Οχτωβριανή Επανάσταση και λογοτεχνία

*
Ο Κωστής Παλαμάς
Από ομιλία του φιλόλογου και ιστορικού Γιώργου Τεμεκενίδη στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, σε εκδήλωση με θέμα «Σοσιαλιστική Επανάσταση και Λογοτεχνία» :

«Ο,τι κι αν πει κανείς για το μεγαλείο και την ακτινοβολία της Οχτωβριανής Επανάστασης είναι λίγο. Οι «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», όπως τις ονομάτισε ο Τζον Ριντ, δεν μπορούν να συγκριθούν με καμιά προγενέστερη επανάσταση, σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης Ιστορίας πάνω στον πλανήτη. Γιατί ήταν η πρώτη και η μόνη που κουβάλησε στις ματωμένες πλάτες της τον άνθρωπο για να τον ταξιδεύει από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας, χαρίζοντάς του για πρώτη φορά το δικαίωμα να απολαμβάνει στο ακέραιο τα αποτελέσματα της εργασίας του.

Το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» κάνει ακριβώς παγκόσμια την επανάσταση, που για πρώτη φορά δεν περιορίζεται στα όρια και στα πλαίσια, που προσδιορίζουν το χρώμα, η φυλή, ο γεωγραφικός όρος, η θρησκεία. Με την έννοια αυτή σημαδεύει τον 20ό αιώνα ως κοσμοϊστορικό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα σημαδεύει συνολικά όλη την πορεία του ανθρώπου από τότε που πέρασε από το στάδιο της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας σε μια μακραίωνη διαδρομή μέσα από τις ταξικές κοινωνίες – τη δουλοκτησία, τη φεουδαρχία, τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και το «φάντασμα του κομμουνισμού» δεν έχει σύνορα. Ηταν και είναι το πιο όμορφο, το πιο γλυκό «φάντασμα» που γέννησε η ανθρωπότητα. Αυτό, λοιπόν, το «φάντασμα» που γέννησε η ανθρωπότητα, το «φάντασμα» πήρε σάρκα και οστά με την επανάσταση των μπολσεβίκων του Λένιν, πριν από 90 χρόνια. Αποτυπώνοντας τη σημασία της για όλον τον κόσμο, έγραψε ο Λένιν: «Εμείς αρχίσαμε αυτό το έργο. Πότε ακριβώς, σε πόσο χρονικό διάστημα, οι προλετάριοι ποιανού έθνους θα αποτελειώσουν το έργο αυτό, δεν είναι το ουσιαστικό ζήτημα. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι ο πάγος έσπασε, ο δρόμος άνοιξε, ο δρόμος χαράχτηκε».

Το τιμητικό δίπλωμα που συνόδευε το Βραβείο «Λένιν», που απονεμήθηκε στον Γιάννη Ρίτσο

Για την Οχτωβριανή Επανάσταση και τον ηγέτη της Λένιν έγραψε ο Μενέλαος Λουντέμης στη συλλογή του «Κραυγή στα πέρατα»: «Είδα το Λένιν. Τον είδα να τρέχει χέρι – χέρι με τη ζωή. Να σπρώχνει κατά τον ανήφορο, με τον ώμο, την Ιστορία. Τον είδα να λαχανιάζει και να βιάζεται. Γιατί όλα τότε ήταν βιαστικά. Ολα. Οι ώρες, οι σελίδες, οι στιγμές. «Σήμερα νωρίς – αύριο θα ‘ν’ αργά». Η Επανάσταση κοίταξε το παιδί της στα μάτια. Ναι. Ηταν καιρός. Το φώναξε κι η «Αβρόρα» από το ποτάμι. Ηταν καιρός. Θολός σιγόψελνε δίπλα της κι ο Νέβας. Τον ακολούθησαν σιγοψέλνοντας και τα κανάλια. Ηταν καιρός. Η πόλη σώπαινε πνιγμένη στα σκότη. Και μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε. Μόνο το «Σμόλνυ» έφεγγε σαν φανάρι. Για να δείξει στο μέλλον να περάσει»».

