Μια εναλλακτική λύση στη μεταρρύθμιση της αγοράς του 1965 στη Σοβιετική Ένωση χωρίς αποδέκτες

ΣΤΑ 80ΧΡΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ Β. Μ. ΓΚΛΟΥΣΚΟΦ
του Β. Ντ. Πιχόροβιτς

ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Β. Μ. ΓΚΛΟΥΣΚΟΦ

Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου του 1923 στο Ροστόβ, από οικογένεια μεταλλoρύχου. Το 1929 όλη η οικογένεια μετακόμισε στην πόλη Σάχτα. Τον Ιούνιο του 1941 ο Βίκτορ Γλουσκόφ με χρυσό μετάλλιο τελείωσε τη μέση εκπαίδευση στην πόλη Σάχτα. Ετοιμαζόταν να εισαχθεί στη σχολή Φυσικής του Πανεπιστημίου της Μόσχας, όμως στις 22 Ιουνίου άρχισε ο πόλεμος. Αμέσως υπέβαλε αίτηση στη σχολή πυροβολικού, αλλά λόγω προβλημάτων όρασης δεν τον πήραν.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης Σάχτα, ο Γκλουσκόφ επιστρατεύθηκε και συμμετείχε στην αναστήλωση των ανθρακωρυχείων του Ντονμπάς. Στην αρχή εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης στα πηγάδια, κατόπιν ως επιθεωρητής ποιότητας και τεχνικής ασφάλειας.
Ηδη, το φθινόπωρο του 1943 το Ινστιτούτο εκβιομηχάνισης του Νοβοτσερκάσκ ανακοίνωσε επιλογή σπουδαστών και ο Γκλουσκόφ έγινε σπουδαστής του θερμο-τεχνικού τμήματός του. Το 1947 εισήχθη στο 5ο έτος του φυσικομαθηματικού τμήματος του Πανεπιστημίου του Ροστόβ, αλλά για να γίνει αυτό έδωσε εξετάσεις στα αντικείμενα των προηγουμένων 4 ετών (σχεδόν σε πενήντα αντικείμενα εξετάσεις!). Το επόμενο έτος ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς ολοκληρώνει παράλληλα και τα δυο ιδρύματα και παίρνει τα πτυχία ανώτατης τεχνικής και μαθηματικής εκπαίδευσης.
Τον Οκτώβριο του 1951 υπερασπίζει τη διατριβή του ως υποψήφιος στο θέμα «Η θεωρία των τοπικά nilpotent ομάδων, χωρίς περιστροφή και συνθήκες αποκοπής μερικών αλυσίδων σε υποομάδες» και το Δεκέμβριο του 1955 – μετά από την ολοκλήρωση του μονοετούς διδακτορικού στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας – υπεράσπισε τη διδακτορική διατριβή «Τοπολογικές τοπικές nilpotent ομάδες».

Τον Αύγουστο του 1956 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ τέθηκε επικεφαλής στο υπολογιστικό εργαστήριο του Ινστιτούτου Μαθηματικών της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Αυτό ήταν ένα διάσημο εργαστήριο. Συγκεκριμένα εδώ, πέντε χρόνια πριν και υπό την καθοδήγηση του ακαδημαϊκού Σ. Α. Λέμπεντεφ, δημιουργήθηκε ο πρώτος στη Σοβιετική Ενωση ηλεκτρονικός υπολογιστής MESM.
Το Δεκέμβριο του 1957 το εργαστήριο της τεχνολογίας υπολογιστών, το οποίο καθοδηγούσε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ, μετατράπηκε σε Κέντρο Υπολογιστών της Ουκρανικής ΣΣΔ με δικαιώματα επιστημονικού ερευνητικού ιδρύματος. Το 1962 το Κέντρο Υπολογιστών μετατράπηκε σε Ινστιτούτο Κυβερνητικής της Ουκρανικής ΣΣΔ, διευθυντής του οποίου ως το τέλος της ζωής του παρέμεινε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ. Σε αυτό το ίδρυμα υπό την καθοδήγηση του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς δημιουργήθηκαν δεκάδες τύποι ηλεκτρονικών υπολογιστών, πολλοί εκ των οποίων όχι μόνο δεν υπήρχαν σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και άνοιξαν απολύτως νέες κατευθύνσεις στην ανάπτυξη της υπολογιστικής τεχνολογίας. Ετσι, για παράδειγμα, οι μηχανές της σειράς MIR έγιναν το πρωτότυπο για τους προσωπικούς υπολογιστές. Είχαν σχεδιαστεί ακόμα περισσότερα διευθυντικά συστήματα και συμπλέγματα. Το ίδρυμα ήταν σημαιοφόρος στην ανάπτυξη και την εισαγωγή Αυτομάτων Συστημάτων Διεύθυνσης (ΑΣΔ). Από το 1962 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ ήταν ο αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανικής ΣΣΔ.

Είναι ανεκτίμητη η συμβολή του Β. Μ. Γκλουσκόφ στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Σοβιετικής Ενωσης. Ηταν επιστημονικός καθοδηγητής των εργασιών για την εισαγωγή αυτοματοποιημένων συστημάτων διεύθυνσης στα Υπουργεία του αμυντικού συμπλέγματος.
Ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη είναι η θεωρητική δραστηριότητα του Β. Μ. Γκλουσκόφ στον τομέα της κυβερνητικής. Πραγματοποίησε κυριολεκτικά επανάσταση τόσο στον τομέα της κατασκευής τεχνολογίας υπολογιστών, όσο και στον τομέα της δημιουργίας προγραμμάτων. Αρκεί να πούμε πως η διάσημη βρετανική εγκυκλοπαίδεια, η οποία τότε ήταν κοινή βρετανο-αμερικανική έκδοση, παρήγγειλε άρθρο για την «κυβερνητική» από τον Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στα έτη του ψυχρού πολέμου, όταν διεξαγόταν άγρια πάλη για τις προτεραιότητες στην επιστήμη, αυτό σήμαινε πάρα πολλά.

Το 1996 η διεθνής κοινότητα των υπολογιστών μεταθανάτια απένειμε στον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ το μετάλλιο «της τεχνολογίας των υπολογιστών» για τη δημιουργία του Ινστιτούτου Κυβερνητικής στην Ακαδημία Επιστημών της Ουκρανίας, τη δημιουργία της θεωρίας των ψηφιακών αυτομάτων και της εργασίας στον τομέα αρχιτεκτονικών μακρο-μεταφοράς υπολογιστικών συστημάτων. Αυτό το μετάλλιο απονέμεται στον επιστήμονα για τις εξαιρετικές υπηρεσίες και τη σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της τεχνολογίας των υπολογιστών, οι οποίες άντεξαν στο χρόνο και προώθησαν την επιστήμη των υπολογιστών.
Στη Σοβιετική Ενωση η δραστηριότητα του ακαδημαϊκού Β. Μ. Γκλουσκόφ επιβραβεύτηκε με τα βραβεία Λένιν, Κρατικό και άλλα επιστημονικά. Τιμήθηκε με τον τίτλο του Ηρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας και παρασημοφορήθηκε.

Ομως ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ δεν ήταν μόνο εξαιρετικός στην κυβερνητική αλλά και αξιοπρόσεκτος οργανωτής στον τομέα της επιστήμης. Ηταν θέληση της μοίρας να βρεθεί στο κέντρο της πάλης γύρω από το ζήτημα, με ποια οικονομική πολιτική θα κινηθεί η ΕΣΣΔ: θα επιστρέψει στην πολιτική ενίσχυσης των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων ή θα κινηθεί στην κατεύθυνση της τελειοποίησης της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας, στη βάση της εισαγωγής της τεχνολογίας των υπολογιστών. Ζήτημα ζωής θεωρούσε ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς το OGAS δηλαδή τη δημιουργία παγκρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης. Δυστυχώς, αυτή η ιδέα του σαν τέτοια δεν πραγματοποιήθηκε στη Σοβιετική Ενωση.
Τα δημοσιευόμενα παρακάτω υλικά αναφέρονται ακριβώς στην ποικίλη εφαρμογή των οικονομικών ιδεών του Β. Μ. Γκλουσκόφ.

Μεταξύ του μεγάλου πλήθους καινοτόμων επιστημονικών ιδεών του Β. Μ. Γκλουσκόφ πρέπει να ξεχωρίσουμε μία, εκείνη την οποία θεωρούσε υπόθεση ζωής. Αυτή είναι η ιδέα του πανκρατικού αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης της οικονομίας (OGAS). (1)Πραγματικά μόνο σήμερα μπορούμε να αξιολογήσουμε και να εκτιμήσουμε ολοκληρωμένα την κλίμακα της προσωπικότητας του Γκλουσκόφ και του ρόλου, τον οποίο κατόρθωσε να παίξει (ακριβέστερα, δεν πέτυχε) στην ιστορία της χώρας μας. Ακόμη και ο ίδιος ο Γκλουσκόφ τότε δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη σημασία που θα μπορούσε να έχει (αλλά δεν είχε) η ιδέα για το OGAS στην ιστορία μας. Αυτός βεβαίως πρόβλεψε ότι τη χώρα αναμένουν «μεγάλες δυσκολίες» στη διεύθυνση της οικονομίας, εάν δεν εκτιμηθεί εγκαίρως ο ρόλος τον οποίο καλείται να παίξει σε αυτή την υπόθεση η ηλεκτρονική υπολογιστική τεχνολογία, αλλά ακόμη δεν μπορούσε να υποθέσει, πως στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 τη χώρα μας αναμένει η καταστροφή.

Η ουσία της ιδέας OGAS ήταν η ακόλουθη: Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έγινε ολοφάνερο ότι η ροή των οικονομικών πληροφοριών έγινε τόσο ισχυρή, που για να τις επεξεργαστείς με το χέρι ή με τη βοήθεια της πρωτόγονης λογιστικής τεχνολογίας που υπήρχε εκείνη την περίοδο δεν ήταν πλέον δυνατόν. Αυτό το πρόβλημα με ιδιαίτερη οξύτητα μπήκε στις συνθήκες της σχεδιασμένης οικονομίας μας. Ολα αυτά ήταν απαραίτητο να ελεγχθούν εκ των προτέρων και στο βαθμό του δυνατού στις λεπτομέρειες. Αυτή είναι η μια πλευρά του ζητήματος. Το άλλο πρόβλημα συνίστατο στο ότι το ίδιο το σύστημα της συλλογής των οικονομικών πληροφοριών και η λήψη αποφάσεων μετά από την αναγκαία επεξεργασία τους απαιτούσε επειγόντως τον εκσυγχρονισμό του. Η αντικατάσταση της ξεπερασμένης τεχνολογίας με νέα, πιο προηγμένη από μόνη της σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα. Οι Αμερικανοί στον τομέα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού στη δεκαετία του ’50 ουσιαστικά μας είχαν ξεπεράσει (και στον τομέα των μηχανών που προορίζονταν για οικονομικούς υπολογισμούς δεν είχαμε τίποτα), όμως αυτό δεν τους απάλλαξε από τα οικονομικά προβλήματα. Οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις στις καπιταλιστικές χώρες δεν εξαφανίστηκαν από αυτό, δηλαδή από τη χρήση πολλών μηχανών για τους οικονομικούς υπολογισμούς.

