Πτυχές και εκφράσεις της Λαϊκής Εξουσίας στη διάρκεια του Εμφυλίου (1947-1949)

Η Λαϊκή Εξουσία και ο ΔΣΕ
 

Ελεύθερη Ελλάδα: Παιδιά μαθαίνουν γράμματα σε υπαίθριο σχολείο (φωτ. Σπύρου Μελετζή)

Στις 6 Απρίλη του 1947, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης πέρασε μυστικά τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα και κατευθύνθηκε προς το Βελιγράδι, όπου βρισκόταν η μόνιμη αποστολή της ΚΕ του Κόμματος, αποτελούμενη από τον Γιάννη Ιωαννίδη, τακτικό μέλος του ΠΓ, και τον Πέτρο Ρούσο, αναπληρωματικό μέλος του ΠΓ. Η κατάσταση πίεζε ασφυκτικά. Ο Δημοκρατικός Στρατός όφειλε να εξαπλωθεί και να αναπτυχθεί γρήγορα, πολύ περισσότερο που ο κυβερνητικός στρατός είχε αρχίσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που από τη μία μεριά αποσκοπούσαν στην εξόντωση των ανταρτών και από την άλλη στην ερήμωση της υπαίθρου, με τη βίαιη μεταφορά των χωρικών στα αστικά κέντρα, ούτως ώστε ο ΔΣΕ να μην μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του σε ζητήματα επιμελητείας και το σπουδαιότερο να μην βρίσκει μαχητές να στρατολογήσει.

Στις 17 Απρίλη του 1947 ο Ν. Ζαχαριάδης και ο Γ. Ιωαννίδης έστειλαν με ασύρματο στον αρχηγό του ΔΣΕ Μάρκο Βαφειάδη ένα κείμενο απόρρητων οδηγιών στις οποίες περιγράφονταν με απόλυτη ακρίβεια τα καθήκοντα και ο προσανατολισμός του αντάρτικου κινήματος, ο πολιτικο – κοινωνικός χαρακτήρας του ένοπλου αγώνα. «Πολιτικά ο ΔΣΕ σε δύο βασικά ζητήματα πρέπει παντού και πάντοτε να δείχνει έντονα το πρόσωπό του και την καθαρή γραμμή του – στην Εθνική Ανεξαρτησία και στη Λαϊκή Δημοκρατία. (…) Στις περιοχές που ελέγχει ο ΔΣΕ, τα ζητήματα αυτά πρέπει να βρίσκουν πρακτική έκφραση και λύση. Στις περιοχές αυτές η κρατική διάρθρωση πρέπει να παίρνει συγκεκριμένη μορφή, με βάση τις λαϊκές επιτροπές, και ν’ αντιμετωπίζονται άμεσα και συγκεκριμένα τα ζωτικά λαϊκά προβλήματα – πρώτα απ’ όλα η απονομή της λαϊκής δικαιοσύνης, η φορολογική πολιτική, ο εκπαιδευτικός και πολιτιστικός τομέας, η οργάνωση της νεολαίας και της γυναίκας – σύμφωνα με το πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας, βασισμένο και στη σχετική πείρα της κατοχής. (…). Ο ΔΣΕ πρέπει να έχει συγκεκριμένο πρακτικό πρόγραμμα λαϊκοδημοκρατικής ανασυγκρότησης της περιοχής που ελέγχει. Εδώ σε πρώτη γραμμή προβάλλει το αγροτικό ζήτημα, που η πολιτική του σημασία είναι τεράστια και που ο ΔΣΕ πρέπει να το λύσει σύμφωνα με το πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας και ανάλογα με τις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες».1

Θέατρο στην Ελεύθερη Ελλάδα

Ο Δημοκρατικός Στρατός αγωνίστηκε μέχρις εσχάτων, επί τρία ολόκληρα χρόνια, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις, το αίμα των καλύτερων μαχητριών, μαχητών και στελεχών του, για να εκπληρώσει την αποστολή του. Κι αυτός του ο αγώνας διατηρεί ακέραιη την αξία του παρ’ όλο που, τον Αύγουστο του 1949, κατέληξε σε ήττα, κάτω από το βάρος των υπέρμετρων αντίπαλων δυνάμεων. Ο,τι ο ΔΣΕ έπραξε, ό,τι δημιούργησε, είναι πολυτιμότατη παρακαταθήκη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού – εργατικού, του επαναστατικού κινήματος του τόπου μας. Ξεχωριστή αξία – που φανερώνει και το χαρακτήρα της τρίχρονης εποποιίας των ανταρτών – έχει η προσπάθεια που έκανε ο Δημοκρατικός Στρατός να θεμελιώσει στις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχό του τη λαϊκή εξουσία. Σ’ αυτό το ζήτημα θα σταθούμε αναλυτικότερα.

Οι «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα»

Στο πλαίσιο των Οδηγιών Ζαχαριάδη – Ιωαννίδη αλλά και των συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο ένοπλος αγώνας, στις 10 Αυγούστου του 1947 ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας προχώρησε σ’ ένα βήμα τεράστιας σπουδαιότητας. Δημοσιοποίησε τις «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα» τον Καταστατικό χάρτη ή αλλιώς το Σύνταγμα που κατοχύρωνε την πολιτική και νομική θεμελίωση της Λαϊκής εξουσίας στις ελεύθερες περιοχές της χώρας.2 Επρόκειτο για απλές, αυτονόητες αρχές μιας Δημοκρατίας που θέλει και εννοεί στο πλαίσιό της να είναι κυρίαρχος ο λαός, αρχές που όμως αποκτούσαν επαναστατικό χαρακτήρα, αφού για την επιβολή τους ήταν αναγκαία η ριζική μεταβολή του υφιστάμενου αστικού καθεστώτος και μάλιστα με τη δύναμη των όπλων. Υπό αυτήν την έννοια, οι «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα» ήταν μια επαναστατική διακήρυξη γραμμένη στη φωτιά του αγώνα – όπως όλες οι επαναστατικές διακηρύξεις της Ιστορίας – στην οποία με σύντομο, αλλά απολύτως σαφή τρόπο, αναπτύσσονται οι βασικές και θεμελιώδεις αρχές για τις οποίες όφειλε να αγωνιστεί ο ελληνικός λαός, με κάθε μέσο και τρόπο, και μέσα από τις τάξεις του ΔΣΕ.

Αντάρτες και πολίτες σε χωριό της Ελεύθερης Ελλάδας

 

Ταυτόχρονα με τις «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα», η ηγεσία του ΔΣΕ δημοσιοποίησε πέντε πράξεις νομικού περιεχομένου που, αντανακλούσαν φλέγοντα κοινωνικοταξικά ζητήματα για τη λύση τους. Οι πράξεις αυτές ήταν:- Πράξη αριθμός 1: «Για την οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας».3

– Πράξη αριθμός 2: «Προσωρινές διατάξεις για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη».4

– Πράξη αριθμός 3: «Για μια δίκαιη κατανομή της γης».5

– Πράξη αριθμός 4: «Για τη χρήση του δασικού πλούτου».6

– Πράξη αριθμός 5: «Για την οργάνωση της Λαϊκής Εκπαίδευσης».7

Τα ντοκουμέντα αυτά, πέραν του Δελτίου Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, δημοσιεύτηκαν, τότε, στον αθηναϊκό Τύπο και φυσικά στα έντυπα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ που ακόμη κυκλοφορούσαν, τυπικά, νόμιμα. Ας δούμε όμως στο σύνολό τους τις «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα», καθώς και τις βασικές διατάξεις των υπόλοιπων νομοθετημάτων, ούτως ώστε να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα για το ζήτημα που εξετάζουμε:

«Το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας – έλεγαν οι «Καταστατικές Διατάξεις» – έχοντας υπ’ όψη πως δημιουργήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές της Ελλάδας, οι συνθήκες για να οργανωθεί η λαϊκή εξουσία, πάνω σε λαϊκές δημοκρατικές βάσεις και ότι επιβάλλεται πριν απ’ όλα, να διατηρηθούν τα βασικά δικαιώματα, ελευθερίες και καθήκοντα του αγωνιζόμενου λαού και έχοντας τις ευθύνες της Κεντρικής Εξουσίας ώσπου να δημιουργηθεί η Προσωρινή Κυβέρνηση της Ελεύθερης και Δημοκρατικής Ελλάδας.

