Η Επανάσταση στη Γερμανία (1918-1919) και η δολοφονία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ

*
*
ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1918 – ΦΛΕΒΑΡΗΣ 1919
Η επανάσταση και η δολοφονία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ

Στις 15 Γενάρη του 1919 δολοφονήθηκαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι δολοφόνοι έστειλαν το σώμα του Κ. Λίμπκνεχτ στο νεκροτομείο σαν «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ το σώμα της Ρ. Λούξεμπουργκ το πέταξαν σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 του Μάη του 1919.

Με την πράξη αυτή σφραγίστηκε η προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης από τους σοσιαλδημοκράτες, σε μια εποχή όπου δεν έκρυβαν πια ότι έχουν περάσει για τα καλά με το μέρος της αστικής τάξης.

Η δολοφονία των Λίμπκνεχτ – Λούξεμπουργκ δεν ήρθε στα ξαφνικά. Είχε προηγηθεί η εργατική επανάσταση του 1918 στη Γερμανία, η ίδρυση του ΚΚ Γερμανίας σαν γέννημα ακριβώς των ίδιων των αναγκών της επανάστασης που τελικά καταπνίγηκε στο αίμα από την αστική τάξη. Σήμερα που διάφοροι δήθεν απορούν για την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς αυτή πλέον ανοιχτά ταυτίζεται πολιτικά με τη βία που ασκείται σε βάρος της εργατικής τάξης υπό το καθεστώς της δικτατορίας των μονοπωλίων, τα γεγονότα εκείνης της περιόδου προσφέρονται για την εξαγωγή πλήθους συμπερασμάτων χρήσιμων για την επαναστατική πάλη και σήμερα.

***

Ας δούμε την ιστορία από την αρχή. Το Νοέμβρη του 1918 ξέσπασε επανάσταση στη Γερμανία. Το ξέσπασμά της ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς αντικειμενικών συνθηκών που συνέθεταν το πλαίσιο επαναστατικής κρίσης, ωθούσαν τις λαϊκές μάζες στο να μη θέλουν άλλο τη διακυβέρνηση του παλιού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα αναπτυσσόταν μαζική επαναστατική πάλη από μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων και τμημάτων του στρατού και του ναυτικού. Υπήρχαν, δηλαδή, σημάδια επαναστατικής κρίσης, επαναστατικής κατάστασης. Ηταν εποχή του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιμπεριαλιστική Γερμανία ήταν ήδη ηττημένη, μ’ όλες τις φρικτές συνέπειες και τα βάσανα που φόρτωσαν το λαό της ο πόλεμος και η ήττα σ’ αυτόν. Βεβαίως, οι πολεμικές επιχειρήσεις τυπικά δεν είχαν ακόμη σταματήσει, αλλά η ήττα ήταν οριστική πια τη συγκεκριμένη περίοδο. Ταυτόχρονα, η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία, ένα χρόνο πριν, ήταν το κοσμοϊστορικό γεγονός που έβαζε τη σφραγίδα του στις παγκόσμιες εξελίξεις, κυρίως από την πλευρά της πάλης της εργατικής τάξης και των λαών ιδιαίτερα των εμπόλεμων κρατών. Ολα αυτά μαζί ήταν ικανά να ωθήσουν τους εργάτες και τους στρατιώτες της Γερμανίας σε επαναστατική δράση.

Διαδήλωση επαναστατών ναυτών στο Κίελο, Νοέμβρης 1918

Το τέλος του πολέμου, τη Γερμανία τη χαρακτηρίζει η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων. Δύο εκατομμύρια Γερμανοί είχαν σκοτωθεί στα πεδία των μαχών και μαζί με τους τραυματίες και τους αιχμαλώτους οι απώλειες έφταναν τα εφτάμισι εκατομμύρια. Ο πόλεμος έφερε καταστροφή στη βιομηχανία, πτώση της αγροτικής παραγωγής, έλλειψη τροφίμων, ενώ οι αρρώστιες επιδείνωναν την κατάσταση των λαϊκών μαζών μαζί με την πείνα. Το μεροκάματο, που δεν έφτανε για τη ζωή των εργατικών οικογενειών, σε συνδυασμό με το ελάχιστο βοήθημα στις οικογένειες των στρατιωτών, ανέδειχνε την τεράστια ένταση των κοινωνικών αντιθέσεων, αφού την ίδια στιγμή οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι, έμποροι και τραπεζίτες συσσώρευαν τεράστια κέρδη από τον πόλεμο.

Ετσι, στα 1918, η χώρα συνταράχτηκε από μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις, στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 2,5 εκατομμύρια εργάτες. Στην ιστορία της Γερμανίας ήταν άγνωστη ως τότε μια τόσο μεγάλη έκταση του απεργιακού αγώνα. Αυτή η κατάσταση, που μέρα με τη μέρα φούντωνε όλο και περισσότερο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του, με τη Γερμανία ηττημένη, έκαναν τον Λένιν να γράψει τον Οκτώβρη του 1918:

«Η γερμανική αστική τάξη και η γερμανική κυβέρνηση που συντρίφτηκαν στον πόλεμο και απειλούνται από ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα από τα μέσα, παραδέρνουν αναζητώντας σωτηρία».

Στρατιώτες και πολίτες συζητούν στους δρόμους του Βερολίνου – Επανάσταση στη Γερμανία 9/11/1918

Η αφορμή για το ξέσπασμα επαναστατικών γεγονότων δεν άργησε να δοθεί. Στις 28 του Οκτώβρη η γερμανική στρατιωτική διοίκηση διέταξε το στόλο να βγει σε ανοιχτή θάλασσα για αποφασιστική σύγκρουση με τους Αγγλους. Ηταν μια ενέργεια πέρα για πέρα παράλογη και τυχοδιωκτική. Οταν δόθηκε η διαταγή, ο πόλεμος είχε χαθεί για τη Γερμανία και μ’ αυτήν την ενέργεια θα μπορούσαν να χαθούν 80.000 ναύτες χωρίς λόγο.

Ετσι, τα πληρώματα των πλοίων αρνήθηκαν να πολεμήσουν και επέβαλαν την επιστροφή των πλοίων στη βάση τους. Στη συνέχεια, μια αντιπροσωπεία των πληρωμάτων πήγε στην ανώτατη διοίκηση και δήλωσε πως ο στόλος ήταν έτοιμος να αμυνθεί σε ενδεχόμενη επίθεση του εχθρού, αλλά όχι και να προχωρήσει στην άσκοπη καταστροφή του. Η απάντηση της διοίκησης ήταν το ξεκίνημα διώξεων σε βάρος των ναυτών. Κι όταν αυτοί αντέδρασαν με διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Κίελο στις 3 του Νοέμβρη, μια ομάδα αξιωματικών άνοιξε πυρ κατά των διαδηλωτών σκοτώνοντας 8 και τραυματίζοντας βαριά 29.

Την επομένη στάλθηκαν στο Κίελο μονάδες πεζικού για να πνίξουν την ανυπακοή των ναυτών στη διοίκηση και την κυβέρνηση. Ομως, πέρασαν με το μέρος των ξεσηκωμένων ναυτών, ενώ συνενώθηκαν μαζί τους και οι εργάτες. Ετσι, στις 4 του Νοέμβρη του 1918, σχηματίστηκε στο Κίελο το σοβιέτ των εργατών και το σοβιέτ των στρατιωτών. Σοβιέτ σχηματίστηκαν, επίσης, στα πλοία στα οποία την επόμενη μέρα υψώθηκαν κόκκινες σημαίες.

Ξεσπά επαναστατική δράση
Καρλ Λίμπκνεχτ

Ετσι άναψε η επαναστατική φλόγα στο Κίελο και διαδόθηκε αμέσως σ’ όλη τη Γερμανία. Στη Λυβέκη, στο Μπρούνσμπιτελ, στο Κουξχάφεν, στο Αμβούργο, στη Βρέμη, στο Ροστόκ, στο Μπρούνσβικ, στο Σβέριν, στη Δρέσδη, στη Λιψία και σε πολλές άλλες πόλεις, η λαϊκή κινητοποίηση δημιουργεί παντού σοβιέτ, τα όργανα του επαναστατικού αγώνα και της νέας εξουσίας που μόλις ξεπροβάλλει. Στη Βαυαρία, στη Σαξονία, στη Βιρτεμβέργη και αλλού ένας μετά τον άλλον εκθρονίζονται οι εστεμμένοι άρχοντες.

Στις 9 του Νοέμβρη 1918, το πρωί, εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί εργάτες με κόκκινες σημαίες κινήθηκαν προς το κέντρο του Βερολίνου, ζητώντας να σταματήσει ο πόλεμος, να φύγει η μοναρχία, να έχουν ψωμί και ανθρώπινη ζωή. Δίπλα στους εργάτες βάδιζαν σε μακριές σειρές οι γυναίκες, που ζητούσαν ειρήνη για τους άνδρες τους, τους πατεράδες ή τα παιδιά τους. Το ανθρώπινο ποτάμι, με την καθοδήγηση της ομάδας «Σπάρτακος» και επαναστατικών στοιχείων του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, γρήγορα πλημμύρισε όλους τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και κινήθηκε προς τους στρατώνες, όπου συνάντησε ελάχιστη έως μηδαμινή αντίσταση. Οι στρατιώτες συναδελφώθηκαν με τους εργάτες. Χωρίς αντίσταση καταλήφθηκαν επίσης το παλάτι, η διοίκηση Χωροφυλακής και τα περισσότερα κυβερνητικά κτίρια. Κατά το μεσημέρι το Βερολίνο, η πρωτεύουσα της αυτοκρατορικής Γερμανίας, βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών. Προηγουμένως, όμως, γύρω στις 11 π.μ., ο πρωθυπουργός του Ράιχ, πρίγκιπας Μαξ φον Μπάντεν, ανήγγειλε την παραίτηση από το θρόνο του τελευταίου Χοεντζόλερν, του κάιζερ Γουλιέλμου II, υπέρ του διαδόχου. Ταυτόχρονα, διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας για το διορισμό του Εμπερτ, ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών, στη θέση του πρωθυπουργού. Στις 12 το μεσημέρι, ο Εμπερτ ήταν ήδη ο αρχηγός της κυβέρνησης, αφού προηγουμένως είχε διαβεβαιώσει τον πρίγκιπα Μαξ για τις προθέσεις του, λέγοντας: «Μισώ την επανάσταση σαν την πανούκλα». Αργότερα, στα απομνημονεύματά του, ο πρίγκιπας Μαξ δικαιολόγησε ως εξής τις παραπάνω ενέργειές του: «Σκέφτηκα: Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επανάσταση θα νικήσει. Δεν μπορούμε να την καταστείλουμε, ίσως, όμως, μπορούμε να την πνίξουμε». Ειδικά δε για το διορισμό του Εμπερτ στη θέση του πρωθυπουργού, ο πρίγκιπας Μαξ δε δίσταζε να δηλώσει: «Στην κατάσταση που δημιουργήθηκε, το μοναδικό πρόσωπο που είναι δυνατόν να γίνει καγκελάριος του Ράιχ είναι ο Εμπερτ. Αυτός θα μπορέσει να στρέψει την επαναστατική ενέργεια στα πλαίσια του νόμιμου εκλογικού αγώνα».

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του, ο Εμπερτ είχε την ελπίδα ότι μπορούσε να σώσει τη μοναρχία. Επρόκειτο για μια αυταπάτη. Κάτω από την πίεση των επαναστατημένων μαζών, ο άλλος ηγέτης των σοσιαλδημοκρατών, ο Φ. Σάιντεμαν, μιλώντας από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ σε μια τεράστια λαϊκή διαδήλωση, ανακήρυξε την ελεύθερη λαϊκή δημοκρατία της Γερμανίας. Ηθελε να προλάβει το πέρασμα των μαζών με το μέρος των πραγματικών επαναστατικών δυνάμεων, να περιορίσει την επιρροή του πολιτικού λόγου των ηγετών της ομάδας «Σπάρτακος». Κι είχε προβλέψει σωστά τις επερχόμενες εξελίξεις. Την ίδια μέρα, από το μπαλκόνι των αυτοκρατορικών ανακτόρων, μιλώντας σε μια τεράστια συγκέντρωση από εργάτες και στρατιώτες, ο ηγέτης του «Σπάρτακου», Καρλ Λίμπκνεχτ, ανακήρυξε τη Γερμανία «Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία» και κάλεσε την εργατική τάξη «να στρέψει όλες τις δυνάμεις της για να συγκροτηθεί μια κυβέρνηση από εργάτες και στρατιώτες και να οργανωθεί μια τέτοια τάξη πραγμάτων στη χώρα που να μπορέσει το προλεταριάτο να εγκαθιδρύσει την ειρήνη, την ευτυχία και την ένωση του ελεύθερου γερμανικού λαού με τους ταξικούς αδελφούς όλου του κόσμου».

Μπροστά στην κυβέρνηση έμπαινε το ζήτημα της καταστολής της επανάστασης.

Η αντεπανάσταση οργανώνεται

Στις 15 του Νοέμβρη του 1918 μια ομάδα από μεγαλοβιομήχανους, ανάμεσα σ’ αυτούς και οι ιδιοκτήτες μονοπωλίων Μπίρζιγκ, Στίνες και Σπρίγκερουμ, υπέγραψε με τους ηγέτες (αποτελούνταν από συμβιβασμένους σοσιαλδημοκράτες) της Γερμανικής Γενικής Ενωσης των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων μια συμφωνία «έμπρακτης συνεργασίας». Ηταν μια από τις ενέργειες για να αντιμετωπίσουν την επαναστατική προοπτική. Με τη συγκεκριμένη συμφωνία αναγνωρίζονταν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις μόνον τα δικαιώματα που είχαν κατακτήσει οι εργάτες στην πορεία της επανάστασης – τα δικαιώματα του συνεταιρίζεσθαι, της οκτάωρης εργάσιμης μέρας και των συλλογικών συμβάσεων. Η συμφωνία προέβλεπε ακόμη πως όλες οι διαφορές ανάμεσα στους εργάτες και στους επιχειρηματίες θα λύνονταν μόνο με διαιτησία. Ετσι, πίσω από την πλάτη της εργατικής τάξης οι ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων συμφώνησαν με τους καπιταλιστές να σταματήσουν ουσιαστικά την ταξική πάλη.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε ομιλία της

Με τη σειρά της η κυβέρνηση Εμπερτ – Χάαζε, στην προσπάθειά της να εξαπατήσει τις μάζες με ψεύτικα συνθήματα, ίδρυσε μια «επιτροπή κοινωνικοποίησης» με επικεφαλής τον Καρλ Κάουτσκι. Η τεράστια προπαγανδιστική καμπάνια που σηκώθηκε γύρω από την επιτροπή αυτή είχε σκοπό να δημιουργήσει μια φαινομενική εντύπωση πως τάχα η Γερμανία βαδίζει το δρόμο του σοσιαλισμού και να συγκαλύψει την αντεπαναστατική συμφωνία των σοσιαλδημοκρατών ηγετών με τους κεφαλαιοκράτες και τους γιούνκερ και με την ηγεσία του στρατού. Ο σοσιαλδημοκρατικός Τύπος υποστήριζε επίμονα πως η Γερμανία θα γίνει σοσιαλιστική χώρα, αλλά για να γίνει αυτό χρειάζονταν «γερά θεμέλια» που ακόμη δεν υπήρχαν.

Στο μεταξύ, οι αντιδραστικοί αξιωματικοί, σε συνεννόηση με τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και με χρήματα που τους έδινε η αστική τάξη, άρχισαν να συγκροτούν ένοπλα τμήματα «εθελοντών». Ετσι οργανώθηκαν το σώμα στρατού Μέρκερ, τα αποσπάσματα Ρόσμπαχ, Λιτσόφ και Επ, η ταξιαρχία Ερχαρντ, η βαλτική άμυνα, το Σώμα εθελοντών και άλλα. Στα Σώματα αυτά υπηρετούσαν χιλιάδες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, διάφοροι άνθρωποι που μέσα στα τέσσερα και πάνω χρόνια που κράτησε ο πόλεμος είχαν ξεκόψει από την παραγωγή και ο πόλεμος τους είχε γίνει ένα συνηθισμένο επάγγελμα. Με τα ένοπλα αυτά τμήματα προετοιμαζόταν η αντεπανάσταση να συντρίψει την επαναστατική δράση των λαϊκών μαζών.

Στις 6 του Δεκέμβρη του 1918 μια αντεπαναστατική ένοπλη ομάδα πυροβόλησε στο Βερολίνο εναντίον διαδήλωσης στρατιωτών του μετώπου και αδειούχων που ζητούσαν να συμπεριληφθούν οι αντιπρόσωποί τους στα Σοβιέτ των στρατιωτών. Σκοτώθηκαν 16 διαδηλωτές, ανάμεσα σ’ αυτούς και το ηγετικό στέλεχος της «Ενωσης των κόκκινων στρατιωτών», Βίλι Μπούντιχ. Επίθεση έγινε και εναντίον των γραφείων της εφημερίδας των «Σπαρτακιστών», «Ρότε Φάνε». Η «Ενωση του Σπάρτακου» ήταν η κομμουνιστική φράξια η οποία δρούσε οργανωμένα μέσα στο «Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας», που μαζί με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ήταν με το πλευρό της αντεπανάστασης. Ηταν κι αυτή μια ιδιομορφία του κινήματος, η μη ύπαρξη Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Ηγέτες των «Σπαρτακιστών» ήταν ο Κ. Λίμπκνεχτ, η Ρ. Λούξεμπουργκ κ.ά.

Οι αντεπαναστάτες μπήκαν στο μέγαρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ του Βερολίνου και έπιασαν τα μέλη της. Αλλά δεν πέτυχαν το σκοπό τους. Οι εργάτες, απαντώντας στην πρόσκληση των «Σπαρτακιστών», όρμησαν στο κέντρο της πόλης, απελευθέρωσαν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και σκόρπισαν τους αντεπαναστάτες. Στις 7 και στις 8 του Δεκέμβρη οι εργάτες του Βερολίνου οργάνωσαν μαζικές διαδηλώσεις με τα συνθήματα: «Κάτω η κυβέρνηση Εμπερτ – Σάιντεμαν», «Να αφοπλιστούν αμέσως οι αξιωματικοί!», «Να συγκροτηθούν αμέσως ένοπλα σώματα εργατών και Κόκκινης Φρουράς!», «Ζήτω η Διεθνής!», «Ζήτω η Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία της Ρωσίας!». Στη διαδήλωση στις 8 του Δεκέμβρη πήραν μέρος 150.000 άτομα, ανάμεσά τους και πολλοί ένοπλοι. Οι αντεπαναστάτες αναγκάστηκαν προσωρινά να υποχωρήσουν.