Είχαμε πλεονέκτημα, δεδομένου ότι η σοσιαλιστική οικονομία δε γνώριζε το αυθόρμητο της αγοράς λόγω της απουσίας της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το πλεονέκτημα για συντονισμένη αναπροσαρμογή του συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της αυτοματοποίησής της. Η ιδέα αρχικά έγινε αποδεκτή. Το 1963 εκδόθηκε απόφαση της ΚΕ του ΚΚΣΕ και του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, στην οποία τονιζόταν η ανάγκη δημιουργίας στη χώρα Ενιαίου Συστήματος Σχεδιασμού και Διεύθυνσης (YESPU) και Κρατικής Αλυσίδας Υπολογιστικών Κέντρων. Μετέπειτα η έννοια YESPU στα επίσημα έγγραφα μετασχηματίστηκε σε OGAS (Παγκρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα σχεδιασμού και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας).
Στη βάση αυτής της απόφασης ξετυλίχτηκε πλατιά δουλιά. Δημιουργήθηκαν μερικά επιστημονικά ερευνητικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και το TSEMI (Κεντρικό Οικονομικο-μαθηματικό Ινστιτούτο), που επεξεργάστηκαν τις βασικές αρχές του μελλοντικού συστήματος. Προτάθηκε να δημιουργηθεί ενιαίο κρατικό δίκτυο υπολογιστικών κέντρων και να τα εξοπλίσουν με ισχυρά ηλεκτρονικά υπολογιστικά μηχανήματα, τα οποία θα επέτρεπαν να επεξεργαστούν όλες τις εισερχόμενες πληροφορίες. Να πώς έβλεπαν τη δομή του:

«Η δομή του ενιαίου κρατικού δικτύου πρέπει οργανικά να συνδυάσει τις εδαφικές και κλαδικές αρχές, για να είναι σταθερά όσον αφορά την πιθανή δομή αλλαγών στα όργανα του προγραμματισμού και του ελέγχου.
Την πλέον χρήσιμη εφαρμογή, κατά την άποψή μας, αντιπροσωπεύει η σε τρία επίπεδα δομή αυτού του δικτύου. Το χαμηλότερο επίπεδο πρέπει να διαμορφωθεί από τα ενιαία κέντρα υπολογιστών, τα σημεία συγκέντρωσης και αρχικής επεξεργασίας των πληροφοριών και επίσης κέντρα υπολογιστών των επιχειρήσεων και μερικών ερευνητικών οργανώσεων. Οι βασικές υπολογιστικές δυνάμεις συγκεντρώνονται σε μερικές δεκάδες μεγάλα κέντρα με ισχύ κάθε κέντρου της τάξης των 1-1,5 εκατομμυρίων διαδικασιών ανά δευτερόλεπτο. Αυτά τα κέντρα πρέπει να βρίσκονται σε περιοχές μεγαλύτερης συγκέντρωσης ροής οικονομικών πληροφοριών και να εξυπηρετούν τη γύρω περιοχή. Επιπλέον, πρέπει να λειτουργούν υπό καθεστώς ενιαίου συστήματος υπολογισμού, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την οργάνωση του βέλτιστου λαϊκο-οικονομικού σχεδιασμού. Το επικεφαλής κέντρο πρέπει να είναι το τρίτο βήμα του ενιαίου κρατικού δικτύου κέντρων υπολογιστών, που θα υλοποιεί την επιχειρηματική καθοδήγηση ολόκληρου του δικτύου και άμεσα τα ανώτερα κυβερνητικά όργανα».

Ετσι ήρθαν τα πράγματα που, σε σχέση με το OGAS, η σοβιετική ηγεσία βρέθηκε μπροστά σε εναλλακτική λύση: ποιο δρόμο να ακολουθήσει – είτε το δρόμο της βελτίωσης του συστήματος σχεδιασμού της παραγωγής στην κλίμακα όλης της χώρας είτε το δρόμο της αποκατάστασης των ρυθμιστών αγοράς των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς στις αναμνήσεις του σημειώνει ότι αυτό το ζήτημα δε λύθηκε και πάρα πολύ απλά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ανώτερη ηγεσία ταλαντευόταν. Το γεγονός ότι ανέθεσαν στον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς να ηγείται της επιτροπής για την προετοιμασία των υλικών για απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου σε σχέση με το OGAS, λέει πολλά.
Σήμερα δεν είναι μέχρι τέλους κατανοητοί οι λόγοι γιατί αντί αυτής της απόφασης έγινε αποδεκτή η απόφαση που έδωσε την εκκίνηση στην πασίγνωστη οικονομική μεταρρύθμιση του 1965, η βασική ιδέα της οποίας ήταν να κάνει την αγορά βασικό ρυθμιστή της παραγωγής. Να τι γράφει ένας από τους κήρυκες της μεταρρύθμισης της αγοράς του 1965, ο Α. Μ. Μπίρμαν στην μπροσούρα «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου»: «Πλέον, βασικό δείκτη, σύμφωνα με τον οποίο θα κρίνουν την εργασία της επιχείρησης και… από τον οποίο θα εξαρτηθεί η ευημερία της και η άμεση δυνατότητα υλοποίησης του παραγωγικού προγράμματος, αποτελεί ο δείκτης του όγκου πραγματοποίησης (δηλαδή της πώλησης του προϊόντος)». (2)

Οι θεωρητικές πηγές αυτής της μεταρρύθμισης είναι αρκετά διαφανείς. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 αρχές της δεκαετίας του ’60 το σύστημα διεύθυνσης της σοβιετικής λαϊκής οικονομίας άρχισε έντονα να γλιστρά. Ηδη από το 1954 άρχισε να εισάγεται έντονα η μια ή η άλλη μορφή αποκέντρωσης με σκοπό την αύξηση της τοπικής πρωτοβουλίας. Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, αποτέλεσε στάδιο αυτής της διαδικασίας. Εκεί ψηφίστηκαν ειδικές αποφάσεις όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Η μάζα των διοικητικών λειτουργιών μεταφέρθηκε από τα κεντρικά όργανα στα υπουργεία των δημοκρατιών. Η καθιέρωση των συμβουλίων της εθνικής οικονομίας και ο χωρισμός των κομματικών οργανώσεων σε βιομηχανικές και αγροτικές ήταν η αποθέωση αυτού του σταδίου των μεταρρυθμίσεων. Η αφερεγγυότητα αυτού του τύπου των λύσεων έγινε προφανής αρκετά γρήγορα. Με την αντικατάσταση Χρουστσιόφ τα συμβούλια της εθνικής οικονομίας διαλύθηκαν, αλλά το πρόβλημα παρέμεινε. Η αναπτυγμένη και απίθανα περίπλοκη λαϊκή οικονομία απαιτούσε επιτακτικά αλλαγές στο σύστημα διεύθυνσης. Ο Γκλουσκόφ άρχισε να δουλεύει το OGAS με εντολή του Κοσύγκιν από το 1962. Είναι περίπλοκο τώρα για να κρίνουμε κατά πόσο αυτή η εντολή συνδεόταν με την υιοθέτηση του νέου Προγράμματος του ΚΚΣΕ, σύμφωνα με το οποίο ως το 1985 επρόκειτο να χτίσουμε τον κομμουνισμό. Το γεγονός είναι ότι οι προτάσεις του Γκλουσκόφ για την επεξεργασία συστήματος μη χρηματικών συναλλαγών με τον πληθυσμό απορρίπτονταν κάθε φορά. Επιπλέον, όλα τα προπαρασκευαστικά υλικά σε αυτό το ζήτημα τον ανάγκασαν να τα καταστρέψει. Αλλά με την κατάργηση των συμβουλίων της λαϊκής οικονομίας ήταν απαραίτητο επειγόντως να λύσουν το πρόβλημα σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν οι αλλαγές στο σύστημα διεύθυνσης. Ως τη τελευταία στιγμή το σχέδιο του Γκλουσκόφ για τη δημιουργία ενιαίου συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της τεχνολογίας των υπολογιστών παρέμεινε βασικό. Ομως απορρίφθηκε την τελευταία στιγμή. Προτιμήθηκε η εισαγωγή των μηχανισμών αγοράς στη διεύθυνση της λαϊκής οικονομίας.

Θα ήταν εσφαλμένο να θεωρήσουμε, πως ο Β. Μ. Γκλουσκόφ ήταν το μόνο πρόσωπο που προώθησε την ιδέα της βελτίωσης της συγκεντρωμένης διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας στη βάση της τεχνολογίας ηλεκτρονικού υπολογισμού. Σε πάρα πολλούς ανθρώπους έγινε σαφές ότι είναι απαραίτητη όχι η αποκέντρωση της διεύθυνσης, η οποία στερεί από την ΕΣΣΔ το σημαντικότερο πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης, αλλά η βελτίωση των μεθόδων κεντρικής διεύθυνσης στη βάση των επιτευγμάτων της επιστημονικής και τεχνικής προόδου. Το 1959 ο Α. Ι. Κίτοφ, ο καθοδηγητής του κέντρου υπολογιστών του Υπουργείου Αμύνης της ΕΣΣΔ (αργότερα έγινε ένας από τους κοντινότερους συνεργάτες του Β. Μ. Γκλουσκόφ στην υπόθεση εισαγωγής των αυτομάτων συστημάτων διεύθυνσης στους αμυντικούς κλάδους), πρότεινε την ιδέα της δημιουργίας ενιαίου αυτοματοποιημένου συστήματος διεύθυνσης για τις ένοπλες δυνάμεις και τη λαϊκή οικονομία της χώρας στη βάση των κέντρων υπολογιστών του Υπουργείου Αμύνης. Τότε αυτή η ιδέα δεν υλοποιήθηκε. Ακόμη πιο πριν, το 1955, η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ εκπόνησε προτάσεις για δημιουργία συστήματος κέντρων υπολογιστών για επιστημονικούς σκοπούς. Αυτό πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό για επιστημονικές μελέτες και έρευνες. Αργότερα την έννοια του ενιαίου συστήματος κέντρων υπολογιστών για την επεξεργασία των οικονομικών πληροφοριών την προώθησε ο ακαδημαϊκός Β. Σ. Νέμτσινοφ.

Και σε αυτήν την κατεύθυνση έγιναν πάρα πολλά. Δημιουργήθηκαν μηχανές, πολλές εκ των οποίων σε τίποτα δεν υπολείπονταν από τις αμερικάνικες (παραδείγματος χάριν η Μ-20 το 1958 του Λέμπεντεφ που έγινε αποδεκτή από την κρατική επιτροπή με την πιστοποίηση ως «η πλέον γρήγορη στον κόσμο» αν και διέθετε πέντε φορές λιγότερους λαμπτήρες απ’ ό,τι ο αντίστοιχος αμερικάνικος υπολογιστής «Nork»). (3) Επεξεργάστηκαν τους μηχανισμούς σύνδεσης μεταξύ των μηχανών. Για παράδειγμα, η μηχανή που ήταν εγκατεστημένη σε ερευνητικό σκάφος στον Ατλαντικό Ωκεανό μετέδιδε από τον ασύρματο στοιχεία άμεσα στο κέντρο υπολογιστών του Κίεβου, όπου αυτά υποβάλλονταν σε επεξεργασία. Αλλά η εφαρμογή των ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανών στο αντιπυραυλικό σύστημα μας επέτρεψε να ξεφύγουμε αρκετά χρόνια μπρος σε αυτόν τον τομέα σε σύγκριση με τους Αμερικανούς. Η συνένωση των μέσων της τεχνολογίας υπολογιστών σε ενιαίο σύστημα, τα οποία επέβλεπαν πολύ καλά καταρτισμένοι ειδικοί, θα ήταν επίσης σημαντική, προκειμένου να αμβλυνθεί κάπως η καθυστέρησή μας σε σχέση με τις ΗΠΑ στην παραγωγή αυτής της τεχνολογίας. Το 1964 μετά βίας κάποιος εκ των σοβαρών καθοδηγητών της παραγωγής ή της επιστήμης θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι το μέλλον βρίσκεται στην ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογισμού. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το OGAS δεν αντιμετωπίστηκε με πλήρη κατανόηση.