Ο Μαγιακόφσκι εκφραστής της Επανάστασης

«Ο σύντομος χρόνος που υπάρχει στη διάθεσή μας δεν επιτρέπει παρά σύντομες αναφορές για την επίδραση που είχε η Επανάσταση στο χώρο της λογοτεχνίας. Κορυφαίος ποιητικός της εκφραστής στη Ρωσία, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μέσα στις φυλακές έγραψε τα πρώτα του σοσιαλιστικά ποιήματα. Εκείνο που άστραψε την επαναστατική του λογοτεχνία ήταν το ποίημά του «Ενα σύννεφο με παντελόνια». Χαιρέτισε με ενθουσιασμό την Οχτωβριανή εξέγερση. Για τον Λένιν έγραψε ότι ήταν ο «ανθρωπινότερος άνθρωπος». Μαζί με τον Μαξίμ Γκόργκι, έγινε ο ιδρυτής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Επηρέασε βαθιά το μεγαλύτερο, ίσως, Τούρκο ποιητή, τον Ναζίμ Χικμέτ, τον Λουί Αραγκόν, τον Πάμπλο Νερούντα, αλλά και πολλούς άλλους λιγότερο γνωστούς Ευρωπαίους λογοτέχνες. Ο Μαγιακόφσκι είχε κερδίσει την εκτίμηση του ίδιου του Λένιν. Και ο Στάλιν, για την αξία του είχε γράψει το 1935: «Ο Μαγιακόφσκι ήταν και παραμένει ο καλύτερος, ο πιο προικισμένος ποιητής της σοβιετικής εποχής μας. Η αδιαφορία στη μνήμη του ισούται με έγκλημα». Και να σκεφτεί κανείς ότι έφυγε από τη ζωή μόλις 37 χρονών».

Ο Κ. Βάρναλης, στη Μόσχα (1959), κατά τη διάκρισή του με το Βραβείο «Λένιν»

«Στην Ελλάδα, ποίηση και πεζογραφία, πριν ακόμα από τον Οχτώβρη του ’17, αρχίζουν και μπολιάζονται από τις ακτίνες του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», με τα βάσανα της εργατικής τάξης και της αγροτικής φτωχολογιάς. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων λογοτεχνών, συνειδητά ή ασυνείδητα, ανεξάρτητα από τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκαν, πρόβαλαν μέσα από το έργο τους τα λαϊκά προβλήματα. Οι εργατικές κινητοποιήσεις ενισχύουν την τάση αυτή.Είναι πολύ δύσκολο να βρεις προοχτωβριανό και, πολύ περισσότερο, μεταοχτωβριανό Ελληνα πεζογράφο ή ποιητή που να μην επηρεάστηκε από τα μηνύματα, τα οποία διαπέρασε τη λογοτεχνική τους φλέβα η μαρξιστική σάλπιγγα, είτε αυτοί οι συγγραφείς ταυτίστηκαν με την επαναστατική ιδεολογία είτε όχι. Αρκετοί, μάλιστα, από αυτούς υπέστησαν και διώξεις και πριν και μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση. Γιατί, απλούστατα, κομμουνισμός δε σημαίνει «κάτω ο δουλοκτήτης, ζήτω ο φεουδάρχης» ούτε «κάτω ο φεουδάρχης ζήτω ο καπιταλιστής». Αλλά σημαίνει ένα μεγάλο ΖΗΤΩ ο Ανθρωπος και οι ανάγκες του. Με λίγες λέξεις: Ζήτω η ζωή, αλλά για όλους.

Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε κάποιες περιπτώσεις: Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες ιδρύει, μόλις το 1909, στο Μόναχο της Γερμανίας τη Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ενωση. Μεταφράζει στη δημοτική γλώσσα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και το δημοσιεύει στην εφημερίδα του Βόλου «Εργάτης». Ολο σχεδόν το λογοτεχνικό του έργο είναι βαθιά επηρεασμένο από τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Ο Δημοσθένης Βουτυράς

Ο Κώστας Παρορίτης γίνεται εισηγητής της κοινωνικής πεζογραφίας στην Ελλάδα. Ο γιατρός και λογοτέχνης Πέτρος Πικρός είναι από τους πρώτους που προσχωρεί στο ΚΚΕ.Ο Δημοσθένης Βουτυράς επηρεάζεται από τους Ρώσους συγγραφείς, που τότε άρχισαν να μεταφράζονται συστηματικά στην ελληνική γλώσσα. Ο Βουτυράς έπλασε μία ολόκληρη πινακοθήκη από ανθρώπους που βασανίζονταν μέσα στην ανέχεια και τη φτώχεια και πάλευαν να επιζήσουν, πιασμένοι από την αόριστη ελπίδα για μια αυριανή καλύτερη ζωή, στηριγμένη πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Οι συλλογές του διαβάζονταν με πάθος, ιδίως από τους νέους που ζούσαν την κοινωνική αδικία και ονειρεύονταν έναν καλύτερο κόσμο.

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, από τους πρώτους δημοτικιστές, ακολούθησε τις σοσιαλιστικές ιδέες, που επηρέασαν άμεσα όλο το συγγραφικό του έργο. Μέσα από τις στήλες των περιοδικών «Νουμάς» και «Τέχνη», αγωνίστηκε για την επικράτηση των σοσιαλιστικών ιδεών.

Ο Γεώργιος Σκληρός τυπώνει το 1910 το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Το κοινωνικό μας ζήτημα», όπου για πρώτη φορά εξετάζεται το κοινωνικό ζήτημα της Ελλάδας, με βάση τον ιστορικό υλισμό, και γι’ αυτό προκαλεί έντονες συζητήσεις.