Τα Σοβιέτ που ιδρύθηκαν στην πορεία της επανάστασης του Νοέμβρη δημιουργήθηκαν από τη γερμανική εργατική τάξη και υποστηρίζονταν από τις λαϊκές μάζες. Γι’ αυτό οι σοσιαλδημοκράτες, μην τολμώντας να εναντιωθούν στα Σοβιέτ ανοιχτά, αποφάσισαν να τα αποσυνθέσουν από τα μέσα, να τα χρησιμοποιήσουν για σκοπούς πέρα για πέρα αντίθετους από την ουσία των Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών.

Το συνέδριο των Σοβιέτ

Από τις 16 έως τις 21 του Δεκέμβρη έγινε το Παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών. Σ’ αυτό πήραν μέρος 288 σοσιαλδημοκράτες, 87 του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, 27 εξωκομματικοί στρατιώτες, 25 από αστικά κόμματα και μόνο 10 «Σπαρτακιστές». Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ δεν είχαν εντολή να πάρουν μέρος στο συνέδριο. Στο συνέδριο έφτασε για να πάρει μέρος και αντιπροσωπεία της Σοβιετικής Ρωσίας, αλλά το συνέδριο δεν την έκανε δεκτή. Από το συσχετισμό, αλλά και από τη στάση του συνεδρίου απέναντι στη ρωσική σοβιετική αντιπροσωπεία ήταν φανερό ότι το συνέδριο των Σοβιέτ δεν ήταν με την επανάσταση. Αλλωστε, η πλειοψηφία της εργατικής τάξης ήταν με τους σοσιαλδημοκράτες, πολύ περισσότερο δε και κάτω από το γεγονός της μη ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο τρόπος δουλειάς των «Σπαρτακιστών» δεν αρκούσε ν’ αλλάξει την κατάσταση.

Τη μέρα που άρχισαν οι εργασίες του συνεδρίου των Σοβιέτ, οι «Σπαρτακιστές» οργάνωσαν μια μαζική διαδήλωση εργατών. Οι διαδηλωτές ζήτησαν από το συνέδριο να ανακηρύξει τη Γερμανία ενιαία σοσιαλιστική δημοκρατία, να παραδώσει στα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών όλη την εξουσία, να αφοπλίσει αμέσως τους αντεπαναστάτες και να οπλίσει τους εργάτες. Με τα συνθήματα αυτά πέρασαν μπροστά από το μέγαρο του συνεδρίου 250.000 διαδηλωτές.

Αλλά η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος με την πείρα και την επιρροή που είχε στην εργατική τάξη, καθώς και με το πλατύ δίκτυο των εφημερίδων της, κατόρθωσε να εξαπατήσει τις λαϊκές μάζες. Η σοσιαλδημοκρατική προπαγάνδα διαβεβαίωνε πως η επανάσταση είχε τελειώσει και πως η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού από τώρα και πέρα εξαρτιόταν από την Εθνοσυνέλευση που θα εκλεγόταν ελεύθερα. Τους σοσιαλδημοκράτες τούς ενίσχυαν και οι ηγέτες του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που, έχοντας υπόψη πως οι εργαζόμενες μάζες συμπαθούν τα Σοβιέτ, πρότειναν ένα σχέδιο απόφασης για να διατηρηθεί το σύστημα των Σοβιέτ. Στην πραγματικότητα αυτό σήμαινε πως συνδυαζόταν το σύστημα των Σοβιέτ με την Εθνοσυνέλευση, πως τα Σοβιέτ υπάγονταν στο όργανο της δικτατορίας της αστικής τάξης με μοναδικό αποτέλεσμα να διαστρεβλωθεί και να δυσφημιστεί η ιδέα των Σοβιέτ.

Οι αντιπρόσωποι στο συνέδριο των Σοβιέτ έπεσαν στις αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατικής προπαγάνδας και πίστεψαν τις αόριστες κυβερνητικές διακηρύξεις για την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας από την επιτροπή Κάουτσκι, ενώ βολεύτηκαν με κάποιες δημοκρατικές παραχωρήσεις και υποστήριξαν το σχέδιο απόφασης των σοσιαλδημοκρατών για να συγκληθεί Εθνική (Συντακτική) Συνέλευση και να μεταβιβαστεί όλη η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στο Συμβούλιο των πληρεξουσίων του λαού ωσότου αποφασίσει τελειωτικά η Εθνοσυνέλευση.

Το συνέδριο εξέλεξε το Κεντρικό Σοβιέτ που του παραχωρήθηκε τυπικά το δικαίωμα να ελέγχει την κυβέρνηση. Στο Κεντρικό Σοβιέτ πήραν μέρος μόνο σοσιαλδημοκράτες.

Η εξουσία στο κεφάλαιο

Το Παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ έλυσε το βασικό πρόβλημα της επανάστασης, δηλαδή το πρόβλημα της εξουσίας, προς όφελος της αστικής τάξης. Αμέσως μετά το συνέδριο οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας πέρασαν στην επίθεση εναντίον της επαναστατικής εμπροσθοφυλακής της εργατικής τάξης. Και πρώτα πρώτα θέλησαν να στερήσουν το προλεταριάτο από τις ένοπλες δυνάμεις του που το ίδιο είχε δημιουργήσει. Για το σκοπό αυτό η κυβέρνηση σταμάτησε να πληρώνει τους μισθούς στη λεγόμενη Λαϊκή Ναυτική Μεραρχία, που αριθμούσε περισσότερους από 3.000 επαναστάτες ναύτες. Για τη λύση της διαφοράς αντιπρόσωποι των ναυτών της μεραρχίας έφτασαν στις 23 του Δεκέμβρη στο φρουραρχείο του Βερολίνου. Την ώρα που διαπραγματεύονταν με τον σοσιαλδημοκράτη φρούραρχο Βελς μια περίπολος του φρουραρχείου πυροβόλησε στο δρόμο εναντίον της ομάδας των ναυτών που συνόδευσαν έως εκεί τους αντιπροσώπους τους. Δύο ναύτες σκοτώθηκαν και τρεις τραυματίστηκαν βαριά. Οι αγανακτισμένοι ναύτες έπιασαν τον Βελς και τον πήγαν στο μέγαρο της ιππευτικής σχολής.

Στις 24 του Δεκέμβρη το πρωί η κυβέρνηση, αφού συγκέντρωσε μπροστά στη σχολή τμήματα πεζικού και πυροβολικό, έστειλε τελεσίγραφο στους ναύτες να εγκαταλείψουν τη σχολή, να παραδώσουν τα όπλα και να αφήσουν ελεύθερο τον Βελς. Οι ναύτες αρνήθηκαν. Μετά από αυτό άρχισε ο κανονιοβολισμός των κτιρίων της σχολής που κατείχαν οι ναύτες. Οι εργάτες του Βερολίνου ξεσηκώθηκαν για να υπερασπίσουν τους ναύτες, έδιωξαν τους στρατιώτες και η κυβέρνηση απέτυχε σ’ αυτή της την ενέργεια. Ετσι εγκατέλειψε προσωρινά την ιδέα της διάλυσης της Λαϊκής Ναυτικής Μεραρχίας. Οι ηγέτες του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους εργάτες και τους ναύτες και τους έπεισαν να σταματήσουν τον αγώνα.

Οι προκλητικές ενέργειες της κυβέρνησης στις 23 και 24 του Δεκέμβρη έδειχναν καθαρά πως οι σοσιαλδημοκράτες μαζί με τους στρατιωτικούς είχαν περάσει στο δρόμο της ανοιχτής αντεπαναστατικής δράσης. Ανάμεσα στους εργάτες ξέσπασαν ταραχές. Οι προλεταριακές μάζες ζητούσαν από τους ηγέτες των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών να ξεκόψουν από το συνασπισμό με τους σοσιαλδημοκράτες της πλειοψηφίας του Σοβιέτ. Οι «Σπαρτακιστές» ζητούσαν να συγκληθεί αμέσως συνέδριο του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο οποίο ανήκαν σαν φράξια. Οι ηγέτες των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών αρνήθηκαν να συγκαλέσουν συνέδριο του κόμματος, αλλά βλέποντας πως αν εξακολουθούσαν να παίρνουν μέρος στην κυβέρνηση Εμπερτ κινδύνευαν να χάσουν την εμπιστοσύνη των απλών μελών του κόμματος, αποσύρανε τους αντιπροσώπους τους (Χάαζε, Ντίτμαν και Μπαρτ) από το Συμβούλιο των πληρεξουσίων του λαού. Τις θέσεις των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση τις πήραν οι σοσιαλδημοκράτες Νόσκε και Βίσελ.

Ιδρύεται το ΚΚΓ

Το ξετύλιγμα των επαναστατικών γεγονότων έβαζε ολοένα και με πιο μεγάλη οξύτητα μπροστά στους ηγέτες της «Ενωσης του Σπάρτακου» το πρόβλημα δημιουργίας ενός Επαναστατικού Κόμματος. Είχε γίνει πλέον φανερό ότι δεν μπορούσαν να καθοδηγήσουν τα επαναστατικά γεγονότα και την τροπή που πήραν σαν φράξια στους ανεξάρτητους. Μάλλον άργησαν να συνειδητοποιήσουν αυτή την αναγκαιότητα.

Στο τέλος του Δεκέμβρη του 1918 ομάδες της «Ενωσης Σπάρτακου» είχαν συγκροτηθεί στο Ρουρ, στον Κάτω Ρήνο, στο Εσεν, στο Μπρούνσβικ, στη Θουριγγία, στην Ανατολική Πρωσία, στη Βαυαρία, στη Στουτγκάρδη, στη Λιψία, στο Χέμνιτς, στη Δρέσδη, στο Μαγδεμβούργο και αλλού. Στις 14 του Δεκέμβρη η εφημερίδα των Σπαρτακιστών «Ρότε Φάνε», δημοσίευσε την προγραμματική προκήρυξη «Τι θέλει η Ενωση Σπάρτακου». Η προκήρυξη αυτή έβαζε καθήκον τον αγώνα για την παραπέρα ανάπτυξη της επανάστασης με σκοπό να νικήσουν η εργατική τάξη και η αγροτιά, να εγκαθιδρυθεί η δικτατορία του προλεταριάτου και να σχηματιστεί μια ενιαία γερμανική σοσιαλιστική δημοκρατία. Διατυπώνονταν ακόμη και τα εξής άμεσα αιτήματα: Να εκμηδενιστεί ο πρωσικός μιλιταρισμός, να οργανωθεί πολιτοφυλακή από εργάτες, να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες, τα ανθρακωρυχεία και η βαριά βιομηχανία, να γίνει αγροτική μεταρρύθμιση, να καταργηθούν τα χωριστά γερμανικά κράτη, να αφοπλιστούν η αστυνομία, οι αξιωματικοί και όλες οι ένοπλες δυνάμεις των κυρίαρχων τάξεων.

Στις 29 του Δεκέμβρη η παγγερμανική κλειστή συνδιάσκεψη της «Ενωσης Σπάρτακου» αποφάσισε να ξεκόψει από τους ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες και να ιδρύσει κομμουνιστικό κόμμα. Την άλλη μέρα, στις 30 του Δεκέμβρη, άρχισε τις εργασίες του στο Βερολίνο το ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Σ’ αυτό πήραν μέρος 83 αντιπρόσωποι από 46 τοπικές Οργανώσεις, 3 αντιπρόσωποι της «Ενωσης των κόκκινων στρατιωτών», 1 αντιπρόσωπος της νεολαίας και 16 προσκαλεσμένοι. Το συνέδριο άκουσε την εισήγηση του Καρλ Λίμπκνεχτ «Η κρίση στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και η ανάγκη να ιδρυθεί Κομμουνιστικό Κόμμα στη Γερμανία» και ενέκρινε μια απόφαση που έλεγε πως η «Ενωση Σπάρτακου», σπάζοντας τους οργανωτικούς δεσμούς της με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, συγκροτείται σε ανεξάρτητο πολιτικό κόμμα με τον τίτλο «Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας» («Ενωση Σπάρτακου»).

Η κύρια προσοχή του συνεδρίου είχε συγκεντρωθεί στην εισήγηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Το πρόγραμμα και η πολιτική κατάσταση». Η εισήγηση έβαζε το ζήτημα ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας στέκεται στη βάση του μαρξισμού, τόνιζε τη σημασία της Οχτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία και ότι για τη γερμανική επανάσταση ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ εξέφρασαν στους λόγους τους τη διεθνιστική αλληλεγγύη προς τη Σοβιετική Ρωσία και διαμαρτυρήθηκαν για την αντισοβιετική πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Γερμανίας. Το συνέδριο ενέκρινε χαιρετιστήριο προς τους «Ρώσους συναγωνιστές στον αγώνα εναντίον του κοινού εχθρού των καταπιεζόμενων όλων των χωρών». Το χαιρετιστήριο αυτό ανάμεσα στα άλλα έλεγε και τα εξής: «Η συναίσθηση πως οι καρδιές σας χτυπούν για μας δίνει δύναμη και ενεργητικότητα στον αγώνα μας. Ζήτω ο σοσιαλισμός! Ζήτω η παγκόσμια επανάσταση!».

Για πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος το συνέδριο ενέκρινε την προκήρυξη «Τι θέλει η Ενωση Σπάρτακου».

Στο συνέδριο δε λύθηκαν όλα τα προβλήματα σωστά. Ετσι τα μέλη του συνεδρίου υποτίμησαν το ρόλο της αγροτιάς ως σύμμαχου του προλεταριάτου και γι’ αυτό το συνέδριο δεν κατάρτισε αγροτικό πρόγραμμα. Το συνέδριο εξουσιοδότησε την Κεντρική Επιτροπή της «Ενωσης Σπάρτακου» να εκτελεί καθήκοντα Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος έως το επόμενο συνέδριο του κόμματος.

Το ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας είχε τεράστια διεθνή σημασία. Το γερμανικό εργατικό κίνημα αποκτούσε κόμμα με επαναστατικό μαρξιστικό πρόγραμμα που αναγνώριζε τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οπως είχε δηλώσει στο συνέδριο η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «τώρα είμαστε πάλι με τον Μαρξ». Οι επαναστατικές δυνάμεις σε πολλές χώρες επηρεάστηκαν ουσιαστικά και από το ότι παγκόσμια γνωστοί παράγοντες του εργατικού κινήματος, όπως ο Κ. Λίμπκνεχτ, η Ρ. Λούξεμπουργκ, ο Β. Πικ και ο Φ. Μέρινγκ, ξέκοψαν οριστικά από το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήδη είχε επέλθει η διάσπαση στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία με επίκεντρο την εκτίμηση του χαρακτήρα του πολέμου (ιμπεριαλιστικός) και την ταχτική της σοσιαλδημοκρατίας στον πόλεμο, όπου οι σοσιαλδημοκράτες, ανάμεσά τους και οι Γερμανοί με τον Κάουτσκι, πέρασαν με την αστική τους τάξη και την ταχτική της «άμυνας της πατρίδας», ενώ απ’ όλες τις πλευρές ο πόλεμος γινόταν για το εδαφικό ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οι μαρξιστές με επικεφαλής τον Λένιν χάραξαν την ταχτική της μετατροπής του πολέμου από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της σε κάθε χώρα σε εμφύλιο, ενάντια δηλαδή στην αστική εξουσία για την ανατροπή της, ταχτική που δικαιώθηκε με την Οχτωβριανή Επανάσταση. Και διεξαγόταν οξύτατη διαπάλη στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, ανάμεσα σ’ αυτούς που πέρασαν με την αστική τάξη και στους συνεπείς μαρξιστές.

Ετσι η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας έπαιξε μεγάλο ρόλο στο προτσές της ίδρυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Οταν η «Ενωση Σπάρτακου» ονόμασε τον εαυτό της «Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας», τότε η ίδρυση μιας πραγματικά προλεταριακής, μιας πραγματικά διεθνιστικής, μιας πραγματικά επαναστατικής Γ’ Διεθνούς, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κατέστη γεγονός. Τυπικά η βάση αυτή δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί, αλλά στην ουσία η Γ’ Διεθνής τώρα πια υπάρχει».

Αντεπαναστατική επίθεση

Μετά και από τις αρνητικές για την εργατική τάξη και την επανάσταση εξελίξεις στο συνέδριο των Σοβιέτ, η αστική τάξη επιτάχυνε τις προετοιμασίες για μια αποφασιστική εκστρατεία εναντίον της επαναστατικής εμπροσθοφυλακής της εργατικής τάξης. Τα ένοπλα τμήματα των λεγόμενων εθελοντών, που είχε οργανώσει, άρχισαν να συγκεντρώνονται στο Βερολίνο. Στις 4 του Γενάρη του 1919 ο διευθυντής της αστυνομίας του Βερολίνου, ο αγαπητός στους εργάτες ανεξάρτητος σοσιαλδημοκράτης Αϊχγκορν, απολύθηκε από τη θέση του και αντικαταστάθηκε από τον σοσιαλδημοκράτη Ερνστ. Η πρόκληση αποσκοπούσε να σπρώξει τους εργάτες του Βερολίνου σε μια πρόωρη εξέγερση.

Στις 4 του Γενάρη το βράδυ, σύσκεψη των οργανώσεων των ανεξάρτητων και επαναστατών εκπροσώπων του Σοβιέτ του Βερολίνου, όπου πήραν μέρος και εκπρόσωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος (Καρλ Λίμπκνεχτ και Βίλχελμ Πικ), αποφάσισε να μην επιτρέψει την αντικατάσταση του Αϊχγκορν και κάλεσε τους εργάτες του Βερολίνου σε διαδήλωση στις 5 του Γενάρη και σε περίπτωση ανάγκης να αρχίσουν αγώνα για την ανατροπή της κυβέρνησης. Εκλέχτηκε μια επαναστατική επιτροπή δράσης όπου πήραν μέρος ο Καρλ Λίμπκνεχτ και ο Βίλχελμ Πικ. Το ίδιο βράδυ η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισε να υποστηρίξει τους επαναστάτες εκπροσώπους και να πάρει μέρος στη διαδήλωση, αλλά έκρινε άκαιρη την εξέγερση για την ανατροπή της κυβέρνησης, γιατί η χώρα δεν ήταν έτοιμη γι’ αυτό.

