Χρονολογικό αφιέρωμα στο Δεκέμβρη του 1944: 1 Δεκέμβρη

Στρατιώτες της Ορεινής Ταξιαρχίας φτάνουν από στην Αθήνα από την Ιταλία

Στρατιώτες της Ορεινής Ταξιαρχίας φτάνουν από στην Αθήνα από την Ιταλία

Ταυτόχρονα με τη δημοσιοποίηση της απόφασης του Γ. Παπανδρέου εκδόθηκε από τον Βρετανό στρατηγό Ρ. Σκόμπι[1] Ημερήσια Διαταγή με την οποία αναγγέλλονταν η διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής από την 1 Δεκέμβρη και των ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ από τις 10-20 του ίδιου μήνα. Οι υπουργοί του ΕΑΜ Α. Σβώλος, Γ. Ζεύγος, Μ. Πορφυρογένης, Ν. Ασκούτσης, Η. Τσιριμώκος και Α. Αγγελόπουλος υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους από την κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» σε ένδειξη διαμαρτυρίας (λίγο αργότερα παραιτήθηκε και ο υφυπουργός Στρατιωτικών του ΕΑΜ Πτ. Σαρηγιάννης).

Αψηφώντας τις διαταγές των Παπανδρέου και Σκόμπι η Εθνική Πολιτοφυλακή δεν παρέδωσε τον οπλισμό της. Η πεποίθηση του λαϊκού κινήματος ήταν σθεναρή και ξεκάθαρη: «Τα όπλα δεν τα δίνουμε.» Περιστατικά, όπως η δολοφονία του ΕΛΑΣίτη Β. Σαραντόπουλου μπροστά από το αστυνομικό τμήμα Παγκρατίου την ίδια μέρα, ενίσχυαν αυτή την πεποίθηση: «Αφού τώρα, που είμαστε οπλισμένοι, μας προκαλούν και μας δολοφονούν έτσι ξετσίπωτα, τι θα γίνει όταν παραδώσουμε τα όπλα;»[2] Μαζικές και μαχητικές εκδηλώσεις ξέσπασαν σε όλη την Ελλάδα κατά του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ.

Παράλληλα, η Ορεινή Ταξιαρχία κινήθηκε ακροβολιζόμενη στους λόφους του Υμηττού, μεταξύ των συνοικιών Ζωγράφου και Καισαριανής, ενώ ο αρχηγός του ΕΔΕΣ Ν. Ζέρβας αναχώρησε βιαστικά για την Ήπειρο, όπου βρισκόταν ο κύριος όγκος των δυνάμεών του.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Α’ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ εκπόνησε Σχέδιον Ενεργείας με σκοπό την αντιμετώπιση «παντός πραξικοπήματος της αντιδράσεως». Το Σχέδιο εντόπιζε τις δυνάμεις που ήταν διαθέσιμες στον αντίπαλο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο (κατά κύριο λόγο τα στρατιωτικά τμήματα που ήταν συγκεντρωμένα στο Γουδί -Ορεινή Ταξιαρχία, Σχολή Χωροφυλακής, Γερμανοτσολιάδες και Ιερός Λόχος- και σε συνεχεία τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα, οι διάσπαρτες μονάδες της Χωροφυλακής, οι Χίτες κ.α. «παρεμφερείς οργανώσεις», οι δυνάμεις της Γενικής Ασφάλειας, του ανασυγκροτημένου μηχανοκίνητου του Μπουραντά, κλπ.), χαράσσοντας ταυτόχρονα τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την εξουδετέρωσή-αντιμετώπισή τους.[3]

Απέναντι σε μια εκτιμώμενη δύναμη 11.000 περίπου ανδρών[4], που είχε στη διάθεσή της τη δεδομένη στιγμή η αστική τάξη στην πρωτεύουσα (πλην των Βρετανών), ο ΕΛΑΣ μπορούσε σε πρώτη φάση να αντιπαρατάξει το Α’ ΣΣ (1η και 2η Ταξιαρχία Αθηνών με 4 Συντάγματα, 5ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Περιχώρων και 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πειραιά), καθώς και τη ΙΙ Μεραρχία (Αττικοβοιωτίας). Σύνολο δύναμης του ΕΛΑΣ: 10.350 μαχητές.[5]