Δέκα χρόνια πριν από την έκρηξη της Επανάστασης και την ίδρυση του ΚΚΕ, ο Κωστής Παλαμάς στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» διακηρύσσει τη φθορά των αστικών αξιών και την ανάγκη για νέους πνευματικούς και κοινωνικούς προσανατολισμούς. «Κίνησε τον τροχό της ιστορίας προς τα μπρος, την εποχή που όλες οι αντιδραστικές δυνάμεις τραβούσανε την ιστορία προς τα πίσω», θα γράψει ο Κ. Βάρναλης. Από την αντίθετη πλευρά ο Γ. Αποστολάκης θα γράψει το απίστευτο: «η χυδαιότερη οχλοκρατία και ολιγαρχία αντιβουίζει στους στίχους του»»!

Βάρναλης και Ρίτσος: κορυφαίοι υμνητές της
Ο Κώστας Παρορίτης

«Ενας από εκείνους, βέβαια, που θα επηρεαστούν βαθύτατα από την Οχτωβριανή Επανάσταση, είναι ο Κώστας Βάρναλης. Ο ποιητής, με όλη του τη λογοτεχνική ικμάδα και επηρεασμένος από την ορμή που φέρνει το νεογέννητο ΚΚΕ, συνειδητοποιεί την ανάγκη της επαναστατικής αλλαγής στην ελληνική κοινωνία. Το έργο που πυρπολεί τις ψυχές των σκεφτόμενων ανθρώπων της εποχής – και ιδιαίτερα της νεολαίας – είναι «Το φως που καίει». Δίπλα σ’ αυτό οι «Σκλάβοι πολιορκημένοι», «Ο λαός των μουνούχων», «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», «Το ημερολόγιο της Πηνελόπης», «Οι διχτάτορες».Ο Βάρναλης αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της εκμετάλλευσης, την υποκρισία της αστικής ηθικής, της θρησκείας και της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Θεμελιώνει την ελληνική επαναστατική ποίηση και πρόζα με τα δοκίμια «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική», «Ζωντανοί άνθρωποι». Ο Βάρναλης, υπέστη αλλεπάλληλους διωγμούς από την αντίδραση και το 1958 βραβεύτηκε με το βραβείο «Λένιν».

Με διώξεις, φυλακίσεις, εκτοπίσεις και πολύχρονες εξορίες αντιμετωπίστηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, ο Γιάννης Ρίτσος. Η Λήμνος, η Μακρόνησος, ο Αϊ-Στράτης, τα Γιούρα, η Λέρος, η Σάμος έχουν να θυμούνται πολλά από τα μαρτύρια που πέρασαν εκεί, μορφές υψηλές του πνεύματος, της επιστήμης και της τέχνης. Ο Γιάννης Ρίτσος, με το εκπληκτικό ποιητικό του έργο, ο γεννήτορας του «Επιταφίου» και άλλων ποιητικών αριστουργημάτων, είναι, και σήμερα ακόμη, ο πιο αγαπημένος ποιητής αλλά και ο πιο πολυπαιγμένος στο ρωσικό θέατρο, δίπλα και πλάι στους αρχαίους τραγικούς ποιητές.

Ο Κώστας Βάρναλης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της ελληνικής κομμουνιστικής διανόησης του 20ού αιώνα και τίμησαν με πολλές θυσίες την ιδεολογική τους αυτή επιλογή. Υπήρξαν, όμως, και άλλοι λογοτέχνες που, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους καταλήξεις και παλινωδίες στην πορεία του χρόνου, παρουσίασαν άξιο λογοτεχνικό έργο, διασταυρωμένο με την πορεία του ΚΚΕ. Να θυμίσουμε τον Μενέλαο Λουντέμη, τον Δημήτρη Χατζή, τον Στρατή Τσίρκα, τον Μανώλη Αναγνωστάκη.

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Και βέβαια αξίζει να υπογραμμίσουμε την ιδεολογική σταθερότητα των κομμουνιστών εκείνων που με υψηλή αισθητική υπηρέτησαν, ανυποχώρητα, τις επαναστατικές αξίες του Οχτώβρη: Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η αδελφή της Ελλης Αλεξίου, ο ποιητής Φώτης Αγγουλές, ο Θέμος Κορνάρος, ο Ζήσης Σκάρος, οι ποιητές και θεατρικοί συγγραφείς Γιώργος Κοτζιούλας, Βασίλης Ρώτας, ο ιστορικός και λογοτέχνης Δημήτρης Φωτιάδης. Δεν είναι μικρή και η ιδεολογική επίδραση του ΚΚΕ στη συνείδηση του βάρδου της Εθνικής Αντίστασης, Αγγελου Σικελιανού, ούτε έμεινε ανεπηρέαστη η συνείδηση του Νίκου Καζαντζάκη, του Νίκου Καββαδία ή του Νικηφόρου Βρεττάκου. Κάτω από επίδραση της ΕΑΜικής Αντίστασης θα γράψει ο Οδυσσέας Ελύτης το αριστούργημά του «Αξιον Εστί». Ακόμα και ο αστικών αντιλήψεων Γιώργος Σεφέρης, επηρεάζεται από την εποποιία της Αντίστασης, την οποία διαπερνούσαν πλατιά τα μηνύματα του Οχτώβρη».