Στις 5 του Γενάρη έγινε μια μεγαλειώδης διαδήλωση. Η επαναστατική επιτροπή, που μέλη της ήταν και εκπρόσωποι του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, κάλεσε τους εργάτες να αγωνιστούν για τη διάλυση των σωμάτων των λευκοφρουρών, για τον οπλισμό του προλεταριάτου και για την επαναφορά του Αϊχγκορν στη θέση του. Αλλά ταυτόχρονα ρίχτηκε και ένα σύνθημα που γι’ αυτό οι εργάτες δεν ήταν προετοιμασμένοι. Η επαναστατική επιτροπή κάλεσε τους διαδηλωτές να ανατρέψουν την κυβέρνηση Εμπερτ – Σάιντεμαν και δήλωσε πως παίρνει την εξουσία στα χέρια της.

Την άλλη μέρα, στις 6 του Γενάρη, ξέσπασε στο Βερολίνο γενική απεργία. Αυτή τη μέρα και τις επόμενες βγήκαν στους δρόμους 500 περίπου χιλιάδες εργάτες. Στις 7-8 του Γενάρη οι εργάτες κυρίευσαν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα γραφεία και τα τυπογραφεία της εφημερίδας «Φόρβερτς», αλλά δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν. Οι ηγέτες των ανεξάρτητων που λίγο πριν είχαν ζητήσει την ανατροπή της κυβέρνησης, άρχισαν τώρα να διαπραγματεύονται μαζί της, δίνοντας έτσι στην αντεπανάσταση τη δυνατότητα να κερδίσει χρόνο για να συγκεντρώσει ένοπλες δυνάμεις. Υστερα από αυτό η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισε στις 8 του Γενάρη να ανακαλέσει τον Λίμπκνεχτ και τον Πικ από την επαναστατική επιτροπή. Την ίδια μέρα το βράδυ, ύστερα από την αποτυχία των συνομιλιών με τον Εμπερτ, οι ανεξάρτητοι που ανήκαν στην επαναστατική επιτροπή ξανάρχισαν να καλούν τους εργάτες στα όπλα. Αλλά δεν καταπιάνονταν να προετοιμαστούν πραγματικά για ένοπλη πάλη και εξέγερση. Στο μεταξύ, το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε ακόμη τη δύναμη να τραβήξει μαζί του πλατιές λαϊκές μάζες. Συνολικά τα μέλη της κομματικής οργάνωσης του Βερολίνου ήταν μόλις 300.

Τις μέρες αυτές τα μέλη της κυβέρνησης συσκέπτονταν συνεχώς με εκπροσώπους της ηγεσίας του στρατού. Σε μια από τις συσκέψεις αυτές ο Νόσκε ζήτησε να παρθούν γενναίες αποφάσεις. Κάποιος του φώναξε: «Καταπιαστείτε λοιπόν μ’ αυτό το ζήτημα!». Και ο Νόσκε απάντησε: «Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες»… Το παρατσούκλι «αιμοβόρο σκυλί» χαρακτήρισε για πάντα τον Νόσκε σαν δήμιο της γερμανικής επανάστασης.

Στις 11 του Γενάρη η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει στρατό και άρχισε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα. Εναντίον των εργατών και των στρατιωτών που αμύνονταν στο μέγαρο της διεύθυνσης της αστυνομίας και στα γραφεία της εφημερίδας «Φόρβερτς» χρησιμοποιήθηκαν τουφέκια και πυροβολικό. Οι αιχμάλωτοι δέρνονταν άγρια και πολλοί τουφεκίζονταν επιτόπου. Οι κομμουνιστές κηρύχτηκαν εκτός νόμου. Οι κύριες δυνάμεις των ένοπλων τμημάτων των «εθελοντών» – η λευκή φρουρά του Νόσκε – εισβάλανε στις εργατικές συνοικίες.

Οι σοσιαλδημοκράτες εδραιώνουν την αστική εξουσία

Στις 13 του Γενάρη η ηγεσία των ανεξάρτητων κήρυξε τη λήξη της απεργίας.

Με απόφαση της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ περνάνε στην παρανομία, αλλά εξακολουθούν να διευθύνουν την εφημερίδα του κόμματος «Ρότε Φάνε». Η Ρ. Λούξεμπουργκ γράφει το άρθρο «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο», όπου αποκαλύπτει για ποιους λόγους νικήθηκε το προλεταριάτο του Βερολίνου. Τα χωριά, που έδιναν ένα μεγάλο ποσοστό από τη μάζα των στρατιωτών, γράφει η Λούξεμπουργκ, η επανάσταση δεν τα έθιξε σχεδόν καθόλου. Η πολιτική ανωριμότητα της μάζας των στρατιωτών επέτρεπε στους αξιωματικούς να τους χρησιμοποιούν για αντεπαναστατικούς σκοπούς. Πολλά επαναστατικά κέντρα στις επαρχίες, π.χ., στην περιοχή του Ρήνου, στις παραθαλάσσιες πόλεις, στο Μπρούνσβικ, στη Σαξονία, στη Βιρτεμβέργη, ήταν απόλυτα με το μέρος του προλεταριάτου του Βερολίνου, αλλά τους έλειπε η ενότητα δράσης που θα έδινε ασύγκριτα πιο μεγάλο αποτέλεσμα και δύναμη κρούσης στις εξεγέρσεις των Βερολινέζων εργατών.

Ο Κ. Λίμπκνεχτ στο άρθρο του «Παραβλέποντας το καθετί», που γράφτηκε στις 14 του Γενάρη, τόνιζε: «Ναι, οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου συντρίφτηκαν και οι Εμπερτ – Σάιντεμαν – Νόσκε νίκησαν. Αλλά υπάρχουν ήττες που ισοδυναμούν με νίκες, και υπάρχουν νίκες που είναι πιο μοιραίες από τις ήττες. Οι νικημένοι σήμερα εργάτες θα γίνουν αύριο νικητές γιατί η ήττα έγινε γι’ αυτούς μάθημα».

Οι πράκτορες των στρατιωτικών της αντεπανάστασης κατόρθωσαν να ανακαλύψουν το διαμέρισμα που κρύβονταν ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στις 15 του Γενάρη το βράδυ τους έπιασαν και τους πήγαν στο επιτελείο της μεραρχίας Ιππικού της φρουράς. Και οι δύο αυτοί θαυμάσιοι επαναστάτες δολοφονήθηκαν από αξιωματικούς. Οι δολοφόνοι έστειλαν το σώμα του Κ. Λίμπκνεχτ στο νεκροτομείο σαν «πτώμα αγνώστου ανδρός», ενώ το σώμα της Ρ. Λούξεμπουργκ το πέταξαν σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 του Μάη του 1919.

Σε ολόκληρη τη Γερμανία ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυρίας για τη δολοφονία των δύο αυτών επιφανών κομμουνιστών ηγετών της γερμανικής εργατικής τάξης. Οι κηδείες του Καρλ Λίμπκνεχτ (25 του Γενάρη 1919) και της Ρόζας Λούξεμπουργκ (13 του Ιούνη 1919) μετατράπηκαν σε διαδηλώσεις, όπου πήραν μέρος χιλιάδες εργαζόμενοι.

Η γερμανική αστική τάξη αφού συνέτριψε την επαναστατική εμπροσθοφυλακή της εργατικής τάξης, πέτυχε το σκοπό της. Εξασφάλισε τη νίκη στις εκλογές για Εθνοσυνέλευση. Οι εκλογές έγιναν σε συνθήκες άγριας τρομοκρατίας. Ψήφισαν 30 εκατ. εκλογείς. Οι σοσιαλδημοκράτες πήραν 11,5 εκατ. ψήφους και 165 έδρες και οι ανεξάρτητοι 2,3 εκατ. ψήφους και 22 έδρες. Συνολικά τα δύο αυτά κόμματα συγκέντρωσαν τα 45,5% των εδρών. Τα υπόλοιπα 54,5% των εδρών τα πήραν τα άλλα αστικά κόμματα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν πήρε μέρος στις εκλογές. Ηταν ήδη εκτός νόμου.

Η Εθνική (Συντακτική) Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 6 του Φλεβάρη στη μικρή πόλη της Θουριγγίας Βαϊμάρη. Τη μέρα που άρχισαν οι εργασίες της Συνέλευσης, το Κεντρικό Συμβούλιο των Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών αποφάσισε να της παραδώσει την εξουσία που την είχε πάρει από το Παγγερμανικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών. Ετσι εκπλήρωσε την αποστολή που του ανέθεσαν οι σοσιαλδημοκράτες, να εδραιώσει την αστική εξουσία. Και αφού η αποστολή του έληξε, οδηγήθηκε στην αυτοδιάλυση. Στις 11 του Φλεβάρη η Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Εμπερτ πρόεδρο της Δημοκρατίας και στις 13 του Φλεβάρη ο Σάιντεμαν σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού σοσιαλδημοκρατών με τα αστικά κόμματα. Ετσι η σοσιαλδημοκρατία έπαιξε καλά το ρόλο της ως σωτήρας του καπιταλισμού από την επανάσταση. Αυτό έκανε από τότε, αυτό συνεχίζει και σήμερα.

Η δολοφονία της Ρ. Λούξεμπουργκ και του Κ. Λίμπκνεχτ ήταν ένα τεράστιο πλήγμα, όχι μόνο για το γερμανικό, αλλά και για το παγκόσμιο προλεταριάτο. Την πολιτική σημασία του γεγονότος την έδωσε με ακρίβεια ο Λένιν στις 19 του Γενάρη του 1919, όταν, μιλώντας σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, είπε μεταξύ άλλων («Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 434): «Σήμερα στο Βερολίνο η αστική τάξη και οι σοσιαλπροδότες πανηγυρίζουν. Κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Κ. Λίμπκνεχτ και την Ρ. Λούξεμπουργκ. Ο Εμπερτ και ο Σάιντεμαν, που τέσσερα ολόκληρα χρόνια έσπρωχναν τους εργάτες στο σφαγείο για ληστρικά συμφέροντα, ανέλαβαν τώρα το ρόλο δημίων των προλεταριακών ηγετών. Το παράδειγμα της επανάστασης στη Γερμανία μάς πείθει ότι η «δημοκρατία» δεν είναι παρά ένα προκάλυμμα της αστικής καταλήστευσης και της πιο άγριας βίας». Για το ίδιο θέμα, επίσης, ο Λένιν μίλησε το Μάρτη του ’19 στο ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, λέγοντας χαρακτηριστικά («Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 497): «Η δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, όχι μόνο γιατί βρήκαν τραγικό θάνατο οι καλύτεροι άνθρωποι και ηγέτες της πραγματικά προλεταριακής, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και γιατί αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα η ταξική ουσία ενός κράτους προηγμένου σε ευρωπαϊκή κλίμακα – μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή σε παγκόσμια κλίμακα. Αν κάτω από μια κυβέρνηση σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να δολοφονήσουν ατιμώρητα κρατούμενους, δηλαδή ανθρώπους που η κρατική εξουσία τούς είχε θέσει κάτω από τη φρούρησή της, βγαίνει το συμπέρασμα πως η ρεπουμπλικανική δημοκρατία στην οποία μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι παρά δικτατορία της αστικής τάξης».

Πηγές:

1. Β. Ρούγκε: «Η επανάσταση του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία» εκδόσεις ΣΕ, σελ. 52.

2. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Η’.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση στη Σοβιετική Ένωση

Ένα κείμενο του Don Brown με τίτλο «Russia Today» (1945), που αναρτήθηκε στα ελληνικά από τον πέτρο στο Indymedia

Πριν από 10 χρόνια, μια ομάδα αρχιτεκτόνων και μηχανικών πάλευαν κατά μήκος της θαλασσοδαρμένης ακτής της Κασπίας. Η χερσόνησος Ασφερόν φαινόταν αφιλόξενη, αλλά ένας από τους αρχιτέκτονες έλεγε «Εδώ θα έχουμε ένα θέατρο, κι εκεί έναν κινηματογράφο. Σε αυτό το ύψωμα θα φτιάξουμε ένα ξενοδοχείο, με αρκετή θέα προς τη θάλασσα».

Αυτή ήταν η σχεδιασμένη έναρξη οικοδόμησης της σοβιετικής πόλης Σουμγκάιτ στο Αζερμπαϊτζάν. Το σχέδιο προέβλεπε μια ταχύτατη κατοίκηση από 100.000 ανθρώπους, με όλα όσα μια σύγχρονη πόλη θα απαιτούσε.

Αυτή ήταν μια μέθοδος για να αποκτήσει ένα άγονο κομμάτι σοβιετικής γης ζωή.

Έπειτα υπήρξε η πρόσφατα δημιουργημένη πόλη Ιγκάρκα- πάνω από τον Αρκτικό κύκλο- τα υλικά οικοδόμησης της οποίας ξεκίνησαν από το Άρχανγκελσκ και το Βλαδιβοστόκ. Αυτές οι «κιβωτοί του Νώε» ξεκίνησαν με τις προκατασκευές τους τον Ιούλη του 1936 και η Ιγκάρκα, πλέον καλά οικοδομημένη στην πετρελαιοφόρα περιοχή Νορντβικ, αποτελεί μια βάση καυσίμων που διπλασιάζει τη φορτωτική ικανότητα των πλοίων κατά μήκος της διαδρομής της βόρειας θάλασσας.

Ελάχιστες τοπικές κυβερνήσεις ξεκινούν εντελώς από την αρχή, ακόμα και στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά πριν τον πόλεμο, 270 σοβιετικές πόλεις είχαν ξανασχεδιαστεί, και τώρα υπάρχει το σοβαρό καθήκον της αποκατάστασης των καταστροφών του πολέμου- με την οποία έχει καταπιαστεί το 4ο 5χρονο πλάνο.

Είναι τα τοπικά σοβιέτ που πρέπει να μετατρέψουν αυτά τα σχέδια σε έργα.

Πώς μια τοπική κυβέρνηση λειτουργεί; Πώς εκλέγεται; Και πού βρίσκει τα χρήματα; Είναι δημοκρατική;

Η δομή της τοπικής κυβέρνησης

Ένα ομπλαστ είναι μια διοικητική περιφέρεια που δεν περιέχει Αυτόνομες περιοχές. Μια Αυτόνομη περιοχή που κατοικείται από μια εθνική μειονότητα είναι συχνά γνωστή ως κράι- οι μεγαλύτερες μονάδες μετά τις 22 Αυτόνομες Δημοκρατίες. Τα 80 ομπλαστ ποικίλλουν σε μέγεθος, από το Ομπλάστ της Μόσχας (2.000 χωριά και 42 πόλεις) ως τη Δημοκρατία της Νότιας Οσετίας (41 χωριά και 1 πόλη).

Ένα ραγιόν είναι μια μεγάλη μονάδα αποτελούμενη από χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις. Υπάρχουν 3.500 ραγιόν στην ΕΣΣΔ.

Μεταξύ ομπλαστ και ραγιόν υπάρχει μια άλλη μονάδα- το οκρούγκ. Από το 1930 κι έπειτα έχουν σε μεγάλο βαθμό υποσκελιστεί από τα ραγιόν και μόνο 30 περίπου παραμένουν.

Επιπροσθέτως, υπάρχουν 808 πολιτείες και πόλεις, 942 κωμοπόλεις και κεφαλοχώρια, και 70.000 χωριά, τα οποία όλα εκλέγουν τα δικά τους σοβιέτ.

Αυτά τα σώματα είναι υπεύθυνα για τις ανθρώπινες δραστηριότητες στο ένα έκτο της επιφάνειας της Γης- μια περιοχή ένα εκατομμύριο τετραγωνικά μίλια μεγαλύτερη από ολόκληρη την επιφάνεια της σελήνης, και η οποία κατοικείται από περίπου 200.000.000 ανθρώπους 183 ξεχωριστών εθνοτήτων, οι οποίοι μιλούν 150 διαφορετικές γλώσσες, και βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης.

Ιδιαίτερα Προβλήματα

Η σοβιετική κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει διάφορα ζητήματα στην προσπάθειά της να δημιουργήσει ένα σύστημα δημοκρατικής τοπικής διακυβέρνησης.

Για παράδειγμα, το πρόβλημα των νομάδων. Τι σύστημα εκλογών, εκπροσώπησης ή φορολόγησης είναι εφικτό για τέτοιες «κωμοπόλεις» της Κιργιζίας, που όταν η βοσκή γίνεται λεπτή, μετακινούν την καλαμένια «πόλη» τους σε νέα βοσκοτόπια;

Τι τύπος σοβιετικής συνέλευσης ταιριάζει στους σοβιετικούς εσκιμώους, των οποίων ολόκληρα τα χωριά αποκλείονται μεταξύ των πλεούμενων ογκοπάγων ;

Τι δικαιώματα ψήφου να δοθούν στους Νέντσι που ακολουθούν τα κοπάδια ταράνδων καθώς το χιόνι που λιώνει αποκαλύπτει περισσότερα βρύα πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο;

Μεγάλη ενθάρρυνση δίνεται στους ανθρώπους αυτούς να εγκαταλείψουν τη νομαδική ζωή τουςόσο το δυνατό γίνεται. Αρδευτικά έργα εξασφάλισαν σοδιές για τροφή και βοσκή. Επιστήμονες παρήγαγαν ισχυρές ποικιλίες σιταριού και λαχανικών τα οποία να μεγαλώνουν στις βόρειες περιοχές. Εργοστάσια κονσερβοποιίας ψαριών δημιουργήθηκαν κοντά στους ψαρότοπους και πόλεις χτίστηκαν γύρω από αυτούς. Νομάδες ψαράδες έχουν γίνει μέλη συνεταιρισμών αλιεργατών, ενώ η ίδρυση καστόρων και αλεπούδων φέρνουν σταθερότητα και εγκατάσταση στους κυνηγούς.

Στο καλειδοσκόπιο των εθνοτήτων που εκπροσωπούνται στο Ανώτατο Σοβιέτ, το Σοβιέτ των Εθνοτήτων και τα τοπικά όργανα κυβέρνησης, πλέον μπορεί να βρεθούν τα πρόσωπα των βουλευτών που εκλέχθηκαν από τους Νέντσι, τους Εβένκι, και τους Κιργίζιους- από τα πιο μακρινά μέρη της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτοί οι άνθρωποι γρήγορα ανέπτυξαν τις τοπικές κυβερνήσεις τους, και το Σοβιετικό σύστημα αντικατέστησε την πρότερη καθυστέρηση.

Όπου κάθε μορφή τοπικής κυβέρνησης προϋπήρχε, τα καλύτερα στοιχεία της ενσωματώθηκαν στο τοπικό σοβιετικό σύστημα.