Η ΚΕ του ΕΑΜ, με απόφασή της, επαναδιατύπωσε τη θέση της για την ταυτόχρονη αποστράτευση όλων των ένοπλων σωμάτων (ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, Ορεινή Ταξιαρχία, κοκ) και τη συγκρότηση ενιαίου-μεικτού εθνικού στρατού. Ταυτόχρονα ζητούσε την εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας (Αστυνομία, Χωροφυλακή) και του κρατικού μηχανισμού από δωσιλογικά στοιχεία, καθώς και την άμεση έναρξη των δικών των συνεργατών των δυνάμεων κατοχής, που καθυστερούσε αδικαιολόγητα.

***

[1] Ο Ρ. Σκόμπι είχε οριστεί από τη Συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτέμβρη 1944) «Ανώτατος Αρχιστράτηγος, Στρατηγός Διοικών τας Δυνάμεις εν Ελλάδι.»

[2] Βλ. Οι Ανατολικές Συνοικίες το Δεκέμβρη του 1944, σελ.19, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2014.

[3] Όλο το Σχέδιον Ενεργείας του Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ στο Σπύρος Α. Κωτσάκης, Δεκέμβρης του 1944 στην Αθήνα, σελ.46-50, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1986.

[4] Συγκριμένα: Η Ορεινή Ταξιαρχία αριθμούσε περίπου 2.500 άνδρες, οι Ταγματασφαλίτες που στρατωνίζονταν στο Γουδί 1.500, η Χωροφυλακή 3.000, η Αστυνομία Πόλεων 2.000, η «Χ» και ο ΕΔΕΣ 1.000 και τα Τάγματα Εθνοφυλακής 1.000. Βλ. Αρχείο ΚΚΕ, Έγγραφο 68490, Έκθεση του Ξ.Ι.Φ./30 (Θ. Μακρίδη) για τη δράση του ΕΛΑΣ την περίοδο 1940-1944, σελ.35.

[5] Τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ενισχύθηκαν, ξεπερνώντας τις 16.000 (βλ. στη συνέχεια). Αρχείο ΚΚΕ, Έγγραφο 68490, Έκθεση του Ξ.Ι.Φ./30 (Θ. Μακρίδη) για τη δράση του ΕΛΑΣ την περίοδο 1940-1944, σελ.35 και 37.

Πηγή: «Δεκέμβρης του ’44: Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014 – Αναστάσης Γκίκας, «Το χρονικό του Δεκέμβρη 1944″

Με αφορμή την Ελληνοφρένεια: Το φασιστικό παραλήρημα του Μητροπολίτη Κονίτσης στην επέτειο του Γράμμου

Οι παλιές αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ…


Το «ρεπορτάζ» από το σάιτ «Σύνδεσμος Ελλάς»:

«Με μεγάλη λαμπρότητα και πλήθος κόσμου από όλη την Ελλάδα την περασμένη Κυριακή 26 Αυγούστου τιμήθηκε στην ακριτική Βούρμπιανη Κονίτσης (Γράμμος), αλλά και στο Βίτσι, η επέτειος της νίκης των Ενόπλων Δυνάμεων έναντι του κομμουνιστικού «Δημοκρατικού Στρατού». Στον Γράμμο προσήλθε και φέτος πλήθος προσκυνητών και τελέσθηκε το καθιερωμένο ετήσιο μνημόσυνο στην μνήμη των πεσόντων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών του Ελληνικού Στρατού καθώς και των πεσόντων ανδρών της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής που έπεσαν υπέρ πατρίδος τα έτη 1946-1949.
Διοργανωτής της εκδήλωσης μνήμης ήταν η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ) Ιωαννίνων. Στην θεία λειτουργία και στο ιερό μνημόσυνο ιερούργησε ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Ανδρέας. Δυστυχώς απούσα ήταν η επίσημη Πολιτεία που άλλοτε έδινε το «παρών» στην συγκεκριμένη εθνική εκδήλωση. Μετά την έπαρση της σημαίας, ακολούθησε τρισάγιο στο μνημείο των πεσόντων. Ακολούθησε ενός λεπτού σιγή στην μνήμη των νεκρών στρατιωτών και χωροφυλάκων.
Έπειτα ο πρόεδρος της ΕΑΑΣ Ιωαννίνων…
υποστράτηγος Γεώργιος Γκορέζης εκφώνησε τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας. Με ένα σύντομο χαιρετισμό ευχαρίστησε τους προσκυνητές για την παρουσία τους. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στα ιστορικά γεγονότα των μαχών του 1946-1949. Με γλαφυρότητα και ιστορική ακρίβεια υπογράμμισε την σημασία της θυσίας του Στρατού για την εδαφική ακεραιότητα της Μακεδονίας και της Ηπείρου και κατ’ επέκταση της πατρίδος μας. Εξήρε την θυσία των πεσόντων και τόνισε ότι δεν πρέπει λησμονούμε τα γεγονότα στο όνομα μιας κακώς καταγεγραμμένης και παραποιημένης Ιστορίας που εξισώνει τον θύτη με το θύμα.
Τον λόγο ύστερα έλαβε για λίγο ο βουλευτής Επικρατείας της Χρυσής Αυγής Χρήστος Παππάς, ο μοναδικός επίσημος που προσήλθε. Εξήρε και αυτός από την πλευρά του την θυσία των πεσόντων των Ενόπλων Δυνάμεων ώστε να μην επιβληθεί η κομουνιστική δικτατορία που ονειρευόταν οι τότε ηγέτες του ΚΚΕ.
Τέλος ακολούθησε η πύρινη ομιλία του σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Κονίτσης Ανδρέα

Λάβρος κατά αυτών που οδήγησαν την χώρα στα δεσμά των Μνημονίων και κατά αυτών που απαξιώνουν τις Ένοπλες Δυνάμεις, ο κήρυκας της Ορθοδοξίας ο σεβάσμιος Μητροπολίτης Κονίτσης Ἀνδρέας στο καθιερωμένο εθνικό μνημόσυνο στους πρόποδες του Γράμμου και συγκεκριμένα στη Βούρμπιανη Κονίτσης για να τιμήθούν όσοι έπεσαν μαχόμενοι «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν» κατά των ξενοκίνητων ανταρτών την περίοδο του Εμφυλίου 1946-’49.
Αρχικά απευθυνόμενος στους παρόντες αποστράτους αξιωματικούς εξέφρασε την οργή και την αγανάκτησή του προς την επίσημη πολιτεία, που απαξιώνει τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων με τις συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων, ενώ την ίδια ώρα πριμοδοτεῖ αυτούς που πολέμησαν κατά της Ελλάδας και των Ενόπλων Δυνάμεων «φορώντας τους, μάλιστα, το φωτοστέφανο του αντιστασιακού», όπως είπε χαρακτηριστικά.

Αλλά ίσως το σημαντικότερο σημείο της ομιλίας του ήταν αυτό που αφορά το σήμερα: Κάλεσε τους Έλληνες σε συνεχή εθνική επαγρύπνηση τονίζοντας πὼς «Ό,τι δεν κατόρθωσε νὰ επιτύχει κατά τη διάρκεια του πολέμου η κομμουνιστική ανταρσία επιτυγχάνεται σήμερα, σε ειρηνικους μάλιστα καιρούς, από την ίδια την Πολιτεία με την υπογραφή..
συμβάσεων εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας».
Ὑπενθύμισε επίσης τὶς πρόσφατες δηλώσεις του για την προσπάθεια ορισμένων για την παντελή ερήμωση της ακριτικής Ελλάδας με το κλείσιμο διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών.