Επίκαιρο και αναγκαίο «φάντασμα»

«Το «φάντασμα του κομμουνισμού» εξακολουθεί να πλανιέται πάνω σ’ όλο τον κόσμο και να πανικοβάλλει τους ιμπεριαλιστές και τους εκμεταλλευτές, όπου γης. Το ζούμε και σήμερα σε όλη του την έκταση και στην πατρίδα μας. Πέρα από την πολιτική έχει μπολιάσει όλες τις μορφές του πολιτισμού: τη μουσική (κλασική και λαϊκή), το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική, τη γλυπτική. Μα πιο πολύ απ’ όλα τη λογοτεχνία (πεζογραφία και ποίηση) που έδωσε βαθιά μηνύματα και πριν το ’17 και μετά το ’17…»

Ο Β. Ι. Λένιν για το στοιχείο της άμιλλας στη σοσιαλιστική οικοδόμηση

Απεργία!

Β.Ι.ΛΕΝΙΝ
«Πώς να οργανώσουμε την άμιλλα;»

Αποσπάσματα από το άρθρο του Λένιν που γράφτηκε στις 24-27 Δεκέμβρη του 1917 και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 20 Γενάρη του 1929 στην «Πράβντα» (Απαντα Λένιν τ. 35). Περιέχεται στη συλλογή «για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση» εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»

Διαδήλωση εργατών υπέρ της σοβιετικής εξουσίας στη Γεωργία
Ο σοσιαλισμός όχι μόνο δεν σβήνει την άμιλλα, μα αντίθετα, δημιουργεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα να εφαρμοστεί η άμιλλα σε πραγματικά πλατιά κλίμακα, σε πραγματικά μαζικήέκταση, να τραβηχτεί πραγματικά η πλειοψηφία των εργαζομένων στο στίβο μιας δουλειάς όπου μπορούν να αναδειχτούν, να αναπτύξουν τις ικανότητές τους, να φανερώσουν τα ταλέντα, που αστείρευτη πηγή τους είναι ο λαός καί που ο καπιταλισμός τα τσαλαπατούσε, τα πίεζε, τα έπνιγε κατά χιλιάδες και εκατομμύρια.

Το καθήκον μας, τώρα που στην εξουσία βρίσκεται σοσιαλιστική κυβέρνηση, είναι να οργανώσουμε την άμιλλα.

Τα τσιράκια και οι παρακεντέδες της αστικής τάξης έχουν περιγράψει το σοσιαλισμό σαν ένα ομοιόμορφο, στερεότυπο, μονότονο, άχαρο στρατώνα. Οι λακέδες του μπεζαχτά, οι δούλοι των εκμεταλλευτών – οι κύριοι αστοί διανοούμενοι – φοβέριζαν με τον μπαμπούλα του σοσιαλισμού το λαό, που μέσα ακριβώς στον καπιταλισμό είναι καταδικασμένος σε μια ζωή κάτεργου καί στρατώνα, σε μια δουλειά εξαντλητική καί ανιαρή, σε υποσιτισμό, σε αβάσταχτη αθλιότητα.

***

Μονάχα σήμερα παρουσιάζεται μια πλατιά, αληθινά μαζική δυνατότητα να εκδηλωθεί το επιχειρηματικό πνεύμα, η άμιλλα, η τολμηρή πρωτοβουλία. Το κάθε εργοστάσιο, απ’ όπου πετάχτηκε έξω ο καπιταλιστής, ή έστω όπου του μπήκε χαλινάρι με τον πραγματικό έλεγχο, το κάθε χωριό, όπου έδωσαν δρόμο στον τσιφλικά – εκμεταλλευτή καί του πήραν τη γη, αποτελεί τώρα, και μονάχα τώρα, το στίβο, όπου μπορεί να αναδειχτεί ο άνθρωπος της δουλειάς, όπου μπορεί να ισιώσει λίγο το κορμί του, μπορεί να ορθώσει το ανάστημά του και να νιώσει τον εαυτό του άνθρωπο. Για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες δουλειάς για τους ξένους, καταναγκαστική εργασία για τους εκμεταλλευτές, παρουσιάζεται η δυνατότητα της εργασίας του ανθρώπου για τον εαυτό του, και μάλιστα εργασίας που στηρίζεται σε όλες τις κατακτήσεις της νεότερης τεχνικής και του πολιτισμού.

Λαϊκό σοβιετικό δικαστήριο (Μπόρις Βλαντιμίροβιτς Γιόγκανσον, 1928)
Φυσικά, αυτή η μεγαλύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας αντικατάσταση της καταναγκαστικής εργασίας με την εργασία του ανθρώπου για τον εαυτό του, δεν μπορεί να γίνει χωρίς προστριβές, δυσκολίες, συγκρούσεις, χωρίς βία απέναντι στα πορωμένα παράσιτα και τα τσιράκια τους.