Τοπικές εκλογές

Πριν από το σταλινικό Σύνταγμα του 1936, οι σοβιετικοί πολίτες επέλεγαν μόνο τους τοπικούς εκπροσώπους τους (πόλης ή χωριού), οι οποίοι με τη σειρά τους εξέλεγαν μερικούς εξ αυτών στο σοβιέτ του ραγιόν. Η έμμεση αυτή εκλογή αφορούσε ως και το Ανώτατο Σοβιέτ, αλλά μετά το 1936 υπάρχει άμεση εκλογή όλων των σοβιέτ, η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο 134 του σταλινικού Συντάγματος. Αυτό ξεκαθαρίζει ότι οι βουλευτές όλων των Σοβιέτ «εκλέγονται από τους εκλογείς στη βάση μιας καθολικής, άμεσης και ίσης ψηφοφορίας, με μυστική ψήφο».

Οι εκλογές στα σοβιέτ των πόλεων, των πολιτειών και των χωριών διεξάγονται κάθε 2 χρόνια- και κάθε 4 χρόνια στα ανώτερα σώματα.

Πριν από το 1936, οι εκλογές ήταν «ανοιχτές»- με ανάταση των χεριών σε σχετικά μικρές συναθροίσεις, συχνά σε εργοστάσια ή άλλους τόπους δουλειάς.

Μετά το 1936, οι εκλογές γίνονται με μυστική ψήφο και βάσει περιοχών, όπως στη Βρετανία, αντί στη βάση των χώρων δουλειάς. Στους χώρους δουλειάς εξακολουθούν να γίνονται συναθροίσεις και συζητήσεις, και είναι πολύ δραστήριοι στην παρακίνηση ενδιαφέροντος για τις εκλογές. Συχνά χρίζουν υποψηφίους και υποβάλλουν αντίστοιχες αιτήσεις στα σοβιέτ.

Οι άνθρωποι που παλιότερα αποκλείονταν από τη διαδικασία (ιερείς κλπ) πλέον έχουν ψήφο, εκτός από δύο κατηγορίες. Αυτή η διεύρυνση της δημοκρατικής βάσης της σοβιετικής κοινωνίας εξασφαλίζεται από το άρθρο 135 του Συντάγματος:

«Οι εκλογές των βουλευτών είναι καθολικές: όλοι οι πολίτες της ΕΣΣΔ που έχουν φτάσει την ηλικία των 18, ανεξαρτήτως φυλής ή εθνότητας, θρησκείας, επιπέδου εκπαίδευσης, κοινωνικής καταγωγής, στάτους ιδιοκτησίας, ή προηγουμένων δραστηριοτήτων, έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν στις εκλογές των Βουλευτών και να εκλεγούν, εξαιρουμένων των τρελών και προσώπων που έχουν καταδικαστεί από δικαστήριο σε ποινές που στερούν τα εκλογικά δικαιώματα».

Όλες οι εκλογές διεξάγονται με κανονισμούς που στοχεύουν στην ακολούθηση δημοκρατικών διαδικασιών. Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν χριστεί 30 μέρες πριν τις εκλογές: οι εκλογές δεν πρέπει να διεξαχθούν εργάσιμη ημέρα, η κάλπη πρέπει να ανοίξει μεταξύ 6 π.μ. ως τα μεσάνυχτα, οι εκλογείς δεν στερούνται το εκλογικό δικαίωμα αν αναπόφευκτα απουσιάζουν από τον τόπο διαμονής την ημέρα των εκλογών γιατί μπορούν να ψηφίσουν οπουδήποτε, με την επίδειξη ταυτότητας, η οποία μετά σφραγίζεται, για την αποφυγή διπλοψηφίας.

Αυτή η μέθοδος δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο κομματικό μας σύστημα εκλογών. Εδώ θα είχαμε κόμματα να οργανώνουν καραβάνια ψηφοφόρων από μια περιοχή με ελάχιστες ελπίδες προς μια άλλη που είναι πιθανή η εκλογή τους.

Οι εκλογές διεξάγονται υπό τον έλεγχο της Εκλογικής Επιτροπής, ένα ad hoc σώμα που εκλέγεται κατά τη διάρκεια των εκλογών από το κύριο σώμα του εν ενεργεία σοβιέτ. Κάθε σοβιέτ έχει τη δική του Εκλογική Επιτροπή. Αυτό της Μόσχας έχει 25 μέλη, που επιβλέπουν τις εκλογές και βλέπουν αν όλα διεξάγονται με δημοκρατικό τρόπο.

Ποιοι είναι οι υποψήφιοι;

Μερικοί έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι υπάρχει μόνο ένας υποψήφιος στις σοβιετικές εκλογές- ότι είναι πάντα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος- και ότι σχεδόν υποχρεωτικά τα αποτελέσματα των εκλογών είναι ομόφωνα υπέρ του.

Αν έτσι είχαν τα πράγματα, η σοβιετική δημοκρατία θα ήταν πράγματι φάρσα. Η πραγματική κατάσταση όμως είναι διαφορετική, παρότι δεν είναι πάντοτε εύκολο σε αυτή τη χώρα (σ.σ. Βρετανία) να συνάγεις την αλήθεια από την περιορισμένη πληροφόρηση και την απεριόριστη παραπληροφόρηση που υπάρχει.

Καθένας άνω των 18 ετών μπορεί να είναι υποψήφιος αν χριστεί από μια ομάδα ανθρώπων όπώς ένα τμήμα του συνδικάτου, έναν συνεταιρισμό, μια ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, νεολαιίστικες οργανώσεις, πολιτιστικές οργανώσεις, ένα τάγμα ή ομάδα στρατιωτών, ή ένα εργοστάσιο. Υπάρχουν συνήθως διάφοροι που χρίζονται υποψήφιοι από διάφορα σώματα για την ίδια περιοχή.

Η ένταξη στο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι επ’ ουδενί υποχρεωτική για να χριστεί κανείς υποψήφιος. Στην πραγματικότητα, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος έχει απευθύνει έκκληση στα μέλη του να δίνουν ίση προτίμηση σε μη κομματικούς υποψηφίους που χρίστηκαν λαϊκή τη βουλήσει. Ένα μεγάλο ποσοστό- συχνά περίπου το 35%- αυτών που εκλέγονται στο Ανώτατο Σοβιέτ αλλά και στα σοβιέτ των Δημοκρατιών, πόλεων, πολιτειών και χωριών δεν είναι μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος ή τηςΛίγκας Νέων Κομμουνιστών (σ.σ. αυτό το ποσοστό ποικίλε και ο αριθμός των μη κομματικών ήταν ακόμα πιο υψηλός και πάνω από το 50%).

Υπάρχουν πολλές προεκλογικές συγκεντρώσεις για κάθε εκλογική περιφέρεια, που αποτελούν κάποιους γύρους «αποκλεισμών» για τους διάφορους υποψηφίους.

Για παράδειγμα, ένας υποψήφιος μπορεί να χρίστηκε από ένα τοπικό εργοστάσιο, μια άλλη από νοικοκυρές ενός συγκροτήματος πολυκατοικιών. Μπορεί να υπάρχει και ένα απερχόμενο μέλος που επιζητεί επανεκλογή. Συχνά αυτοί οι υποψήφιοι παρουσιάζονται μαζί στο ίδιο βήμα σε προεκλογικές συγκεντρώσεις.

Σχετικές (και συχνά άσχετες) ερωτήσεις τίθενται στους υποψήφιους, αναφορικά με την ως τώρα εργασία τους, τις ικανότητές τους, τους λόγους για τους οποίους τίθενται υποψήφιοι κλπ.

Βάσει των απαντήσεων του υποψηφίου και τη γενική εντύπώση που σχηματίζεται σε τέτοιες συγκεντρώσεις, οι πιθανότητες του υποψηφίου να συμμετάσχει πράγματι στις εκλογές είτε αυξάνονται είτε μειώνονται. Ένας από τους υποψηφίους μπορεί να διακριθεί ως πιο ικανός, και κάποια από τα εκλεκτορικά σώματα να αποσύρουν τους υποψηφίους τους, μεταφέροντας την προτίμησή τους στον καλύτερο. Αυτή η διαδικασία εκλογής των καλύτερων υποψηφίων πηγαίνει ως ότου υπάρχει ένας υποψήφιος- ένας που έχει κερδίσει την υποστήριξη του μεγαλύτερου αριθμού ατόμων και εκλεκτορικών σωμάτων στις προεκλογικές συζητήσεις και εκδηλώσεις.

Αυτές οι συζητήσεις είναι γεμάτες ζήλο, με τίποτα να μην απαγορεύεται- κανένας νόμος περί συκοφάντησης ή κάτι τέτοιο δεν εμποδίσει τους εκλογείς να αποδείξουν την αδυναμία των δυνάμει εκπροσώπων τους.

Η ίδια η εκλογή- την ημέρα των εκλογών- είναι συχνά ζήτημα σχεδόν ομόφωνης έγκρισης της δημόσιας επιλογής που προέκυψε από την εξέταση των υποψηφίων.

Οι Sidney & Beatrice Webb στο βιβλίο τους «Σοβιετικός Κομμουνισμός» λένε σχετικά:

«Οι υποψήφιοι χρίζονται, γίνονται αντικείμενο συζήτησης, και είτε ακολούθως αποκλείονται ή προωθούνται ως την τελική ψηφοφορία. Αυτή είναι σχεδόν ομόφωνη (ή πιο αυστηρά, ό,τι στην Αγγλία ονομάζεται nem com), γεγονός που συχνά οδηγεί στην υπόνοια ότι δεν υπάρχει πραγματική άσκηση επιλογής από τους εκλογείς. Αντιθέτως, η διαδικασία είναι αυτή της βαθιάς προκαταρκτικής διερεύνησης και «κοσκινίσματος» των υποψηφιοτήτων μετά από διάφορες, συχνά πολλές, διαδοχικές ψηφοφορίες σε προηγούμενες συγκεντρώσεις, όπου οι λιγότερο δημοφιλείς υποψήφιοι αποσύρονται».

Για να εξασφαλιστεί ότι ο εκλεγμένος βουλευτής είναι πράγματι αντιπροσωπευτικός, πρέπει να έχει λάβει τουλάχιστον το 51% όλων των εκλογέων (όχι μόνο των ψήφων), και αν αυτό δεν συμβεί, οι εκλογές επαναλαμβάνονται. Παρότι υπάρχει σχετική πρόνοια στο σοβιετικό εκλογικό νόμο, σπάνια θα συμβεί αφού η συμμετοχή συχνά αγγίζει το 100%.

Τέτοιες εκλογές είναι παρόμοιες με τον τρόπο όπου διάφορα εκλογικά σώματα- συνδικάτα, για παράδειγμα- εκλέγουν τις εκτελεστικές τους επιτροπές. Οι υποψήφιοι δεν προωθούνται βάσει «κομματικής ταυτότητας», γιατί όλοι έχουν ένα ως σκοπό, και επιλέγονται βάσει της ικανότητάς τους να προωθήσουν την ευημερία του σώματος στο οποίο ανήκουν.

Η Εντολή

Οι υποψήφιοι δεν εκλέγονται βάσει αμφίβολων υποσχέσεων για «χαμηλούς φόρους» (ωσάν αυτοί να ήταν αποτέλεσμα εκλογών) αλλά βάσει της θέλησης και της ικανότητάς τους να εκπληρώσουν τις επιθυμίες του λαού. Ο υποψήφιος δεν έχει «εκλογικό πρόγραμμα»- ισχύει το αντίθετο, γιατί οι εκλέκτορες καθιστούν γνωστές τις απαιτήσεις τους στον υποψήφιο. Αυτές οι απαιτήσεις είναι πάρα πολλές, και έρχονται στον υποψήφιο υπό τη μορφή «οδηγιών» από τις συγκεντρώσεις τις δημόσιες ή στο εργοστάσιο. Όλες αυτές οι οδηγίες- συνολικά γνωστές ως «η εντολή»- συντάσσονται σε πίνακα και μπαίνουν σε σειρά ανάλογα με την επιτακτικότητά τους.

Από τις «οδηγίες στους υποψηφίους» σε μια πρόσφατη εκλογή σο Σοβιέτ της Μόσχας (και υπήρχαν σχεδόν 100.000 τέτοιες οδηγίες!) μαθαίνουμε ότι 595 επιχειρήσεις (400.000 εκλογείς) ζήτησαν περισσότερα καταστήματα λιανικής: 80 οργανώσεις ζήτησαν περισσότερα μέσα μαζικής μεταφοράς να κυκλοφορούν τη νύχτα για να αποσυμφορηθούν οι δρόμοι και 49 αιτήσεις υπήρχαν για καλύτερες και φτηνότερες υπηρεσίες πλυντηρίων.

Εδώ υπάρχουν μερικά από τα πράγματα με τα οποία πρέπει το σοβιέτ της Πόλης της Μόσχας να ασχοληθεί ως αποτέλεσμα λαϊκής απαίτησης: η ανάπτυξη ιδιωτικών κλήρων, η παροχή ραδιόφωνου και τηλεφώνου σε κάθε σπίτι, πισίνες σε κάθε συνοικία, μειωμένες τιμές για κινηματογράφους και θέατρα, η κατ’ οίκον παράδοση των αγαθών, η μείωση της ηχορύπανσης από την κίνηση των οχημάτων, η εισαγωγή αδειών για μοτοσυκλέτες.

Οι εκλεγμένοι βουλευτές δεν επιτρέπεται να τις παίρνουν στο ελαφρό, πρέπει να τις υλοποιούν. Τα τμήματα και οι διευθύνσεις των διοικήσεων των πόλεων εξετάζουν τα τμήματα αυτά της Εντολής και εκτιμούν ποια είναι εφικτά για υλοποίηση. Οι αποφάσεις για όλες τις «οδηγίες»- πρέπει να γνωστοποιηθούν, για το ποια πρόταση είναι υλοποιήσιμη και αν όχι γιατί. Σε τακτά διαστήματα τα τμήματα εκδίδουν εκθέσεις προόδου, και κάθε βουλευτής υποχρεούται να συναντήσει τους εκλογείς του σε δημόσια συγκέντρωση, συνήθως μια φορά το τρίμηνο, για να δώσει λογαριασμό.

Ανάκληση

Οι βουλευτές που δεν μπορούν ή δεν θα υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους υπόκεινται σε ανάκληση και νέα μέλη εκλέγονται. Αυτή η ανάκληση μπορεί να πραγματοποιηθεί με πλειοψηφία 2/3 του εκλογικού σώματος, ή με κατά πλειοψηφία απόφαση της επιτροπής ή του τμήματος στο οποίο είναι μέλος. Η επιτροπή πρέπει, έπειτα, να δικαιολογήσει την πράξη της στο εκλογικό σώμα. Ένα τέτοιο σύστημα κρατά τους βουλευτές σε εγρήγορση και είναι ένα μέσο καταπολέμησης της ανικανότητας ή της γραφειοκρατίας.

Τρομακτικό ενδιαφέρον επιδεικνύεται σε τοπικές εκλογές. Τόσο πολύ που ορισμένοι σκεπτικιστές σε αυτή τη χώρα(σ.σ. Βρετανία) δεν μπορούν να πιστέψουν ότι εκλογές με συμμετοχή σχεδόν 100% μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να είναι υποχρεωτικές. Όμως τέτοια αποτελέσματα προκύπτουν, όχι έπειτα από πίεση και στρατιωτικοποίηση, αλλά βάσει της εκλογικής διαδικασίας που περιγράφτηκε, μαζί με ένα πραγματικό ενδιαφέρον για έναν μηχανισμό δημοκρατικής διακυβέρνησης. Δεν υπάρχει η απάθεια που είναι μια τόσο λυπηρή πτυχή μερικών από τις εκλογές μας. Φράσεις όπως «Τι σημασία έχει ποιος θα βγει, καθένας κοιτά την πάρτη του» δεν είναι τμήμα των σοβιετικών εκλογών.

Η υψηλή αίσθηση ευθύνης των πολιτών φαίνεται από τους παρακάτω αριθμούς για τις εκλογές τοπικών κυβερνήσεων του Δεκέμβρη του 1939, όταν 1.300.000 βουλευτές έπρεπε να εκλεγούν. 1.500.000 επιτροπές με μέλη πάνω από 7.000.000 σχηματίστηκαν, και το ενδιαφέρον μεταξύ των εκλεκτόρων έφερε ως αποτέλεσμα 92.812.237 ψήφων σε σύνολο 93.547.797 εκλεκτόρων- δηλαδή 99,21%.

Αυτό έγινε εφικτό γιατί η ημέρα των εκλογών είναι αργία: οι εκλογές διεξάγονται από τις 6 το πρωί ως τα μεσάνυχτα, και καθένας που λείπει εκτός του τόπου του μπορεί να ψηφίσει.

Ποιος κυβερνά;

Ένα από τα προβλήματα της δημοκρατίας είναι η εύρεση ενός συστήματος διακυβέρνησης το οποίο, πέραν του να είναι το καλύτερο «εργαλείο» για να «γίνονται οι δουλειές», ταυτόχρονα να εξασφαλίζει ότι η ανώτερη εξουσία παραμένει στο λαό παρά στους εκπροσώπους του.

«Όλη η εξουσία στα σοβιέτ»ήταν το επαναστατικό σύνθημα του 1917 που έγινε πράξη και η εξουσία είναι ακόμα στα χέρια του λαού μέσω των εκλεγμένων συμβουλίων του λαού διαφόρων ειδών.

Κάθε σοβιέτ μπορεί να υπερσκελίζεται από ανώτερα σοβιέτ (η πόλη από την περιφέρεια κ.ο.κ) ωστόσο κάθε σοβιέτ εκλέγει εκτελεστική εξουσία που λογοδοτεί σε όλο το σοβιέτ το οποίο λογοδοτεί στο λαό, ο οποίος έχει την εξουσία να εκλέγει και να ανακαλεί.

Εκλεγμένα σώματα υπόκεινται σε «παρεμβάσεις» από τα πάνω και από τα κάτω, αλλά στην πράξη υπάρχουν μικρές προστριβές μεταξύ τοπικής και κεντρικής κυβέρνησης και λαού.

Η πιο σημαντική πτυχή της σοβιετικής διοίκησης είναι η ολοκλήρωση(integration) όλων των εθνικών και τοπικών κυβερνητικών σωμάτων. Αυτή είναι τέτοια που ο σοβιετικός νόμος ποτέ δεν χρησιμοποιεί τον όρο «τοπική αυτοδιοίκηση» αλλά το Σύνταγμα πάντα αναφέρεται σε «τοπικά όργανα κρατικής εξουσίας». Η αταξική φύση της σοβιετικής κοινωνίας(σ.σ. λάθος έκφραση, ήταν ταξική αλλά όχι εκμεταλλευτική) καθιστά εφικτή αυτή την ομοφωνία μεταξύ εκτελεστικών και διοικητικών σωμάτων σε όλα τα επίπεδα, και στο λαό που τα εκλέγει.

