Χρονολογικό αφιέρωμα στο Δεκέμβρη του 1944: 13 Δεκέμβρη

Από τις μάχες του Δεκέμβρη στους δρόμους της Αθήνας

Από τις μάχες του Δεκέμβρη στους δρόμους της Αθήνας

Ο ΕΛΑΣ κατέλαβε τα αεροδρόμια Τατοΐου και Ελευσίνας, ενώ συνέχισε να περισφίγγει τον κλοιό γύρω από το κέντρο της Αθήνας. Οι εμπροσθοφυλακές του είχαν διεισδύσει έως τις οδούς Σόλωνος και Σωκράτους, στην περιοχή της αγοράς και βρίσκονταν πλέον μόλις 1.000 μέτρα από ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας» και το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, όπου ήταν εγκατεστημένα τα επιτελεία των εγχώριων αστικών και των βρετανικών δυνάμεων. Οι Βρετανοί αποσύρθηκαν από τη Σχολή Ασυρμάτου και τις Φυλακές Συγγρού.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Καισαριανή ενήργησαν αντεπίθεση προς τα Κουπόνια, σταθεροποιώντας το μέτωπο έως τα τέλη Δεκέμβρη. Δύναμη 15 ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής τον Καπετάνιο του Τάγματος Καισαριανής Ορέστη και το Διοικητή του 3ου Λόχου Βουτυρά διείσδυσαν έως την περιοχή όπου ήταν στρατοπεδευμένα 2 Τάγματα της Ορεινής Ταξιαρχίας και τα αιφνιδίασαν. Ακολούθησε μια από τις ηρωικότερες συγκρούσεις του Δεκέμβρη, όπου οι συντριπτικά λιγότεροι μαχητές του ΕΛΑΣ περικυκλώθηκαν και αρνούμενοι να παραδοθούν πολέμησαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Όσοι δεν έπεσαν νεκροί στη διάρκεια της μάχης κατακρεουργήθηκαν επί τόπου αμέσως μετά: ούτε τραυματίες, ούτε αιχμάλωτοι. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, μόνο το πτώμα του Κατετάν Ορέστη, είχε 50 χτυπήματα από μαχαίρι στο στήθος και το κεφάλι.[1]

Στον Πειραιά, ο ΕΛΑΣ χτύπησε το Μέγαρο Σπυράκη και την Ηλεκτρική, όπου στρατωνίζονταν Βρετανοί και Χίτες, προξενώντας τους μεγάλες απώλειες. Στο μεταξύ, οι αφίξεις νέων ενισχύσεων του εχθρού συνεχίστηκαν όλη τη μέρα στην ακτογραμμή Καστέλας-Παλαιού Φαλήρου. Στη δύναμη του ΕΛΑΣ προστέθηκε η ΧΙΙΙ Μεραρχία (Στερεάς), δύναμης 2.500 ανδρών. Ο ΕΛΑΣ αναδιάταξε τις γραμμές του και το βράδυ της 13ης προς 14ης Δεκέμβρη επιχείρησε δυναμική επίθεση στη γραμμή Μοσχάτο-Φάληρο, η οποία στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία: ανατινάχθηκε το Διοικητήριο ενός Συντάγματος και κτίρια που χρησιμοποιούνταν ως στρατώνες ή όρχοι οχημάτων, αιχμαλωτίστηκαν 120 Βρετανοί και αποικιακοί στρατιώτες, ενώ κυριεύτηκε σημαντικός –και απόλυτα αναγκαίος- οπλισμός, πυρομαχικά, κοκ.

Στο μέτωπο τις σίτισης, οι Βρετανοί παρεμπόδισαν τη διανομή αλευριού από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό στις ελεύθερες περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, καθώς και την αποστολή γάλακτος στα νοσοκομεία. Το δύσκολο έργο του επισιτισμού έπεσε στους ώμους της Παναθηναϊκής και Παμπειραϊκής Λαϊκής Επιτροπής, στις οποίες υπάγονταν δεκάδες συνοικιακές Λαϊκές Επιτροπές.[2]

***

[1] Οι Ανατολικές Συνοικίες το Δεκέμβρη του 1944, σελ.32, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2014.