***

Το μεγάλο γεγονός της αντικατάστασης της καταναγκαστικής εργασίας με την εργασία του ανθρώπου για τον εαυτό του, με τη σχεδιασμένη, οργανωμένη σε τεράστια, πανεθνική (σε ορισμένο βαθμό και σε διεθνική, σε παγκόσμια) κλίμακα εργασία, απαιτεί επίσης – εκτός από τα «στρατιωτικά» μέτρα για την κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών – τεράστιες οργανωμένεςκαι οργανωτικές προσπάθειες από το προλεταριάτο και τη φτωχή αγροτιά. Τo οργανωτικό καθήκον περιπλέκεται σε ένα αδιάρρηκτο σύνολο με το καθήκον της αμείλικτης στρατιωτικής κατάπνιξης των χτεσινών δουλοκτητών (καπιταλιστών) και του συρφετού των λακέδων τους – των κυρίων αστών διανοουμένων.

***

Ενα από τα κυριότερα καθήκοντα σήμερα, αν όχι το κυριότερο, είναι να αναπτύξουμε όσο μπορούμε πιο πλατιά αυτή την αυτοδύναμη πρωτοβουλία των εργατών και όλων γενικά των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων στο έργο της δημιουργικής οργανωτικής δουλειάς. Πρέπει να συντρίψουμε με κάθε θυσία την παλιά, ανόητη,βάρβαρη, σιχαμερή καί πρόστυχη πρόληψη ότι τάχα μόνο οι λεγόμενες «ανώτερες τάξεις», μόνο οι πλούσιοι ή όσοι πέρασαν από το σχολειό των πλούσιων τάξεων, μπορούν τάχα να διοικούν το κράτος, να διευθύνουν την οργανωτική οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

«Με την κοινή προσπάθεια θα ανορθώσουμε τη χώρα από τα ερείπια», ήταν το σύνθημα αυτής της αφίσας (1921)
Αυτό είναι πρόληψη. Την τρέφει η σάπια ρουτίνα, η αρτηριοσκλήρωση, η δουλική συνήθεια, κι ακόμη πιο πολύ η βρωμερή πλεονεξία των καπιταλιστών, που ενδιαφέρονται να διευθύνουν ληστεύοντας και να ληστεύουν διευθύνοντας. «Οχι. Οι εργάτες δεν θα ξεχάσουν ούτε στιγμή ότι τους χρειάζεται η δύναμη της γνώσης. Ο εξαιρετικός ζήλος που δείχνουν οι εργάτες για τη μόρφωση, ο ζήλος που δείχνουν ακριβώς τώρα, αποδείχνει ότι σ’ αυτό το ζήτημα δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν πλάνες στις γραμμές του προλεταριάτου. Οργανωτική όμως δουλειά μπορεί να κάνει και ο απλός εργάτης και ο αγρότης που ξέρει γράμματα, ξέρει τους ανθρώπους κι έχει πρακτική πείρα. Υπάρχουν ένα σωρότέτοιοι άνθρωποι μέσα στον «απλό λαό», για τον οποίο οι αστοί διανοούμενοι μιλάνε αφ’ υψηλού και περιφρονητικά. Υπάρχει μια ανέπαφη ακόμη και πλουσιότατη πηγή τέτοιων ταλέντων μέσα στην εργατική τάξη και στην αγροτιά.

Οι εργάτες και οι αγρότες «διστάζουν» ακόμη, δεν συνήθισαν ακόμη στην ιδέα πως αυτοί είναι τώρα η κυρίαρχη τάξη, δεν είναι ακόμη όσο πρέπει αποφασιστικοί. Η επανάσταση δεν μπορούσε να δημιουργήσει μονομιάςαυτές τις ιδιότητες σε εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπους, που όλη τους τη ζωή ήταν αναγκασμένοι από την πείνα και τη φτώχεια να δουλεύουν κάτω απ’την απειλή του βούρδουλα. Εδώ όμως βρίσκεται και η δύναμη, εδώ βρίσκεται και η ζωτικότητα, εδώ και το ακατανίκητο της Οχτωβριανής επανάστασης του 1917, στο ότι ξυπνά αυτές τις ιδιότητες, τσακίζει όλα τα παλιά εμπόδια, σπάζει όλα τα παλιωμένα δεσμά, βγάζει τους εργαζόμενους στο δρόμο της αυτοτελούς δημιουργίας της καινουργιας ζωής.

Η καταγραφή και ο έλεγχος – να ποιο είναι το κύριοοικονομικό καθήκον κάθε Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, κάθε καταναλωτικού συνεταιρισμού, κάθε ένωσης ή επιτροπής εφοδιασμού, κάθε εργοστασιακής επιτροπής ή οργάνου του εργατικού ελέγχου γενικά.