Πώς λειτουργεί;

Πώς λειτουργεί στην πράξη;

Η κυβέρνηση της Μόσχας. Η Μόσχα κυβερνάται από το Σοβιέτ της Πόλης της Μόσχας (σε συντομία Μοσσοβιέτ). Αυτό είναι ένα σώμα που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των εντολών και των λειτουργιών της κεντρικής εξουσίας- το Ανώτατο Σοβιέτ- για ό,τι σχετίζεται με τη Μόσχα, και ταυτόχρονα έχει μεγάλο βαθμό τοπικής αυτονομίας και πρωτοβουλίας. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα απλό «γραφείο αντιπροσωπείας» του Κρεμλίνου.

Το πλήρες σοβιέτ αριθμεί πάνω από 2.000 βουλευτές. Ο αριθμός κυμαίνεται ανάλογα με τον πληθυσμό. Το Λένινγκραντ και η Μόσχα τώρα εκλέγουν έναν βουλευτή για κάθε 3.000 ψηφοφόρους. Οι περισσότερες Σοβιετικές πόλεις αυξάνονται ταχύτατα και οι κάτοικοί τους στοχεύουν να βαδίζει παράλληλα και ο λόγος της εκπροσώπησής τους. Παρακάτω παρατίθενται μερικοί αριθμοί που δείχνουν 13 χρόνια αύξησης:

   Μόσχα  Λένινγκραντ  Μπακού  Γκόρκι  Τυφλίδα 
1926  2,029,425  1,690,065  453,333  222,356  294,044 
1939  4,137,018  3,191,304  809,347  644,116  519,175 

 

Η Ολομέλεια

Το σύνολο των Βουλευτών- η ολομέλεια- είναι το ανώτατο όργανο νομοθεσίας για τη Μόσχα. Όπως τονίζει ο Καγκάνοβιτς:

«Το σοβιέτ είναι ένας μόνιμα λειτουργών νομοθετικός οργανισμός που ελέγχει και επιβλέπει όχι μόνο τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην πόλη, αλλά και κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα που διεξάγεται εντός της περιοχής».

Αυτή η ολομέλεια συναντάται κάθε 6 ή 8 εβδομάδες σε συνεδριάσεις που μπορεί να διαρκέσουν αρκετές ημέρες. Οι συνήθεις ώρες τους είναι από τις 5 μ.μ. ως τα μεσάνυχτα, προκειμένου να βολεύει όλα τα μέλη του σοβιέτ, τα οποία όλα είναι εργαζόμενοι. Τα μέλη του σοβιέτ (με εξαίρεση ό,τι αναφερθεί πιο κάτω) δεν πληρώνονται για αυτή τους τη δράση, αν και μπορεί να πληρώνονται ως υπάλληλοι του σοβιέτ.

Η ολομέλεια δεν είναι για να εγκρίνει μονάχα τις αποφάσεις του προεδρείου, αλλά είναι ένα σώμα που εργάζεται, με σημαντικές εξουσίες. Οι λόγοι σπάνια ξεπερνούν τα δέκα λεπτά καθένας- η ολομέλεια αποφασίζει πόση διάρκεια θα δοθεί σε κάθε ομιλητή. Δεν υπάρχουν εκ των προτέρων δικαιώματα για ομιλίες, και τα απλά μέλη έχουν ίσες ευκαιρίες με τα μέλη του προεδρείου.

Δεκατρείς γέφυρες

Για να φέρουμε συγκεκριμένα παραδείγματα- όταν το Σοβιέτ της Μόσχας αποφάσισε να κάνει τη «γραμμή του κυνηγού» μια από τις κύριες οδικές αρτηρίες της πόλης, ρίχτηκε δυναμίτης στις παλιές περιοχές για να ανοίξει ο δρόμος για τις νέες. Δεν υπήρχαν ιδιοκτήτες γης να κλαίνε από λύπη επειδή έχασαν τα ενοίκιά τους, είτε από χαρά επειδή η αποζημίωση τους είχε κάνει πλούσιους εφ’ όρου ζωής. Το ίδιο με την Οδό Γκόρκι, όπου κάποια κτίρια καταστράφηκαν και άλλα πήγαν πίσω 30 πόδια, ενώ το νοσοκομείο άλλαξε 90 μοίρες προκειμένου να το χτυπά ο ήλιος.

Όταν οι ποταμοί Μόσκοβας και Βόλγας ενώθηκαν με ένα κανάλι, η στάθμη του ποταμού στη Μόσχα ανέβηκε κατά 9 πόδια και έκανε τις υπάρχουσες γέφυρες πολύ κοντές για την πλοήγηση. Για να ξεπεραστεί αυτό, νέες γέφυρες χτίστηκαν ταυτόχρονα σε ένα χρόνο και 9 μήνες (όταν η νέα γέφυρα Βατερλώ χτίστηκε στον Τάμεση, περισσότερος χρόνος ξοδεύτηκε για τις προκαταρκτικές συζητήσεις μεταξύ ιδιοκτητών, νομικών και φορολογούμενων).

Ισπολκόμ και Προεδρείο

Από την ολομέλεια εκλέγεται ένα είδος εκτελεστικής επιτροπής γνωστό ως Ισπολκόμ. Συνεδριάζει κάθε τρεις ή τέσσερις φορές το χρόνο όταν κάποια ειδική δουλειά απαιτεί την προσοχή του. H βασική του λειτουργία στη Μόσχα είναι η επιλογή 15 μελών από την ολομέλεια που θα αποτελέσουν την πραγματική δημοτική ηγεσία. Αυτοί οι 15 είναι γνωστοί ως Προεδρείο.

Το προεδρείο φέρνει σε πέρας την καθημερινή δουλειά στο διάστημα μεταξύ των συνεδριάσεων της ολομέλειας. Από τους 15, ο πρόεδρος, 3 αντιπρόεδροι και ο γραμματέας πληρώνονται και αφιερώνουν όλο τους το χρόνο στη δουλειά.

Οι υπόλοιποι από το προεδρείο συχνά είναι έμμισθα στελέχη του σοβιέτ- επικεφαλής ή αξιωματούχοι των δημοτικών επιχειρήσεων. Υπάρχει σε αυτό μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της ρωσικής και βρετανικής πρακτικής. Η διαφορά μεταξύ του εκλεγμένου συμβούλου και του έμμισθου επαγγελματία αξιωματούχου, τόσο προφανής στη δική μας (σ.σ. βρετανική) τοπική διακυβέρνηση, δεν υπάρχει σε ένα σοβιέτ. Πολλά από τα μέλη των σοβιέτ είναι ταυτόχρονα έμμισθοι υπάλληλοι της κυβέρνησης της οποίας είναι μέλη.

Οι Ρώσοι πιστεύουν πως είναι πιο παράλογο να διαχωρίζουν τους δημοτικούς υπαλλήλους από την εκλογή για το Συμβούλιο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπουν σε επικεφαλής ιδιωτικών επιχειρήσεων που μπορεί να έχουν επιχειρηματικές συναλλαγές με τη δημαρχία να μπορούν να γίνονται δημοτικοί σύμβουλοι.

Το ανώτατο εκτελεστικό όργανο- το προεδρείο- έχει πλήρη αρμοδιότητα να υλοποιήσει τις πολιτικές και τα σχέδια της ολομέλειας. Τέτοια δραστηριότητα τού δίνει σημαντική δόση πρωτοβουλίας. Είναι συχνά το σώμα που σχεδιάζει το αναλυτικό πλάνο της δουλειάς, και συνεδριάζει σχεδόν συνέχεια. Κάθε λίγες ημέρες υπάρχει μια συνεδρίαση των 15, αλλά τα 5 έμμισθα μέλη έχουν και άτυπες επαφές μεταξύ των συνεδριάσεων.

Το προεδρείο δεν έχει υποεπιτροπές, αλλά για να διευκολύνει την εργασία, κάθε μέλος «χρεώνεται» συγκεκριμένα καθήκοντα, αν και το προεδρείο παραμένει συλλογικά υπεύθυνο. Ο επικεφαλής ενός τμήματος- π.χ. για το φυσικό αέριο ή τον ηλεκτρισμό- που θα ήθελε να αποφασιστεί ένα ζήτημα, θα πήγαινε στο αντίστοιχο μέλος εκείνο του προεδρείου.

Οποτεδήποτε ένα συγκεκριμένο ζήτημα συζητείται από το προεδρείο καλείται ο επικεφαλής της σχετικής υπηρεσίας να παρακολουθήσει και να συμμετάσχει στη συνεδρίαση.

Τα σοβιέτ των συνοικιών της Μόσχας

Η Μόσχα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ ώστε τώρα διοικείται με ένα σχετικά παρόμοιο τρόπο με το Λονδίνο. Προκειμένου να είναι λιγότερο επιβαρυμένη η κυβέρνηση υπάρχουν τώρα 24 συνοικίες, κάθε μια με το δικό της τοπικό σοβιέτ, που εκλέγονται ταυτόχρονα με το Μοσσοβιέτ.

Αυτές οι 24 συνοικίες έχουν μεταξύ τους 6.000 εκλεγμένους βουλευτές. Μαζί με το Μοσσοβιέτ αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση της Μόσχας είναι στην ευθύνη πάνω από 8.000 εκλεγμένων εκπροσώπων.

Η Ολομέλεια κάθε μιας από τις συνοικίες της Μόσχας (που μοιάζει με τα δικά μας Βorough Councils) έχει κατά μ.ο. 250, με ένα προεδρείο μεταξύ 7-10 ατόμων. Επιπροσθέτως, υπάρχουν επίσης 2-3 «αναπληρωματικοί». Αυτοί είναι μια πτυχή των περισσότερων σοβιέτ, και αποτελούνται από διάφορους ανθρώπους που δέχονται μαθήματα στην πράξη για τη διοίκηση οργανισμών, αναπληρώνοντας εκλεγμένους όταν αυτοί είναι ασθενείς κλπ. Τέτοιοι άνθρωποι είναι όσοι «τερμάτισαν δεύτεροι» στις εκλογές.

Όπως στο Μοσσοβιέτ, τα μέλη του Προεδρείο συχνά απασχολούνται πλήρως ως έμμισθοι επικεφαλής των τμημάτων της συνοικίας. Συνεδριάζουν ως προεδρείο μια φορά τη βδομάδα.

Ένα ενδιαφέρον τυπικό δείγμα των σοβιέτ της Περιφέρειας της Μόσχας φαίνεται από τους πιο πρόσφατους αριθμούς για τη σύνθεσή τους. Από τους 6.000 βουλευτές, οι 2.040 είναι γυναίκες, οι 3.502 είναι εργάτες, οι 1.486 είναι ανώτεροι υπάλληλοι του «δήμου», 236 είναι από τον Κόκκινο Στρατό, 184 είναι φοιτητές, και οι υπόλοιποι είναι 527. Οι κάτω των 25 είναι 876, ενώ οι 3.340 μεταξύ 26 και 40, ενώ 1.719 είναι άνω των 40.

Η πιο «λεπτομερής» διοίκηση είναι κυρίως στα χέρια των Συνοικιακών Σοβιέτ, στα οποία, όπως όλα τα σοβιέτ, επιτρέπεται να ασχολούνται με όλες τις τοπικές ανάγκες δεδομένου ότι τέτοια δραστηριότητα είναι σε αρμονία με το έργο ανώτερων αρχών και τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στις συνοικίες από το Μόσσοβιέτ.

Έχουν περίπου 12 διοικητικά τμήματα- παιδείας, υγείας, κατοικιών κλπ- και είναι υπεύθυνα για τον έλεγχο των τοπικών τράστ που καλύπτουν ζητήματα όπως κατασκευή δρόμων, διατροφή και τοπικές βιομηχανίες.

Ο ύστατος οικονομικός έλεγχος των δραστηριοτήτων των συνοικιών ανήκει στο Σοβιέτ της Πόλης της Μόσχας, ενώ οι συνοικίες είναι ελεύθερες να ξεκινούν ένα μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων χωρίς προηγούμενη έγκριση από τα πάνω. Σε περίπτωση που η συνοικία ξεπερνά τον προϋπολογισμό που της έχει δοθεί ωστόσο, υπάρχει έρευνα και μπορεί να υπάρξει περικοπή των δαπανών.

Προβλήματα που ζητούν διευθέτηση μεταξύ των συνοικιακών σοβιέτ και του Μοσσοβιέτ λύνονται από το προεδρείο του Μοσσοβιέτ, και αν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, από την ολομέλεια του Μοσσοβιέτ, που είναι το σημείο συνάντησης όλων των συμφερόντων της Μόσχας και των συνοικιών.

Ο κ. E.D. Simon, στο βιβλίο του «Moscow in the Making» λέει-

«Οι σχέσεις μεταξύ του σοβιέτ της πόλης και των σοβιέτ των συνοικιών στη Μόσχα, μου φαίνονται άξια θαυμασμού και λίγο θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Από τη μια, το Μοσσοβιέτ θέτει τις γενικές αρχές των πολιτικών, και έχει πλήρη εξουσία να δει ότι αυτές εκτελούνται: από την άλλη, τα συνοικιακά σοβιέτ δεν έχουν μόνο μια μεγάλη ποσότητα αρμοδιότητας για την εκτέλεση των διοικητικών λεπτομερειών, αλλά ενθαρρύνονται και αναμένεται από αυτές να επιδεικνύουν ένα μεγάλο βαθμό αυθόρμητης πρωτοβουλίας.

Σε κάθε σημείο οι συνοικίες έχουν τη δυνατότητα να θέτουν την κατάστασή τους.. Οι ζηλόφθονες, στρεψόδικες, άκαρπες συγκρούσεις, και η αίσθηση αυτό-σημαντικότητας εκ μέρους των κατώτερων σωμάτων που έχουν κάνει τόσα για να απογοητεύσουν την κυβέρνηση του Λονδίνου, έχουν στη Μόσχα υποταχτεί στις γενικότερες ανάγκες της πόλης ως συνόλου».

Διοικητική Δομή

Υπάρχουν στην πραγματικότητα λίγα πράγματα που ΔΕΝ είναι αρμοδιότητα της τοπικής κυβέρνησης στη Σοβιετική Ένωση.

Τμήματα (Departments). Το Μοσσοβιέτ έχει 13 τμήματα (παρόμοια με τα δικά μας τμήματα φυσικού αερίου, φόρων κλπ) που ασχολούνται με τη διοίκηση των υπηρεσιών. Ασχολούνται με τη Δημόσια Υγεία, τους δρόμους και τις ακτές των ποταμών, την Παιδεία, τα Οικονομικά, το Σχεδιασμό της πόλης, Κατασκευαστικά σχέδια, ανάγκες των ζώων, γη, εμπόριο της πόλης (καταστήματα, καφετέριες, εστιατόρια έλεγχος τιμών και ποιότητας, τοποθεσία των καταστημάτων), απόδοση κατοικιών, κοινωνική ασφάλιση, πάρκα και ελεύθεροι χώροι, εργασίες κάτω από τους δρόμους (καλώδια κλπ).

Διευθύνσεις (Divisions). Επιπροσθέτως, υπάρχουν 9 διευθύνσεις διαχείρισης, επίσης διοικητικές, που απασχολούνται κυρίως με τον έλεγχο και την επίβλεψη των δραστηριοτήτων πολλών «εξωτερικών» τραστ που υλοποιούν τα έργα σε όλη τη Σοβιετική Ένωση. Οι Διευθύνσεις καλύπτουν την Τοπική Βιομηχανία, την Τηλεφωνία, τη διαχείριση των κατοικιών, τις Κατασκευές, τον Έλεγχο των Κτιρίων, τις Μεταφορές, τα Αποθεματικά των τραπεζών και τις πιστώσεις, τις Τέχνες, την Ψυχαγωγία, τις προβολές, την ταχυδρομική υπηρεσία και τις Εφημερίδες.

Το έργο των τμημάτων και των διευθύνσεων συχνά συγχωνεύεται, γιατί αν και το σοβιέτ έχει τη δική του άμεση εργασία για τα περισσότερα έργα, υπάρχουν περιπτώσεις που μεγαλύτερες μονάδες εμπλέκονται. Στην κατασκευή γεφυρών, για παράδειγμα, το τραστ γεφυρών με τις ειδικές του γνώσεις, τον εξοπλισμό και τους εκπαιδευμένους εργάτες του θα κληθεί να κάνει τη δουλειά.

Τα τραστ είναι σώματα που σχηματίζονται για συγκεκριμένα καθήκοντα και συχνά λειτουργούν σε μια ευρύτερη περιοχή- μερικά είναι τοπικά και άλλα Πανενωσιακά τραστ. Έχουν το δικό τους προϋπολογισμό, προσωπικό και πλάνο εργασιών. Όταν παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες εντός των συνόρων ενός τοπικού σοβιέτ το κάνουν σε συνεργασία με την τοπική εξουσία.

Τομείς. Ποιος καθοδηγεί τα τμήματα και τις διευθύνσεις; Σε τελική φάση, λογοδοτούν στο προεδρείο του σοβιέτ εκ μέρους όλου του σοβιέτ, αλλά η καθημερινή καθοδήγηση έρχεται από τον αντίθετο αριθμό τους από την ολομέλεια του σοβιέτ. Αυτοί οι «αντίθετοι αριθμοί» είναι οι τομείς ή επιτροπές της ολομέλειας.

Το Μοσσοβιέτ διαιρείται σε 25 τομείς που είναι παρόμοιοι με τις δικές μας δημοτικές επιτροπές, παρότι έχουν οι τελευταίες λιγότερη εξουσία αφού το προεδρείο του σοβιέτ έχει εκτελεστικό έλεγχο επί των τομέων.

Υπάρχει ένας τομέας για καθένα από τα παρακάτω: Κτίρια, κατοικίες, σχολεία, δρόμοι, γέφυρες και όχθες ποταμών, γεωργία, καύσιμα, οικονομικά, άμυνα, αντιαεροπορική άμυνα, μηχανοκίνηση και ιπποκίνηση, δημόσια υγεία, σιδηρόδρομος, κύρια αποχέτευση, πολιτισμός, τοπικό εμπόριο, τραμ, διατροφή, οικονομικά της κοινότητας, αγωγοί αποχέτευσης, φωτισμός, πάρκα και ελεύθεροι χώροι, δικαστήρια, εισαγγελία, αστυνομία και πυροσβεστική, τοπική βιομηχανία και συνεταιρισμοί, ορφανά, επικοινωνίες, μετρό και εξάλειψη αναλφαβητισμού ενηλίκων.