 

Νοσοκομείο του ΔΣΕ στην Ελεύθερη Ελλάδα

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Αρθρο 1ο: Η Ελλάδα είναι χώρα ελεύθερη, ανεξάρτητη και δημοκρατική.

Αρθρο 2ο: Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι η Δημοκρατία. Ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί ελεύθερα για το οριστικό πολίτευμα της Ελλάδας.

Αρθρο 3ο: Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν για το Λαό και ασκούνται από το Λαό.

Αρθρο 4ο: Ολοι οι Ελληνες, άνδρες και γυναίκες είναι ίσοι και έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα. Οι εθνικές μειονότητες έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα και έχουν πλήρη δικαιώματα να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τον εθνικό τους πολιτισμό, γλώσσα, θρησκεία, εκπαίδευση και τα λοιπά.

Αρθρο 5ο: Στην Ελεύθερη Δημοκρατική Ελλάδα θεωρείται σαν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και τιμωρείται σαν τέτοιο κάθε ενέργεια που αποβλέπει στο να διωχτούν πρόσωπα ή ομάδες προσώπων για τη θρησκεία, την εθνικότητά τους ή τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Διώκεται σαν έγκλημα κάθε φασιστική θεωρία, όργανο και πράξη.

Αρθρο 6ο: Οι λαϊκές ελευθερίες είναι ιερές και απαραβίαστες.

Αρθρο 7ο: Τα άτομα και ο λαός υπερασπίζονται τα δημοκρατικά τους δικαιώματα ενάντια στον οποιοδήποτε παρανομούντα που επιβουλεύεται αυτά.

Αρθρο 8ο: Η εργασία είναι βασικό κοινωνικό λειτούργημα και δημιουργεί δικαίωμα για την απόλαυση όλων των αγαθών της ζωής.

Για τη δίκαιη κατανομή της γης. Δελτίο πράξεων και αποφάσεων του ΔΣΕ 8/10/1947

Αρθρο 9ο: Πρωταρχικός σκοπός και γνώμονας για την άσκηση όλων των εξουσιών είναι ο αγώνας για την υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας της χώρας. Για την απελευθέρωση όλης της Πατρίδας από τους ξένους και ντόπιους πράκτορές τους και κατοχύρωση της ακεραιότητας της χώρας. Καθήκον του κάθε πολίτη είναι να συμμετέχει στον αγώνα αυτόν, να υπερασπίζεται τις λαϊκές ελευθερίες, την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Πατρίδας.Αρθρο 10ο: Ο Δημοκρατικός Στρατός είναι το ένοπλο τμήμα του Εθνους που μάχεται για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Ελλάδας και για τις δημοκρατικές ελευθερίες του ελληνικού λαού.

Αρθρο 11ο: Η Λαϊκή Εξουσία δέχεται και ενθαρρύνει κάθε συνεργασία και βοήθεια από το ξένο κεφάλαιο ή από διεθνείς οργανισμούς που θα συντελούν στην προώθηση της ελληνικής οικονομίας και θα στηρίζονται στην αρχή της ισοτιμίας. Δεν αναγνωρίζει όμως και καταργεί κάθε προνόμιο ή δικαίωμα που έχει παραχωρηθεί σε ξένους, άτομα εταιρίες ή κράτη, ασυμβίβαστο με την εθνική της Ελλάδας ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία. Συμβάσεις κρατικές και προνόμια που παραχωρήθηκαν σε ξένους και που είναι ασυμβίβαστα με το λαϊκό και εθνικό συμφέρον δεν αναγνωρίζονται από τη λαϊκή εξουσία.

Αρθρο 12ο: Ωσπου να σχηματιστεί η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση της Ελλάδας, η Κεντρική Εξουσία ασκείται από το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού.

Το Γενικό Αρχηγείο με πράξεις του παίρνει όλα τα αναγκαία νομοθετικά κυβερνητικά και εκτελεστικά μέτρα.

Ολες οι πράξεις του Γενικού Αρχηγείου θα υποβληθούν στην έγκριση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης μόλις αυτή συγκληθεί.

10 Αυγούστου 1947

Για το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού

Στρατηγός ΜΑΡΚΟΣ».

Η νομική θεμελίωση της Λαϊκής Εξουσίας – Οι 11 Πράξεις του Γ.Α. του ΔΣΕ
«ΕΞΟΡΜΗΣΗ» Αρ. φύλλου 8 (21/9/1947)

Η 1η Πράξη, όπως έχουμε προαναφέρει, αφορούσε στην οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα. Βασικός φορέας και όργανα λαϊκής εξουσίας ορίζονταν «τα Λαϊκά Συμβούλια σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη» που εκλέγονταν από το λαό (με καθολική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών από 18 ετών και άνω) και μέσω αυτών ο λαός ασκούσε την εξουσία του. Η θητεία των Λαϊκών Συμβουλίων ήταν διετής. Κυρίαρχο όργανο στο χωριό και την πόλη οριζόταν «η Γενική Συνέλευση των πολιτών», ενώ στις πόλεις που δεν ήταν πρακτικά δυνατή Γενική Συνέλευση όλων των πολιτών, αυτή συγκροτούνταν «από αντιπροσώπους των πολιτών που εκλέγονται σε αναλογία ένας σε κάθε 10 μέχρι 15 κατοίκους ή και περισσότερους όταν η πόλη είναι μεγάλη». Σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των πολιτών γινόταν υποχρεωτικά κάθε τρίμηνο «ή όταν την καλέσει το συμβούλιο, ή το ζητήσει το 1/4 από τους εκλογείς». Με την πρώτη Πράξη ορίζονταν και άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με την οργάνωση και τη δικαιοδοσία των οργάνων της Λαϊκής Εξουσίας. Στην Πράξη αυτή περιεχόταν επίσης η βασική αρχή που χαρακτήριζε όλες τις επαναστάσεις από την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού και μετά, δηλαδή η αρχή της άμεσης ανακλητότητας από το λαό όλων των λαϊκών εκπροσώπων του σε όλες τις βαθμίδες της εξουσίας. Στο άρθρο 5 της Πράξης αναφερόταν μεταξύ άλλων: «Το Λαϊκό Συμβούλιο εκλέγει στην πρώτη συνεδρίασή του τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο, τον γραμματέα και τον ταμία. Ολοι αυτοί είναι ανακλητοί από το Συμβούλιο καθώς και τα μέλη του Συμβουλίου είναι ανακλητά από τη Γενική Συνέλευση».Στο ίδιο πνεύμα που διαπερνούσε την 1η Πράξη, με τη 2η Πράξη η Δικαιοσύνη συγκροτούνταν πάνω σε λαϊκή βάση. Σε κάθε πόλη και χωριό συγκροτούνταν λαϊκό δικαστήριο, αποτελούμενο από τρία τακτικά και τρία αναπληρωματικά μέλη, το λαϊκό επίτροπο και τον αναπληρωτή του. Σε πόλεις ή χωριά με περισσότερους από 3.000 κατοίκους μπορούσαν να συγκροτηθούν περισσότερα λαϊκά δικαστήρια. Ολοι οι δικαστές εκλέγονταν από το λαό της πόλης ή του χωριού με καθολική ψηφοφορία, στην οποία συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες από 18 ετών και άνω και με θητεία ένα χρόνο. Σε κάθε περιφέρεια προβλεπόταν η συγκρότηση αναθεωρητικού δικαστηρίου, οι δικαστές του οποίου εκλέγονταν από τη συνέλευση, στην οποία λάμβαναν μέρος όλα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη των τοπικών δικαστηρίων. Ολοι οι δικαστές, όλων των δικαστηρίων, ήταν ανακλητοί από τους εκλογείς τους ενώ η απονομή δικαιοσύνης από τα δικαστήρια ήταν ανέξοδη.