Μεγάλο φινάλε γιορτασμού αδελφοποίησης μεταξύ των εργαζομένων, των αγροτών και των στρατιωτών, τη δεκαετία του 1920
Ο αγώνας ενάντια στην παλιά συνήθεια – να βλέπουμε το μέτρο της εργασίας, τα μέσα της παραγωγής από την άποψη του ανελεύθερου ανθρώπου, που κοιτάζει πώς να λυτρωθεί από ένα παραπανίσιο βάρος, πώς να αποσπάσει έστω κι ένα κομματάκι από την αστική τάξη -ο αγώνας αυτός είναι απαραίτητος. Αυτό τον αγώνα τον έχουν ήδη αρχίσει οι πρωτοπόροι, συνειδητοί εργάτες, που αποκρούουν αποφασιστικά τους νεοφερμένους στα εργοστάσια – τέτοιοι παρουσιάστηκαν πάρα πολλοί τον καιρό του πολέμου και τώρα θα ήθελαν να φερθούν απέναντι στη λαϊκήφάμπρικα, στη φάμπρικα που έγινε ιδιοκτησία του λαού, όπως φέρνονταν και πρώτα, με τη μοναδική σκέψη: «να αρπάξουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο κομμάτι και να το σκάσουν». «Ο,τι συνειδητό, τίμιο, σκεπτόμενο υπάρχει μέσα στην αγροτιά και τις εργαζόμενες μάζες, θα πάει σ’ αυτό τον αγώνα με το μέρος των πρωτοπόρων εργατών.

Η καταγραφή και ο έλεγχος, αν γίνονται από τα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών καί αγροτών βουλευτών, απ’ αυτή την ανώτατη κρατική εξουσία, ή σύμφωνα με τις υποδείξεις, με την εξουσιοδότηση αυτής της εξουσίας – η καθημερινή, γενική, καθολική καταγραφή και ο έλεγχος – η καταγραφή και ο έλεγχος της ποσότητας της εργασίας και της κατανομής των προϊόντων – αυτή είναι η ουσία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, εφόσον η πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου έχει δημιουργηθεί και εξασφαλιστεί.

***

ΕΣΣΔ: Υπαίθριο, μετακινούμενο σχολείο για τα παιδιά των αγροτών, τη δεκαετία του 1920
Εργάτες και αγρότες, εργαζόμενοι και εκμεταλλευόμενοι! Η γη, οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τα εργοστάσια έγιναν ιδιοκτησία όλου του λαού! Αναλάβετε οι ίδιοι την καταγραφή και τον έλεγχο της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων, – σ’ αυτό και μόνοσ’ αυτό βρίσκεται ο δρόμος για τη νίκη του σοσιαλισμού, η εγγύηση για τη νίκη του, η εγγύηση για τη νίκη ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, σε κάθε ανέχεια και αθλιότητα! Γιατί στη Ρωσία επαρκούν για όλους τα σιτηρά, το σίδερο, η ξυλεία, το μαλλί, το βαμβάκι και το λινάρι, αρκεί να κατανεμηθούν σωστά η εργασία και τα προϊόντα, αρκεί να καθιερωθεί ένας παλλαϊκός, πραγματικός, πρακτικός έλεγχος αυτής της κατανομής, αρκεί να νικήσουμε όχι μονάχα στην πολιτική, μα και στην καθημερινή οικονομική ζωή τους εχθρούς του λαού: τους πλούσιους και τα τσιράκια τους, έπειτα τους κλέφτες, τα παράσιτα και τους αλήτες.

Κανένα έλεος γι’ αυτούς τους εχθρούς του λαού, τους εχθρούς του σοσιαλισμού, τους εχθρούς των εργαζομένων. Πόλεμος ζωής και θανάτου ενάντια στους πλούσιους και τα τσιράκια τους, τους αστούς διανοουμένους, πόλεμος ενάντια στους κλέφτες, στα παράσιτα και στους αλήτες. Και τούτοι και εκείνοι, και οι πρώτοι και οι τελευταίοι είναι ομοαίματοι αδελφοί, παιδιά του καπιταλισμού, τέκνα της κοινωνίας των αρχόντων και των αστών, της κοινωνίας, όπου μια χούφτα άνθρωποι λήστευαν το λαό και χλεύαζαν το λαό – της κοινωνίας, όπου η ανέχεια και η αθλιότητα έριχνε χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπους στο δρόμο της αλητείας, της διαφθοράς, της κλεψιάς, τους έκανε να ξεχάσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, – της κοινωνίας, όπου στους εργαζόμενους καλλιεργούνταν αναπόφευκτα η τάση: να ξεφύγουν έστω και με την απάτη από την εκμετάλλευση, να ξεγλιστρήσουν, να λυτρωθούν έστω και για ένα λεπτό από τη μισητή δουλειά, να αποσπάσουν έστω κι ένα κομμάτι ψωμί με οποιονδήποτε τρόπο, με κάθε θυσία, για να μην πεινάνε, για να μη νιώθουν το αίσθημα της πείνας αυτοί και οι δικοί τους.