[2] Οι Λαϊκές Επιτροπές συγκρότησαν ένα αξιοθαύμαστο δίκτυο καταγραφής, συγκέντρωσης και διανομής των διαθέσιμων αποθεμάτων της πρωτεύουσας. Χιλιάδες τρόφιμα και άλλα ήδη πρώτης ανάγκης μοιράστηκαν στις λαϊκές συνοικίες, εκατοντάδες συσσίτια οργανώθηκαν για τα παιδιά, τους απόρους, τους πρόσφυγες των βομβαρδισμών, κοκ. Μόνο το 6ο κλιμάκιο της Παναθηναϊκής Επιτροπής (Ανατολική Αθήνα) διένειμε μέσα στο Δεκέμβρη: «2.900.000 μερίδες ψωμί…31.000 κουτιά γάλα, 250 οκ. γάλα σκόνη, 11.500 οκ. μακαρόνια που επιτάχθηκαν από τις αποθήκες του ΔΕΣ (εργοστάσια ΕΒΣΚ), 6.000 μερίδες μπακαλιάρο, 17.200 μερίδες κρέας που αγοράστηκε από κτηνοτρόφους της Αττικής, 500 οκ. σταφίδα, 14.000 οκ. όσπρια (από επιτάξεις και ενίσχυση της Π.Λ.Ε.). Ζάχαρη 600 οκ. (μοιράστηκε στους αρρώστους, στον ΕΛΑΣ και τα νοσοκομεία), σαπούνι 350 οκ. (από επίταξη). Σπίρτα 148.000 κουτιά (επίταξη Μονοπώλ. Παγκρατίου). Πετρέλαιο 100 δοχεία (επίταξη Μονοπώλ. Ν. Κόσμου). Λάδι 1.500 οκ. Ξύλα 190.000 οκ. Κάρβουνα 12.000. Αλάτι 2 ½ τόνοι (επίταξη Μονοπώλ. Παγκρατίου). Τσιγάρα 100.000 κούτες. Κονιάκ 150 οκ. (επίταξη). Λαχανικά 16.000 οκ. (από κήπους Κολωνού-Σφαγείων). Σούπες 6.500 κουτιά (από εράνους). Φάρμακα, που διατέθηκαν στα νοσοκομεία, 2.500 πάκα γάζες, 4.000 ασπιρίνες, 3.000 επίδεσμοι, 8 κιλά βάμμα ιωδίου και ένα μεγάλο αριθμό από σπεσιαλιτέ και ενέσεις.» Βλ. Οι Ανατολικές Συνοικίες το Δεκέμβρη του 1944, σελ.46, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2014.

Πηγή: «Δεκέμβρης του ’44: Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014 – Αναστάσης Γκίκας, «Το χρονικό του Δεκέμβρη 1944″

Χρονολογικό αφιέρωμα στο Δεκέμβρη του 1944: 12 Δεκέμβρη

Οι Ταγματασφαλίτες όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιστρατεύτηκαν και στην πρώτη γραμμής της "εθνικοφροσύνης" στις μάχες του Δεκέμβρη και μετέπειτα

Οι Ταγματασφαλίτες όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά επιστρατεύτηκαν και στην πρώτη γραμμή της «εθνικοφροσύνης» στις μάχες του Δεκέμβρη και μετέπειτα