Δεν παρέλειψε ακόμη να αναφερθεί στο έργο των νέων της Συντονιστικής Φοιτητικής Ένωσης Βορειοηπειρωτικού Αγώνος (Σ.Φ.Ε.Β.Α) ποὺ πρόσφατα ἔσβησαν τις προκλητικές κομμουνιστικές επιγραφές καὶ γέμισαν τον δρόμο προς τον Γράμμο με συνθήματα εθνικού περιεχομένου.
Ἀφού τελέστηκε η αρχιερατική θεία λειτουργία και το μνημόσυνο υπέρ των πεσόντων ακολούθησαν χαιρετισμοί και ομιλίες, στὶς οποίες έγινε σύντομη αναφορά σε ορισμένα από τα γεγονότα της περιόδου του Εμφυλίου/ανταρτοπολέμου, μέχρι την τελική νίκη των εθνικών δυνάμεων τον Αύγουστο του 1949 στις κορυφὲς Γράμμου καὶ Βίτσι.
Και να θυμηθούν οι παλαιότεροι αλλά και να μάθουν οι νεότεροι παραθέτουμε το άρθρο του Σταύρου Ντάγιου διδάκτορα Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που είχε δημοσιευθεί στο ΒΗΜΑ, από αλβανικά αρχεία , και τα οποία αναφέρονται στο πως το ΚΚΕ και η Αριστερά της εποχής είχε αιματοκυλίσει την χώρα με την βοήθεια του στυγνού δολοφόνου του βορειοηπειρώτικου Ελληνισμού, Εμβέρ Χότζα.
«Το καλοκαίρι του 1949 και ενώ η τύχη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου είχε εν πολλοίς κριθεί, η αλβανική κομμουνιστική ηγεσία επιχειρούσε με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις αιτήσεις των ελλήνων κομμουνιστών και να βοηθήσει τον αντάρτικο αγώνα, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Μόσχας και του Βελιγραδίου, αλλά χωρίς η βοήθεια αυτή να γίνει ευρύτερα αντιληπτή και να υπονομεύσει την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Και αυτό διότι από τις αρχές Απριλίου 1949 η ελληνική κυβέρνηση, με υπόμνημά της προς τις Δυτικές Δυνάμεις, διατύπωνε την ανάγκη μιας κοινής συμμαχικής ναυτικής απόβασης στην Αλβανία με στόχο την εξόντωση των αντάρτικων βάσεων στο εσωτερικό της χώρας, πλην αυτό δεν έβρισκε δεκτικούς τους δυτικούς συμμάχους.
Στην Αλβανία ήταν εγκατεστημένος μεγάλος αριθμός σοβιετικών αξιωματούχων ενώ σοβιετικά εμπορικά και στρατιωτικά πλοία εφοδίαζαν την Αλβανία και, στη συνέχεια, το αντάρτικο μέτωπο. Η Αλβανία εξακολουθούσε να αποτελεί την κύρια βάση ανεφοδιασμού στον αγώνα των ανταρτών.
Στα τέλη Ιουλίου 1949 και ενώ η απόφαση του Βελιγραδίου για κλείσιμο της μεθορίου με την Ελλάδα είχε ανακουφίσει σημαντικά τόσο την Αθήνα όσο και τη Δύση, η ελληνική κυβέρνηση επέμενε φορτικά στις θέσεις της για εισβολή στην Αλβανία. Τότε ακριβώς, και ενώ όλα έβαιναν δυσμενώς για τους έλληνες κομμουνιστές και η τύχη του Εμφυλίου είχε οριστικά κριθεί, ο αμετροεπής και αλαζών Νίκος Ζαχαριάδης ζητούσε πεισματικά από τους αλβανούς κομμουνιστές την κλιμάκωση της βοήθειας προς τους αντάρτες. Καινούργια στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας από τα αλβανικά αρχεία κάνουν λόγο για μυστικές συναντήσεις εκείνης της περιόδου μεταξύ των δυο κομουνιστών ηγετών σε αλβανικό έδαφος κατά μήκος της μεθορίου.
Μια τέτοια συνάντηση, η οποία για πρώτη φορά έρχεται στο φως από τα αλβανικά κρατικά αρχεία, είναι αυτή της 2ας Ιουλίου 1949 στην Κορυτσά. Υστερα από απεγνωσμένες εκκλήσεις του Ν. Ζαχαριάδη, και αφού είχε πρώτα φροντίσει να ενημερώσει τη Μόσχα, ο αλβανός κομμουνιστής ηγέτης Ε. Χότζα δέχτηκε τον Ν. Ζαχαριάδη σε μια άκρως μυστική συνάντηση στην Κορυτσά, ενώ βρισκόταν σε διακοπές στο Πόγραδετς. Η συνάντηση προετοιμάστηκε με απόλυτη μυστικότητα από αλβανούς αξιωματούχους της ασφάλειας, ενώ παρέστη ως διερμηνέας ο έλληνας Βορειοηπειρώτης, ανώτατος αξιωματούχος της Αλβανικής Ασφάλειας, Γιώργος Κώτσιας.