Πλούσιοι καί κλέφτες είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, είναι οι δυο κύριες κατηγορίες των παρασίτων,που έθρεψε ο καπιταλισμός, είναι οι κύριοι εχθροί του σοσιαλισμού. Αυτούς τους εχθρούς πρέπει να τους επιτηρεί ιδιαίτερα όλος ο πληθυσμός, πρέπει να τους τιμωρούμε αμείλικτα για την παραμικρότερη παράβαση των κανόνων και των νόμων της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κάθε αδυναμία, κάθε ταλάντευση, κάθε συναισθηματισμός απ’ αυτή την άποψη, θα ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα απέναντι στο σοσιαλισμό.

Για να καταστήσουμε ακίνδυνα για τη σοσιαλιστική κοινωνία αυτά τα παράσιτα, πρέπει να οργανώσουμε την παλλαϊκή καταγραφή και τον έλεγχο της ποσότητας της εργασίας, της παραγωγής και της κατανομής των προϊόντων, που να υποστηρίζονται εθελοντικά, δραστήρια και με επαναστατικό ενθουσιασμό από εκατομμύρια και εκατομμύρια εργάτες και αγρότες. Και για να οργανώσουμε αυτή την καταγραφή και τον έλεγχο με τρόπο που να είναι πέρα για πέρα προσιτός,να ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στο μέτρο των δυνάμεων του κάθε τίμιου, έξυπνου και ικανού εργάτη και αγρότη, πρέπει να ξυπνήσουμε τα δικά τους οργανωτικά ταλέντα, που προέρχονται από τους ίδιους, πρέπει να ξεσηκώσουμε στις γραμμές τους – και να οργανώσουμε σε πανεθνική κλίμακα – την άμιλλα για οργανωτικές επιτυχίες, ώστε να καταλάβουν οι εργάτες και οι αγρότες καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην απαραίτητη συμβουλή του μορφωμένου ανθρώπου και στον απαραίτητο έλεγχο της τσαπατσουλιάς από τον «απλό» εργάτη και αγρότη που είναι τόσο συνηθισμένη στους «μορφωμένους» ανθρώπους.

***

Να που δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να τα βγάλουμε πέρα χωρίς τη βοήθεια και χωρίς τον καθοδηγητικό ρόλοτων πρακτικών-οργανωτών, που προέρχονται από το «λαό», από τους εργάτες και από τους εργαζόμενους αγρότες. «Τα σταμνιά δεν τα ψήνουν οί θεοί» – αυτή την αλήθεια πρέπει να τη βάλουν καλά-καλά στο μυαλό τους οι εργάτες και οι αγρότες. Πρέπει να καταλάβουν ότι τώρα όλη η υπόθεση βρίσκεται στην πράξη, ότι έφτασε ακριβώς η ιστορική εκείνη στιγμή, που η θεωρία μετατρέπεται σε πράξη, αναζωογονείται από την πράξη, διορθώνεται από την πράξη, ελέγχεται από την πράξη, η στιγμή που αποδείχνονται ιδιαίτερα σωστά τα λόγια του Μαρξ: «κάθε βήμα του πρακτικού κινήματος είναι πιο σπουδαίο από μια ντουζίνα προγράμματα»1, – κάθε πρακτικό βήμα στο έργο της πραγματικής χαλιναγώγησης, του περιορισμού, της ολοκληρωτικής καταγραφής και επιτήρησης των πλουσίων και των κλεφτών είναι πιο σπουδαίο από μια ντουζίνα θαυμάσιες σκέψεις για το σοσιαλισμό. Γιατί «η θεωρία, φίλε μου, είναι γκρίζα, όμως το αιώνιο δέντρο της ζωής πράσινο θάλλει»2.

