Το πραξικόπημα της Χούντας και η αδυναμία αντιμετώπισής του από το εργατικό κίνημα

Τανκς έξω από τη Βουλή

Τανκς έξω από τη Βουλή

Τον Απρίλη του 1967 οι ενδοαστικές αντιθέσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη όλη την προηγούμενη περίοδο κορυφώθηκαν στη δικτατορική αστική «λύση» της Χούντας.[1] Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21/4/1967 τμήματα του στρατού κινήθηκαν καταλαμβάνοντας στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, κυβερνητικά κτήρια, το Πεντάγωνο, τη Βουλή, τις τηλεπικοινωνίες, κλπ. Εκτελεστής του πραξικοπήματος υπήρξε μια ηγετική ομάδα αποτελούμενη κυρίως από μεσαία στελέχη του στρατού (συνταγματάρχες και αντισυνταγματάρχες) με επικεφαλής την «τριανδρία» Γ. Παπαδόπουλου, Στ. Παττακού και Ν. Μακαρέζου.

Αμέσως μεταδόθηκε βασιλικό διάταγμα για την αναστολή των άρθρων 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του Συντάγματος που αφορούσαν τις ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα. Επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος. Ήδη από τη πρώτη μέρα του πραξικοπήματος συνελήφθησαν πάνω από 1.000 άτομα, κυρίως κομμουνιστές, αριστεροί, αλλά και βασικοί εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου, ο πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος, ηγέτες κομμάτων, κυβερνητικά στελέχη, κ.α. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έως τις 30 του μήνα είχαν συλληφθεί 8.270 άνδρες και γυναίκες, ενώ κόμματα και ξένοι ανταποκριτές κάνουν λόγο ακόμα και για 10-12.000. Το επόμενο διάστημα τα κολαστήρια της Γυάρου, της Λέρου, της Αλικαρνασσού, του Ωρωπού, τα κρατητήρια της διαβόητης ΕΑΤ-ΕΣΑ κ.α. γέμισαν αγωνιστές. Ανάμεσά τους και πολλοί εκπρόσωποι του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, οικοδόμοι, κ.α.

Σύντομα αλώθηκαν, εκκαθαρίστηκαν ή καταλύθηκαν άπαντες οι πολιτικοί, διοικητικοί θεσμοί, το δημόσιο, η δικαιοσύνη, η εκκλησία, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, κλπ. Όλα τα έντυπα μέσα τέθηκαν σε προληπτική λογοκρισία, πολλές εφημερίδες έκλεισαν, ενώ σχηματίστηκαν ειδικές επιτροπές για τον έλεγχο της πνευματικής-καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο της δικτατορίας αποτέλεσαν ο ακραίος εθνικισμός-φυλετισμός και βεβαίως ο αντικομμουνισμός.

Ανήμερα του πραξικοπήματος, την ίδια στιγμή που απ’ όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς μεταδίδονταν στρατιωτικά εμβατήρια, το ΚΚΕ μέσα από τη Φωνή της Αλήθειας εξέπεμπε μήνυμα αντίστασης προς τον ελληνικό λαό: «Κατέλυσαν κατά τον πιο στυγνό τρόπο το Σύνταγμα της χώρας. Διέπραξαν έγκλημα εναντίον του Έθνους. Θέτουν σε θανάσιμο κίνδυνο τα ύψιστα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Δημιουργούν άμεση σοβαρότατη απειλή για την Κύπρο…Καλούμαστε όλοι, πάνω από οποιεσδήποτε διαφορές, να υψώσουμε περήφανο το εθνικό μας ανάστημα και να αντιτάξουμε το ΟΧΙ στη δικτατορία. Περιφρονήστε τα φασιστικά στρατοκρατικά μέτρα και αντιταχθείτε με την πιο μεγάλη αποφασιστικότητα στη βασιλοφασιστική δικτατορία…Κάτω η τυραννία. Δημοκρατία. Εθνική Ανεξαρτησία. Ειρήνη!…Η Ελλάδα θα προχωρήσει. Η θέληση του ελληνικού λαού θα επιβληθεί.»[2] Λίγες ημέρες αργότερα, το ΚΚΕ μαζί με άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνταν στην ΕΔΑ ίδρυσαν το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ).