Η Εφημερίδα της προσωρινής Κυβέρνησης Αρ. 4, 10/2/1948 (Για την εργατική νομοθεσία)

Φλέγον ζήτημα στην Ελλάδα της εποχής του Εμφυλίου ήταν το αγροτικό ζήτημα, η λύση του οποίου για τον ΔΣΕ αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του ότι το αντάρτικο κίνημα εξαπλωνόταν στην ελληνική ύπαιθρο. Ετσι, με την 3η Πράξη του Γενικού του Αρχηγείου ο Δημοκρατικός Στρατός επιχείρησε να οικοδομήσει τις βάσεις της κοινωνικής δικαιοσύνης στο χωριό. «Η γη – προέβλεπε, μεταξύ άλλων η προαναφερόμενη Πράξη – ανήκει στους καλλιεργητές. Η κρατική εξουσία πρέπει να εξασφαλίσει στον κάθε αγρότη ένα ελάχιστο κλήρο, τέτοιο που να του επιτρέπει να ζει αυτός και η οικογένειά του. Τα Λαϊκά Συμβούλια σε κάθε χωριό καθορίζουν με αποφάσεις τους ποιος πρέπει να είναι ο ελάχιστος αυτός κλήρος, παίρνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες καλλιέργειας, είδη που καλλιεργούνται, κλπ.». Ακόμη προβλεπόταν ότι «ο καλλιεργητής δεν μπορεί να κατέχει σαν ιδιοκτήτης γης και να έχει εμπράγματο δικαίωμα γης σε μεγαλύτερη έκταση από το οχταπλάσιο του ελάχιστου κλήρου που ορίσθηκε από το Λαϊκό Συμβούλιο. Η παραπάνω έκταση από το οχταπλάσιο παραχωρείται από το Λαϊκό Συμβούλιο στους αχτήμονες του χωριού ή σε αγρότες που ο κλήρος τους είναι κάτω από τον ελάχιστο για να συμπληρωθεί ο κλήρος τους».Με την 4η Πράξη οριζόταν ότι τα δάση είναι λαϊκή ιδιοκτησία ενώ «η διοίκηση, διαχείριση, εκμετάλλευση και αξιοποίηση των δασών, δασικών εκτάσεων και βοσκότοπων ανήκει στα Λαϊκά Συμβούλια». Ακόμη υπογραμμιζόταν με έμφαση ότι τα Λαϊκά Συμβούλια ήταν «υποχρεωμένα να προστατεύουν και να φροντίζουν τα δάση που είναι πια λαϊκή ιδιοκτησία».

Με την 5η Πράξη προβλεπόταν η οργάνωση της Λαϊκής Εκπαίδευσης. Καθιερωνόταν η στοιχειώδης 6χρονη υποχρεωτική δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά του λαού ενώ η οργάνωση και λειτουργία των σχολείων ήταν υπόθεση του Λαϊκού Συμβουλίου. Επίσημη γλώσσα οριζόταν η δημοτική, στην οποία θα γινόταν η διδασκαλία σε όλες τις τάξεις. Για τα παιδιά που ανήκαν σε μειονότητες τα συμβούλια θα φρόντιζαν να δημιουργήσουν ιδιαίτερα σχολεία και η διδασκαλία προβλεπόταν να γίνεται στη μειονοτική γλώσσα.

Μέχρι και τον Οκτώβρη του 1947, το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ προχώρησε στην έκδοση έξι ακόμη Πράξεων που αφορούσαν: Την οργάνωση της σποράς, την απελευθέρωση των συνεταιρισμών με την κατάργηση όλων των αντιδημοκρατικών νομοθετημάτων του παρελθόντος. Την επισκευή των σχολείων και την αντιμετώπιση των υπαρχόντων προβλημάτων για τη γρήγορη έναρξη της σχολικής χρονιάς 1947-1948. Την τριετή αναστολή εξόφλησης των αγροτικών δανείων προς την ΑΤΕ. Τη συγκρότηση του σώματος Λαϊκής Πολιτοφυλακής και, τέλος, τη συγκρότηση του Σώματος Αξιωματικών του ΔΣΕ.

Παρά το ότι οι 11 Πράξεις του Γενικού Αρχηγείου έθεταν μόνο τις πρώτες βάσεις της νέας, της Λαϊκής Εξουσίας, το γεγονός αυτό καθαυτό ήταν αποφασιστικής σημασίας, από τα μεγαλύτερα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

Στον αντίλογο που πολλές φορές ορθώνεται ή επιχειρείται να ορθωθεί ότι δεν υπήρξε ποτέ Λαϊκή Εξουσία στην Ελλάδα του Εμφυλίου επειδή η έκταση της χώρας που έλεγχε ο ΔΣΕ δεν ήταν μεγάλη ή αυξομειωνόταν με τελικό αποτέλεσμα την ήττα των ανταρτών, νομίζουμε πως αξίζει να παραθέσουμε την απάντηση που δόθηκε εκείνη την εποχή μέσα από τις σελίδες του θεωρητικού περιοδικού του ΚΚΕ «Κομμουνιστική Επιθεώρηση». Στην απάντηση εκείνη μεταξύ άλλων αναφερόταν8: «Τα νομοθετήματα της νέας Εξουσίας έχουν μέσα τους τη δύναμη να ισχύουν σ’ όλη την Ελλάδα. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η νέα Πολιτική Εξουσία εκφράζει τη θέληση της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού και μάχεται για την απελευθέρωση όλης της Ελλάδας. Προς τη «θέση» αυτή είναι άσχετο το αν θα μπορεί να εφαρμόζονται σ’ όλη την Ελλάδα. Αυτό είναι ζήτημα εντελώς σχετικό και εξαρτιέται από το άπλωμα της επικράτησης του Δημοκρατικού Στρατού, αλλά και από την αντίσταση των Ελλήνων εκεί όπου δεν επικρατεί ο Δημοκρατικός Στρατός. Οπωσδήποτε δεν πρέπει να γίνει σύγχυση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα: α) Στη χωρική έχταση που ελέγχει η νέα Πολιτική Εξουσία, η οποία έχταση πρέπει βέβαια να υπάρχει, αλλ’ η οποία μπορεί απεριόριστα σχεδόν να αυξομειώνεται (στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 τα εδαφικά όρια πολλές φορές περιοριστήκανε στο ελάχιστο) και β) στη δύναμη εφαρμογής των προσταγών της νέας Εξουσίας, που τίποτα δεν εμποδίζει να ξεπερνάει τα μεταβαλλόμενα εδαφικά όρια (στην περίοδο της άλλης κατοχής οι αποφάσεις των Λαϊκών δικαστηρίων πολλές φορές ίσχυαν και για κατοίκους κατεχομένων πόλεων, όπως στο Βόλο και αλλού)».

Ας περάσουμε τώρα να δούμε πώς οργανωνόταν η Λαϊκή Εξουσία στην πράξη.

Η Λαϊκή Εξουσία στην πράξη

Αμέσως μόλις δημοσιεύτηκαν οι «Καταστατικές Διατάξεις για την Ελεύθερη Ελλάδα» και οι πέντε πρώτες Πράξεις του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, στις ελεύθερες περιοχές της χώρας άρχισε η οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας με την εκλογή των Λαϊκών Συμβουλίων. Η εφημερίδα του Γ.Α. «Εξόρμηση» καταγράφει το κλίμα των πρώτων ημερών: «Ο λαός με ενθουσιασμό ρίχτηκε στο έργο κι άρχισε να εφαρμόζει στη ζωή τις σχετικές διατάξεις. Ανδρες και γυναίκες, νέοι και νέες πάνω από 18 χρόνων, στις ελεύθερες περιοχές, με γιορτές και συγκεντρώσεις οργανώνουν εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων της Λαϊκής Εξουσίας, των Λαϊκών Συμβουλίων, των Λαϊκών Δικαστηρίων κτλ. Ετσι στο χωριό Περιβόλι των Γρεβενών, στις 31 Αυγούστου – μέρα Κυριακή – μέσα σε εκδηλώσεις χαράς, συμφιλίωσης και αδελφοσύνης των κατοίκων γίνανε εκλογές. Οι χωρικοί χωρίς πια το χωροφύλακα του Ζέρβα, τον τραμπούκο χίτη, τον παλαιοκομματικό παράγοντα και εκβιαστή, ελεύθερα και δημοκρατικά με την ψήφο τους ανέδειξαν τους πιο άξιους του χωριού για το Λαϊκό Συμβούλιο και το Λαϊκό Δικαστήριο. Σε 32 χωριά της επαρχίας Κόνιτσας (Ηπειρος) γίνανε συγκεντρώσεις του λαού όπου αναλύθηκαν οι βασικές διατάξεις των Πράξεων του Γ.Α. του ΔΣΕ. Ο λαός με εκδηλώσεις χαράς και ενθουσιασμού υποδέχτηκε και επιδοκίμασε τις διατάξεις του Γ.Α. του ΔΣΕ και ζήτησε τη γρήγορη εφαρμογή τους. Αμέσως άρχισαν προετοιμασίες για τη διενέργεια εκλογών. Στις συγκεντρώσεις αυτές έγιναν προτάσεις για την εφαρμογή μέτρων για ορισμένα τοπικά ζητήματα»9.