Μετά την ολοκληρωτική κατάληψη της Σχολής Ευελπίδων ο ΕΛΑΣ κινητοποιήθηκε κατά των βρετανικών εγκαταστάσεων στα «Παραπήγματα» (Μέγαρο Μουσικής), όπου έδρευε σημαντική στρατιωτική δύναμη, συνεπικουρούμενη από τανκς και πυροβολικό. Έπειτα από πολύωρη μάχη, που κράτησε έως τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, ο ΕΛΑΣ επικράτησε, πιάνοντας 200 περίπου Βρετανούς αιχμαλώτους και αρκετό οπλισμό. Ξεκίνησε η επίθεση του ΕΛΑΣ κατά της Γενικής Ασφάλειας. Στον Πειραιά, ο ΕΛΑΣ κατέλαβε αιφνιδιαστικά το κτίριο της βρετανικής αστυνομίας στην οδό Σωκράτους, ενώ οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα γραφεία της Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά (ΚΟΠ) του ΚΚΕ. Οι μάχες συνεχίστηκαν στο Φάληρο, ενώ στην Ελευσίνα ο ΕΛΑΣ ακινητοποίησε και αφόπλισε βρετανική στρατιωτική δύναμη. Στον Βύρωνα κατέφθασε το Τάγμα Κρόνου του ΕΛΑΣ, έχοντας ωστόσο υποστεί σοβαρές απώλειες στην προσέγγισή του προς την πόλη λόγω των βομβαρδισμών. Την ίδια μέρα προστέθηκε στον ΕΛΑΣ και η Ταξιαρχία Ιππικού με 400 άνδρες (μηχανοκίνητο τμήμα).

Από την άλλη μεριά, ισχυρές δυνάμεις της Ορεινής Ταξιαρχίας με τη συνδρομή βρετανικών τανκς έβαλλαν κατά του «Σωτηρία», το οποίο υπεράσπιζε μόνο ο ΙΙΙ/42 λόχος του ΕΛΑΣ. Οι μάχες κράτησαν από τις 2 το μεσημέρι έως αργά τη νύχτα και οι μαχητές του ΙΙΙ/42 αναγκάστηκαν σε υποχώρηση έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες. Τμήματα της Ορεινής Ταξιαρχίας κατάφεραν επίσης να καταλάβουν το λόφο του Αράπη, τον οποίο και οχύρωσαν με πυροβολικό και πολυβολεία. Ωστόσο, «το ίδιο βράδυ ξεκινάει για να τον ανακαταλάβει μια Διμοιρία από ανταρτοεπονίτες…Το εγχείρημα αυτό είναι σωστή τρέλα, γιατί ο εχθρός είναι καλά οχυρωμένος και υπερτερεί σημαντικά σε οπλισμό. Αλλά και σε ποια περίπτωση μεσ’ το Δεκέμβρη δε συνέβαινε το ίδιο; Οι ΕΛΑΣίτες πλησιάζουν αθόρυβα τα πολυβολεία και αιφνιδιαστικά πέφτουν πάνω στους Ριμινίτες. Η φρουρά του Αράπη εξοντώνεται μέσα σε πέντε λεπτά και όσοι γλίτωσαν κατρακυλάν την πλαγιά του αλαφιασμένοι.» Ο λόφος κατέστη αδύνατο να κρατηθεί από τον ΕΛΑΣ εξαιτίας της έκθεσής του στους βομβαρδισμούς. Ούτε όμως και οι Ριμινίτες τόλμησαν ξανά να τον καταλάβουν. Παρέμεινε έτσι έκτοτε «νεκρή ζώνη.»[1]

Θηριωδίες σημειώθηκαν στο Α’ Αστυνομικό Τμήμα, όπου δολοφονήθηκαν κρατούμενοι, αλλά και στο «Σωτηρία», όπου οι Χίτες βασάνισαν απάνθρωπα τους αρρώστους. Οι Βρετανοί συγκέντρωσαν στο Ελληνικό περίπου 1.000 αμάχους, τους οποίους και έκλεισαν στα συρματοπλέγματα. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί κατά του άμαχου πληθυσμού εντάθηκαν και επεκτάθηκαν. Στο Χατζηκυριάκειο τα θύματα έφτασαν τους 250.