Κάθε βουλευτής πρέπει να ανήκει (άμισθα) σε έναν τομέα και μπορεί να επιλέξει όποιο προτιμά, αλλά δεν ενθαρρύνεται να επιλέξει πάνω από έναν γιατί ένας θα είναι αρκετός αν κάνει καλά τη δουλειά του. Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτοί οι βουλευτές δεν είναι έμμισθοι κύριοι που αναλαμβάνουν τα δημοτικά θέματα ως χόμπι όταν συνταξιοδοτηθούν, αλλά εργάτες που έχουν περιορισμένο χρόνο να ασχολούνται με δημόσια καθήκοντα.

Ποια είναι τα καθήκοντα των τομέων; Απαιτείται από το νόμο να απασχολείται καθένας με σχέδια εργασίας στην αρμοδιότητά του, δίνοντας τα συμπεράσματά του στην ολομέλεια και το προεδρείο στις αναφορές που λαμβάνει από το τμήμα με το οποίο ασχολείται. Η δουλειά ενός Τομέα είναι «να επιθεωρεί, να ερευνά, να συμβουλεύει και να προτείνει». Δεν έχει εξουσία να ξοδεύει χρήματα ή να ασκεί άλλη εκτελεστική εξουσία. Τέτοια πράγματα είναι πρόνοια του σχετικού Τμήματος, το οποίο δρα υπό την αρμοδιότητα του Προεδρείου.

Οι σχέσεις μεταξύ τομέα και του Τμήματός του είναι συχνά εγκάρδιες. Το προεδρείο έχει χρέος να ενθαρρύνει τους τομείς να συστήνουν, να παραπονούνται, να ζητούν ή να συμβουλεύουν.Το προεδρείο αποφασίζει για όλα αυτά τα θέματα- ωστόσο, η τελική αρμοδιότητα παραμένει στην ολομέλεια, σε περίπτωση διαφωνίας.

Οι τομείς αριθμούν μεταξύ 40 και 600 μελών ανάλογα με τον πληθυσμό ή αναλόγως του θέματος. Οι τομείς συνολικά συναντώνται κάθε 1 ή 2 απογεύματα το μήνα, και εκλέγουν ένα μικρό γραφείο ή επιτροπή για να διεξάγει την καθημερινή δουλειά. Ο συνήθης αριθμός είναι 6, μεταξύ των οποίων και ο επικεφαλής του σχετικού τμήματος. Αυτή η επιτροπή εκλέγει πρόεδρο, αντιπρόεδρο και έναν έμμισθο γραμματέα, και συνεδριάζει 2 ή 3 φορές τη βδομάδα για να προετοιμάσει την ατζέντα και δρα ως η κινητήρια δύναμη στον τομέα.

Ακτιβιστές

Υπάρχει άλλη μια κατηγορία ανθρώπων που συνδέονται με τη σοβιετική τοπική κυβέρνηση- οι «ακτιβιστές». Είναι το όνομα που δίνεται σε κοινωνιοκεντρικούς ανθρώπους που εθελοντικά ασχολούνται με τους διάφορους τομείς προκειμένου να βοηθήσουν τους εκλεγμένους βουλευτές στη δουλειά τους.

Τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του τομέα με τον οποίο ασχολούνται και μπορεί να συμμετέχουν στις συζητήσεις, αλλά, μη όντας εκλεγμένοι, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.

Ήταν πάντοτε ο σκοπός της σοβιετικής κυβέρνησης η ενθάρρυνση για ευρύτερη συμμετοχή στα ζητήματα της χώρας. «Κάθε μάγειρας πρέπει να μάθει να κυβερνά» ήταν ένα από τα αξιώματα του Λένιν τις πρώτες μέρες μετά την Επανάσταση, και η ευρύτερη ανάπτυξη «ακτιβιστών» είναι μια κίνηση προς την αυξημένη αίσθηση ευθύνης για συμμετοχή στα κοινωνικά θέματα μεταξύ των σοβιετικών πολιτών.

Για παράδειγμα, ο Τομέας Δημόσιας Υγείας του Μοσσοβιέτ αριθμεί 600, αλλά 1.000 ακτιβιστές συμμετέχουν σε αυτό για να βοηθήσουν, και επισκέπτονται σπίτια και νοσοκομεία, ελέγχοντας την υλοποίηση των αποφάσεων, φέρνοντας παράπονα στο φως, και παρέχοντας πολύτιμες συστάσεις στις συζητήσεις. Ταυτόχρονα, τέτοιοι ακτιβιστές κερδίζουν πολύτιμη εμπειρία και αποδεικνύεται ότι είναι ένα γόνιμο έδαφος για μελλοντικούς υποψήφιους.

«Συμβούλιο Βοήθειας»

 

Ένα άλλο εθελοντικό κίνημα που έχει προκύψει στη σοβιετική δημοτική ζωή είναι το «Συμβούλιο για Βοήθεια στην αποκατάσταση και τις δημοτικές βελτιώσεις», που είχε μια αυθόρμητη καταγωγή από το Κίεβο. Αυτή η νέα μορφή τοπικής πρωτοβουλίας αποτελείται από ανθρώπους των οποίων η γνώση, η εμπειρία και η δημοφιλία μπορεί να επηρεάσει την ταχύτητα της ανοικοδόμησης. Κάθε μέλος του Συμβουλίου Βοήθειας- πολλά εκ των οποίων διάφορες διασημότητες και επαγγελματίες-αναλαμβάνει ένα δρόμο ή μια περιοχή όπου επιβλέπουν και βοηθούν για την επιδιόρθωση της περιουσίας, το φύτεμα δέντρων και την οργάνωση των μεταφορών. Εθελοντικές ομάδες εργατών ασχολούνται με τα κατεστραμμένα κτίρια, ενώ άντρες, γυναίκες και παιδιά συγκεντρώθηκαν και φύτεψαν 11.000 δέντρα και 40.000 θάμνους στο όμορφο Κίεβο.

Σε κάθε κάτοικοτου Κιέβου ζητείται να συμβάλει τουλάχιστον 15 ώρες το μήνα για τη δουλειά της ανοικοδόμησης, κάτι που θεωρείται ζήτημα μεγάλης τιμής. Πολλοί υπερβαίνουν τις 15 ώρες, γιατί πρόκειται για ένα καθήκον που είναι περισσότερο χαροποιό παρά η συνήθης μονότονη εθελοντική επίβλεψη για φωτιές τον καιρό του πολέμου. Το κίνημα έχει διευρυνθεί στη Μόσχα όπου εθελοντές έχουν φυτέψει 1 εκατομμύριο 250 χιλιάδες θάμνους και δέντρα, σε 11 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα έχουν φυτέψει λουλούδια και έχουν επιδιορθώσει φράχτες και δρόμους.

Καθήκοντα τοπικής κυβέρνησης

Δεν υπάρχει κάτι στο σοβιετικό νόμο που να λέει πως κάτι βρίσκεται εκτός αρμοδιοτήτων μιας τοπικής εξουσίας. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία- κάθε σοβιετικό σώμα μπορεί να υποσκελιστεί από ανώτερα σώματα. Τα σχέδια κάθε κυβερνητικής μονάδας μπορεί να τροποποιηθούν από ανώτερα σώματα, αλλά στη σημερινή πρακτική υπάρχει σταθερή επαφή και ανταλλαγή πληροφόρησης μεταξύ των διαφόρων σωμάτων, και τα σχέδια δεν περνάνε το σχέδιο της πρότασης πριν να υποδηλωθεί ότι τέτοια δραστηριότητα δεν θα ειδωνόταν ευνοϊκά.

Ένας σοβιετικός «δήμος» λοιπόν έχει μεγαλύτερες εξουσίες πρωτοβουλίας, και σε μεγαλύτερο εύρος, σε σχέση με τους αγγλικούς, αλλά δεν είναι τόσο αυτόνομος αναφορικά με τις δραστηριότητές του.

Μερικοί τομείς και διευθύνσεις είναι παρόμοιες με τις δικές μας δημοτικές επιτροπές, αλλά υπάρχουν άλλοι εντελώς έξω από τη σφαίρα δράσης της αγγλικής τοπικής διακυβέρνησης.

Ας δούμεμερικές από τις σοβιετικές υπηρεσίες και να δούμε πώς συγκρίνονται. Ο τομέας Δημόσιας Διατροφής για παράδειγμα, δεν έχουμε τα βρετανικά μας εστιατόρια; Έχουμε, αλλά σε πολλές περιπτώσεις οι δήμοι προσπαθούν να υπονομεύσουν το ίδιο τους το έργο γιατί φέρονται να ανταγωνίζονται με το ιδιωτικό κέρδος.

Αλλά ο τομέας δημόσιας διατροφής συνεχίζει να μεγαλώνει. Για την παροχή καλύτερου και φτηνότερου φαγητού στο λαό ανοίγει περισσότερα εστιατόρια, αυξάνει την επαγρύπνηση των επιθεωρητών, και ιδρύει περισσότερες τοπικές μονάδες παραγωγής φαγητού.

Το ψωμί της Μόσχας

«Οι Robert Dunderhill και William Hayward, οι οποίοι έχουν οριστεί να είναι οι κοινοί αρτοποιοί της πόλης, δεν παρέχουν επαρκείς ποσότητες ψωμιού, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των κατοίκων: τους επιβλήθηκε, επομένως, πρόστιμο, 4 πένες στον πρώτο, 6 στον δεύτερο».Αυτά λένε τα πρακτικά των δικαστηρίων του Arundel Castle, για το 1082 μ.Χ.

«Μεγαλύτερες ουρές για ψωμί στο Λονδίνο. Νοικοκυρές από τα χαράματα αναζητούν. Η έλλειψη συνεχίζεται».Αυτά λένε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων μας το 1945. Τόσο η φεουδαρχία όσο και ο καπιταλισμός φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Αλλά τα δημοτικά αρτοποιεία της Μόσχας έχουν επιλύσει το πρόβλημα. Η Μόσχα έχει 28 εκμηχανισμένα αρτοποιεία που παράγουν 10 ποικιλίες άσπρου και 5 ψωμιού σίκαλης,.30 ποικιλίες καρβελιών – 6.500 τόνους κάθε 24 ώρες. Και όλα αυτά γίνονταν σε τόσο καλές συνθήκες που ο κ. George Roberts, στέλεχος μιας δικής μας ένωσης αρτοποιών είπε κατά την επιστροφή του: «Προσβλέπω στην ημέρα όπου τέτοιες συνθήκες και τέτοια επεξεργασία θα έχουμε και στην αρτοβιομηχανία της δικής μας χώρας επίσης».

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα: ο Τομέας Μηχανοκίνησης και Ιπποκίνησης στη Μόσχα δεν είναι μόνο η τυπική επιτροπή μεταφορών- έχει ένα στόλο δημοτικών ταξί, οργανώνει τις μεταφορές για τους μαθητές, έχει μιαδημοτική υπηρεσία απομάκρυνσης επίπλων, διεξάγει διαδρομές με πούλμαν, παρέχει τη μεταφορά για διακοπές- και όλα αυτά χωρίς ιδιωτικό κέρδος και να λειτουργούν με μεγάλη αποτελεσματικότητα, γιατί 5.000.000 άνθρωποι ξέρουν το γιατί.

Έπειτα υπάρχουν επίσης οι υπηρεσίες με τις οποίες είμαστε λίγο εξοικειωμένοι- της θέρμανσης, του φωτός και του ρεύματος.

Ίσως να μην περάσει καιρός όταν κάποιος μαθητής της Μόσχας θα αναφέρει πως το αέριο, ο άνθρακας, το πετρέλαιο και ο ηλεκτρισμός ήταν μέθοδοι εξασφάλισης θέρμανσης, φωτός και ρεύματος στα σκοτεινά χρόνια Π.Α..- «προ Ατόμου», και να αναγνωρίζει ένα κομμάτι άνθρακα σε καποιο μουσείο. Αλλά ίσως να μπορούμε να μιλήσουμε για τον ηλεκτρισμό της Μόσχας χωρίς να κάνουμε αυτό το βιβλιαράκι επίσης ξεπερασμένο.

Ηλεκτρισμός

Από το 1936 το σύστημα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στη Μόσχα είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, με παραγωγή άνω των 4 δις. κιλοβατώρων. Ο παλιός δημοτικός ηλεκτρικός σταθμός έχει επισκιαστεί από τους γιγαντιαίους σταθμούς της Κασίρα, της Σατούρα και του Σταλινογκόρσκ που τώρα τροφοδοτούν τη Μόσχα με ένα εκατομμύριο κιλοβατώρες παραπάνω από όσο κατανάλωνε όλη η τσαρική Ρωσία, και δύο φορές παραπάνω από όσο καταναλώνει η Δανία. Ένας νέος υδροηλεκτρικός σταθμός χτίζεται τώρα στον ποταμό Οκα κοντά στην Καλούγκα (95 μίλια από τη Μόσχα) που σύντομα θα τροφοδοτεί τη Μόσχα με 100.000 επιπλέον κιλοβατ.

Οι βασικές πηγές της ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας είναι τύρφη, χαμηλού βαθμού άνθρακας και υδροδύναμη.Πολλά τετραγωνικά μίλια με τυρφώνες υπάρχουν γύρω από την πόλη.

Σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης

 

Μια δημοτική λειτουργία που έχει αναπτυχθεί πολύ στη Σοβιετική Ένωση είναι αυτή της παροχής θέρμανσης και ζεστού νερού απευθείας στα σπίτια, τα εργοστάσια, τα πλυντήρια κλπ. Τέτοια υπηρεσία είναι συχνά αλληλοσυνδεδεμένη με την παροχή ηλεκτρισμού, γιατί η Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιεί τη θέρμανση που σπαταλάται ως υποπροϊόν της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Ο συνήθης συμπυκνωτικός ατμοηλεκτρικός σταθμός έχει πολύ χαμηλή θερμαντική ικανότητα και χάνει τουλάχιστον 70% της θέρμανσης που παράγεται. Μέσα σε 20 χρόνια έρευνας, οι Σοβιετικοί επιστήμονες και μηχανικοί έχουν δώσει σε τόσες σοβιετικές πόλεις και πολιτείες- το Λένινγκραντ ιδιαίτερα- υπηρεσίες θέρμανσης και ζεστού νερού σε χαμηλό κόστος. Κανένα ατομικό μπόιλερ ή σόμπα δεν χρειάζεται- απλώς ανοίγει κανείς τη βρύση ή το σώμα του καλοριφέρ και υπάρχει ζεστό νερό ή θέρμανση αντίστοιχα όποτε το θέλει.

Αέριο

Η παραγωγή και διανομή αερίου άνθρακα δεν είναι τόσο αναπτυγμένη στη Σοβιετική Ένωση όπως σε αυτή τη χώρα. Πολλά σπίτια στη Μόσχα είναι χωρίς αυτό και πρέπει να βασίζονται σε σόμπες ξύλου ή πετρελαίου.

Αλλά το σοβιέτ της Μόσχας ασχολείται τώρα με ένα θεαματικό σχέδιο που θα τα αλλάξει όλα αυτά. Ένας αγωγός ανταγωνιστικός με το δικό μας «Πλούτο» είναι σε φάση κατασκευής και θα φέρνει φυσικό αέριο από τις πετρελαιοφόρες περιοχές του Σαρατόφ στη Μόσχα- μια απόσταση 482 μιλίων. Θα διαπερνά 99 ποτάμια και 5 λίμνες, 13 σιδηροδρομικές γραμμές και 4 εθνικές οδούς. Έχει προγραμματιστεί να έχει ολοκληρωθεί το Δεκέμβρη του 1945. Ήδη 40 σήραγγες έχουν διανοιχτεί. Μια σήραγγα μόνο καλύπτει όλες τις βιομηχανικές και οικιακές ανάγκες της πόλης του Σαρατόφ.

Ένα ειδικό δημοτικό σώμα έχει δημιουργηθεί- το Μόσγκασστρόι- που θα διαχειρίζεται συνολικά το πρότζεκτ από τη δημιουργία του αγωγού και την ανέγερση των αποθηκών ως τις εκσκαφές στους δρόμους και τις τροποποιήσεις στις κατοικίες. Ως αποτέλεσμα, η Μόσχα θα έχει 5 φορές παραπάνω αέριο από όσο έχει ως τώρα.

Άλλες πόλεις υιοθετούν αυτή την ιδέα- το Λβοφ ήδη τροφοδοτείται, και το Κίεβο σύντομα θα ακολουθήσει.

Νερό

Ένα από τα σπανιότερα πράγματα στη Μόσχα κάποτε ήταν το να πιει κανείς καθαρό κρύο νερό. Η έλλειψη των κατάλληλων ποσοτήτων, τα ρεζερβουάρ και τα φίλτρα, και ο συνεπαγόμενος φόβος τυφοειδούς πυρετού ή άλλης μόλυνσης οδηγούσε στο βράσιμο όλου του πόσιμου νερού, κάνοντάς το πολύ άγευστο. Λιγότεροι από τους μισούς κατοίκους είχαν παροχή νερού στην παλιά Μόσχα. Μερικοί είχαν πηγάδια ενώ σε άλλους διανέμονταν βαρέλια με νερό.

Οι υδρομηχανικοί εκτίμησαν ότι στη Μόσχα θα απαιτούνται 175 εκ. γαλόνια την ημέρα κατά το 1937. Αυτό ήταν σχεδόν η πλήρης ποσότητα που ρέει στην πόλη από το Μόσκοβα. Τέτοιος αναμενόμενος πληθυσμός θα άδειαζε τον ποταμό και θα έκανε την πλοήγηση εξαιρετικά δύσκολη.

Ο Στάλιν υπέδειξε μια λύση, προτείνοντας να έρθει νερό από τον ποταμό Βόλγα στη Μόσχα- και το 1937 αυτή η σύσταση έγινε πραγματικότητα. Το κανάλι Βόλγα-Μόσκοβα έφερε επάρκεια νερού και επίσης αύξησε τη σημασία της Μόσχας ως κέντρου ποταμοπλοΐας, καθώς τώρα έχει γίνει το λιμάνι των 5 θαλασσών.

Το κανάλι Βόλγα- Μόσκοβα έχει φέρει πλήρη επάρκεια νερού στη Μόσχα και κατά το 1940 είχε αυξήσει κατά 5 φορές την προηγούμενη παροχή. Επίσης έφερε περισσότερο ηλεκτρική ενέργεια καθώς το νερό πέρναγε από 5 υδροηλεκτρικούς σταθμούς.