Το πραξικόπημα δεν ήταν αναίμακτο, όπως διατείνονταν η Χούντα προς απόδειξη της δήθεν «αναγκαιότητας» ή «αποδοχής» του. Βεβαίως, οι λαϊκές αντιδράσεις δεν ήταν αυτές που θα έπρεπε και μπορούσαν να είναι. Τα αντανακλαστικά του λαϊκού παράγοντα –και της πρωτοπορίας του, δηλαδή του ΚΚΕ- υπήρξαν ομολογουμένως κατώτερα των περιστάσεων. Έχοντας προχωρήσει στη διάλυση των ΚΟ από το 1958 το ΚΚΕ στερούταν των κομματικών στηριγμάτων, που θα του επέτρεπαν να οργανώσει από σαφώς καλύτερες θέσεις την αντίσταση κατά της Χούντας, τόσο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος όσο και μετέπειτα. Επιπλέον, οι λαθεμένες εκτιμήσεις από πλευράς του Κόμματος και της ΕΔΑ αναφορικά με το ενδεχόμενο πραξικοπήματος αυτό καθαυτό, επέφεραν εφησυχασμό και χαλάρωση στην ετοιμότητα των λαϊκών δυνάμεων. Έτσι, η Αυγή διαβεβαίωνε «Γιατί δεν θα γίνει δικτατορία» (φύλλο που τυπώθηκε τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου), ενώ στελέχη της, όπως ο Λ. Κύρκος, «καθησύχαζαν» πως «το 1967 δεν είναι 1936.»

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η μαρτυρία του συνδικαλιστή οικοδόμου Δ. Κουτσούνη (που στη συνέχεια με τη διάσπαση του ΚΚΕ συντάχθηκε με το «Εσωτερικού»): «Εκείνη την περίοδο λέγανε ότι το ‘67 δεν είναι ‘36 γιατί πηγαίναμε [σε εκλογές]…ήταν παραμονές εκλογών του ’67. Σε όλες τις ομιλίες τους οι υποψήφιοι της ΕΔΑ λέγανε αυτά τα πράγματα…Η γραμμή ήταν αυτή: λέγαμε ότι το ‘67 δεν είναι ’36…Αντίθετα έπρεπε να λέμε στον κόσμο [σ.σ. ότι επίκειται δικτατορία], γιατί έγινε δικτατορία και δεν υπήρξε καμιά μα καμιά αντίδραση από τον κόσμο, καμιά, τίποτα. Γιατί; Διότι ο κόσμος είχε εφησυχάσει, ότι τέρμα, δεν υπάρχει, δεν γίνεται δικτατορία. Και έγινε δικτατορία και όλοι κοιμόμασταν.»[3]

«Η αμερικανόπνευστη Χούντα των Συνταγματαρχών», προσθέτει ο Κ. Μπουλντής (οικοδόμος, μέλος της παράνομης Κομματικής Οργανώσης του ΚΚΕ), «βρήκε την πιο κατάλληλη στιγμή: τη στιγμή της εφησύχασης και της επανάπαυσης στο Δημοκρατικό αποτέλεσμα που θα ερχόταν από τις εκλογές του Μάη. Όλες οι υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις ασχολούνταν με τις προετοιμασίες των συνδυασμών και πίστευαν στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη…Και το κεντρικό όργανο της ΕΔΑ, η Αυγή έγραφε στο κύριο άρθρο της: ‘Να γιατί δεν θα γίνει δικτατορία στην Ελλάδα.’ Τι τραγική ειρωνεία για το λαό μας. Σε τι μεγάλο λήθαργο και σε τι μεγάλη πλάνη είχε πέσει η τότε ηγεσία με τη διάβρωση που είχε κυριαρχήσει…»[4]

«Την πρώτη ημέρα της Χούντας», αναφέρει ο Τ. Μαυροδόγλου (συνδικαλιστής οικοδόμος, Γ.Γ. της Ομοσπονδίας από το 9ο Συνέδριο, 1976), «δεν αντέδρασαν οι οικοδόμοι. Δηλαδή, ενώ εμείς, μιλάγαμε για δικτατορία, ότι θα γίνει, κλπ., οι άλλοι μας καθησύχαζαν ότι δεν μπορεί να γίνει. Οπότε τι έγινε; Βρήκαν τον κόσμο απροετοίμαστο. Και εμείς στο χώρο των οικοδόμων είχαμε κάνει ένα σχέδιο ας το πούμε. Κάποιοι, όπως ήταν ο Τομέας των Οικοδόμων στην ΕΔΑ, είχαμε πει όταν γίνει δικτατορία που θα συναντηθούμε, τι θα κάνουμε, πως θα κινητοποιήσουμε τον κόσμο, κλπ. Είχαν γίνει, μάλλον, κάποιες σκέψεις, κάποια σχέδια στο χαρτί είχαν γίνει. Στον Τομέα της ΕΔΑ.