Ο Τύπος του Δημοκρατικού Στρατού έχει πλήθος πληροφοριών γύρω από το ζήτημα της συγκρότησης των οργάνων της Λαϊκής Εξουσίας στις ελεύθερες περιοχές, που ασφαλώς δεν είναι δυνατό να τις παραθέσουμε. Θα σταθούμε σε μερικές: «Από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη – έγραφε η «Εξόρμηση» το Νοέμβρη του ’47 – ο λαός με την ελεύθερη ψήφο του αναδείχνει δημοκρατικά και ανεξάρτητα απ’ τα φρονήματά του τους εκλεχτούς του. Τον τελευταίο καιρό αρχίζει να εκλέγει τα δευτεροβάθμια διοικητικά του όργανα, όπου οι ανάγκες επιβάλλουν και υπάρχουν οι προϋποθέσεις»10. Οντως στις 4 του Νοέμβρη του 1947 στην έδρα ενός προωθημένου τάγματος του ΔΣΕ συγκλήθηκε η συνέλευση των αντιπροσώπων των Λαϊκών Συμβουλίων του Νομού Καστοριάς. Στη συνέλευση εξετάστηκαν η δράση, τα προβλήματα και οι αδυναμίες των Λαϊκών Συμβουλίων ενώ στο τέλος εκλέχτηκε το πρώτο Επαρχιακό Συμβούλιο στο Νομό Καστοριάς11. Ενας ελλιπής απολογισμός, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο του ΔΣΕ αναφορικά με την οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα, εμπεριέχει τα παρακάτω στοιχεία: Εκλογές για την ανάδειξη λαϊκών οργάνων εξουσίας έγιναν: Στο Αρχηγείο Ρούμελης, τουλάχιστον σε 120 κοινότητες. Στο Αρχηγείο Θεσσαλίας, τουλάχιστον σε 20 κοινότητες. Στο Αρχηγείο Μακεδονίας, τουλάχιστον σε 90 κοινότητες. Στο Αρχηγείο Ηπείρου, τουλάχιστον σε 20 κοινότητες και στο Αρχηγείο Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, τουλάχιστον σε 20 κοινότητες. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι στις 7 του Φλεβάρη του 1948 πραγματοποιήθηκε η Γενική Συνέλευση των Λαϊκών Συμβουλίων Φλώρινας- Καστοριάς με την παρουσία του υπουργού Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, Γ. Ιωαννίδη, του υπουργού Δικαιοσύνης, Μ. Πορφυρογένη, και του υπουργού Υγιεινής και Πρόνοιας, Πέτρου Κόκκαλη, όπου εξετάστηκε η δράση των Λαϊκών Συμβουλίων. Μία μέρα νωρίτερα είχε πραγματοποιηθεί η Γενική Συνέλευση των λαϊκών δικαστών Φλώρινας – Καστοριάς, παρουσία των υπουργών Μ. Πορφυρογένη και Π. Κόκκαλη, όπου συζητήθηκε το έργο της Λαϊκής Δικαιοσύνης και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε12.

Η ιστορική έρευνα ασφαλώς, στο μέλλον, θα διαφωτίσει ακόμη περισσότερο το ζήτημα της οργάνωσης και δράσης της Λαϊκής Εξουσίας. Εχει πάντως σημασία να αναφερθεί ότι η Λαϊκή Εξουσία εκεί που συγκροτήθηκε και κατάφερε να λειτουργήσει ασχολήθηκε με όλα τα λαϊκά προβλήματα. Μοίρασε τη γη στους αγρότες, οργάνωσε την καλλιέργειά της, έφτιαξε σχολεία και έθεσε σε λειτουργία τα υπάρχοντα, έφτιαξε νοσοκομεία και λειτούργησε αυτά που υπήρχαν, οργάνωσε τον επισιτισμό του λαού, προχώρησε σε έργα ανοικοδόμησης, κ.ο.κ.

Δεν πρέπει βεβαίως να μας διαφεύγει ότι μιλάμε για Λαϊκή Εξουσία σε εμπόλεμη κατάσταση, που δρούσε με τους περιορισμούς και τα προβλήματα που ο πόλεμος δημιουργούσε. Ενας πόλεμος που κανείς δεν αμφιβάλλει πως ήταν σκληρός και αδυσώπητος και αδιάκοπα μετέβαλλε τις καταστάσεις. Η Λαϊκή Εξουσία στον Εμφύλιο δεν έπαψε να αναπτύσσει ειρηνικό δημιουργικό έργο ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όταν η εδαφική της έκταση ήταν απελπιστικά περιορισμένη. Αλλωστε, το έργο της απευθυνόταν στο σύνολο του εργαζόμενου λαού είτε ζούσε σε ελεύθερες περιοχές είτε ζούσε σε περιοχές τις οποίες έλεγχε ο αστικός στρατός. Αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της αλήθειας είναι η ζωή και το έργο της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης.

Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και το έργο της

Στις 23 του Δεκέμβρη του 1947, συγκροτήθηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα η πρώτη Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση13.

Στην ιδρυτική της πράξη, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση διακήρυττε, ανάμεσα σε άλλα, ότι σκοπός της ήταν: «Να συνεχίσει και να εντείνει με όλα τα μέσα και με όλες τις δυνάμεις του λαού τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το ζυγό των ξένων ιμπεριαλιστών και των οργάνων τους, για την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας, για την επικράτηση και τη νίκη της Δημοκρατίας στην Ελλάδα και για την κατοχύρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ελληνικού λαού. Να κυβερνήσει τη χώρα πάνω σε λαϊκές και δημοκρατικές βάσεις παίρνοντας όλα τα μέτρα για την ανάπτυξη των λαϊκοδημοκρατικών θεσμών και μεταρρυθμίσεων, όπως των Λαϊκών Συμβουλίων, της Λαϊκής Δικαιοσύνης, της αγροτικής μεταρρύθμισης, της λαϊκής Παιδείας κλπ. και για την αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών του λαού στις ελεύθερες και στις απελευθερωμένες περιοχές»14.

Επίσης, στο διάγγελμά της η ΠΔΚ ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η διακυβέρνηση των ελεύθερων περιοχών πάνω σε λαϊκοδημοκρατικές βάσεις και η παραπέρα ανάπτυξη των θεσμών των Λαϊκών Συμβουλίων και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, που αποτελούν την πρώτη βάση για τη δημοκρατική αναδημιουργία, θα είναι ένα από τα κύρια καθήκοντά μας. Το ίδιο η εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών, των μεγάλων τραπεζών και της βαριάς βιομηχανίας. Η εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης, η αντιμετώπιση των επισιτιστικών αναγκών του λαού. Η αναδιοργάνωση της εθνικής οικονομίας και του κρατικού μηχανισμού πάνω σε λαϊκές δημοκρατικές βάσεις»15.