Η Μόσχα τώρα χρησιμοποιεί 250 εκ. γαλόνια νερού τη μέρα ή 55 γαλόνια ανά κάτοικο, ενώ παλιότερα ήταν 12 τα γαλόνια ανά κάτοικο (πριν τον πόλεμο στο Βερολίνο ήταν 30 και στο Λονδίνο ήταν 48 τα γαλόνια ανά κάτοικο). Μεγάλοι αποθηκευτικοί χώροι έχουν δημιουργηθεί 15 μίλια μακριά, ικανοί να αποθηκεύσουν την παροχή ενός χρόνου και τα έργα που έχουν γίνει έχουν πλέον τη δυνατότητα συνολικής παροχής 490 εκ. γαλόνια την ημέρα.

Κατοικίες και ενοίκια

Με τις πόλεις και τις πολιτείες να μεγαλώνουν τόσο γρήγορα, με όλο και περισσότερους ανθρώπους να επιζητούν καλύτερο βιοτικό επίπεδο, με όλες τις καταστροφές που ο πόλεμος επέφερε, με τόσες «προτεραιότητες» για ανθρώπινο δυναμικό και υλικά σε τόσες πολλές κατευθύνσεις, το ζήτημα της στέγασης είναι εξαιρετικά φλέγον. Ωστόσο, αντιμετωπίζεται με ένα πραγματικά σοβιετικό τρόπο και τα τμήματα της κατασκευής και διανομής κατοικιών των Τοπικών κυβερνήσεων είναι από τα πιο απασχολημένα..

Πολλές σοβιετικές κατοικίες ανήκουν στο κράτος ή στο «δήμο», ή σε ένα συνδικάτο ή σε ένα συνεταιρισμό ή σε κάποιο δημόσιο σώμα. Μερικά είναι ιδιωτικά. Μπορεί κανείς να πάρει 5χρονα δάνεια με 2% το χρόνο με το οποίο μπορεί να χτίσει το δικό του σπίτι, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αγοράσει τη γη στην οποία θα οικοδομηθεί- όλη η γη ανήκει στο λαό και δεν μπορεί να πωληθεί ή να αγοραστεί. Ωστόσο, μπορεί κανείς να τη νοικιάσει (lease) για 65 χρόνια για οικοδόμηση σπιτιού με τούβλα ή για 50 χρόνια για ένα ξύλινο σπίτι, και το δικαίωμα κατοχής της τοποθεσίας μπορεί να πωληθεί ή να μεταβιβαστεί σε άλλο πρόσωπο.

Λίγοι αγοράζουν δικά τους σπίτια γιατί υπάρχει πλήρης ασφάλεια κατοχής του σπιτιού χωρίς ιδιοκτησία, και τα ενοίκια είναι σε πολύ λογικά επίπεδα. Τα ενοίκια είναι πολύ χαμηλά γιατί δεν επιβαρύνονται με ποσοστά κέρδους, αλλά μόνο για την κάλυψη των εξόδων κατασκευής και συντήρησης.

Τα ενοίκια πληρώνονται μετά από ένα μήνα. Υπολογίζονται ανάλογα με το ύψος του σπιτιού, το μισθό του ενοικιαστή, και τον αριθμό των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων. Βάσει νόμου, το ενοίκιο δεν μπορεί να ξεπερνά το 10% του εισοδήματος του σπιτιού. Τις περισσότερες φορές είναι μεταξύ 2-5%. Το μέγεθος του σπιτιού ή ο αριθμός των δωματίων που δίνονται εξαρτάται από το μέγεθος της οικογένειας καθενός- η χωρητικότητα (σε κ.μ.) που αποδίδεται ποικίλλει από πόλη σε πόλη αναλόγως με τη διαθέσιμη ποσότητα.

Οι υπηρετούντες στρατιώτες έχουν μειωμένο ενοίκιο 80 καπικίων κατά τετραγωνική γιάρδα το μήνα (μόνο ο ζωτικός χώρος υπολογίζεται, δηλαδή, εξαιρούνται οι κουζίνες, το μπάνιο, κλπ).

Διάφορες κατηγορίες έχουν προτεραιότητα. Οι άνθρωποι που εργάζονται κατ’ οίκον, οι καλλιτέχνες, γιατροί, συγγραφείς, κάτοχοι ορισμένων βραβείων, και άνθρωποι πουη υγεία τους το απαιτεί, τους δίνεται μεγαλύτερος χώρος, όταν υπάρχουν δημοτικά σχέδια για νέες κατοικίες, οι άνθρωποι με ρευματισμούς ή με φυματίωση πρέπει να είναι οι πρώτοι που απομακρύνονται από υγρές ή υπόγειες κατοικίες, και οι ηλικιωμένοι και άρρωστοι που έχουν δυσκολίες με τα σκαλιά έχουν προτεραιότητα για τα ισόγεια διαμερίσματα.

Μεταφορές

Οι παλιές καράμαξες με τις ανθυγιεινές ταπετσαρίες και τα ακόμα πιο ανθυγιεινά γεμίσματα είναι μουσειακό είδος στη Μόσχα. Στη θέση τους υπάρχουν λεωφορεία, ταξί και υπόγειος σιδηρόδρομος.

Το 1934 ο «δήμος» Μόσχας είχε στην κατοχή του 364 λεωφορεία, 33 τρόλεϊ και δεν υπήρχαν υπόγεια τραίνα. Το 1940 αυτά είχαν αυξηθεί σε 1.300 λεωφορεία, 580 τρόλεϊ και υπήρχε υπόγειος σιδηρόδρομος, το 40 μιλίων μετρό της Μόσχας.

Το σοβιέτ του Λένινγκραντ δεν έχει μετρό, όντας γεμάτο κανάλια και ποτάμια σαν το Ρότερνταμ, αλλά έχει μοντέρνους δρόμους με μεταφορικά μέσα λεωφορεία και τρόλεϊ (σ.σ. τελικά, απέκτησε και το Λένινγκραντ μετρό, το 1955).

Οι τόσες πολλές δραστηριότητες του Σοβιέτ της Πόλης της Μόσχας μπορεί να είναι πολλαπλάσιες αναφορικά με τις δραστηριότητες των περισσότερων άλλων πόλεων στη Σοβιετική Ένωση, αλλά η σοβιετική τοπική κυβέρνηση που δείχνει το μέγεθος της διαφοράς είναι αυτή στην επαρχία- η διοίκηση των σοβιέτ των χωριών, γνωστά και ως σελοσοβιέτ.

Στα χωριά

Υπάρχουν διάφοροι τύποι αγροκτημάτων- λίγα ιδιωτικά, κρατικά, αγροκτήματα εργοστασίων για την παροχή προϊόντων για τα εστιατόριά τους και συλλογικά αγροκτήματα. Η τοπική κυβέρνηση, είτε ενός μεμονωμένου χωριού, είτε ενός συνόλου χωριών σε ένα συλλογικό αγρόκτημα, είναι το σοβιέτ του χωριού (σελοσοβιέτ). Είναι υπεύθυνη για τη διοίκηση της επιχείρησης όπως και για τα ευρύτερα θέματα με τα οποία ασχολείται μια τοπική αρχή.

Τα 250.000 συλλογικά αγροκτήματα είναι πλέον το 97% της καλλιεργήσιμης γης, και η τοπική τους κυβέρνηση αφορά την πλειοψηφία των ανθρώπων στη Σοβιετική Ένωση.

Ένα συλλογικό αγρόκτημα είναι ένα σύνολο κάμποσων χωριών και ποικίλλει σε μέγεθος ανάλογα με την περιφέρεια ή την καλλιέργεια, από 12 ως και σχεδόν 1.000 οικογένειες (κατά μ.ό. 82 οικογένειες). Το μέσο μέγεθος ενός συλλογικού αγροκτήματος (κολχόζ) είναι 1.300 εκτάρια, αλλά υπάρχουν και ακόμα μεγαλύτερα στις περιοχές με τα δημητριακά.

Η γη δίνεται στις κολεκτίβες «για πάντα»- δεν μπορεί να πωληθεί ή να ενοικιαστεί, και κάθε νοικοκυριό έχει ένα επιπλέον κομμάτι γης που ποικίλλει σε μέγεθος, από 5/8 ως 2, 25 εκτάρια, συγκεκριμένα ζωντανά, και ένα σπίτι.

Η τοπική κυβέρνηση σε μια τέτοια κοινότητα προκύπτει σε μια γενική συνέλευση όλων των μελών, που εκλέγει πρόεδρο, ελεγκτές, και μια επιτροπή αγροκτήματος ή ένα διοικητικό συμβούλιο. Τέτοια επιτροπή ασκεί πλήρη έλεγχο στα οικονομικά της κολεκτίβας. Οι συνεταιρισμοί στη Σοβιετική Ένωση έχουν επίσης αυτόνομοέλεγχο των οικονομικών τους.

Οι πρότυποι κανονισμοί για τα χωριά

Ένα είδος πρότυπου κανονισμού που σχεδιάστηκε από εργάτες αγροκτημάτων για τη διοίκηση αγροτικών μονάδων εγκρίθηκε από ανώτερα κυβερνητικά σώματα το 1935 και από τότε αποτέλεσαν τη βάση της διοίκησης της αγροτικής κοινότητας.

«Η γενική διοίκηση του αρτέλ (αγροτικός συνεταιρισμός ή κολεκτίβα) πρέπει να προκύπτει από μια γενική συνέλευση των μελών του αρτέλ, και στο διάστημα μεταξύ των συνελεύσεων να είναι η εκλεγμένη από τη γενική συνέλευση διοίκηση. Αυτή η γενική συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης του αρτέλ».

Αυτά λέει ο πρότυπος κανονισμός, και θέλει τα καθήκοντα της γενικής συνέλευσης να είναι η εκλογή του προέδρου και μιας διοικούσας επιτροπής, η εκλογή ελεγκτών για μια περίοδο 4 ετών (που πρέπει να εγκρίνονται από την Εκτελεστική Επιτροπή της Περιφέρειας των Σοβιέτ- το αμέσως επόμενο ανώτερο σώμα), η εγγραφή ή αποβολή μελών, η επικύρωση παραγωγικών πλάνων, η σύνταξη πλάνων και οι εκτιμήσεις εσόδων και δαπανών, ο ορισμός στάνταρντ εργασίας και μέτρων απολαβών, η επικύρωση συμβολαίων για την ενοικίαση μηχανών από τους ΜηχανοΤρακτερικούς Σταθμούς (ΜΤΣ).

Όταν παρευρίσκονται τα μισά μέλη υπάρχει απαρτία για ζητήματα άλλα εκτός από την εκλογή προέδρου και επιτροπής, την αποδοχή ή αποβολή μελών, ή χρηματικών ζητημάτων, οπότε όχι λιγότερα από τα 2/3 του συνόλου των μελών απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων.

Οι εκλογές- κάποτε με ανοιχτή ψηφοφορία και ανάταση των χεριών- μετά το 1936, διεξάγονται πια με μυστική ψηφοφορία. Οι αποφάσεις στη γενική συνέλευση λαμβάνονται με ανάταση των χεριών από όλους άνω των 18 ετών.

Μια διοικητική επιτροπή ή ένα προεδρείο από 5 ως 9 άτομα εκλέγεται, και επιλέγουν έναν αντιπρόεδρο από αυτούς (συνήθως αυτόν που προτείνει ο πρόεδρος) ως βοηθός του προέδρου.

Κρατούν τη θέση για 2 χρόνια, και πρέπει να συνεδριάζουν τουλάχιστον μια φορά στις 15 ημέρες.

Ένα σημαντικό πρόσωπο στη διακυβέρνηση του αγροκτήματος είναι ο λογιστής που ορίζεται από τη διοίκηση και είναι μέλος του αγροκτήματος ή μπορεί και όχι. Λογοδοτεί σε πρώτη φάση στους ελεγκτές (που κάνουν 4 ελέγχους το χρόνο) και σε τελική στη γενική συνέλευση. Ο πρόεδρος και ο λογιστής είναι έμμισθοι.

Η επιτροπή ορίζει τους αρχηγούς των μπριγάδων (αρχηγοί ομάδων εργασίας) και τους διοικητές των γαλακτοκομικών μονάδων- για μια περίοδο όχι λιγότερη από 2 χρόνια.Μπορεί να απασχολήσει έμμισθα και άλλους ειδικούς. Οι χρηματικές δαπάνες πρέπει να φέρουν την υπογραφή του λογιστή και του προέδρου. Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την καθημερινή πρόοδο της εργασίας στο αγρόκτημα, το οποίο οργανώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε καθένας να έχει κάτι να κάνει.

Τα κύρια τμήματα στα περισσότερα αγροκτήματα είναι: Γη και γεωργία, Κτηνοτροφία, Διοικούσα Επιτροπή, μαζί με τη βοήθεια εθελοντών «ακτιβιστών» που βοηθούν τους εκλεγμένους (όπως στις πόλεις).

Το τμήμα γης και γεωργίας ελέγχει την περιτροπή των συγκομιδών και την υλοποίηση των προτάσεων των γεωπόνων. Επίσης επιβλέπει τα συμβόλαια με τη βιομηχανία ζάχαρης και τους ΜΤΣ.

Το τμήμα κτηνοτροφίας ελέγχει τη σίτιση των ζώων, εκπαιδεύει τους γεωργούς αναφορικά με τα ζώα, αναφέρει κατάχρηση των ζωντανών στα δικαστήρια, και εισάγει τις καινοτομίες, όπως η τεχνητή σπορά.

Το τμήμα εμπορίου και διανομής βοηθά τους ατομικούς αγρότες να διαθέσουν το πλεόνασμά τους και ελέγχει τις παραδόσεις δημητριακών στο κράτος.

Το τμήμα εκπαίδευσης και πολιτισμούέχει δικαιοδοσία επί των σχολίων, αναγνωστήριων, λεσχών, εφημερίδων τοίχου, κλπ, για παιδιά και ανήλικους.

Το δημοτικό τμήμα έχει να κάνει με την παροχή νερού (επιδιόρθωση πηγαδιών κλπ), την πυροπροστασία, την απολύμανση, και τις βελτιώσεις στα χωριά, γενικά.

Το οικονομικό τμήμα προσέχει τις δαπάνες, και τις συλλογές φόρων.

Το τμήμα επικοινωνιών έχει να κάνει με την αλληλογραφία, τους τηλέγραφους και τις εφημερίδες.

Το τμήμα οδοποιίας έχει υπό την ευθύνη του τους δρόμους και τις γέφυρες της περιοχής. Οι πιο μεγάλοι δρόμοι είναι υπό την αρμοδιότητα ανώτερων σωμάτων.

Το τμήμα εθνικής άμυνας ελέγχει για την υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις, οργανώνει ομίλους τυφεκιοφόρων, ενθαρρύνει την εκπαίδευση στον Ερυθρό Σταυρό κλπ.

Το Τμήμα Υγείας ελέγχει τις πολυκλινικές του χωριού και οργανώνει διαλέξεις για την υγιεινή και την υγεία.

Επιπλέον, υπάρχει το τμήμα «επαναστατικού νόμου» που συνεργάζεται με τον επιθεωρητή της πολιτοφυλακής της Περιφέρειας (παρόμοιο με τη δική μας αστυνομία), για τη διερεύνηση εγκλημάτων. Διεξάγει εκπαιδευτικές καμπάνιες ενάντια στην αντικοινωνική συμπεριφορά.

Φαίνεται επομένως ότι η τοπική κυβέρνηση των συλλογικών αγροκτημάτων είναι εντελώς ένα ζήτημα των μελών του κάθε αγροκτήματος. Έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις αναφορικά με τους φόρους, την παροχή προϊόντων κλπ, αλλά σε αντάλλαγμα έχουν πολλά πλεονεκτήματα- τεχνική και επιστημονική βοήθεια, εκμηχανισμένος εξοπλισμός υπό μορφή δανεισμού, ασφάλιση έναντι κακών συγκομιδών κλπ, από το σοβιετικό κράτος.

Το έργο της τοπικής κυβέρνησης είναι περίπλοκα συνδεδεμένο με το σύνηθες έργο του χωριού και είναι δύσκολο να δει κανείς που το ένα τελειώνει και το άλλο αρχίζει. Τόσο το αγρόκτημα όσο και το τοπικό σοβιέτ ενδιαφέρονται εξίσου για την επιτυχία κάθε επιχείρησης.

Ένα από τα ισχυρά σημεία της τοπικής κυβέρνησης, ειδικά στο χωριό, επισημάνθηκε από τη Beatrice Webb σε μια συνέντευξή της:

«Η εξασφάλιση της απόδοσης», είπε, «πρέπει να εντοπίζεται κυρίως στην ελευθερία κριτικής που δεν περιορίζεται από νόμους περί συκοφάντησης. Η σημασία της ελεύθερης και σταθερής κριτικής έχειτόσο υποτιμηθεί, όσο και η ύπαρξή της υποεκτιμηθεί. Η αποτυχία, ακόμα και εκ μέρους ενός σοβιέτ χωριού, σίγουρα ερευνάται».

Πού βρίσκονται τα χρήματα;

Σχεδόν η πρώτη ερώτηση που θέτουν οι άνθρωποι όταν μαθαίνουν για μια μεγάλη λίστα επιτυχημένων σοβιετικών επιχειρήσεων είναι «πού βρίσκουν τα λεφτά;».

Η συλλογή και η δαπάνη των χρημάτων είναι τμήμα της σχεδιασμένης οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης. Χοντρικά λειτουργεί ως εξής: κάθε κυβερνητικό σώμα από εκείνο του μικρότερου χωριού ως το Ανώτατο Σοβιέτ φτιάχνει μια λίστα με τα πράγματα που χρειάζεται για την επόμενη χρονιά, και μια εκτίμηση του κόστους τους, μαζί με μια εκτίμηση της δικής του παραγωγής πλούτου σε αγαθά και πρώτες ύλες.

Κάθε τοπικό κυβερνητικό σώμα δίνει αυτή τη λίστα των απαιτήσεων και του εκτιμώμενου κόστους στο αμέσως ανώτερο σώμα, που μελετά τη λίστα, εγκρίνει ή απορρίπτει τα υποβληθέντα πλάνα και υπολογισμούς. Μετά, προσθέτει τα δικά του αιτήματα σε αγαθά, υπηρεσίες και χρήματα στη λίστα και την περνά στο αμέσως επόμενο σώμα. Έτσι, το χωριό και η πολιτεία δίνουν τα πλάνα τους στα σοβιέτ της περιφέρειας, τα διάφορα δημοτικά διαμερίσματα των μεγαλύτερων πόλεων τα δίνουν στα σοβιέτ Πόλης, οι περιφέρειες και οι πόλεις τα δίνουν στις διάφορες Ενωσιακές Δημοκρατίες, που υποβάλλουν τα σύνθετα πλάνα τους στο Ανώτατο Σοβιέτ, το οποίο προσθέτει τις δικές του απαιτήσεις.