***

Η Κομμούνα του Παρισιού έδωσε ένα μεγάλο πρότυπο συνδυασμού της πρωτοβουλίας, της αυτοτέλειας, της ελευθερίας κίνησης, της έξαρσης από τα κάτω – με τον εθελοντικό, ξένο προς τη στερεοτυπία, συγκεντρωτισμό. Τα Σοβιέτ μας, τραβάν τον ίδιο ακριβώς δρόμο. Ακόμη όμως «διστάζουν», δεν ανέπτυξαν όλες τους τις δυνατότητες, δεν μπήκαν ακόμη στην καινούρια τους, μεγάλη, γόνιμη δουλειά για τη δημιουργία σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων. Πρέπει τα Σοβιέτ να καταπιαστούν με τη δουλειά πιο θαρρετά, με μεγαλύτερη πρωτοβουλία. Πρέπει κάθε «κομμούνα» – κάθε εργοστάσιο, κάθε χωριό, κάθε καταναλωτικός συνεταιρισμός, κάθε επιτροπή εφοδιασμού- να κηρύξουν άμιλλα μεταξύ τους, σαν πρακτικοί Οργανωτές της καταγραφής και του ελέγχου της δουλειάς και της κατανομής των προϊόντων. Το πρόγραμμα αυτής της καταγραφής κι αυτού του ελέγχου είναι απλό, ξεκάθαρο, κατανοητό για τον καθένα: όλος ο κόσμος να έχει ψωμί, να φορούν όλοι γερά παπούτσια και όχι σκισμένα ρούχα, να έχουν ζεστό σπίτι, να δουλεύουν ευσυνείδητα, να μη γυρίζει ελεύθερος ούτε ένας κλέφτης (ούτε κι αυτοί που αποφεύγουν τη δουλειά), αλλά να κάθεται στη φυλακή ή να εκτίει την ποινή του στα πιο βαριά καταναγκαστικά έργα, να μην μπορεί ούτε ένας πλούσιος, που παραβαίνει τους κανόνες και τους νόμους του σοσιαλισμού, να αποφύγει την τύχη του κλέφτη, που το δίκιο απαιτεί να γίνει και τύχη του πλούσιου. «Οποιος δεν δουλεύει ας μην τρώει» – αυτή είναι η πρακτική εντολή του σοσιαλισμού. Να τι πρέπει να οργανώσουμε πρακτικά. Να για ποιες πρακτικέςεπιτυχίες πρέπει να υπερηφανεύονται οι «κομμούνες» μας και οι οργανωτές μας που προέρχονται από τους εργάτες και τους αγρότες, κι ακόμη περισσότερο από τους διανοούμενους (πολύ περισσότερο, γιατί συνήθισαν πολύ, συνήθισαν πάρα πολύ να υπερηφανεύονται για τις γενικές υποδείξεις και αποφάσεις τους).

Οι ίδιες οι κομμούνες, οι μικροί πυρήνες στο χωριό και στην πόλη πρέπει μόνοι τους να επεξεργαστούν και να δοκιμάσουν στην πράξη χιλιάδες μορφές και τρόπους πρακτικής καταγραφής και έλεγχου των πλουσίων, των κλεφτών και των παρασίτων (…) Οσο πιο ποικιλόμορφη, τόσο καλύτερη, πλουσιότερη θα είναι η γενική πείρα, τόσο πιο σίγουρη και πιο γοργή θα είναι η επιτυχία του σοσιαλισμού, τόσο πιο εύκολα η πράξη θα επεξεργαστεί – γιατί μονάχα η πράξη μπορεί να το κάνει – τις καλύτερες μεθόδους και μέσα πάλης.

Σε ποια κομμούνα, σε ποια συνοικία μεγάλης πόλης, σε ποιο εργοστάσιο, σε ποιο χωριό δεν θα υπάρχουν πεινασμένοι, δεν θα υπάρχουν άνεργοι, δεν θα υπάρχουν πλούσιοι-παράσιτα, δεν θα υπάρχουνπαλιάνθρωποι λακέδες της αστικής τάξης, σαμποταριστές που αυτοαποκαλούνται διανοούμενοι; Σε ποιο μέρος έγιναν περισσότερα για να ανεβεί η παραγωγικότητα της εργασίας; Για να χτιστούν καινούρια καλά σπίτια για τη φτωχολογιά, για να εγκατασταθεί η φτωχολογιά στα σπίτια των πλουσίων; Για να μοιράζεται κανονικά από ένα μπουκάλι γάλα σε κάθε νήπιο των φτωχών οικογενειών;

Να πάνω σε ποια ζητήματα πρέπει να κηρύξουν άμιλλαοι κομμούνες, οι κοινότητες, οι καταναλωτικοί και παραγωγικοί συνεταιρισμοί και συντροφιές, τα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών. Να σε ποια δουλειά πρέπει πρακτικά να διακρίνονται και να αναδεικνύονται σε καθοδηγητικές θέσεις, στο έργο της γενικής διοίκησης του κράτους, τα οργανωτικά ταλέντα. Τέτοια ταλέντα υπάρχουν πολλά μέσα στο λαό. Μόνο που είναι πνιγμένα. Πρέπει να τα βοηθήσουμε να αναδειχτούν. Αυτά, καί μόνο αυτά, με την υποστήριξη των μαζών, μπορούν να σώσουν τη Ρωσία και να σώσουν την υπόθεση του σοσιαλισμού.

Σημειώσεις:

1. Κ. Μαρξ. Κριτική του προγράμματος της Γκότα, σελ.12. εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

2. Ο Β.Ι.Λένιν αναφέρει εδώ τα λόγια του Μεφιστοφελή από την τραγωδία του Ι.Β. Γκαίτε «Φάουστ» (βλ. Γκαίτε, «Φάουστ», Μέρος 1. Σκηνή 4η, «το γραφείο του Φάουστ»).