Όμως τι έγινε τώρα. Όλα αυτά ναι, αλλά χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα στέκια που να πας εσύ άμα γίνει δικτατορία. Ή χωρίς να παίρνεις υπόψη πως θα ενεργήσει ο αντίπαλος και τι κάνεις εσύ στην περίπτωση αυτή. Καταρχήν κόπηκαν τα τηλέφωνα. Έχασες κάθε επικοινωνία. Δεύτερον, αποκλείστηκαν δρόμοι, αποκλείστηκαν τα πάντα. Απομονώθηκες και δεν μπορούσες να επικοινωνήσεις. Εκείνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να κατέβεις στο κέντρο. Στο κέντρο πάλι δεν ήταν εύκολο να κατέβεις. Είχαν πιάσει κάποιους δρόμους, κάποια πόστα κλπ και δεν άφηναν τον κόσμο να κατέβει στο κέντρο. Συνεπώς δηλαδή, ενώ υπήρχαν στα σχέδια πως θα ενεργήσουμε και τι θα κάνουμε, δεν υπήρχε και πρόβλεψη τι θα κάνει ο αντίπαλος, τι μέτρα θα πάρει ο αντίπαλος, πως θα σε εξουδετερώσει ο αντίπαλος. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε να μην μπορούμε να κινητοποιηθούμε. Πιαστήκαμε. Όσοι δεν πιάστηκαν μετά άρχισαν την ανασυγκρότηση.»[5]


[1] Σύμφωνα με το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (Β’ Τόμος), «οι βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη στρατιωτική δικτατορία της 21.4.1967 πρέπει να αναζητηθούν πρωταρχικά στις οξυμένες ενδοαστικές αντιθέσεις σε ολόκληρο το πλέγμα του αστικού κράτους, όπως διαμορφώθηκε μετά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας…Μετά από τα ‘Ιουλιανά’ συνεχίστηκε η κρίση του αστικού συστήματος εξαιτίας της οξύτατης σύγκρουσης των κυβερνήσεων με το Παλάτι για τον έλεγχο στο στρατό και γενικότερα για τις αρμοδιότητες του βασιλιά…Ταυτόχρονα σημαντικός παράγοντας που όξυνε την κρίση της αστικής διακυβέρνησης ήταν και το Κυπριακό…Κάτω από την επίδραση τουλάχιστον των πιο πάνω παραγόντων, το τμήμα της αστικής τάξης που είχε δύναμη στον πιο ισχυρό μηχανισμό, το στρατό, έδωσε τη δικτατορική αστική λύση.» ΚΚΕ, «Δοκίμιο Ιστορίας Β’ τόμος,2011, σελ.503-505

[2] Προκήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ στον ελληνικό λαό. Όχι στη δικτατορία, στο ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 10ος τόμος, 2009, σελ.11-12

[3] Συνέντευξη Δημήτρη Κουτσούνη (Αρχείο Ομοσπονδίας Οικοδόμων-ΑΟΟ)

[4] Μπουλντής Κ, 2005, χειρόγραφη μαρτυρία, σελ.126

[5] Συνέντευξη Τάκη Μαυροδόγλου (ΑΟΟ)

Πηγή: “Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα”

Όταν Νόμος έγινε το δίκιο του εργάτη: η κατάκτηση του 7ώρου στους οικοδόμους (1964-1965)

Από το βιβλίο "Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα"

Από το βιβλίο «Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα»

[σελ.324-329]

Το διακεκομμένο ωράριο εργασίας που ίσχυε στον κλάδο μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1960, σήμαινε πως οι οικοδόμοι, έφευγαν από το σπίτι νωρίς τα χαράματα για να επιστρέψουν αργά το βράδυ, αφήνοντάς τους ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, για ανάπαυση, για δημιουργία ή έστω για μια στοιχειώδη οικογενειακή ζωή. «Δεν μπορούσαμε να κοιμόμαστε [πια] στην οικοδομή σαν ζώα», αναφέρει στη μαρτυρία του ένας παλαίμαχος οικοδόμος, εξηγώντας την κατάσταση που αντιμετώπιζαν με το παλιό ωράριο.[i] Η καθιέρωση επομένως του συνεχούς 7ώρου (7:30-14:30 τη θερινή περίοδο και 8:00-15:00 τη χειμερινή) αποτελούσε για τους εργαζόμενους στον κλάδο ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας, το οποίο προοδευτικά ωρίμασε στις πιάτσες και τα γιαπιά των οικοδόμων και –όταν το επίπεδο ανάπτυξης του ταξικού οικοδομικού κινήματος το επέτρεψε- τέθηκε στην ημερήσια διάταξη της πάλης τους.