Εκεί δέχονται την τελική έγκριση. Ό,τι είναι προς το συμφέρον όλων και δεν έρχεται σε σύγκρουση με το ετήσιο ή 5ετές πλάνο της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού εγκρίνεται.

Μετά, η διαδικασία πηγαίνει ανάποδα- και όπως η λίστα των αιτημάτων συγκεντρώθηκε μέσω των διαφόρων οργάνων διακυβέρνησης προς τα πάνω, τώρα η αρμοδιότητα για την δαπάνη των αποδιδόμενων ποσών περνά προς τα κάτω μέσω των ίδιων σωμάτων- μέχρι του επιπέδου του χωριού.

Δεν περνάνε προς τα κάτω όλα τα απαιτούμενα χρήματα- αλλά η αρμοδιότητα συλλογής φόρων και η παρακράτηση ενός τμήματος, γιατί στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει ειδικός φοροεισπρακτικός μηχανισμός άλλος από τις τοπικές αρχές, οι οποίες έχουν το καθήκον της συλλογής όλου του εισοδήματος που οφείλεται από την περιοχή τους για τους προϋπολογισμούς των τοπικών, ενωσιακών και ανώτατου σοβιέτ.

Ένα συγκεκριμένο ποσοστό αυτών τα κρατούν για τις δικές τους ανάγκες, που συχνά αυξάνεται από σημαντικές δωρεές ή επιχορηγήσεις από τα ανώτερα σώματα. Όσο πιο φτωχή είναι μια περιοχή και όσο μεγαλύτερες οι ανάγκες της, τόσο περισσότερα της δίνονται. Με αυτό τον τρόπο, οι οικονομικά καθυστερημένες ή έχουσες ανάγκη περιοχές κλείνουν την ψαλίδα με τις πιο αναπτυγμένες.

Με το δικό μας (σ.σ. βρετανικό) σύστημα φορολόγησης συχνά είναι προφανές ότι οι πλουσιότερες περιοχές γίνονται πλουσιότερες και οι φτωχές φτωχότερες. Αλλά στη Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν φόροι όπως εμείς τους εννοούμε. Δεν υπάρχει «αντικειμενική αξία» στη γη και ιδιοκτησία όπου οι άνθρωποι συμβάλουν στα τοπικά έξοδα κυρίως ανάλογα με το μέγεθος ή την ποιότητα του σπιτιού στο οποίο ζουν.

Πηγές εσόδων

Το βασικό τμήμα των εσόδων της ΕΣΣΔ προκύπτει από τις κρατικές βιομηχανίες και το εμπόριο. Το χρήμα στο οποίο σε μια καπιταλιστική χώρα θα ήταν ιδιωτικό κέρδος, συχνά για δαπάνες για πολυτέλειες, γίνεται δημόσιο χρήμα για την ευημερία του συνόλου στην ΕΣΣΔ.

Ακολουθεί μια σύντομη περιγραφή των κυριότερων πηγών:

Ο φόρος παραγωγής είναι το μεγαλύτερο τμήμα στο σοβιετικό εισόδημα και είναι ένας φόρος που ποικίλλει και τίθεται στο επίπεδο της παραγωγής ως ποσοστό του κόστους παραγωγής. Ταιριάζει με την πολιτική τιμών της Σοβιετικής Ένωσης και ποικίλλει από περίπου 0,2% που μπαίνει στον άνθρακα ως 83% που μπαίνει στη βότκα.

Ο φόρος «κερδών» που μπαίνει στα «κέρδη» των επιχειρήσεων.

Τα πρέμιουμ ασφάλισης που πληρώνονται στην κυβέρνηση για την ασφαλιστική κάλυψη για τις σοδειές, τα κτίρια, τους υπαλλήλους κλπ.

Ο αγροτικός φόρος που πληρώνεται από τα συλλογικά αγροκτήματα βάσει του εισοδήματός τους. Έχει αυξηθεί από 4 σε 9% από τον πόλεμο και έπειτα.

Οι Μηχανοτρακτερικοί σταθμοί. Αυτοί συντηρούνται από το κράτος. Τα συλλογικά αγροκτήματα τους πληρώνουν σε είδος για τη χρήση μηχανών και προσωπικού και αυτό το εισόδημα καταλήγει στο κράτος (σ.σ. υπήρχαν τρομερές εξαιρέσεις όπου αξιοποιούνταν δωρεάν στα μικρότερα κολχόζ χωρίς αυτό το «ενοίκιο»).

Τελωνειακοί δασμοί υπάρχουν αλλά είναι λίγοι και μικροί, ένα ελάχιστο τμήμα των εσόδων.

Φόρος εισοδήματος. Ο προσωπικός φόρος εισοδήματος είναι ένα πολύ μικρό τμήμα του πανεθνικού προϋπολογισμού (περίπου το 1/20) και μπαίνει σε εισοδήματα πάνω από 150 ρούβλια το μήνα. Μετά τη ναζιστική εισβολή, ο φόρος αυτός διπλασιάστηκε. Σε αυτό το επίπεδο, ο φόρος στο εισόδημα 500 ρουβλιών το μήνα ήταν 6%. Επιπροσθέτως υπάρχει ένας φόρος επί άγαμων προσώπων, οικογενειών χωρίς τέκνα, και οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά, που πληρώνονται από άντρες μεταξύ 20 και 50 ετών και γυναίκες μεταξύ 20 και 45 ετών.

Τα πρόσωπα που δεν έχουν παιδιά πληρώνουν ένα επιπρόσθετο 6%, με ένα παιδί ένα επιπλέον 1%, και με 2 παιδιά ένα επιπλέον 0,5%. Για τους γεωργούς σε συλλογικά αγροκτήματα με τέτοιες οικογένειες οι φόροι έχουν οριστεί σε 150, 50 και 25 ρούβλια αντίστοιχα. Απαλλάσσονται από αυτούς τους φόρους όσοι υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και οι σύζυγοί τους, οι άνθρωποι που έχουν χάσει ένα ή περισσότερα παιδιά στον πόλεμο, και οι γυναίκες που λαμβάνουν επιδοτήσεις ως μητέρες μεγάλων οικογενειών.

Ο φόρος κληρονομιάς που είναι προοδευτικός και φτάνει ως το 90% για μισό εκατομμύριο ρούβλια.

Ο πολεμικός φόρος εισήχθη το Δεκέμβρη του 1941, και αφορά όλους μεταξύ 19 και 60 ετών. Είναι μια μορφή επιπρόσθετου φόρου εισοδήματος και συλλέγεται μηνιαία στην πηγή εισοδήματος με την ακόλουθη κλίμακα: ετήσια εισοδήματα ως 1.800 ρούβλια πληρώνουν 120 ρούβλια το χρόνο, μεταξύ 9.600 και 10.800 πληρώνουν 1.020, πάνω από 24.000 πληρώνουν 2.700 το χρόνο- δηλαδή μεταξύ 7 και 11%. Αφορά και τους συλλογικούς και ατομικούς αγρότες, οι οποίοι πληρώνουν μεταξύ 150 και 500 ρουβλιών το χρόνο ανάλογα με την ευημερία του αγροκτήματος. Πρόσωπα που απαλλάσσονται από αυτό το φόρο είναι όσοι υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και οι οικογένειές τους, οι ανάπηροι, άντρες πάνω από 60 ετών και γυναίκες πάνω από τα 55. Πρόσωπα σε στρατεύσιμη ηλικία αλλά που έχουν απαλλαγεί πληρώνουν 50% παραπάνω φόρο.

Τα μαζικά δάνεια ξεκίνησαν το 1928, σχεδιάστηκαν, όπως οι δικές μας Πολεμικές Αποταμιεύσεις, για να αυξήσουν την αγοραστική δυνατότητα ειδικότερα την πολεμική περίοδο, και φέρνουνεπιπλέον 10 δις ρούβλια το χρόνο. Έχουν επιτόκιο περίπου 4%, φοροαπαλλάσσονται, μπορούν να δανειστούν ως το 30% της αξίας τους και επιστρέφονται άμεσα μετά από αίτηση, σε περίπτωση εξαιρετικής ανάγκης. Έχουν και δυνατότητες να μετατραπούν τα επιτόκια σε λαχνούς.

Αυτά τα δάνεια είναι μια πηγή μεγάλο μεγέθους εισοδήματος για τις τοπικές αρχές. Για παράδειγμα, από τα 9 δις ρούβλια που μαζεύτηκαν από το Δάνειο του 1940, το 50% όλων των συμμετοχών πήγαν στις Ενωσιακές Δημοκρατίες που πέρασαν το 50% αυτών (25% του συνόλου) στα Τοπικά Σοβιέτ. Από τα χρήματα του Δανείου που συλλέχτηκαν στα χωριά, το 90% αυτών κρατήθηκαν από αυτά για δική τους χρήση. Η Μόσχα κρατά το 10% αυτών των Κρατικών Δανείων που συλλέχτηκαν στην περιοχή της.

Η Σοβιετική Κυβέρνηση δεν διστάζει να επενδύσει στα διάφορα Πολεμικά Δάνεια- ένα καλό σημάδι εμπιστοσύνης- όπως θα φανερωθεί από τους ακόλουθους αριθμούς. Το Δάνειο για το 1942 που ζητούσε10 δις ρούβλια και υπερκαλύφτηκε κατά 125% σε 10 μέρες, το Δάνειο του 1943 των 12 δις επιτεύχθηκε σε μια ημέρα, και σε 7 ημέρες είχε φτάσει τα 20 δις, το Δάνειο του 1944 των 25 δις έφτασε τα 28.064.170.000 ρούβλια σε 6 ημέρες.

Αυτό ήταν το 10% του συνολικού Σοβιετικού προϋπολογισμού της χρονιάς εκείνης, και δόθηκε από 72 εκ. πολίτες.

Το ταμείο της Άμυνας. Μια μοναδική πτυχή των σοβιετικών οικονομικών είναι το ποσό που λαμβάνεται από εθελοντικές συνεισφορές- δωρεές- στο δημόσιο ταμείο, που φτάνει σχεδόν στο ύψος των εισπράξεων από φόρους. Ήταν 20 δις το 1942 και σταθερά αυξάνεται. Τέτοιες δωρεές γίνονται από άτομα, εκκλησίες, συλλογικά αγροκτήματα, στρατιωτικές μονάδες, κλπ.

Λαχνοί. Κρατικά υποστηριζόμενοι λαχνοί για ιδιαίτερες ανάγκες- π.χ. κατασκευή δρόμων- είναι μια δημοφιλής πτυχή στη Σοβιετική Ένωση και κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουν φέρει 7 δις ρούβλια.

Τοπικά έσοδα

 

Τα παραπάνω είναι οι κύριες πηγές των κρατικών οικονομικών στη Σοβιετική Ένωση και φτάνουν στις τοπικές αρχές σε τέτοιες ποσότητες ώστε να τις επιτρέπουν να υλοποιούν το τμήμα του πλάνου που τους αναλογεί- δηλαδή, το πλάνο τους όπως αυτό έχει εγκριθεί ή τροποποιηθεί από ανώτερα σοβιέτ σε αρμονία με τα περιφερειακά, Ενωσιακά, και Πανενωσιακά πλάνα. Το χρήμα έρχεται τόσο από τοπικές συλλογές φόρων όσο και από χορηγίες από ανώτερα σώματα.

Επιπλέον, η τοπική αρχή έχει ένα δικό της τοπικό εισόδημα. Η Μόσχα έχει έναν φόρο επί της μηχανοκίνησης, το συλλογικό αγρόκτημα έχει εισιτήριο για τον κινηματογράφο του κ.ο.κ. Επίσης, υπάρχει ο σχεδόν καθολικός «πολιτιστικός φόρος»- τοπικός φόρος που πρέπει να ξοδευτεί για πολιτιστικές ανάγκες, ένα γήπεδο, θέατρο, λέσχη κλπ.

Το εισόδημα από τοπικές πηγές τείνει να αυξάνεται, και υπάρχει λιγότερη εξάρτηση από τις χορηγίες από τα ανώτερα σοβιέτ. Το 1935 λιγότερο από το 1/3 των τοπικών προϋπολογισμών προέκυπτε από τοπικές πηγές, και είχε αυξηθεί στο ½ περίπου, το 1940.

Τοπικά δάνεια

Τα σοβιέτ των πολιτειών ή των επαρχιών μπορεί να ζητήσουν τα ίδια να λάβουν δάνειο για ένα τοπικό έργο- π.χ. για ύδρευση ή για νοσοκομείο κλπ.

Μια πολιτεία μπορεί να πάρει ένα τέτοιο δάνειο από ένα ειδικό τμήμα της Κρατικής Τράπεζας- Τσεκομμπανκ- που δίνει βραχυπρόθεσμα δάνεια ως 5 έτη με 3% το χρόνο, και μακροπρόθεσμα δάνεια 40 ετών με 1% για δημοτικά έργα.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις όπως το Μετρό της Μόσχας, η Βιβλιοθήκη Λένιν, ή η Ακαδημία Επιστημών δεν αντιμετωπίζονται ως αρμοδιότητες της τοπικής κυβέρνησης και πληρώνονται από το κράτος.

Ένα χωριό που επιθυμεί να δανειστεί χρήματα μπορεί να το κάνει από μια άλλη κρατική τράπεζα- την Χελχοζμπάνκ- η οποία εξειδικεύεται στις μακροχρόνιες πιστώσεις για τη γεωργία. Το 1944 η τράπεζα είχε δώσει πάνω από 265 εκ. ρούβλια για έργα αποκατάστασης, και το 1945 είχε δανείσει πάνω από 350 εκ. για την αγορά νέων ζώων, και για κτίρια κατοικιών ή του αγροκτήματος.

Σύγκριση με το δικό μας σύστημα

Μια ικανοποιητική σύγκριση δεν είναι εφικτή εδώ, αλλά ένα ή δύο σημεία αξίζουν αναφοράς.

Εμείς φερόμαστε να έχουμε πάρα πολλά τοπικά σώματα- πολλά από αυτά πολύ μικρά για τα μεγάλα καθήκοντα που έχουν. Υπάρχουν 62 συμβούλια επαρχιών, 83 συμβούλια επαρχιακών διαμερισμάτων, 309 συμβούλια δημοτικών διαμερισμάτων, 572 αστικές περιφέρειες, 475 αγροτικές περιφέρειες, 7.000 ενοριακά συμβούλια, και 4.100 ενοριακές συνεδριάσεις για μια περιοχή εκατό φορές μικρότερη από τη Σοβιετική Ένωση.

Οι φιλονικίες μεταξύ αυτών των σωμάτων αναφορικά με τα «δικαιώματά» τους δεν υπάρχουν στη Σοβιετική Ένωση, γιατί καμία τοπική δραστηριότητα δεν είναι ultra vires αν δεν συγκρούεται με το γενικό συμφέρον.

Αντί για απάθεια έναντι της τοπικής κυβέρνησης, οι σοβιετικοί πολίτες συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό και υπάρχει στενή επαφή μεταξύ εκλεγμένου και εκλέκτορα.

Η σοσιαλιστική βάση της σοβιετικής κοινωνίας καθιστά αχρείαστες τις κωλυσιεργούσες κομματικές φιλονικίες που έχουμε στα δικά μας δημοτικά συμβούλια. Ένας κοινός σκοπός συγχωνεύεται μεταξύ της σοβιετικής τοπικής και πανεθνικής κυβέρνησης.

Τα σοβιέτ συνεδριάζουν τα απογεύματα, ώστε να επιτρέπεται να τα παρακολουθεί κανείς χωρίς απώλεια εργατοωρών. Οι σοβιετικοί δημοτικοί αξιωματούχοι μπορούν να εκλέγονται στα σοβιέτ. Δεν υπάρχει πολλαπλή ψήφος στη Σοβιετική Ένωση- δεν υπάρχουν ψήφοι πανεπιστημίου, ψήφοι επιχειρηματιών ή ιδιοκτησίας. Το σοβιετικό σύστημα οικονομικών συγκρίνεται επαρκώς με το δικό μας φορολογικό σύστημα. Ο φόρος τείνει να αυξάνει το χάσμα μεταξύ πόλης και χωριού, και δίνει πλεονεκτήματα σε μια πλούσια κοινότητα.

Ο φόρος στο Poplar (πληθυσμός 625.268) δίνει 2.606 στερλίνες, ενώ στο Westminster (πληθυσμός 129.579) δίνει 41.792- 20 φορές περισσότερο.

Η απουσία γαιοκτημόνων, «αξίας γης» και «αντικειμενικών αξιών» κάνει το σχεδιασμό της σοβιετικής πόλης ευκολότερο. Οι φτωχογειτονιές μπορούν να καθαρίζονται, γέφυρες να χτίζονται και πάρκα να σχεδιάζονται, χωρίς έγνοια για το ιδιωτικό κέρδος. Η Μόσχα, για παράδειγμα, σχεδιάζεται με αξιόλογη ακρίβεια, να αυξήσει τον πληθυσμό της σε 5 εκατομμύρια. Όταν ο 5.000.0001ος κάτοικος φτάσει στη Μόσχα θα πρέπει να πάει αλλού.

Μερικά από τα άσχημα του συστήματός μας είναι κληρονομιά από τις δημοτικές ανάγκες της Αγγλίας του 16ου αιώνα, και δεν έχουν ευθυγραμμιστεί με τις σύγχρονες ανάγκες, ενώ το σοβιετικό σύστημα πρόσφατα σχεδιάστηκε ώστε να επιλύει τα προβλήματα της δημοκρατικής διακυβέρνησης με σύγχρονο τρόπο.

Υπάρχει ωστόσο κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να διδάξουμε τους Ρώσους- όχι τόσο αναφορικά με την οργάνωση όσο με την τεχνική σφαίρα. Πολλά από τα επιτεύγματα της βρετανικής τοπικής κυβέρνησης θα μπορούσε να αξιοποιηθούν από τους ρώσους στη βάση της τεχνικής εφευρετικότητας και της τελειότητας της επεξεργασίας.

Βλέπε επίσης:

Σοβιετική Ένωση (1929): κεφάλαιο ΙΙ, Σύστημα διακυβέρνησης

Εισήγηση του Ζντάνοφ για ζητήματα εκλογών και δημοκρατίας στην ΕΣΣΔ κατά την Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ), 26 Φεβρουαρίου 1937