Από το σχηματισμό της και έως το τέλος του εμφυλίου πολέμου η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση εξέδωσε 24 νόμους, οι οποίοι σε τίτλους ήταν: «Για την τροποποίηση της Πράξης 11 του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ για τη συγκρότηση του σώματος αξιωματικών του ΔΣΕ». «Για την υπαγωγή της Λαϊκής Πολιτοφυλακής στο υπουργείο Εσωτερικών». «Για την αμνηστία κοινών και πολιτικών εγκλημάτων». «Για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής». «Για το διορισμό κυβερνητικών αντιπροσώπων στις περιοχές». «Για τη ρύθμιση των εργατικών ζητημάτων». «Στρατιωτικές διατάξεις». «Για τις επιτάξεις». «Για την οργάνωση της στρατιωτικής Δικαιοσύνης». «Για την εισφορά στην παραγωγή». «Για την ανταλλαγή καταδίκων προδοτών με δημοκρατικούς πολίτες ή στρατιωτικούς». «Συμπλήρωση της πράξης αρ. 1 του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού για την οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας». «Για την απονομή ηθικών αμοιβών». «Για την απονομή ηθικών αμοιβών στη Λαϊκή Πολιτοφυλακή». «Για την έκδοση εσωτερικού κανονισμού του Σώματος Λαϊκής Πολιτοφυλακής». «Για τις συντάξεις στα θύματα των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων». «Για τη δημιουργία Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου». «Στρατολογικές διατάξεις». «Συμπληρωματικές διατάξεις στο Νόμο 9/1948». «Καθιέρωση μεταλλίου «Ελεύθερη Ελλάδα»». «Μετάλλια και τιμητικές διακρίσεις». «Για τη γενική αμνηστία πολιτικών και κοινών εγκλημάτων». «Συμπληρωτικές διατάξεις στο νόμο 7/1948». «Ερμηνευτικές και συμπληρωματικές διατάξεις στο νόμο 18/1949»16.

Είναι αυτονόητο πως όλο αυτό το νομοθετικό έργο δεν είναι δυνατό να παρουσιαστεί και να αναλυθεί στο παρόν κείμενο. Εχει όμως σημασία να παραθέσουμε εκτενή αποσπάσματα από μια συνέντευξη στην «Εξόρμηση» του υπουργού Δικαιοσύνης Μιλτιάδη Πορφυρογένη, αναφορικά με το νομοθετικό αυτό έργο, που δόθηκε με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη συγκρότηση της ΠΔΚ. «Η ΠΔΚ – λέει ο Πορφυρογένης17– έχοντας ως κύριο έργο της τη διεξαγωγή και την καθοδήγηση του ένοπλου αγώνα απέφυγε να παρουσιάσει ένα πλούσιο νομοθετικό έργο. Αυτό δεν έγινε τυχαία. Ο πόλεμος ακόμα βρίσκεται στο κέντρο κάθε δουλιάς. Οι ελεύθερες περιοχές με τα Λαϊκά Συμβούλια μπόρεσαν να διοικηθούν χωρίς να ‘χουν ανάγκη από πολλούς νόμους. Η νομοθετική λοιπόν δουλιά περιορίστηκε σε νόμους που οι περισσότεροι αφορούν την οργάνωση του ΔΣΕ. Ωστόσο, για βασικά θέματα που είχαν ανάγκη να ρυθμιστούν νομοθετικά δημοσιεύτηκαν νόμοι. Θα μπορούσε να αναφέρει κανένας σαν σπουδαιότερους: α) Το νόμο της αμνηστίας. Επρόκειτο για μια γενναιόφρονη χειρονομία της ΠΔΚ που έδινε συγκεκριμένη μορφή στην πολιτική συμφιλίωσης που υποσχέθηκε να ακολουθήσει και ακολούθησε με τόση συνέπεια. Εκατοντάδες εγκληματίες, τρομοκράτες ή κατάσκοποι απολύθηκαν. Ο λαός εκτίμησε καλά τη χειρονομία αυτή της ΠΔΚ και πολλοί ΜΑΥδες κατέθεσαν τα όπλα. Είναι χαρακτηριστικό πως πολύ λίγοι απ’ αυτούς που αμνηστεύτηκαν συνέχισαν την εγκληματική τους δράση. β) Το νόμο για την ακύρωση των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής. Η ΠΔΚ ρύθμισε νομοθετικά το ζήτημα αυτό που ενδιαφέρει εκατοντάδες χιλιάδες βιοπαλαιστών σ’ όλη τη χώρα κατά τρόπο που και οι φτωχοί και οι μεσαίοι πωλητές ικανοποιούνται και οι φτωχοί και οι μεσαίοι αγοραστές δε ζημιώνονται. Είναι ένας νόμος που επιτρέπει στον καθένα να δει πόσο δίκαια μπορούν να λυθούν και τα πιο πολύπλοκα ζητήματα όταν επικρατήσει ένα λαϊκό δημοκρατικό πνεύμα. γ) Ο νόμος για την εισφορά στην παραγωγή. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η άμεση προοδευτική φορολογία και ικανοποιήθηκε έτσι η παλιά λαϊκή απαίτηση. δ) Ο νόμος για τις εργατικές διατάξεις που δίνει το μέτρο της εργατικής πολιτικής που ακολουθεί η ΠΔΚ και ικανοποιεί όλες τις βασικές απαιτήσεις της εργατιάς. «Η εργασία είναι βασική κοινωνική λειτουργία και δημιουργεί δικαίωμα για την απόλαυση όλων των αγαθών της ζωής» λέει το πρώτο άρθρο του νόμου. Επιβάλλει το σεβασμό της ανεξαρτησίας των συνδικάτων, προστατεύει την απεργία, καθιερώνει την ισοτιμία της γυναίκας στην αμοιβή, τις άδειες κάθε χρόνο, τις εργοστασιακές επιτροπές, τις κοινωνικές ασφαλίσεις και μια σειρά άλλα δικαιώματα. Το πνεύμα που χαρακτηρίζει όλους τους νόμους είναι λαϊκο-δημοκρατικό. Αυτό φαίνεται σε όλους τους νόμους, απ’ τους πιο ουσιαστικούς ως τους πιο τυπικούς. Η ΠΔΚ βάζει σήμερα τις βάσεις για την αυριανή λαϊκοδημοκρατική αναδημιουργία της Ελλάδας. Οι βάσεις αυτές είναι στέρεες και αποτελούν εγγύηση για το μέλλον».

Η κληρονομιά της Λαϊκής Εξουσίας, όπως αυτή μπόρεσε να οικοδομηθεί στα χρόνια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και κατοπινά στον εμφύλιο πόλεμο, αποτελεί μια παρακαταθήκη τεράστιας σημασίας για το επαναστατικό κίνημα. Η μελέτη της είναι σίγουρο όπλο, επιβεβαίωση της αλήθειας ότι μια άλλη κοινωνία χωρίς εκμεταλλευτές, με το λαό αφέντη και οικοδόμο της, είναι κάτι περισσότερο από ρεαλιστική κι αδιαμφισβήτητη εγγύηση ότι το μέλλον της ανθρωπότητας έχει λαμπρή συνέχεια πέραν του καπιταλισμού.

Σημειώσεις:

1. «Η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ 1946-1949», Εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 616-620 και «Ριζοσπάστης» 13/12/1996

2. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 1, 10/8/1947

3. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 2, 10/8/1947

4. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 3, 10/8/1947

5. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 4, 10/8/1947

6. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 5, 10/8/1947

7. Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, αρ. 5, 10/8/1947

8. ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Αρθρο του Ι. Ι., δημοσιευμένο στην ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ του Σεπτέμβρη 1947.

9. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 8, 27/9/1947

10. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 11, 15/11/1947

11. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 11, 15/11/1947

12. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 18, 15/2/1948

13. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 15 1/1/1948

14. «Εφημερίδα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης», αριθ. φύλλου 1, 28/12/1947 και «Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 6ος, σελ. 452 – 454

15. Ολόκληρο το Διάγγελμα: «Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα», τόμος 6ος, σελ. 455 – 457 και «Εφημερίδα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης», αριθ. φύλλου 1, 28/12/1947

16. Ολοι οι νόμοι της ΠΔΚ είναι δημοσιευμένοι: «Εφημερίδα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης», αριθμός φύλλων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 16, 19, 35, 36, 38, 52 και 65

17. «Εξόρμηση», αρ. φύλλου 42 24/12/1948

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο

Λαϊκή συνέλευση σε χωριό της Ελεύθερης Ελλάδας. Οι λαϊκοί θεσμοί καταγράφηκαν στην ιστορία ως φύτρα της νέας λαϊκής εξουσίας

Η αυτοδιοίκηση στη δεκαετία του 1940-1950.

Η πρώτη περίοδος δημιουργίας των νέων θεσμών στην Ελεύθερη Ελλάδα
Η δημιουργία μέσω του αντάρτικου αγώνα μεγάλων χώρων αυτονομημένων από την κατοχική εξουσία έφερε το ζήτημα του διοικητικού κενού και την ανάγκη κάλυψής του. Την πρώτη περίοδο λειτουργίας του χώρου της Ελεύθερης Ελλάδας, θα δοθούν διαφορετικές απαντήσεις, σε σύγκρουση μεταξύ τους, πάνω στο βαθμό ριζοσπαστικότητας της νέας εξουσίας, σύγκρουση που θα απασχολήσει αναγκαστικά και την ηγεσία του ΚΚΕ.