Πολύ περισσότερο είναι ακατανόητο, πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό, ότι προτιμήθηκε την τελευταία στιγμή το πρόγραμμα των λεγόμενων «οικονομολόγων». Οι άνθρωποι που είχαν την πρωτοβουλία «της μεταρρύθμισης», ήταν ελάχιστα γνωστοί, έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία και αμέσως άρχισαν να έχουν ρόλο, εν ολίγοις, κλειδί στη σοβιετική οικονομική επιστήμη. Παραδείγματος χάριν, ο Ε. Γ. Λίμπερμαν (το άρθρο του οποίου στην «Πράβντα»: «Σχέδιο, κέρδος, ανταμοιβή» θεωρήθηκε ως η επιστημονική «θεμελίωση» της μεταρρύθμισης, στο όνομα του οποίου οι επιστήμονες που έβλεπαν τη μεταρρύθμιση με σκεπτικισμό, την ονόμασαν «Λιμπερμανισμό»), ενώ μέχρι τότε ήταν ένας μέτριος καθηγητής ενός από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Χάρκοβου και δεν υπήρχε ως τότε στον τομέα της οικονομικής επιστήμης κάτι για το οποίο να έχει δοξαστεί.
Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι η δραστηριότητα των «ρινότσνικι» (4) είχε ως κατεύθυνση την εναντίωση στο σχέδιο του Γκλουσκόφ. Μάλιστα τα επιχειρήματα ήταν μερικές φορές κωμικά και άγρια. Για παράδειγμα, οι συντάκτες του προγράμματος της αγοράς έβαλαν στον πειρασμό τον Κοσύγκιν με το γεγονός ότι η οικονομική μεταρρύθμισή τους δε θα κοστίσει τίποτα, δηλαδή θα κοστίσει ακριβώς τόσο όσο στοιχίζει το χαρτί στο όποιο θα τυπωθεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και θα αποδώσει περισσότερα απ’ ό,τι το πολύ ακριβό σχέδιο OGAS που απαιτούσε ένταση των προσπαθειών ολόκληρης της χώρας για την πλήρη ανασυγκρότηση του παλαιού συστήματος διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας. Αυτά ακριβώς τα επιχειρήματα διαδραμάτισαν μοιραίο ρόλο, δεδομένου ότι το πρόγραμμα δημιουργίας τεχνικής βάσης υπό το υπάρχον εκείνη την περίοδο σχεδιοποιημένο σύστημα διεύθυνσης της οικονομίας παραγκωνίστηκε και έγινε αποδεκτό το πρόγραμμα το όποιο εξασφάλισε τη στροφή, τη διολίσθηση της οικονομίας στην άβυσσο της αναρχίας της αγοράς.

Για να κατανοήσουμε πώς μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ποια εικόνα παρουσίαζε η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας εκείνη την περίοδο.
Το ότι η κατάσταση ήταν λυπηρή το είχε δείξει ήδη η συζήτηση, σε σχέση με το εγχειρίδιο της πολιτικής οικονομίας, που πραγματοποιήθηκε το 1951. Μέρος των οικονομολόγων δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν ότι υπάρχουν αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι, την κατάργηση των οποίων ή την παράκαμψή τους δεν είχε τη δύναμη να κάνει ούτε και η ΚΕ του ΚΚΣΕ. Αυτοί οι άνθρωποι απαίτησαν την κατ’ εντολή κατάργηση του εμπορίου και των χρημάτων. Αντίθετα, άλλοι οικονομολόγοι πάλεψαν για τη νομιμοποίηση και ακόμα και -για να το πούμε καλύτερα- για τη διευθέτηση των εμπορικών σχέσεων, οι οποίες διατηρήθηκαν εκείνη την περίοδο λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, η ύπαρξη μαζί με την κρατική ιδιοκτησία και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας (κολχόζ), που ήταν ακόμα μακριά από τη δυνατότητα της κομμουνιστικής αφθονίας, από την παραγωγικότητα της εργασίας κλπ.

Η αιτία για αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων, καταρχήν, ήταν ότι και αυτοί, και οι άλλοι επιστήμονες-οικονομολόγοι με ολόκληρη την αντίθεση των απόψεών τους είχαν την ίδια ανεπάρκεια: δεν είχαν, όπως το εξέφρασε ο Στάλιν στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», «ικανοποιητική μαρξιστική διαπαιδαγώγηση», (5) δηλαδή δεν κατείχαν τη διαλεκτική, ήταν κατά βάση εμπειριστές. Αλλά καθώς ο σοσιαλισμός από οικονομική άποψη είναι καταρχήν μετάβαση από την εμπορευματική παραγωγή στη μη εμπορευματική, στην άμεσα κοινωνική, τότε σε αυτόν είναι παρούσες και οι παλαιές μορφές, και οι νέες που έρχονται να τις αντικαταστήσουν. Συνεπώς υπάρχει ικανοποιητικό εμπειρικό υλικό τόσο για εκείνους που δεν μπορούν να σκεφθούν, τους υποστηρικτές της εμπορευσιμότητας, όσο και για τους «αδελφούς τους στο μυαλό» από τους «νετοβάρνικι». (6) Στα «Οικονομικά προβλήματα» ο Στάλιν ξεκαθάρισε το ζήτημα σε αμφοτέρους, εξηγώντας ότι ο στόχος του σοσιαλισμού έγκειται στην υπερνίκηση της εμπορευματικής φύσης της παραγωγής, αλλά αυτή η υπερνίκηση δεν μπορεί να εμφανιστεί με την υποκειμενική επιθυμία των ηγετών, του κόμματος ή του λαού συνολικά. Είναι αδύνατη χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι. Ομως κεντρικός στόχος του Κομμουνιστικού Κόμματος στις συνθήκες του σοσιαλιστικού σταδίου ανάπτυξης της κοινωνίας, για τον οποίο σε κανέναν δεν πρέπει να παραμένει οποιαδήποτε αμφιβολία, είναι η μετάβαση στις κομμουνιστικές, μη εμπορικές μορφές.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή η σκέψη δεν έγινε κατανοητή ακόμη και στους πιο στενούς συνεργάτες του Στάλιν. Ο συγγραφέας μιας από τις πιο λεπτομερείς και αντικειμενικότερες βιογραφίες του Στάλιν, ο Γ. Β. Εμελιάνοφ εστιάζει την προσοχή του σε ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. Θεωρεί ότι τα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» δεν είχαν την υποστήριξη των μελών του Πολιτικού Γραφείου. Οταν ο Στάλιν τους γνωστοποίησε το περιεχόμενο της μπροσούρας, ουσιαστικά όλοι προσπάθησαν να μην εκφράσουν την άποψή τους. Δεν είναι υπερβολικό να παραθέσουμε ένα μεγάλο κομμάτι από το βιβλίο του Εμελιάνοφ:

«Οπως βεβαιώνει ο Μικογιάν, αντιμετώπιζε κριτικά μια σειρά θέσεις της μπροσούρας του Στάλιν, με το που γνώρισε το περιεχόμενό της. «Αφού τη διάβασα έμεινα έκπληκτος: σε αυτή βεβαιωνόταν ότι το στάδιο κυκλοφορίας εμπορευμάτων στην οικονομία εξαντλήθηκε και ότι είναι απαραίτητο να περάσουμε στην ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ πόλης και χωριού. Αυτό ήταν πιθανώς αριστερίστικη στροφή. Την εξήγησα με το ότι ο Στάλιν προφανώς σχεδίαζε να πραγματοποιήσει την οικοδόμηση του κομμουνισμού στη χώρα μας όντας ακόμη εν ζωή, που ήταν βεβαίως κάτι το εξωπραγματικό». Σύμφωνα με τον Μικογιάν, «σύντομα μετά από τη συζήτηση στο εξοχικό, περπατούσαμε με το Στάλιν στο διάδρομο του Κρεμλίνου και με πικρό χαμόγελο είπε: «Ησουν πολύ σιωπηλός, δεν είχες κανένα ενδιαφέρον για το βιβλίο. Εσείς, βεβαίως, καταπιάνεστε με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων σας, με το εμπόριο». Απάντησα στο Στάλιν: «Εσείς ο ίδιος μας διδάξατε, ότι δεν μπορούμε να είμαστε βιαστικοί και να πηδάμε από το ένα στάδιο στο άλλο και ότι η κυκλοφορία εμπορευμάτων και το εμπόριο θα παραμείνουν για πολύ ακόμα ως μέσα ανταλλαγής στη σοσιαλιστική κοινωνία. Αμφιβάλλω πραγματικά ότι ήρθε τώρα η ώρα να περάσουμε στην ανταλλαγή προϊόντων». Είπε: «Ε, έτσι, παρέμεινες! Τώρα ακριβώς είναι ο καιρός!» Στη φωνή του υπήρχε μια δόση κακίας. Ηξερε πως αυτά τα ζητήματα τα καταλαβαίνω περισσότερο από κάποιον άλλον και του ήταν δυσάρεστο το ότι δεν τον υποστήριξα. Αργότερα μετά από αυτήν τη συνομιλία με το Στάλιν ρώτησα το Μόλοτοφ: «Θεωρείς, ότι ήρθε η ώρα να περάσουμε από το εμπόριο στην ανταλλαγή προϊόντων;» Μου απάντησε ότι αυτό είναι ένα σύνθετο και αμφισβητήσιμο ζήτημα, δηλαδή εξέφρασε τη διαφωνία του».(7)

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ότι η πλειοψηφία των οικονομολόγων, των συγγραφέων του εκδοθέντος -μετά από το θάνατο του Στάλιν, αλλά που ετοιμάστηκε υπό την εποπτεία του- εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας του 1954 παρουσιάστηκαν μετέπειτα ως ενεργοί υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων της αγοράς στην οικονομία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποστασιοποιήθηκαν από τους «ρινότσνικι» πιθανώς μόνο οι Ντ. Τ. Σεπίλοφ και Α. Ι. Πάσκοφ.
Ο Λ. Α. Λεόντιεφ αποδείχτηκε ένας από τους πιο ένθερμους προπαγανδιστές των μεταρρυθμίσεων της αγοράς. Ο Κ. Β. Οστροβιτιάνοφ (8) υποστήριζε με κάθε δυνατό τρόπο τους ρινότσνικι και ασκούσε άγρια κριτική στους «αντι-ρινότσνικι». Ο Λ. Μ. Γκατόφσκι (9) υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς με κάθε δυνατό τρόπο και μιλούσε ενάντια στο OGAS. Ο Β. Ν. Σταρόφσκι δεν αντιστάθηκε καθόλου στη μεταρρύθμιση της αγοράς.
Οι λεγόμενοι «νετοβάρνικι» ομαδοποιήθηκαν στην ουσία γύρω από την έδρα της Πολιτικής Οικονομίας, της Οικονομικής Σχολής του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας που φέρει το όνομα του Μ. Β. Λομονόσοφ. Μάλλον -και εξ αιτίας αυτού- τους ενδιέφεραν περισσότερο τα μεθοδολογικά ζητήματα, τα προβλήματα της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας στην ΕΣΣΔ και θέματα της διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας στα ΑΕΙ. Το 1963 εξέδωσαν το δίτομο «Πολιτικής Οικονομίας» (10) για τα πανεπιστήμια, το οποίο αποτέλεσε μεγάλο γεγονός στην υπόθεση διδασκαλίας της Πολιτικής Οικονομίας, αλλά φυσικά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να επηρεάσει τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις της ηγεσίας του κόμματος και του κράτους.

