-1954», εκδόσεις Αλφειός, σελ. 29.

10. «Στρατόπεδα Γυναικών» (συλλογικό) Αθήνα 1976, σελ. 63-68. Επανέκδοση: Σύλλογος Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών: «Στρατόπεδα Γυναικών – Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος, Αϊ Στράτης 1948-1954», εκδόσεις Αλφειός, σελ. 40-43 και Πολυμέρης Βόγλης: «Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας – Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 164.

11. Μαριγούλα Μαστρολέων – Ζέρβα: «Εξόριστες: Χίος – Τρίκερι – Μακρονήσι», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 13.

12. «Στρατόπεδα Γυναικών» (συλλογικό) Αθήνα 1976, σελ. 124 και 139. Επανέκδοση: Σύλλογος Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών: «Στρατόπεδα Γυναικών – Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος, Αϊ Στράτης 1948-1954», εκδόσεις Αλφειός, σελ. 147 και 156.

13. Ελένη Λεύκα: «Γυναίκες στην εξορία», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1964, σελ. 30.

14. Κ. Π. Οικονομόπουλου: «Νομοθεσία Αφορώσα την Δημοσίαν Τάξιν και Ασφάλειαν», Αθήναι 1951, σελ. 167-168.

15. «Μακρόνησος – Ιστορικός τόμος», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος β΄, σελ. 466.

16. Ουρανία Στάβερη: «Το μαρτυρικό τρίγωνο των εξορίστων γυναικών – Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι», εκδόσεις Παρασκήνιο, σελ. 100-101.

17. Ελένη Λεύκα: «Γυναίκες στην εξορία», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1964, σελ. 103.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