Οι χώροι για τους οποίους μιλάμε, δεν ήταν ξένοι προς την ιδέα της αυτοδιοίκησης ούτε οι δεσμοί τους με την κεντρική κρατική διοίκηση της χώρας ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενοί. Στην Ευρυτανία, στην απομονωμένη Λάκα του Φουρνά δημιουργήθηκε το φθινόπωρο κιόλας του 1942 ο πρώτος γραπτός κώδικας λαϊκής αυτοδιοίκησης, ο γνωστός «Κώδικας Ποσειδώνα» από την τοπική υπαχτιδική επιτροπή του ΚΚΕ. Μέσω του κώδικα αυτού, οι ευρυτάνες κομμουνιστές, ουσιαστικά απαντούσαν στο πιεστικό ζήτημα της οργάνωσης ενός χώρου εντελώς αυτονομημένου από κάθε κεντρική εξουσία, οργάνωσης που έπρεπε να συμβαδίζει με τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα και μιας κλειστής αυτάρκους οικονομίας. Όταν επιπλήχτηκαν από την ανώτερη οργάνωση του ΚΚΕ στην Ευρυτανία, ότι κινούνται εκτός της εθνικοαπελευθερωτικής γραμμής του ΕΑΜ, η απάντηση του Γεωργούλα Μπέικου ήταν ενδεικτική: «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 – κάνουμε επανάσταση».
Οι διατάξεις του Κώδικα Ποσειδώνα εγκαθίδρυαν τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτούς εκλέγονταν σε κάθε χωριό πενταμελείς επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης από Γενική Συνέλευση. Οι συνελεύσεις αυτές ήταν όργανα της λαϊκής εξουσίας και επιλαμβάνονταν όλων των προβλημάτων του χωριού. Η δικαιοσύνη γινόταν λαϊκή και απονέμονταν από λαϊκά δικαστήρια. Συγκροτούνταν για τα διάφορα ζητήματα υποεπιτροπές, επισιτιστική, λαϊκής ασφαλείας, σχολική, εκκλησιαστική. Οριζόταν ως ανώτερο σώμα η Γενική Συνέλευση του χωριού, που θα συνερχόταν τακτικά ανά μήνα.
Ξεκινώντας από την ανάγκη οργάνωσης και διοίκησης του χώρου, οι δημιουργοί των πρώτων αυτών θεσμών εφαρμόζουν και μια συγκεκριμένη, ριζοσπαστική σύλληψη των πραγμάτων. Οι ίδιοι οι θεσμοί δεν αποτελούν μια ουδέτερη μορφή για την αυτοδιοίκηση των ελευθερωμένων περιοχών αλλά εισάγουν πολλά ριζοσπαστικά μέτρα, τα οποία, αλλού λιγότερο αλλού περισσότερο, θα επηρεάσουν τις συλλογικές πρακτικές και νοοτροπίες. Μερικά από τα μέτρα αυτά ήταν και η ανάδειξη της γενικής συνέλευσης ως κυρίαρχου οργάνου, της δημοκρατικής εκλογής, ελέγχου και ανακλητότητας των αντιπροσώπων, που ήταν άμισθοι, η πολιτική ισοτιμία γυναικών και ανδρών αλλά και η επιδίωξη επίτευξης συμβιβασμού στα λαϊκά δικαστήρια, με διαδικασίες δωρεάν για τους διαδίκους και η επιβολή ποινών με σκοπό τη βελτίωση του υπαίτιου.
Λίγο πιο βόρεια, στη Θεσσαλία, στα χωριά που απελευθερώνονται, διατηρούνται τα μεταξικά κοινοτικά συμβούλια. Αντικαθίστανται μόνο όσοι από τους τοπικούς άρχοντες έχουν επιβαρυνθεί με συνεργασία με τον κατακτητή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λ. Αρσενίου, η κατάργηση των παλιών κοινοτικών συμβουλίων θα αποτελούσε αντίφαση με την πολιτική της εθνικής ενότητας. Όμως, όπως χαρακτηριστικά περιέγραφε ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Μπουκουβάλας, «το σύστημα [των παλιών κοινοτικών συμβουλίων] είχε σαπίσει, έλυωνε κάτω από το κλίμα που δημιουργούσε ο απελευθερωτικός αγώνας». Πολλοί παλιοί πρόεδροι πέρασαν με το ΕΑΜ και άλλοι είχαν αποσυρθεί για να μην αναγκάζονται να υπηρετούν τους κατακτητές.

Ανάπτυξη και δράση της λαϊκής αυτοδιοίκησης


Η ανάπτυξη της ένοπλης Αντίστασης οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ανάγκη διοίκησης των περιοχών στις οποίες βασίζεται για τη συντήρηση και τη στελέχωσή της. Σε αυτές τις περιοχές δεν συντρέχει πλέον λόγος διατήρησης τοπικών εξουσιών της τεταρτοαυγουστιανής περιόδου και ο δρόμος είναι ανοιχτός για την εδραίωση της λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης. Είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή από το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, (ΚΓΣΑ) από τις 10 Αυγούστου 1943 η Απόφαση 6 για τα ζητήματα αυτοδιοίκησης. Η Απόφαση 6 του ΚΓΣΑ ρύθμιζε με γενικό τρόπο, τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και της δικαιοσύνης στις ελεύθερες περιοχές. Όρισε τιμές για τα βασικά είδη διατροφής, επέβαλε εισφορά για την ενίσχυση των αντάρτικων δυνάμεων, των πολεμοπαθών και του ορεινού πληθυσμού και παρακράτημα στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως τροφίμων. Συγκρότησε κοινά φρουραρχεία σε περιοχές οπού δρούσαν πάνω από μια οργανώσεις και επόπτευσε τις διαδικασίες σχετικά με τις εκλογές των επιτροπών και υποεπιτροπών.
Με την de facto κατάργηση του ΚΓΣΑ, η διοίκηση της Ελεύθερης Ελλάδας, έπρεπε να οργανωθεί θεσμικά ενιαία εξαρχής. Αυτήν την ανάγκη κάλυψε η διαταγή 2929 του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ την 1η Δεκεμβρίου 1943, που έθετε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1944 τις «Διατάξεις για την Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη». Η εισαγωγή θεσμών, όπως το Ακυρωτικό δικαστήριο και το Επαρχιακό και Νομαρχιακό Συμβούλιο, έδειχναν ότι πλέον ετίθετο με επίταση το ζήτημα της διοίκησης μεγάλων ενιαίων περιοχών και δεν ήταν πλέον ζήτημα αυτοοργάνωσης αποκλεισμένων ορεινών κοινοτήτων ή κάλυψης βασικών αναγκών του ένοπλου αγώνα. Η πολιτική διοίκηση της Ελεύθερης Ελλάδας, που οδήγησε και στο σχηματισμό της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), δεν ήταν πλέον απλά ένα στοιχείο πολιτικής τακτικής, ήταν μια αναγκαιότητα.
Από τις 13 Μαρτίου, με την Πράξη 4 η ΠΕΕΑ επικύρωνε την ισχύ των «Διατάξεων για την αυτοδιοίκηση και τη λαϊκή δικαιοσύνη», του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, οι οποίες ίσχυαν για τις περιοχές δικαιοδοσίας του από την 1η Ιανουαρίου 1944. Οι Διατάξεις αποτελούσαν συστηματοποίηση του πρότερου Κώδικα Στερεάς Ελλάδας και αποτελούνταν από 146 άρθρα. Κάθε κοινότητα, δήμος, επαρχία και νομός διοικούνταν από συμβούλια και κάθε κοινότητα και δήμος είχε λαϊκές επιτροπές (λαϊκής ασφάλειας, σχολική, εκκλησιαστική, κοινωνικής πρόνοιας, επισιτισμού καθώς και εξελεγκτική). Σε κάθε κοινότητα και δήμο λειτουργούσε και λαϊκό δικαστήριο και σε κάθε έδρα παλιού ειρηνοδικείου αναθεωρητικό δικαστήριο. Η ΠΕΕΑ επιπρόσθετα διόριζε έναν διοικητικό αντιπρόσωπο σε κάθε επαρχία, με αρμοδιότητα την «καθοδήγηση και παρακολούθηση των οργάνων της αυτοδιοίκησης».
Μια ημέρα μετά την θέσπιση της Πράξης 4 για την αυτοδιοίκηση, η Γραμματεία Εσωτερικών της ΠΕΕΑ με την Εγκύκλιο 1 «προς όλα τα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης» ανακοίνωνε τους σκοπούς της για το θεσμό. Περιέγραφε την αυτοδιοίκηση ως «θεμέλιο της αυριανής μεταπολεμικής αναδημιουργίας», που έπρεπε από τώρα να φροντίσει τις ανάγκες του λαού της Ελεύθερης Ελλάδας που τόσο επιβαρυνόταν από τις ανάγκες του πολέμου. Σύμφωνα με την Εγκύκλιο, η τοπική αυτοδιοίκηση για να αποδώσει, έπρεπε να ολοκληρωθεί με τη συγκρότηση των Επαρχιακών και Νομαρχιακών Συμβουλίων. Ζητούσε δε από τα όργανα όλων των βαθμίδων να στείλουν στη Γραμματεία Εσωτερικών τους προϋπολογισμούς τους και να υποδειχτούν μέτρα για τη βελτίωση των οικονομικών των δήμων, επαρχιών και κοινοτήτων.