Στη συνδιάσκεψη σχετικά με την εφαρμογή των μαθηματικών στην οικονομία, το 1964, τα υλικά της οποίας δημοσιεύτηκαν υπό τον τίτλο «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί στρογγυλό τραπέζι»(11) , η μαρξιστική άποψη σε αυτό το ζήτημα ουσιαστικά δε διατυπώθηκε. Εάν και μερικοί οικονομολόγοι, όπως ο Μ. Β. Κολγκάνοφ και ο Α. Γ. Μπογιάρσκι, εκεί γειτνίαζαν με (σ.μ.: τις απόψεις) τους «νετοβάρνικι», δεν εμφανίστηκαν ως ανεξάρτητη ομάδα από τη δική τους οπτική γωνία. Επιπλέον, επικεντρώθηκαν στην κριτική μεμονωμένων ανεπαρκειών των «μαθηματικών» και αντικειμενικά κατ’ αυτόν τον τρόπο καθάρισαν το δρόμο για τους «ρινότσνικι». Αφιέρωσαν καθ’ ολοκληρία τις ομιλίες τους στην κριτική των ιδεών του Καντορόβιτς και του Σ. Γ. Στρουμίλιν.

Αλλά κατά βάση φιλονικούσαν μεταξύ τους οι αυθεντικοί ρινότσνικι και «μαθηματικοί», οι οποίοι κατά τον έλεγχο όλοι αποδείχτηκαν ρινότσνικι. Για παράδειγμα, ένας από τους κύριους «μαθηματικούς», στον οποίο επικεντρώθηκαν τα πυρά της κριτικής από την πλευρά των ρινότσνικι, ο ακαδημαϊκός Λ. Β. Καντορόβιτς μιλάει άμεσα για την αφερεγγυότητα των αξιώσεων προς το πρόσωπό του από τον Ε. Γκ. Λίμπερμαν, ότι τάχα δεν αποδέχεται το κέρδος ως βασικό δείκτη της εργασίας των εργοστασίων.(12)
Στην πράξη οι τοποθετήσεις των υποστηρικτών του OGAS, των ακαδημαϊκών Ν. Π. Φεντορένκο (13), Μ. Β. Γκλουσκόφ (14), Α. Α. Ντορόντνιτσα (15), αποδείχτηκαν φωνή βοώντος στην έρημο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το περιοδικό «Ζητήματα οικονομίας» αφιέρωσε σε αυτές τις τρεις τοποθετήσεις λιγότερο από μιάμιση σελίδα, ενώ στον ακαδημαϊκό Καντορόβιτς αφιέρωσαν 6 σελίδες. Προφανώς η άποψη των δημιουργών του OGAS απλά δεν ενδιέφερε τους σοβιετικούς οικονομολόγους.

Η επιτροπή ακόμα συνέχιζε να απασχολείται για τη δημιουργία του OGAS, ακόμα οι δημιουργοί του ήλπιζαν ότι τα αντίστοιχα έγγραφα θα γίνουν αποδεκτά από το πλέον υψηλό επίπεδο (άλλωστε η ίδια η συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε ακριβώς σε σχέση με την αναμενόμενη υιοθέτηση αυτού του σχεδίου), αλλά οι οικονομολόγοι ήταν βέβαιοι ότι η απόφαση για τα ζητήματα της βελτίωσης της διεύθυνσης θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά στους δρόμους της αντικατάστασης των «διοικητικών» μεθόδων από «οικονομικές» και η «εφαρμογή των μαθηματικών» θα έχει υποταγμένο χαρακτήρα. Να πώς μίλησε γι’ αυτό ο διευθύνων αυτό το στρογγυλό τραπέζι, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών (ΑΕ) της ΕΣΣΔ, ένας από τους συντάκτες του εγχειριδίου της πολιτικής οικονομίας του 1954, Λ. Μ. Γκατόφσκι: «Προχωρούμε στη δημιουργία πιο προηγμένου οικονομικού μηχανισμού με τη συνεπακόλουθη εφαρμογή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης και των υλικών κινήτρων… Τα μαθηματικά μας επιτρέπουν να βελτιώσουμε αρκετά την εφαρμογή του μηχανισμού κινήτρων, να ενισχύσουμε την αποδοτικότητα του, την έγκαιρη και ενεργή αντίδραση στην πορεία της αναπαραγωγής για τα συμφέροντα της λαϊκής οικονομίας» (16) . Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς σε αυτά τα λόγια να διακρίνει την τάση -αν μη τι άλλο- να περάσει το σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού της λαϊκής οικονομίας σε νέο επίπεδο, λόγω της αυτοματοποίησής του και της εφαρμογής των μαθηματικών μοντέλων, τότε τουλάχιστον, τη μεγάλη επιθυμία των οικονομολόγων να συνεργαστούν με τους μαθηματικούς και τους κυβερνητικούς. Στην πραγματικότητα η συντριπτική τους πλειοψηφία βασανίστηκε ήδη από την «ευφυή» ως προς την απλότητά της ιδέα: είναι απαραίτητο να γίνει το κέρδος το κύριο κριτήριο της δραστηριότητας από τις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις και όλα τα προβλήματα θα λυθούν από μόνα τους. Ο Γκλουσκόφ με την πολυσύνθετη και πανάκριβη ιδέα του OGAS προκαλούσε σε αυτούς τους «ειδικούς» μόνο ενόχληση και πικρία. Απλά το 1964 δε θα μπορούσαν να μιλήσουν ανοικτά ενάντια σε αυτή την επιστημονικά τεκμηριωμένη και προφανώς έγκαιρη ιδέα που κατέθετε. Να τι θα γράψει γι’ αυτήν ένας από τους ιδεολόγους της μεταρρύθμισης, ο Α. Μ. Μπίρμαν, το 1965, στη μπροσούρα του «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου»:

«Μερικοί σύντροφοι θεωρούν πως τίποτα ουσιαστικά δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει, όλα πρέπει να παραμείνουν έτσι όπως ήταν, παρά μόνο πρέπει να βελτιωθεί η δουλιά των σχεδιαστικών, οικονομικών και άλλων οργάνων. Πρέπει να τους εξοπλίσουμε με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, να διευρύνουμε την εφαρμογή των μαθηματικών. Αυτό υποθετικά θα επιτρέψει στα υποδειχθέντα όργανα να τα απλώσουν σε ολόκληρη τη λαϊκή οικονομία για να εξασφαλιστεί η κανονική της ανάπτυξη» (17). Με άλλα λόγια, τους συντάκτες του OGAS, χωρίς να νιώθουν καμιά ντροπή, τους παρουσίαζαν σαν αντιδραστικούς, οι οποίοι -βλέπετε- «θεωρούσαν ότι τίποτα ουσιαστικά δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει». Που σημαίνει ότι εκείνοι που προτείνουν να περάσει η διεύθυνση σε νέα επιστημονικο-τεχνική βάση και να εναρμονιστεί με το καθήκον που έθεσε το κόμμα, το καθήκον της μετάβασης στον κομμουνισμό, είναι αντιδραστικοί και εκείνοι που προτείνουν να επιστρέψουμε στις παλαιές, της εποχής των παππούδων μας, μεθόδους διεύθυνσης της αγοράς, να υποτάξουμε την παραγωγή στην επίτευξη του μέγιστου κέρδους και την εργασία στην υλική ενθάρρυνση, είναι οι πρωτοπόροι της προόδου. Τέτοιο μπέρδεμα των εννοιών – πού είναι εμπρός, πού πίσω, πού η πρόοδος και πού η κοινή υποβάθμιση, πού αριστερά, πού δεξιά, πού ο κομμουνισμός, και πού οι αυταπάτες των μικροαστών – έγινε επίσης την εποχή της περεστρόικα. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως στην εποχή της περεστρόικα, έτσι και τότε στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, αυτή η προφανώς παράλογη σύγχυση δεν προκάλεσε καμία ανησυχία ούτε στην ηγεσία του κόμματος ούτε στις κομματικές μάζες.

Απλά εκείνη την περίοδο δεν απαιτήθηκαν λόγοι λογικής. Το OGAS θάφτηκε με αξιόπιστο τρόπο: μέσω υπόγειων δολοπλοκιών και φανταστικών υποσχέσεων. Εμοιαζε με καθολικό θόλωμα των μυαλών. Η υπερβολική ιδέα για το ότι αξίζει να καταστήσουμε το κέρδος ως κύριο κριτήριο της δραστηριότητας των επιχειρήσεων και όλα τα προβλήματα του σοσιαλισμού θα λυθούν αυτομάτως, που εκφράστηκε από τον άσημο καθηγητή του Χάρκοβου Εφσέεφ Γκριγκόριεβιτς Λίμπερμαν -που η μεγαλύτερη επιστημονική εργασία του αποτελείτο από το εκδοθέν, το 1950, βιβλιαράκι 200 σελίδων «Η οικονομική ιδιοσυντήρηση του μηχανο-κατασκευαστικού εργοστασίου» (18) και όλες οι υπόλοιπες «επιστημονικές εργασίες» εξαντλήθηκαν σε δεκάδες μικρές μπροσούρες μεθοδολογικού χαρακτήρα, όλως απροσδόκητα «καταλαμβάνει τις μάζες» των ακαδημαϊκών, των αντεπιστελλόντων μελών της ΑΕ, χωρίς να μιλήσουμε για την κατώτερη πολιτικοοικονομική αδελφότητα.

Στο στρατόπεδο των ρινότσνικι γρήγορα βρέθηκαν και εκείνοι, εναντίον των οποίων στο πρόσφατο παρελθόν οι ρινότσνικι μιλούσαν άγρια. Ετσι, για παράδειγμα, κύριος στόχος της κριτικής από την πλευρά των ρινότσνικι το 1964 ήταν η θεωρία του βέλτιστου σχεδιασμού και της διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, για την οποία ο Λ. Β. Καντορόβιτς με τον Β. Β. Νοβοζίλοφ και τον Β. Σ. Νέμτσινοφ το 1965 έλαβαν το βραβείο Λένιν. Αλλά ήδη, πολύ σύντομα, ο Β. Β. Νοβοζίλοφ όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς, αλλά και προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να υπογραμμίσει την πίστη του σε αυτές. Επιπλέον, στην εισαγωγή στο βιβλίο του αποθανόντος από το 1964 Β. Σ. Νέμτσινοφ «Κοινωνική αξία και σχεδιοποιημένη τιμή» θα γράψει ότι ο τελευταίος «αναμφισβήτητα έπαιξε εξέχοντα ρόλο στη θεμελίωση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του 1965». (19) Και δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς, πως ο Νοβοζίλοφ δεν παρέβηκε καθόλου τη συνείδησή του. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις βασικές ιδέες που εκθέτονται στο εξώφυλλο του βιβλίου που εκδόθηκε αμέσως μετά το θάνατο του συγγραφέα του Β. Σ. Νέμτσινοφ «Για την περαιτέρω βελτίωση της σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας». (20) Να μερικές από αυτές:

Οι παλαιές μέθοδοι σχεδιοποίησης δεν ανταποκρίνονται στα νέα καθήκοντα.
Να εισάγουμε οικονομικές μεθόδους διεύθυνσης.
Βασικό κριτήριο το κέρδος.
Να πλησιάσουν οι τιμές το αξιακό επίπεδο κλπ. (21)