Άρχισε η απόβαση από θάλασσα και αέρα της 4ης Ινδικής και 46ης Βρετανικής Μεραρχίας, που αποσπάστηκαν από το Ιταλικό μέτωπο. Ο «λαιμός» της Τερψιθέας στον Πειραιά αποκλείστηκε από ινδικά αποικιακά στρατεύματα και βρετανικά άρματα μάχης. Στην πρωτεύουσα κατέφθασαν επίσης ο Βρετανός υπουργός για τις υποθέσεις Μέσης Ανατολής Χ. ΜακΜίλαν και ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων Μεσογείου στρατάρχης Αλεξάντερ. Αξιολογώντας την κατάσταση, ο Αλεξάντερ τηλεγράφησε άμεσα στον στρατηγό Ουίλσον διατάσσοντας την «μεταφοράν αεροπορικώς μιας Μεραρχίας, το ταχύτερον δυνατόν, από τας δυνάμεις μας εξ Ιταλίας.»[2]

Την ίδια μέρα, σύμφωνα με τον τότε υφυπουργό Στρατιωτικών Λεωνίδα Σπαή, αποφασίστηκε και η μαζική χρησιμοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. «Η εισήγηση», παραδέχτηκε 3 δεκαετίες αργότερα, «ήταν των Άγγλων και η απόφαση δική μου. Ήταν πόλεμος πλέον και κάθε μέτρο φαίνεται ‘επιβεβλημένο’. Δε θέλω να δικαιολογήσω την πράξη μου, αλλά δε γινόταν αλλιώς, η στρατιωτική μας δύναμη ήταν ανύπαρκτη. Συνολικά υπήρχαν 27.000 άνδρες των ταγμάτων Ασφαλείας. Χρησιμοποιήσαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους…»[3]

Έπειτα από αίτημα του Σκόμπι, πραγματοποιήθηκε ανεπίσημη συνάντηση με εκπρόσωπο του ΕΑΜ (Μ. Πορφυρογέννης), όπου έθεσε ως όρους για τον τερματισμό των εχθροπραξιών την εκκένωση της Αττικής από τις δυνάμεις του μόνιμου ΕΛΑΣ και τον αφοπλισμό «των οπαδών του ΕΛΑΣ» στην Αθήνα. Η ΚΕ του ΕΛΑΣ απάντησε στις 14 Δεκέμβρη αποδεχόμενη τους παραπάνω όρους με την προϋπόθεση ωστόσο να αποσυρθούν ταυτόχρονα από την πρωτεύουσα οι δυνάμεις της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, να αφοπλιστεί και να τεθεί εκτός υπηρεσίας η Χωροφυλακή, να αφοπλιστούν και να παραδοθούν στη δικαιοσύνη οι ταγματασφαλίτες, να πάψει η βρετανική ανάμειξη στα εσωτερικά της Ελλάδας και να σχηματιστεί κυβέρνηση «πραγματικής Εθνικής Ενώσεως, η οποία θα ρυθμίσει Δημοκρατικώς το όλον Πολιτικόν και στρατιωτικόν πρόβλημα της Χώρας.» Οι προτάσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές από τον Σκόμπι.[4]

Στο μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας, οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις του Τσαούς Αντόν έληξαν με συντριπτική νίκη του ΕΛΑΣ.

***

[1] Οι Ανατολικές Συνοικίες το Δεκέμβρη του 1944, σελ.31-32, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2014.

[2] Απομνημονεύματα, όπως παρατίθεται στο Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Δεκέμβρης-εμφύλιος, 1944-1949, σελ.144, εκδ. Κ. Καπόπουλος, Αθήνα, 1984.

[3] Πολιτικά Θέματα, 4/12/1974. Μεταξύ των ταγματασφαλιτών που «αξιοποιήθηκαν» ήταν και οι μετέπειτα δικτάτορες Παπαδόπουλος και Μακαρέζος.

[4] ΚΕ του ΚΚΕ, Χρονικό Αγώνων και Θυσιών του ΚΚΕ, τομ.1ος, σελ.240, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1986.

Πηγή: «Δεκέμβρης του ’44: Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014 – Αναστάσης Γκίκας, «Το χρονικό του Δεκέμβρη 1944″