Ο Ζαχαριάδης ζήτησε από τον Χότζα χωρίς περιστροφές να επιτραπεί η είσοδος των ελλήνων ανταρτών στην Αλβανία, να εξοπλιστούν και στη συνέχεια να προωθηθούν στο μέτωπο του πολέμου. Αυτό όμως εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την ίδια την Αλβανία και την ακεραιότητά της, αφού η ηγεσία των Τιράνων, μέσω ισχυρού δικτύου κατασκοπείας, είχε ενημερωθεί για τα σχέδια της Αθήνας.
Ο Ε. Χότζα ήταν κατηγορηματικός: «Οχι, εγώ σας εξόπλισα, εγώ και θα σας αφοπλίσω, και κανένα πόδι ελλήνων ανταρτών δεν θα εισέρθει επί αλβανικού εδάφους. Δεν επιθυμώ επ’ ουδενί μια ένοπλη σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας! Σε βοήθησα πολύ, πέραν του δέοντος. Γι’ αυτό ενημέρωσα και τον Στάλιν!». Υψωσε τη φωνή και χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του. Τα λόγια αυτά μεταφέρει αυτήκοος μάρτυρας στη συνάντηση. Τον συντονισμό της παροχής βοήθειας προς τους έλληνες αντάρτες αλλά και τη διαχείριση του περίπλοκου ελληνικού ζητήματος στην Αλβανία είχε αναλάβει ειδική υπηρεσία με τον κωδικό «Επιχείρηση 10», υπό τον αναπληρωτή υπουργό Εσωτερικών Μιφτάρ Τάρε, ο οποίος διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα της εποχής.
«Εσείς μας κρατήσατε ζωντανούς!»
Είχαν προηγηθεί και άλλες συναντήσεις αλβανών υψηλόβαθμων αξιωματούχων με έλληνες κομμουνιστές, όπως εκείνη του Νοεμβρίου 1948 στα Τίρανα, στα πλαίσια των εργασιών του πρώτου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας. Προσκεκλημένοι των Αλβανών ήταν οι Γ. Ιωαννίδης και Β. Μπαρτζώτας. Οι έλληνες προσκεκλημένοι, μέσω επευφημιών, έλαβαν τον λόγο και εξύμνησαν τους αλβανούς κομμουνιστές, χωρίς να αναφέρουν επίσημα τη βοήθεια προς τους αντάρτες.
Ωστόσο, σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις και οι δυο τους εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους για τη στάση των αλβανών κομμουνιστών. Ο επίσης έλληνας βορειοηπειρώτης διερμηνέας Χρήστος Βώκος, ο οποίος παρέστη στις συναντήσεις αυτές, μεταφέρει με πιστότητα τις ευχαριστίες του Μπαρτζώτα προς τους Αλβανούς: «Εσείς μας κρατήσατε ζωντανούς!».
Μετρήσιμος παράγοντας και ακανθώδες ζήτημα που περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα και τις ήδη προβληματικές σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων ήταν και η παρουσία των μουσουλμάνων Τσάμηδων, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Αλβανία στα τέλη του 1944 και αρχές του 1945.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που τώρα έρχονται στο φως της δημοσιότητας (αρχεία που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα), στα τέλη Μαρτίου 1949 και ύστερα από (απερίσκεπτη) προτροπή των ελλήνων κομουνιστών ηγετών, οι οποίοι ζητούσαν την επαναπροώθηση των Τσάμηδων στην Ελλάδα και την επιστράτευσή τους δίπλα στον Δημοκρατικό Στρατό, σε αποκλειστική συνάντηση του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας, το θέμα συζητήθηκε με την προσήκουσα προσοχή. Για την υπόθεση αυτή είχε ενημερωθεί, με τη σειρά του, και ο Τίτο με τον Στάλιν (σύμφωνα με τα γιουγκοσλαβικά αρχεία) από το 1947, πλην όμως ο Ε. Χότζα ήταν κατηγορηματικός: Η πλειοψηφία των μουσουλμάνων Τσάμηδων είναι αρνητική σε τέτοιο ενδεχόμενο και μόνον προβλήματα θα προκαλούσε μια τέτοια ενέργεια!