Το σύνθημα για το «βασικό κριτήριο», αναμφισβήτητα, στη συνείδηση των συντακτών – συγγραφέων του βιβλίου είναι πιο προσεκτικά διατυπωμένο, ως προς την αξιολόγηση του ρόλου του κέρδους, που αν και αναφέρεται ως το μη σημαντικότερο κριτήριο της αποτελεσματικότητας της παραγωγής, αλλά ως ένα από τα «συλλογικά κίνητρα», αναγνωρίζει την ευεργετική επίδραση στην οικονομία του σοσιαλισμού.
Ακόμα και σήμερα είναι περίπλοκο να αντιληφθούμε πόσο παράφωνα σε αυτήν την κατάσταση έπρεπε να ηχεί το βιβλίο του ακαδημαϊκού Σ. Γκ. Στρουμίλιν «Ο κόσμος μας μετά από 20 χρόνια» (22), που καλούνταν – σύμφωνα με την ιδέα του συγγραφέα – να εξυπηρετήσει την εκλαΐκευση των βασικών ιδεών του Προγράμματος του ΚΚΣΕ, στο οποίο αναφερόταν πως έως το 1985 στην ουσία θα είχε χτιστεί κατά βάση ο κομμουνισμός. Ο συντάκτης ευπρόσιτα και συναρπαστικά παρουσιάζει τις προοπτικές της σοβιετικής κοινωνίας σε σχέση με την εφαρμογή του Προγράμματος οικοδόμησης του κομμουνισμού. Το βιβλίο προοριζόταν για το πλατύ κοινό. Αλλά, προφανώς, ο συντάκτης έσφαλλε στο κύριο. Κανένας εκείνο τον καιρό δεν ήθελε ιδιαίτερα να θυμάται τις υποσχέσεις που δόθηκαν πριν λίγο καιρό. Τον αφελή ακαδημαϊκό – είναι απαραίτητο να υποθέσουμε – τον θεώρησαν επικίνδυνο ουτοπιστή που στερείται της αίσθησης της πραγματικότητας. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατό να εξηγήσουμε ότι αυτό το αξιοπρόσεκτο βιβλίο για τον κομμουνισμό, το οποίο, με μεγάλο όφελος για τους ιδίους, θα μπορούσαν να διαβάσουν οι μαθητές μεγαλυτέρων τάξεων, εκδόθηκε στα γελοία για εκείνη την εποχή αντίτυπα των 22.000 βιβλίων.

Είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι ο Β. Μ. Γκλουσκόφ, ο οποίος επίσης σοβαρά αντιμετώπιζε το Πρόγραμμα του κόμματος και αμέσως πρότεινε το – αντίστοιχο με τα προγραμματικά καθήκοντα – σύστημα διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, στα μάτια των υπαλλήλων, τόσο των κρατικών και κομματικών, όσο και των επιστημονικών δε φάνταζε ρεαλιστής. Πολλοί οικονομολόγοι τον θεωρούσαν τεχνοκράτη-ουτοπιστή. Ομως ουτοπιστές αποδείχτηκαν ακριβώς οι οικονομολόγοι με τις συνταγές για θεραπεία του σοσιαλισμού μέσω της αγοράς. Αντίθετα, οι ιδέες του Γκλουσκόφ αποδείχτηκαν πλήρως τεκμηριωμένες και τεχνικά εφικτές. Για παράδειγμα όταν ο Γκλουσκόφ πρότεινε στα πλαίσια πειράματος σε μια περιοχή να αντικατασταθούν τα χρήματα με ηλεκτρονικούς υπολογισμούς για κάθε εργαζόμενο, έθαψαν την ιδέα, καθώς τάχα η τεχνολογία ακόμα δεν επέτρεπε να υλοποιηθεί αυτό. Στην πραγματικότητα αυτό ήταν πρόφαση. Το θέμα εδώ δεν ήταν στην τεχνολογία, αλλά στην οικονομία. Τέλος πάντων, ο Γκλουσκόφ, ο οποίος πρότεινε το πείραμα, κατείχε κάπως καλύτερα τις δυνατότητες της τεχνολογίας υπολογιστών από ό,τι αυτοί που εμπόδισαν το πείραμα. Δεν πέρασαν ούτε δύο δεκαετίες, καθώς στη Δύση άρχισαν τα χαρτονομίσματα να υποκαθίστανται μαζικά από ηλεκτρονικά χρήματα. Στις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς, το να πάνε παραπέρα ήταν βεβαίως αδύνατο. Αλλά στις συνθήκες της σοβιετικής οικονομίας, της σχεδιοποιημένης από ενιαίο κέντρο, ήταν δυνατό να οργανωθεί ο υπολογισμός και ο έλεγχος για το μέτρο της εργασίας και της κατανάλωσης και χωρίς τη μεσολάβηση των χρημάτων. Ολα αυτά τα τεχνικά προβλήματα λύθηκαν εύκολα, ακόμα και κάπως νωρίτερα από ό,τι σχεδίαζε ο άκρως ήσυχος και προσεκτικός στις προγνώσεις Γκλουσκόφ.

Ο Γκλουσκόφ πρότεινε το OGAS, αλλά έγινε αποδεκτή η λύση να ακολουθηθεί ο δρόμος της ενίσχυσης των σχέσεων αγοράς. Ομως σε αυτό το δρόμο η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τη Δύση, τουλάχιστον καθώς η ευημερία της αγοράς της Δύσης οικοδομήθηκε με την αλύπητη εκμετάλλευση των πόρων του Τρίτου κόσμου, ενώ η ΕΣΣΔ, αντίθετα, βοηθούσε συνεχώς τον Τρίτο κόσμο. Θα μπορούσαμε να ανταγωνιστούμε τη Δύση μόνο στις συνθήκες της παραπέρα κοινωνικοποίησης της παραγωγής, για την οποία και πρότεινε ο Γκλουσκόφ το OGAS ως τεχνική βάση. Αλλά νίκησε η άποψη «των οικονομολόγων». Σήμερα ο χρόνος επιβεβαίωσε εξ ολοκλήρου το πόσο δίκιο είχε ο Γκλουσκόφ. Η υποτιθέμενη «τεχνοκρατική ουτοπία» του ήταν στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστική απ’ ό,τι οι εμπειρικές κατασκευές των οικονομολόγων – ρινότσνικι.
Μετά μεγάλης λύπης, συχνά και με ευθύνη των βιογράφων του Βίκτορα Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ, το OGAS, εκλαμβάνεται ως ειδικά τεχνικό πράγμα, ως ορισμένο πρωτότυπο του Διαδικτύου, το οποίο δε διαδόθηκε στην πρακτική στη Σοβιετική Ενωση με ευθύνη των γραφειοκρατών. Αλλά αυτό είναι ψεύδος, τόσο σε σχέση με τον Γκλουσκόφ όσο και σε σχέση με το OGAS, τουλάχιστον αυτό όπως το σκέφτηκε αρχικά ο επιστήμονας.

Στο βιβλίο του Β. Μόεβ «Τα ηνία της διεύθυνσης», το οποίο είναι μια μεγάλη συνέντευξη με τον επιστήμονα, ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ ρίχνει την ιδέα σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα έζησε στην ιστορία της δύο, όπως εκφράζεται χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των ασχολουμένων με τη κυβερνητική, πληροφοριακούς φραγμούς, των πρόθυρων ή της κρίσης διεύθυνσης. Το πρώτο εμφανίστηκε στις συνθήκες της εξαφάνισης της κοινοτικής – πρωτόγονης οικονομίας και επιλύθηκε με την εμφάνιση, από τη μια πλευρά των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και απ’ την άλλη με το ιεραρχικό σύστημα διεύθυνσης, στο οποίο ο προϊστάμενος διευθύνει τους νεότερους και αυτοί είναι εκτελεστές.

Ο Γλουσκόφ θεωρεί – αρχίζοντας από τη δεκαετία του ’30 του εικοστού αιώνα – ότι γίνεται προφανές πως ξεκινά το δεύτερο «πληροφοριακό φράγμα», κατά το οποίο πλέον δε βοηθούν ούτε η ιεραρχία στη διεύθυνση ούτε οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις. Ως αιτία αυτής της κρίσης εμφανίζεται η αδυναμία ακόμη πολλών ανθρώπων να αντιληφθούν όλα τα προβλήματα της διεύθυνσης της οικονομίας. Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς έλεγε πως σύμφωνα με υπολογισμούς του στη δεκαετία του ’30 για τη λύση των προβλημάτων διεύθυνσης της τότε οικονομίας μας ήταν απαραίτητο να εκτελεσθούν 1014 μαθηματικές διαδικασίες ετησίως και στην περίοδο κατά την οποία έγινε αυτή η συζήτηση, δηλαδή στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περίπου 1016. Εάν δεχτούμε ότι ένας άνθρωπος χωρίς την ενίσχυση της τεχνολογίας είναι ικανός να παράγει 106 διαδικασίες κατά μέσο όρο, δηλαδή 1 εκατομμύριο διαδικασίες το χρόνο, τότε είναι απαραίτητοι περίπου 10 δισεκατομμύρια άνθρωποι ώστε η οικονομία να παραμείνει καλά διευθυνόμενη. Στη συνέχεια θα θέλαμε να παραθέσουμε τα λόγια του ίδιου του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς: «Από τώρα και στο εξής «χωρίς τη βοήθεια των μηχανών» οι προσπάθειες για τη διεύθυνση είναι λίγες. Το πρώτο πληροφοριακό εμπόδιο ή τα πρόθυρα, η ανθρωπότητα μπορούσε να το υπερνικήσει γιατί εφηύρε τις εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις και τη σταδιακή δομή διεύθυνσης. Η ηλεκτρονική υπολογιστική τεχνολογία είναι η σύγχρονη εφεύρεση η οποία θα μας επιτρέπει να υπερπηδήσουμε το δεύτερο εμπόδιο.

Γίνεται ιστορική στροφή στη διάσημη σπείρα της ανάπτυξης. Οταν εμφανιστεί το κρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης, με ενιαία άποψη θα καλύψουμε εύκολα ολόκληρη την οικονομία. Στο νέο ιστορικό στάδιο, με τη νέα τεχνολογία, στο νέο αναπτυγμένο επίπεδο εμείς σαν να «κολυμπάμε» πάνω από εκείνο το σημείο της διαλεκτικής σπείρας, κάτω από το οποίο, σε μακρινές από εμάς χιλιετίες, παρέμεινε η περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να ερευνήσει τη φυσική οικονομία του, εύκολα με γυμνό μάτι.
Οι άνθρωποι άρχισαν με τον πρωτόγονο κομμουνισμό. Η μεγάλη στροφή της σπείρας θα τους ανυψώσει στον επιστημονικό κομμουνισμό» (23).

Σήμερα μπορεί να εκπλησσόμαστε, μπορεί να λυπούμαστε, αλλά παραμένει γεγονός ότι το ήδη έτοιμο σχέδιο απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για την έναρξη και το ξεδίπλωμα των εργασιών του OGAS παραμερίστηκε και στη θέση του έκαναν αποδεκτή την πρόταση των «οικονομολόγων» που άνοιξε την εποχή του περάσματος της σοβιετικής οικονομίας στις ράγες της αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι την πάλη κατά του Γκλουσκόφ τη διεξήγαγαν οι ίδιες εκδόσεις και ιδρύματα, τα οποία στην πορεία έγιναν τα κύρια όργανα της αστικής αντεπανάστασης. Ηταν ολοφάνερα ψευδές και σαφώς επί παραγγελία το άρθρο ενός από τους ηγέτες του Ινστιτούτου «ΗΠΑ – Καναδάς», στο οποίο αναφερόταν ότι στις χώρες της Δύσης η ζήτηση για τεχνολογία ηλεκτρονικών υπολογιστών τάχα πέφτει, που δημοσιεύθηκε στην «Ιζβέστια», η οποία στην πορεία έγινε το κύριο έντυπο φερέφωνο των αντι-σοβιετικών στοιχείων. Να μια ακόμα απόδειξη ανάλογων μεθόδων πάλης για «δημοκρατία και αγορά», που προκαλούν εκτός των άλλων τη σκέψη ότι η εκστρατεία του ψέματος υποκινήθηκε και συντονίστηκε από κάποιον.