Η αυτοδιοίκηση ασχολήθηκε με την ίδρυση ή την εξασφάλιση λειτουργίας σχολείων και μονάδων περίθαλψης, μικρά νοσοκομεία και φαρμακεία. Αυτή η προσπάθεια περιλάμβανε και την πληρωμή των δασκάλων και των γιατρών από την αυτοδιοίκηση. Επενέβη και στο ζήτημα της αγοράς εργασίας, καθορίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ημερομίσθια και ορίζοντας εκ περιτροπής εργασία σε κοινοτικά έργα.  Έγιναν έτσι μια σειρά μικρά και μεγαλύτερα δημόσια έργα, επισκευές γεφυρών και δημόσιων δρόμων αλλά και νέα έργα όπως ο ηλεκτροφωτισμός των κοινοτήτων. Σε ορισμένες περιοχές, εφαρμόστηκε και ο θεσμός του λαϊκού πρατηρίου το οποίο διέθετε σε φτηνές τιμές εμπορεύματα όπως αλάτι, σταφιδίνη και τσιγαρόχαρτα. Με πόρους από το δημοτικό ταμείο και από τους συνεταιρισμούς αγόραζε προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλούσε με μικρό κέρδος.

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα της αυτοδιοίκησης, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής και των αποφάσεων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ήταν και η ενίσχυση των πιο αδύναμων περιοχών της Ελεύθερης Ελλάδας, είτε αυτές ήταν παραδοσιακά άγονες περιοχές όπως στην Ήπειρο ή θύματα των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών, οι οποίοι από το φθινόπωρο του 1943 μεθοδικά κατέστρεφαν εξολοκλήρου χωριά με αλλεπάλληλες επιχειρήσεις. Αυτή η κατάσταση, εκτός από την άμεση τρομοκρατία αποτελούσε και μια μορφή οικονομικού πολέμου καθώς, καταστρέφοντας όλες τις παραγωγικές υποδομές (ζώα, σοδειές, αποθηκευτικούς χώρους, δέντρα), οι Γερμανοί διέλυαν την παραγωγική βάση της Ελεύθερης Ελλάδας και υπονόμευαν πολλαπλά τις δυνατότητες δράσης του ΕΛΑΣ. Το ότι σε αυτήν την κατάσταση, δεν είχαμε μια κατάρρευση του αντιστασιακού πλέγματος ούτε μια σοβαρή επισιτιστική κρίση, πρέπει να οφείλεται σε ένα σημαντικό δίκτυο αλληλοστήριξης των περιοχών της Ελεύθερης Ελλάδας. Εκτός από τη φορολογία και τα αποθέματα που διαχειριζόταν κεντρικά η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ) και που μπορούσε να διανείμει στη μια ή την άλλη περίπτωση, εκτεταμένες ήταν οι πρωτοβουλίες εράνων υπέρ των «πυροπαθών», που συγκέντρωνε κυρίως η Εθνική Αλληλεγγύη και προωθούσε στη συνέχεια η ΕΤΑ προς τους έχοντες ανάγκη. Η αυτοδιοίκηση διοργάνωσε κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια από τις αποκλεισμένες περιοχές για την απόσπαση βοήθειας από τις επιτροπές του Ερυθρού Σταυρού.

Η κατεχόμενη χώρα

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της αυτοδιοίκησης σε μια χώρα κατεχόμενη, με μια δωσίλογη κεντρική εξουσία και τρεις διαφορετικούς κατακτητές; Οι ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας επεφύλαξαν ένα σημαντικό ρόλο για τις τοπικές εξουσίες, που ολοένα και μεγάλωνε μέχρι την απελευθέρωση. Η Κατοχή της χώρας την είχε βρει με το καθεστώς Μεταξά, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που είχε καταργήσει και τις αιρετές τοπικές διοικήσεις. Στη θέση τους τοποθέτησε ανθρώπους διορισμένους από το καθεστώς και υπόλογους σε αυτό. Η στάση τόσο των ίδιων όσο και του περίγυρού τους ποίκιλε κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου. Πολλοί διατήρησαν τις θέσεις τους και ανάμεσά τους άλλοι συντάχθηκαν στην υπηρεσία του νέου αφέντη, ενώ άλλοι συνεργάστηκαν με τις αντιστασιακές δυνάμεις προσφέροντας ένα προκάλυμμα νομιμότητας.
Στην πρώτη κατοχική περίοδο, χάος και αποδιοργάνωση προκλήθηκε από την τριχοτόμηση της χώρας, την επίταξη βασικών αγαθών και υπηρεσιών από τους κατακτητές και ουσιαστικά την αφαίρεση κάθε εξουσίας και κύρους από τον εγχώριο δωσιλογισμό. Το κράτος φάνταζε μακρινό, άδικο και υπόλογο για την ήττα της χώρας και τα πάθη της κατοχής. Αναβίωναν τα φαινόμενα ληστείας και η απειλή του λιμού σκιάζει τη χώρα. Σε αυτό το σκηνικό, η τοπική αυτοδιοίκηση ήταν ένας πόλος συνοχής της τοπικής κοινωνίας, εξαιρετικά εύθραυστος όμως. Χωρίς κανένα ουσιαστικό μέσο καλούνταν να υλοποιήσει τις διαταγές των κατοχικών φρουραρχείων και τις δωσίλογες πολιτικές της «Ελληνικής Πολιτείας». Καλούνταν να μαζέψει τα όπλα που είχαν φυλάξει οι πολίτες από τον πρόσφατο πόλεμο, να εφαρμόσει ανεδαφικές αποφάσεις για διατίμηση αγαθών, να καταγράψει τους δημότες, να κάνει κοινωνική πολιτική μέσω εράνων και διορισμών, και το κυριότερο ίσως, να συμβάλλει στην υποχρεωτική πλέον συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής. Μετατρεπόταν δηλαδή σε εκτελεστή της κατοχικής πολιτικής. Είδαμε πως με βάση αυτήν την κατάσταση ένα μεγάλο μέρος της χώρας απελευθερώθηκε από την ένοπλη Αντίσταση, όπου και άλλαξε εντελώς ο ρόλος της αυτοδιοίκησης.
Το μεγαλύτερο όμως μέρος της χώρας και ιδιαίτερα τα αστικά κέντρα, παρέμειναν υπό κατοχή και η τοπική αυτοδιοίκηση στην υπηρεσία των κατακτητών και της δωσίλογης κυβέρνησης των Αθηνών. Ο ρόλος όμως της αυτοδιοίκησης θα αναβαθμιζόταν γρήγορα με την τακτική από ένα σημείο και έπειτα άφιξη της ξένης βοήθειας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΣ). Αυτή η βοήθεια, περίπου 15.000 τόνοι τροφίμων μηνιαίως, έφτανε με πλοία στο λιμάνι του Πειραιά και διανεμόταν σε όλη τη χώρα μέσω της Επιτροπής Διαχείρισης Βοηθημάτων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Το φθινόπωρο του 1942 η Επιτροπή ήταν σε θέση να καταρτίσει ένα Γενικό Πρόγραμμα, βάσει του οποίου θα γίνονταν οι διανομές πανελλαδικά. Ουδέτεροι αντιπρόσωποι του ΔΕΣ με απεριόριστη εξουσία πάνω στις τοπικές επιτροπές τοποθετούνται στη Θεσσαλονίκη για την περιοχή της Μακεδονίας, στη Μυτιλήνη και τη Χίο, στην Τρίπολη για το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, στο Ηράκλειο για την Κρήτη και στον Βόλο για τη Θεσσαλία. Συγκροτούνται 45 Κεντρικές Επιτροπές Διανομών στις πρωτεύουσες των νομών και των επαρχιών, με επικεφαλής στις περισσότερες περιπτώσεις τους κατά τόπους μητροπολίτες. Οι Κοινοτικές Επιτροπές γίνονται πλέον περίπου 3.000. Οι 3.000 επιτροπές διανομής, ένας ισχυρός μηχανισμός που τελούσε υπό την έγκριση όχι μόνο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού αλλά και των Αρχών Κατοχής, ήταν εν πολλοίς μια ανασύσταση του προπολεμικού κράτους με ανανεωμένο κύρος, που το καρπωνόταν εν μέρει η κατοχική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο της Επιτροπής, σουηδό Πωλ Μον:  «Τα κύρια στηρίγματά μας ήταν οι επιτροπές που σχηματίσαμε σε κάθε τόπο όπου γίνονταν διανομές. Κεντρικές επιτροπές, εξαρτημένες από την επιτροπή μας, έδρευαν στις μεγαλύτερες πόλεις και αυτές είχαν την εποπτεία εκατοντάδων τοπικών επιτροπών. Στα μεγαλύτερα κέντρα ως πρόεδρο ορίζαμε συνήθως τον μητροπολίτη και ως μέλη τον νομάρχη της περιοχής ή τον δήμαρχο, διευθυντές τραπεζών, γιατρούς, βιομηχάνους και εκπροσώπους εργατών.