Η στρατολόγηση των Τσάμηδων
Στη συνάντηση αυτή επικράτησαν δυο απόψεις: η πρώτη, η βιαία στρατολόγηση των Τσάμηδων και η αποστολή τους στο ελληνικό μέτωπο, και η δεύτερη, η επιλεκτική οικειοθελής επιστράτευση και αποστολή τους στο μέτωπο. Την πρόταση της βιαίας στρατολόγησης εξέφραζαν συγκεκριμένα στοιχεία της τσάμικης κοινότητας οι οποίοι διεμήνυσαν «να γίνει βίαιη στρατολόγηση και να ληφθούν κάποια μέτρα κατά των αντιδραστικών στοιχείων».
Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, μόνον τριάντα άτομα από τη συγκεκριμένη κοινότητα είχαν εκφράσει την επιθυμία να στρατολογηθούν και να αποσταλούν στο μέτωπο. Για την πρώτη εκδοχή ούτε καν έγινε κάποια συγκεκριμένη προσπάθεια, αν εξαιρεθούν δυο-τρεις μεμονωμένες απόπειρες βίαιων απαγωγών.
Ετσι, ούτε η μεν ούτε η δε επιλογή καρποφόρησε. Στις εκκλήσεις αυτές των αλβανών και ελλήνων αξιωματούχων, οι τσάμηδες πρόσφυγες απαντούσαν ότι «δεν εμπιστευόμαστε τους Ελληνες, επιθυμούμε να μείνουμε στην Αλβανία ή, αλλιώς, αφήστε μας να πάμε στην Τουρκία, την Τσαμουριά δεν την αγαπούμε».
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αλβανοί παράγοντες τόνισαν ότι η όποια προσπάθεια να γίνει σε συνθήκες απόλυτου σκότους, «να μη φανεί το χέρι μας, όλα να γίνουν νύχτα!». Και ότι για όλα πρέπει να ζητηθεί η συγκατάθεση των Σοβιετικών.
Μάλιστα, στη συνάντηση αυτή επικράτησε η άποψη να ληφθούν σκληρά μέτρα εναντίων των Τσάμηδων οι οποίοι διασύρουν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας και αυτό να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, «εν μία νυκτί», καθώς αυτοί είναι ξένοι υπήκοοι! Συζητήθηκε δε ένα πογκρόμ κατά των ταραχοποιών και αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για ό,τι επακολούθησε μετά τις απηνείς διώξεις του τσάμικου στοιχείου από το κομουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας, το οποίο διώχθηκε με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και ενώ στην Αλβανία διαμορφωνόταν αυτό το σκηνικό, με τις διαβουλεύσεις για την προσεκτική στάση έναντι του ελληνικού ζητήματος και ιδίως για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και, παρά τις αμερικανικές κατηγορηματικές αντιρρήσεις για τις ελληνικές πρωτοβουλίες, η 9η Μεραρχία του Στρατού απέκοψε τη διάβαση του Πόρτα Οσμάν που ήταν η κύρια πύλη επικοινωνίας του Γράμμου με την Αλβανία και μπήκε στο αλβανικό έδαφος. Αυτό σήμανε και το τέλος του Εμφυλίου.
Στις 28 Αυγούστου ο Νίκος Ζαχαριάδης έδωσε εντολή για γενική υποχώρηση στην Αλβανία από άλλη διάβαση, παρά τη σθεναρή άρνηση της αλβανικής ηγεσίας. Αυτή τη φορά η υποχώρηση ήταν οριστική. Ο Ελληνικός Εμφύλιος έκλεινε έτσι το τελευταίο κεφάλαιο.»

Το βίντεο με την ομιλία του Μητροπολίτη Κονίτσης Ἀνδρέας