Τον Ιανουάριο του 1975, κατά τη διάρκεια συνάντησης στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου του Κιέβου «Αρσενάλ», έγινε η ακόλουθη ερώτηση στον Γκλουσκόφ: «Στο περιοδικό «ΕΚΟ» (Νο 4, 1974) λέγεται πως στην Αγγλία τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανών για τη διεύθυνση της παραγωγής, τη θεωρούν μη αποδοτική. Πώς εκτιμάτε αυτόν τον ισχυρισμό;».
Η απάντηση του ακαδημαϊκού ήταν μονοσήμαντη: «Αφήστε αυτόν τον ισχυρισμό να παραμένει στη συνείδηση του περιοδικού «ΕΚΟ». Η Αγγλία δε συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Πολύ πρόσφατα συναντήθηκα με τους Αγγλους ειδικούς, οι οποίοι αντιθέτως θεωρούν ότι σήμερα δεν είναι δυνατό να διευθύνουν την αγγλική οικονομία, εάν σταματήσουν τη χρήση των κομπιούτερ» (24).

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ακριβώς το περιοδικό «ΕΚΟ» αποδείχτηκε ένας από τους προάγγελους της περεστρόικα. Σε αυτό ακριβώς εμφανίστηκαν το 1986 τα πρώτα άρθρα για την περεστρόικα, που ανοικτά εναντιώνονταν στον κεντρικό προγραμματισμό και ένθερμα προπαγάνδιζαν την αγορά.
Μετά από αυτό, αντί να αρχίσουν να δουλεύουν με το OGAS, έγινε αποδεκτή η λεγόμενη οικονομική μεταρρύθμιση του 1965, όμως το OGAS δεν απορρίφθηκε εντελώς. Εγινε σύσταση στον Γκλουσκόφ απλά να «χαμηλώσει τον πήχη», δηλαδή να ασχοληθεί με την εισαγωγή των διευθυντικών συστημάτων στις επιχειρήσεις και στους κλάδους, για να συνδεθούν στο μέλλον αυτά τα συστήματα σε ενιαίο σύστημα. Από την άποψη της «συστηματικής σκέψης» ήταν ισοδύναμο. Ομως στην πράξη δεν ήταν έτσι. Αυτό το κατάλαβαν θαυμάσια ο Γκλουσκόφ και πολλοί άλλοι επιστήμονες.

Για παράδειγμα, ο διευθυντής του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου ακαδημαϊκός Ν. Π. Φεντορένκο ακόμη από το 1964, την περίοδο της προετοιμασίας του σχεδίου απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ για το OGAS, είπε τα ακόλουθα: «Συχνά ειδικοί στις οικονομικο-μαθηματικές μεθόδους απλά αντιγράφουν το δρόμο τον οποίο πέρασαν οι καπιταλιστικές χώρες, το δρόμο της ενδοεταιρικής, μεμονωμένης εισαγωγής αυτών των μεθόδων σε εφαρμογή. Αυτός ο τρόπος ήταν αναπόφευκτος για τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά είναι όχι μόνο ανεπαρκής για το σοσιαλιστικό κράτος, αλλά και επιβλαβής, καθώς θα οδηγήσει σε μεγάλη διασπορά υλικών και εργατικών πόρων και δε θα επιτρέψει να συνενωθούν σε ενιαίο σύστημα το σύνολο των «τοπικών» υποσυστημάτων» (25).

Είναι ενδιαφέρον ότι η ηγεσία του κόμματος και η κυβέρνηση ακολούθησαν αυτόν ακριβώς τον «επιβλαβή» τρόπο. Οχι μόνο στον τομέα της πληροφορικής, αλλά και στην οικονομία γενικότερα. Σιγά-σιγά η οικονομία συνολικά άρχισε να κυλά στα «τοπικά υποσυστήματα», μέχρι που μετά από λίγο καιρό η μεμονωμένη επιχείρηση ανακηρύχτηκε ως πρωτογενής μονάδα της σοσιαλιστικής οικονομίας.
Με ομιλίες, σε αυτήν τη σύνοδο του Προεδρείου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τοποθετήθηκαν ο Φεντορένκο καθώς και ο Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στην ομιλία του (σ.μ. ο Φεντορένκο) έκανε διάφορες κριτικές παρατηρήσεις προς την ηγεσία της Κεντρικής Στατιστικής Διεύθυνσης (ΚΣΔ) της ΕΣΣΔ. Ισχυριζόταν, ότι η ΚΣΔ δεν εισάγει τα πρωτοπόρα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών και ότι προσανατολίζει τη δουλιά της στα παλαιά διάτρητα δελτία μηχανογράφησης και αυτό δεν τονώνει την ανάπτυξη της τεχνολογίας των υπολογιστών και αποτρέπει από το να γίνουν οι πληροφορίες εύχρηστες και επιχειρηματικές (26).

Αργότερα, τότε που αποφασιζόταν η μοίρα του OGAS, ακριβώς, ο ηγέτης της ΚΣΔ της ΕΣΣΔ ο Β. Ν. Σταρόφκσι αντιτάχθηκε πιο έντονα από όλους στο σχέδιο, κάτι το οποίο από πολλές απόψεις καθόρισε εκ των προτέρων τη θλιβερή τύχη του (27).
Παρ’ όλα αυτά για τις ιδέες του Γκλουσκόφ ενδιαφέρθηκε πολύ η «άμυνα». Πρότειναν στο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς να αναλάβει την επιστημονική καθοδήγηση για την άμεση εισαγωγή των αυτοματοποιημένων συστημάτων διεύθυνσης σε μερικά αμυντικά υπουργεία, στο καθένα εκ των οποίων για αυτόν το λόγο δημιουργήθηκαν ειδικά ερευνητικά ινστιτούτα. Από αυτήν τη στιγμή ως το τέλος της ζωής του ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ ζει παράλληλα: τη μισή εβδομάδα στη Μόσχα και την άλλη μισή καθώς και τις αργίες στο Κίεβο.

Το γεγονός ότι η ιδέα για το OGAS δεν έγινε αποδεκτή συνολικά στενοχώρησε πολύ τον Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς, όμως ποτέ δε σκέφτηκε να σταυρώσει τα χέρια. Πολύ περισσότερο που το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’60 αποτέλεσε την αιχμή της θεωρητικής και οργανωτικής του παραγωγικότητας.
Στη Διεθνή Εκθεση «Interorgtechnics – ‘66» στη Μόσχα στα δημιουργήματα του Ινστιτούτου Κυβερνητικής της ΑΕ της Ουκρανικής ΣΣΔ – το οποίο καθοδηγούσε ο Γκλουσκόφ – απονεμήθηκαν διπλώματα: στον ψηφιακό υπολογιστή «ΜΙR-1», στο «Promin», «Promin – Μ», στο ψηφιακό-αναλογικό σύμπλεγμα «Dnepr – ΜΝ – 10M» και σε διάφορα άλλα.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το «ΜΙR» δεν ήταν μία απλή μηχανή της σειράς. Αποτελούσε σε ορισμένο βαθμό σημαντική ανακάλυψη. Οι Αμερικανοί δεν το αγόραζαν τυχαία. Συγκεκριμένα, το «ΜΙR» αποδείχτηκε εκείνη η μηχανή, με την εμφάνιση της οποίας έγινε σαφές ότι το χάσμα μεταξύ της δικής μας και της αμερικανικής τεχνολογίας υπολογιστών εξαλείφθηκε και εξαλείφθηκε εντελώς. Εμείς όχι απλά φτάσαμε τα αμερικανικά μηχανήματα σε αυτές ή άλλες παραμέτρους. Το «ΜΙR» απέδειξε ότι είμαστε ικανοί όχι απλώς να τους φτάσουμε, αλλά και να φτιάξουμε πρωτότυπα μηχανήματα, να αναπτύξουμε νέες κατευθύνσεις στην τεχνολογία των υπολογιστών. Γι’ αυτό και οι Αμερικανοί ανησύχησαν όταν εμφανίστηκαν τα «ΜΙR».

Ο επόμενος χρόνος, το 1967, αποδείχθηκε πολύ κορεσμένος. Τέθηκε στη χρήση το πρώτο στη χώρα μας αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης επιχειρήσεων με μαζικό χαρακτήρα παραγωγής «L’vov». Το εγκατέστησαν στο τηλεοπτικό εργοστάσιο του Λβόφ. Το Αυτοματοποιημένο Σύστημα Διεύθυνσης (ΑΣΔ) «L’vov» προτάθηκε για μαζική παραγωγή. Εγινε επίδειξη της δουλιάς του απομακρυσμένου τερματικού Λβόβ – Μόσχα με καθεστώς «ερώτηση – απάντηση» σε παραγωγικές συνθήκες στο σύστημα «L’vov». Κατά την ανάπτυξη αυτού του συστήματος επεξεργάστηκαν πολλές αρχές που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση ΑΣΔ άλλων τύπων. Η εισαγωγή αυτού του συστήματος εξασφάλισε μια αύξηση στην παραγωγή προϊόντων κατά 7%, μια μείωση του επιπέδου αποθεμάτων κατά 20%, επιτάχυνση του κύκλου εργασιών της κυκλοφορίας του κεφαλαίου σε 10%, επήλθε ουσιαστική μείωση του μηχανο-τεχνικού και διοικητικού προσωπικού.

Ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς πρώτος άρχισε την επανεκτίμηση των αρχών του Ντζ. Φον Νέιμαν, στη βάση των οποίων ήταν αναπτυγμένη ολόκληρη η ηλεκτρονική τεχνολογία υπολογιστών από τη στιγμή της εμφάνισής της. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε θεμελιώδεις αλλαγές στη δομή των υπολογιστών, προώθησε νέες ιδέες σχετικά με τη δημιουργία συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών νέων γενεών, διατύπωσε την αρχή της μακρομεταφερόμενης επεξεργασίας δεδομένων. Η ουσία της συνίστατο στο ότι οι επεξεργαστές δεν εκτελούσαν εντολές συνεχώς και παράλληλα αυτόνομα χωρίς αλληλεπίδραση με τους άλλους επεξεργαστές. Η εισαγωγή αυτής της αρχής επέτρεπε την χωρίς όρια αύξηση της παραγωγικότητας των μηχανών αναλογικά προς την αύξηση των μέσων. Οι πρώτες σοβιετικές μηχανές με τη χρήση αυτής της αρχής φτιάχτηκαν μετά από το θάνατο του Γκλουσκόφ και σύμφωνα με την εκτίμηση της κρατικής επιτροπής για την αποδοχή τους δεν υπήρχαν ανάλογες στον κόσμο. Μία από αυτές η EC-1766 είχε παραγωγικότητα της τάξης των δύο δισεκατομμυρίων διαδικασιών ανά δευτερόλεπτο.

Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ εξέλαβε σαν το σοβαρότερο στρατηγικό λάθος την απόφαση της ηγεσίας της χώρας να μην δοθεί ώθηση στη δουλιά στην κατεύθυνση της παραπέρα ανάπτυξης των ίδιων πρωτότυπων συστημάτων και να ακολουθηθεί η γραμμή της αντιγραφής του IBM/360. Θεωρούσε ότι αυτό αργά ή γρήγορα θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αργότερα έτσι συνέβη, αλλά στη δεκαετία του ’70 δεν υπήρχαν σημάδια γι’ αυτό. Αντίθετα, παρατηρείται έκρηξη στην παραγωγή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού. Οι καθολικές μηχανές μέσης και υψηλής παραγωγικότητας τρίτης γενεάς του τύπου EC- EVM, ήταν συμβατές τόσο μεταξύ τους όσο και με τους IΒM/360. Στην επεξεργασία συμμετείχαν ειδικοί από την ΕΣΣΔ, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, τη ΛΔΓ.

Συγχρόνως με αυτά δημιουργήθηκαν πολυεπεξεργαστές και αναλογικοί υπολογιστές, μίνι – υπολογιστές, «ΜΙR- 31», «ΜΙR- 32», «ΝΑΙRΙ- 34», ηλεκτρονικοί υπολογιστές της σειράς ASVT Μ- 6000 και Μ- 7000 για τη διεύθυνση των τεχνολογικών διαδικασιών. Ηλεκτρονικοί υπολογιστές με ενσωματωμένα μικροκυκλώματα, επιτραπέζιοι μίνι-υπολογιστές Μ-180 «ELECTRONICA -100», «ELECTRONICA -200», «ELECTRONICA DZ- 28», «ELECTRONICA NTS – 60», και άλλοι. Δημιουργήθηκαν συστήματα σχεδιασμού εκτυπωτών και μεγάλης κλίμακας ολοκληρωμένα κυκλώματα (BRI). Στα έτη 1975-76 κυκλοφόρησαν οι επεξεργασμένοι, με την κοινή προσπάθεια των ειδικών από τις διάφορες σοσιαλιστικές χώρες, μίνι – υπολογιστές CM-1, CM-2, CM-3 και CM-4, οι όποιοι προορίζονταν για αξιοποίηση στις επιστημονικές εργασίες, για τη διεύθυνση τεχνολογικών διαδικασιών, για την επεξεργασία των πειραματικών στοιχείων, για την αυτοματοποίηση της εφαρμοσμένης μηχανικής και των διοικητικών εργασιών κλπ. Στη δεκαετία του ’70 στην ΕΣΣΔ άρχισε η επεξεργασία και κυκλοφορία των πλέον διαφορετικών τύπων microcalculators – μικροϋπολογιστών, επιτραπέζιων και φορητών.

Με τις προσπάθειες του Γκλουσκόφ το 1971 η ιδέα του OGAS επανεμφανίζεται πάλι για κάποιο διάστημα στο κέντρο της προσοχής ολόκληρης της σοβιετικής κοινωνίας και της ηγεσίας της χώρας. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, αν και το 1965 η ιδέα του OGAS σαν τέτοια δεν έγινε αποδεκτή προς υλοποίηση σε κρατική κλίμακα, εντούτοις έγινε πολύ κοπιαστική δουλιά για την εισαγωγή των ΑΣΔ στις επιχειρήσεις των υπουργείων Αμυνας. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκε τυποποιημένο ΑΣΔ σε 600 επιχειρήσεις. Δηλαδή έγινε πολύ δουλιά. Με την εισαγωγή αυτών των συστημάτων ασχολήθηκε το Ινστιτούτο Α. Ι. Ντανιλτσένκο, το οποίο ήταν ο κύριος σχεδιαστής ΑΣΔ και αυτό που εισήγαγε την τεχνολογία των υπολογιστών στην αμυντική βιομηχανία. Για το συντονισμό των εργασιών σε αυτήν την κατεύθυνση δημιουργήθηκε διυπηρεσιακή επιτροπή (MVK) εννέα κλάδων και συμβούλιο διευθυντών των κύριων Ινστιτούτων (SDGI) των αμυντικών κλάδων για τον έλεγχο, την οικονομία και την πληροφορική. Επιστημονικός καθοδηγητής του MVK και του SDGI έγινε ο Β. Μ. Γκλουσκόφ.

Το 1971 σύμφωνα με προτροπή του Γκλουσκόφ ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ Α. Ν. Κοσύγκιν επισκέφθηκε το Ινστιτούτο Ντανιλτσένκο, προκειμένου να γνωριστεί επί τόπου με το τι ήδη είχε γίνει. Η γνωριμία με τις εργασίες που είχαν γίνει προκάλεσαν στον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου τεράστια εντύπωση. Συγχρόνως του εξηγήθηκε ότι η εισαγωγή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας υπολογισμού στη διεύθυνση των επιχειρήσεων συναντά στο δρόμο της πολλά εμπόδια. Ενας από τους κύριους λόγους για το φρενάρισμα αποδείχτηκε η μη κατανόηση της σπουδαιότητας αυτού του θέματος από τους καθοδηγητές διαφόρων βαθμίδων.
Προκειμένου να εξαλειφθεί αυτό το πρόβλημα, πολύ εύστοχα δημιουργήθηκε ειδικό σχολείο στο οποίο έπρεπε να εκπαιδευθούν στην τεχνολογία των υπολογιστών οι ανώτεροι καθοδηγητές. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα το σχολείο μετατράπηκε σε Ινστιτούτο διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας. Ο Β. Μ. Γκλουσκόφ έγινε επικεφαλής έδρας αυτού του Ινστιτούτου. Ακροατές αυτού του Ινστιτούτου ήταν οι υπουργοί, οι αναπληρωτές τους και άλλοι ανώτεροι υπάλληλοι. Λήφθηκαν μέτρα για την εκπαίδευση των ενδιάμεσων καθοδηγητών και των καθοδηγητών εδρών των ΑΕΙ κλπ.

Το 1973 ολοκληρώνεται η εργασία για τη μοναδική στο είδος έκδοση της δίτομης «Εγκυκλοπαίδειας της κυβερνητικής», η οποία κυκλοφόρησε το επόμενο έτος σε τριάντα χιλιάδες αντίτυπα. Προορίζονταν όχι μόνο για τους ειδικούς στον τομέα της κυβερνητικής, αλλά και για όλους τους επιστήμονες, τους μηχανικούς, τους διευθυντές, τους σπουδαστές, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τα θέματα επεξεργασίας πληροφοριών. Αυτό ήταν πραγματικά θεμελιώδες έργο, στο οποίο συμμετείχαν εκατοντάδες επιστημόνων από πολλές πόλεις της ΕΣΣΔ. Αλλά η βασική εργασία εκτελέστηκε από το Ινστιτούτο Κυβερνητικής της Ουκρανικής ΣΣΔ υπό την καθοδήγηση του Β. Μ. Γκλουσκόφ.
Το 1974 ο Β. Μ. Γκλουσκόφ γίνεται μέλος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Στο συνέδριο της IFIP (28), το 1974 στη Στοκχόλμη, του απενεμήθη η «Ασημένια καρδία». Με αυτόν τον τρόπο η Γενική Συνέλευση της IFIP τίμησε τη μεγάλη συμβολή του επιστήμονα στη δουλιά αυτής της οργάνωσης ως μέλος της Προγραμματικής Επιτροπής των συνεδρίων του 1965 και του 1968, και επίσης ως πρόεδρο Προγραμματικής Επιτροπής του συνεδρίου του 1971.

Το πορτρέτο του Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς Γκλουσκόφ θα ήταν ελλιπές, εάν δεν περιγράφαμε λεπτομερέστερα τις κοινωνικές και πολιτικές του απόψεις. Παρά το ότι ήταν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέλος της ΚΕ του ΚΚΣΕ, είχε πρόσβαση στα μέλη του Πολιτικού Γραφείου και κατέλαβε στην πράξη υπουργικά καθήκοντα, δεν ήταν ποτέ πολιτικός υπό τη συνηθισμένη έννοια της λέξης. Και στην πολιτική, και στις κοινωνικές επιστήμες ήταν πρώτα απ’ όλα κυβερνητικός. Είναι γεγονός πως και ως κυβερνητικός δεν ήταν επίσης – με την ακριβή έννοια της λέξης – στενά ειδικός, ο οποίος πέρα από τις καθαρά επιστημονικές και τεχνικές περιοχές δεν ήθελε τίποτα να δει. Η πολύ βαθιά γνώση του στον τομέα των μαθηματικών, της κυβερνητικής και της τεχνολογίας των υπολογιστών δεν περιόρισαν τους ορίζοντες του Γκλουσκόφ στους υπόλοιπους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης, αλλά αντίθετα του επέτρεψαν ακόμη και τον ανάγκασαν να σπάσει όλες τις συνήθεις προκαταλήψεις σε σχέση με την «εμβάθυνση της ειδίκευσης» και θαρραλέα να διαπεράσει, όπως φαινόταν, τις μακρινές από τη διπλωματική του ιδιότητα περιοχές της ανθρώπινης γνώσης.

Σε αυτήν την περίπτωση οι κρίσεις του σε αυτές τις περιοχές αποδείχτηκαν αρκετά τολμηρές και συγχρόνως ασύγκριτα ρεαλιστικές, σε αντίθεση με τις στομφώδεις, αλλά κενές ψευδο-επιστημονικές κακογραφίες, που εντέλει μπερδεύουν μέσα μη κατανοητές αναφορές των κλασικών ακαδημαϊκών των όποιων παραπολιτικών επιστημών.
Ας πάρουμε έστω την ιδέα της χρηματικής διανομής, για την οποία οι ηγέτες του κόμματος και του κράτους, όσο και οι επίσημοι πολιτικοί οικονομολόγοι προσπάθησαν γενικά να την αποσιωπήσουν. Είναι ενδεικτικό, ότι κατά την προετοιμασία του πρώτου σχεδίου του OGAS, το μέρος που αφορούσε αυτό το ζήτημα το απέκλεισαν αμέσως από την εξέταση ως πρόωρο και όλα τα προπαρασκευαστικά υλικά διέταξαν να καταστραφούν.

Πολύ περισσότερο ο Βίκτορ Μιχαΐλοβιτς συνέχισε να δουλεύει σε αυτό το ζήτημα, χωρίς να αμφιβάλλει ότι θα έρθει «ο καιρός του» και μάλιστα γνώριζε πολύ καλά την πολυπλοκότητα του ζητήματος, συμπεριλαμβανομένου και του ότι αυτή η μορφή διανομής δε θα γίνει μια και έξω και ότι απέχει πολύ από το να συναντήσει ενθουσιώδη υποδοχή. Πράγματι εκτός από την επίσημη αμοιβή πολλοί είχαν ακόμα «αριστερές» (29) πηγές εισοδήματος.
Γι’ αυτό ο Β. Μ. Γκλουσκόφ πρότεινε για αρχή σωστά να οργανωθεί η διανομή με τη βοήθεια των χρημάτων, διαιρώντας την κυκλοφορία των χρημάτων στον τομέα της διανομής σε δύο τομείς: στον ένα εκ των οποίων θα κυκλοφορούν μόνο τα «τίμια» χρήματα, στον άλλο – όλα τα άλλα. Γι’ αυτό πρότεινε να οργανωθούν ειδικές τράπεζες. Ο Γκλουσκόφ παρουσιάζει την ιδέα του στη συνέντευξή του στον Β. Μόεβ. Παραθέτουμε το κομμάτι από το βιβλίο «Τα ηνία της διεύθυνσης»: «Ας συμφωνήσουμε ότι στους προσωπικούς λογαριασμούς στην τράπεζα θα γίνονται δεκτές οι καταθέσεις μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, που πληρώνουν την ανταμοιβή των ανθρώπων για την εργασία τους. Μπορείτε να κάνετε ανάληψη από το λογαριασμό σας, αλλά δεν μπορείτε να κάνετε κατάθεση…

…Εάν η τράπεζα, που είναι εντός του συστήματος αυτοματοποιημένων μη χρηματικών συναλλαγών, αρχίσει να λαμβάνει τα χρήματα μόνο από τις επίσημες οργανώσεις, όπου οι άνθρωποι λαμβάνουν την αμοιβή, σε αυτή την κυκλοφορία δεν μπορούν να μπουν σε καμία περίπτωση ιδιωτικές αμοιβές και αμφισβητήσιμες. Το να καταστρέψεις με διάταγμα, μέσα σε μια μέρα, όλες τις λεγόμενες «αριστερές» διαδικασίες με τα χρήματα είναι αδύνατο. Με αυτή την προϋπόθεση η κυκλοφορία τους θα κλειδωθεί σε περιορισμένο κύκλο. Από τον πρώτο, τον «επίσημο» κύκλο, τον κύκλο της κυκλοφορίας στον δεύτερο μπορούν να περάσουν χρήματα, αρκεί να γίνει ανάληψη μέρους των αποδοχών του από τον τραπεζικό λογαριασμό, από τον δεύτερο κύκλο στον πρώτο αυτά ποτέ δε θα γυρίσουν» (30).

Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί σαφής διαχωρισμός της κυκλοφορίας των «τίμιων» από τα «μαύρα» χρήματα, έτσι ώστε στη συνέχεια να γίνει δυνατό να εκκαθαριστεί βαθμιαία αυτός ο «σκιερός» τομέας γενικά. Αυτό, σύμφωνα με την άποψη του Γκλουσκόφ, είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω της ολόπλευρης λογιστικοποίησης, με τη βοήθεια της πλατιάς διάδοσης της ηλεκτρονικής υπολογιστικής τεχνικής, των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων και της επιστημονικής ανάλυσης των επιθυμιών τους και επίσης με τη δημιουργία και ολόπλευρη ανάπτυξη και ενθάρρυνση συστήματος ενώσεων καταναλωτών στους τόπους κατοικίας, όπου με τη δημοκρατική οδό και όχι μέσω του συστήματος κυβερνητικού ελέγχου και εξαναγκασμού (αστυνομία, OBKHSS (31) κλπ.) θα ρυθμιζόταν η κατανάλωση των αγαθών που δεν είναι πρώτης ανάγκης.
Σε κάποιους αυτές οι προτάσεις μπορούν να φανούν πολύ τολμηρές ακόμα και φανταστικές, τουλάχιστον σε αυτούς οι οποίοι ακόμα και αν αναλάβουν να τις πραγματοποιήσουν, θα την πραγματοποιήσουν μόνο σταδιακά και όχι αμέσως. Περίπου έτσι και έγινε με το OGAS στα μέσα της δεκαετίας του ‘60. Δεν το απέρριψαν κατ’ αρχάς, αλλά αποφάσισαν να μην το πραγματοποιήσουν αμέσως, αλλά σταδιακά. Ο Γκλουσκόφ και πάλι είχε τη δική του βαθιά τεκμηριωμένη άποψη. Είπε τα ακόλουθα:

«Στο κράτος μας από τα πρώτα χρόνια ύπαρξής του έχει συσσωρευτεί αξιοπρόσεκτη εμπειρία υλοποίησης μεγαλύτερων στοχοπροσηλωμένων κοινωνικοοικονομικών προγραμμάτων. Πάρτε τη ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική), την εκβιομηχάνιση, την κολλεκτιβοποίηση. Να η εμπειρία της μοναδικά σωστής στρατηγικής υλοποίησης μεγάλων προγραμμάτων!
Πού βρίσκεται η ουσία;
Αρχίζει από τη θεμελιώδη και ριζοσπαστική λύση σε αυτό! Σε αυτή περιγράφεται όλος ο όγκος της προγραμματισμένης αναδόμησης και – που είναι πολύ σημαντικό – όλο το διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αυτό αναγκάζει όλους να δουν το ζήτημα αποφασιστικά, αποθαρρύνει στο να μπαίνουν εμπόδια, επισείοντας διαφόρου είδους δυσκολίες, σκοπέλους που παρουσιάζονται στην πορεία της υπόθεσης…

Επομένως, το μεγάλο σχέδιο πρέπει υποχρεωτικά να ξεκινά από τη γενική και πλέον «αποφασιστική» γι’ αυτό απόφαση. Ναι, η εξάπλωση αυτού του σχεδίου πιθανότατα μπορεί να είναι και πρέπει να είναι βαθμιαία, χωρισμένη σε στάδια.
Το κύριο είναι να μην μπει κατά μέρος, στο βάθος των συρταριών, να μη συνδέουμε με φαντασιώσεις αυτό που μπορούμε να επιτύχουμε πραγματικά» (32) .
Δυστυχώς, το κόμμα μας έπραξε το αντίθετο. Συνέδεσε με τις φαντασιώσεις αυτό που υποχρεωτικά ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθεί, δηλαδή την ιδέα να περάσει η κεντρική διεύθυνση της οικονομίας σε νέα τεχνική και επιστημονική βάση και ανέλαβε να υλοποιήσει αυτό, που στην πράξη αποδείχτηκε αναλφάβητη και επιβλαβής φαντασίωση – την ιδέα της διεύθυνσης του ενιαίου δυναμικά αναπτυσσόμενου λαϊκο-οικονομικού συμπλέγματος της χώρας, που ήδη έχει διαβεί το μισό δρόμο προς τον κομμουνισμό, με τη βοήθεια των αρχαϊκών μεθόδων της αγοράς, τις οποίες προ πολλού είχαν απορρίψει τα καπιταλιστικά μονοπώλια.

Οταν επεξεργάζονταν το σχέδιο GOELRO εμφανίστηκε ο λενινιστικός αφορισμός «Κομμουνισμός είναι η Σοβιετική Εξουσία συν ο εξηλεκτρισμός όλης της χώρας». Είναι σήμερα σαφές ότι αυτή η διατύπωση απεικόνιζε με ακρίβεια μόνο την ιδιαιτερότητα της πρώτης φάσης του κομμουνισμού. Η δεύτερη φάση – ο πλήρης κομμουνισμός – δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την αυτοματοποίηση της διεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικονομίας. Αλίμονο, αυτό δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τότε – στα μέσα της δεκαετίας του ‘60.
Η θαυμάσια ευκαιρία, την οποία έδινε στη χώρα μας η εισαγωγή του OGAS, δεν αξιοποιήθηκε και η πολιτική της βίαιης εισαγωγής των μεθόδων αγοράς στη διεύθυνση, νομοτελειακά οδήγησε την οικονομία μας στο λυπηρό τέλος. Το πιο φοβερό είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών κομμουνιστών δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει αυτό το μάθημα της πρόσφατης ιστορίας μας.
Οσον αφορά τις ιδέες του Γκλουσκόφ, ειδικά η ιδέα του παγκρατικού συστήματος αυτοματοποιημένης διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας, αναμένουν ακόμα την πραγματοποίησή τους.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τεύχος 1/2004. Η μετάφραση ενδεχομένως παρουσιάζει προβλήματα ακριβούς απόδοσης στα ελληνικά ορισμένων πολύ ειδικών όρων.

1. OGAS: Παγκρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης.
2. Α. Μ. Μπίρμαν: «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου», Μόσχα, Εκονόμικα, 1965, σελ. 16.
3. Μπ. Ν. Μαλινόφσκι: «Η ιστορία της τεχνολογίας των υπολογιστών σε πρόσωπα», Κ. 1995, σελ. 57.
4. Σ.μ.: Ρινότσνικι: οι οπαδοί της οικονομίας της αγοράς.
5. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», βλέπε ακόμη Ρίτσαρντ Κοσολάποβ: «Ο λόγος στο σ. Στάλιν», σελ. 201 (ρωσ. έκδοση).
6. Σ.μ.: Νετοβάρνικι ή αντι-ρινότσνικι: αυτοί που εναντιώνονταν στην εμπορευσιμότητα.
7. Γ. Β. Εμελιάνοφ, «Στάλιν. Στην κορυφή της εξουσίας», Μόσχα 2003, σελ. 490-491.
8. Ακαδημαϊκός Κ. Β. Οστροβιτιάνοφ, «Μεθοδολογικά ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 111-128.
9. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 65.
10. «Πολιτική Οικονομία» υπό την αρχισυνταξία του Ν. Α. Τσαγκόλοφ, Μόσχα, 1963.
11. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 63-110.
12. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 81.
13. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 73.
14. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 98.
15. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 97.
16. «Οικονομολόγοι και μαθηματικοί σε στρογγυλό τραπέζι», «Ζητήματα οικονομίας», Νο 9, 1964, σελ. 65.
17. Α. Μ. Μπίρμαν, «Τι αποφάσισε η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου», Μόσχα, 1965, σελ. 8.
18. Ε. Γκ. Λίμπερμαν, «Η οικονομική ιδιοσυντήρηση του μηχανο-κατασκευαστικού εργοστασίου», Μόσχα, 1950, 212 σελίδες.
19. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Κοινωνική αξία και σχεδιοποιημένη τιμή», Μόσχα, 1970, σελ. 4.
20. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Για την περαιτέρω βελτίωση σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας», 2η έκδοση, Μόσχα, 1965.
21. Β. Σ. Νέμτσινοφ, «Για την περαιτέρω βελτίωση σχεδιοποίησης και διεύθυνσης της λαϊκής οικονομίας», 2η έκδοση, Μόσχα, 1965.
22. Σ. Γκ. Στρουμίλιν, «Ο κόσμος μας μετά από 20 χρόνια», Μόσχα 1964, 202 σελίδες.
23. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1997, σελ. 92.
24. «Τοβάριτς», Νο 41, Οκτώβριος 1997.
25. Για τη δουλιά του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου. Εισήγηση του ακαδημαϊκού Ν. Π. Φεντορένκο, «Βέστνικ» ΑΕ ΕΣΣΔ, 1964, Νο 10, σελ. 4.
26. Για τη δουλιά του Κεντρικού Οικονομικο-μαθηματικού Ινστιτούτου. Εισήγηση του ακαδημαϊκού Ν. Π. Φεντορένκο, «Βέστνικ» ΑΕ ΕΣΣΔ, 1964, Νο 10, σελ. 10.
27. «Ο ακαδημαϊκός Β. Μ. Γκλουσκόφ – ο πιονέρος της κυβερνητικής», Κίεβο, 2003, σελ. 324.
28. IFIP: Διεθνής Συνομοσπονδία για την επεξεργασία πληροφοριών.
29. Σ. μ.: Λέγοντας «αριστερές» πηγές εισοδήματος οι σοβιετικοί εννοούσαν τις παράνομες πηγές (αυτά τα λεφτά έμπαιναν στην αριστερή τσέπη).
30. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1977, σελ. 147.
31. Σ. μ.: Η OBKHSS ήταν υπηρεσία δίωξης οικονομικού εγκλήματος.
32. Β. Μόεβ, «Τα ηνία της διεύθυνσης», εκδόσεις «Πολιτίτσεσκοϊ Λιτερατούρι», 1977, σελ. 174.

Αναδημοσίευση από την «ΚΟΜΜΕΠ» του 2005, τ.3 (έπειτα από πρόταση του Γιώργου Χασιάση, τον οποίο και ευχαριστούμε)

Advertisements

Ο Καρλ Μαρξ για το δημόσιο χρέος (από το «Κεφάλαιο»)

Τόμος Α

σελ.779

σελ.780

σελ.781

σελ.782

σελ.783