Στα λιγότερο σημαντικά κέντρα, μέλη των επιτροπών ήταν κυρίως αγρότες και εργάτες, που ήταν πιο πολυάριθμοι, με τη συμπαράσταση του σταθμάρχη χωροφυλακής, του παπά και του δασκάλου. Τα μέλη των τοπικών επιτροπών έπρεπε να τα εγκρίνουμε εμείς και μέχρι ένα βαθμό οι Αρχές Κατοχής». Με αυτόν τον τρόπο, οι δήμαρχοι και οι κοινοτάρχες αποκτούν μια υλική βάση γύρω από την οποία μπορούν να κτίσουν την επιρροή τους. Αρκετοί θα χρησιμοποιήσουν αυτήν την εξουσία για να ενισχύσουν ή και να δημιουργήσουν τοπικές δωσιλογικές μονάδες και κοινωνικές συμμαχίες ενάντια στο εαμικό στρατόπεδο. Η επικράτηση του ΕΑΜ σε όλη σχεδόν την ύπαιθρο την περίοδο της απελευθέρωσης θα οδηγήσει αυτές τις δυνάμεις στο παρασκήνιο για να ξεπροβάλουν και πάλι μετά την παράδοση των όπλων και τη συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο 1945 και να ξεκινήσουν κατά τόπους την τρομοκράτηση των αριστερών και ευρύτερα δημοκρατικών δυνάμεων.

Η αυτοδιοίκηση στον εμφύλιο πόλεμο

Η Συμφωνία της Βάρκιζας ουσιαστικά σήμαινε το τέλος της «εαμικής αυτοδιοίκησης» ξηλώνοντας τις αρχές που είχαν εγκατασταθεί από τις πολιτικές οργανώσεις ή και εκλεγεί από το λαό και εγκαθιστώντας νέες, πιστές στη νέα κυβέρνηση. Η παράδοση της εξουσίας από το ΕΑΜ γινόταν στις μονάδες της Εθνοφυλακής που προωθούνταν με τη συνοδεία βρετανικών στρατευμάτων και στις νέες αρχές που ακολουθούσαν τις στρατιωτικές δυνάμεις, σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας και τα πρωτόκολλα που τη συνόδευαν. Οι νέες αρχές διέλυαν τους εαμικούς θεσμούς και σύντομα περνούσαν στο στάδιο καταδίωξης των μελών και οπαδών του ΕΑΜ και στη συντριβή της υποδομής των οργανώσεων. Ο νέος νομάρχης Λαμίας, για παράδειγμα, έπαυσε τα επαρχιακά συμβούλια του ΕΑΜ και στο δήμο Λαμιέων επανέφερε το τελευταίο διοικητικό συμβούλιο που είχε διοριστεί από την κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη. Δεν άργησαν οι διώξεις όσων είχαν συνδεθεί με το εαμικό κίνημα και η εκκαθάριση των υπηρεσιών από αυτούς ενώ από την άλλη απελευθερώθηκαν όσοι κρατούνταν από την Εθνική Πολιτοφυλακή κατηγορούμενοι για δωσιλογισμό, όπως ο κατοχικός νομάρχης Τρικάλων Πιπιλιάγκας.
Οι θεσμοί της λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης καταργήθηκαν, οι φορείς τους κυνηγήθηκαν ενώ ακόμα και τα υλικά τους ίχνη καταστράφηκαν. Η αυτοδιοίκηση σε όλη τη χώρα πλέον υπαγόταν στην κεντρική εξουσία, και οι τοπικές εξουσίες γίνονταν κύτταρα του αγώνα ενάντια στον «συμμοριτισμό». Η βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού είχε αντικατασταθεί από αυτήν της βρετανικής οργάνωσης  Εμ-Ελ και αυτή με τη σειρά της με εκείνη της ΟΥΝΡΑ των Ηνωμένων Εθνών και ουσιαστικά των ΗΠΑ. Σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, η πολιτική καταπίεση θα περνούσε μέσα από τα όργανα της αυτοδιοίκησης που θα αποφάσιζαν ποιοι ήταν αρκετά εθνικόφρονες ώστε να λάβουν την αναγκαία βοήθεια.
Ο πρόεδρος της κοινότητας, που συνήθως ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον επικεφαλής της τοπικής Οργάνωσης Εθνικοφρόνων, ήταν ένας «μικρός άρχοντας» που είχε πολλές φορές εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους συγχωριανούς του. Αυτός καθόριζε όχι μόνο ποιοι θα δουλέψουν και σε ποιους θα κατευθυνθούν τα αγαθά της ξένης βοήθειας, αλλά και ποιος  θα εκτοπιστεί στην εξορία και ποιος θα εκτελεστεί ακόμα. Στην κοινότητα απευθύνονταν και τα γράμματα των μακρονησιωτών με τις δηλώσεις μετανοίας και ανάνηψης από τον κομμουνισμό.
Η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο καθόρισε σε τοπικό επίπεδο τη μορφή και το περιεχόμενο της αυτοδιοίκησης. Θα έπρεπε να τελειώσει ο εμφύλιος για να ξαναπιαστεί το νήμα της λαϊκής συμμετοχής μέσα σε νέες οπωσδήποτε συνθήκες.

* Του Γιάννη Σκαλιδάκη. Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Βασική Βιβλιογραφία

Δημήτριος Ι. Ζέπος, Λαϊκή δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1986.

Χρήστος Κωνσταντινόπουλος, Η εφαρμογή των θεσμών της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης στη Γορτυνία (1943-44). Ανέκδοτα έγγραφα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Γεωργούλας Μπέικος, ΕΑΜ και Λαϊκή Αυτοδιοίκηση, Θεσσαλονίκη, 1976.

Γεωργούλας Μπέικος, Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα, τόμος 2ος, Θεμέλιο, Αθήνα, 2005.

Θανάσης Τσουπαρόπουλος, Οι λαοκρατικοί θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Ιστορική και Νομική Προσέγγιση, Αθήνα, εκδόσεις Γλάρος, 1989.

Χρήστος Τυροβούζης, Αυτοδιοίκηση και «Λαϊκή» Δικαιοσύνη 1942-1945, Αθήνα, Προσκήνιο, 1991.

ΠΗΓΗ: e-dromos.gr