Το εναρκτήριο σάλπισμα της μάχης έδωσαν οι Μπετατζήδες. Στη σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε στις 8/8/1964 η Ένωση Τεχνιτών & Εργατών Μπετόν Αρμέ Αθήνας τονίζονταν: «Συνάδελφοι, Από τη Δευτέρα 10 Αυγούστου κανένας μα κανένας μπετατζής ούτε λεπτό πάνω από 7 ώρες καθημερινή δουλειά. Αυτή είναι η ομόφωνη και ενθουσιώδικη απόφαση της έκτακτης Συνέλευσης του κλάδου μας[ii] και η Διοίκηση καλεί όλους τους μπετατζήδες στην αυστηρή εφαρμογή της. Είναι καιρός πια να δουλεύουμε σαν άνθρωποι κι’ όχι σαν είλωτες –σαν σκλάβοι. Δεν θα θησαυρίζουν και θα φτιάχνουν πρικιούλια μια χούφτα εκμεταλλευτές από τη δικιά μας καμπούρα κι’ εμείς να είμαστε βουτηγμένοι στην εξαθλίωση –τη δυστυχία. Φτάνει πια! Πρέπει να απαλλαγούμε από τα δεσμά της βαριάς και μισητής εκμετάλλευσης και να φτιάξουμε δικαιότερη – ανθρώπινη τη ζωή μας. Για να μην είμαστε ολημερίς το καλοκαίρι στο λιοπύρι και το χειμώνα να μας δέρνει το ξεροβόρι. Για να χουμε χρόνο γι’ ανάπαυση – μόρφωση – ψυχαγωγία. Για να μετριάσουμε την ανεργία…Εμπρός! Σ’ ένα διαρκή ξεσηκωμό για την εφαρμογή του 7ώρου.»[iii]

Αμέσως ξεκίνησε ένας πραγματικός αγώνας δρόμου προκειμένου να φτάσει η ανακοίνωση του σωματείου παντού, να τοιχοκολληθεί στις πιάτσες, να μοιραστεί στα γιαπιά. Την πρώτη μέρα των κινητοποιήσεων πολλοί πήγαν στις δουλειές τους με μια ταμπέλα καρφιτσωμένη στο στήθος η οποία έγραφε: «7 ώρες δουλειά: 7.30 πρωί – 2.30 μεσημέρι». Σύμφωνα με τον Δ. Κουτσούνη (τότε Γ.Γ. της Ένωσης Τεχνιτών & Εργατών Μπετόν Αρμέ Αθήνας) η συμμετοχή των μπετατζήδων στην επιβολή του 7ώρου κυμάνθηκε εκείνη τη μέρα στο 30-35%.[iv] Η αρχή είχε γίνει. Σύντομα, το ένα μετά το άλλο τα ταξικά οικοδομικά σωματεία ακολούθησαν και αυτά στη μάχη. Άμεσα συντάχθηκαν με τους Μπετατζήδες της Αθήνας, οι Μπετατζήδες του Πειραιά και οι Μαρμαρογλύπτες της Αθήνας, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκαν στον αγώνα οι Κτίστες, οι Κονιαστές, οι Μπογιατζήδες, οι Μωσαϊκοί, κοκ. Με απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής των Οικοδομικών Οργανώσεων Αθήνας, Πειραιά και Ελευσίνας κηρύχθηκε η ντε-φάκτο εφαρμογή του 7ώρου αρχής γενομένης στις 1/9/1964.[v]

Η αντίδραση των εργοδοτών υπήρξε άμεση. Σε εγκύκλιό της στις 28/8/1964 η Ένωση Εργοληπτικών Οικοδομικών Σωματείων Αθηνών (ΕΕΟΣΑ) προειδοποιούσε τους εργολάβους-μέλη της: «Επειδή επληροφορήθημεν ότι ωρισμένοι εργατοτεχνίται οικοδόμοι προβάλλουν εις τους εργοδότας των εργολάβους την αξίωσιν να χρησιμοποιούνται παρ’ αυτών επί επτάωρον εις τας εργασίας των και ότι εις τινάς περιπτώσεις παρετηρήθη αποχώρησις τούτων μόλις συνεπλήρωσαν το επτάωρον…κατόπιν των ανωτέρω ουδείς εργολάβος πρέπει να δεχθεί να εργάζονται οι εργατοτεχνίται του ολιγότερον των οκτώ ωρών…»[vi]

Ένα «πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα», αναφέρει ο Δ. Κουτσούνης, «είναι το γιαπί του ΟΤΕ που χτιζόταν εκείνη την εποχή στην πλατεία Βικτορίας. Οι εργαζόμενοι στο κτίριο αποφάσισαν ότι από την επόμενη μέρα θα δουλέψουν εφτάωρο. Ο εργολάβος αντέδρασε. Το πρωί οι εργαζόμενοι πήγαν στη δουλειά τους, μπήκαν στο κτίριο, αλλάξανε και περιμένανε να πιάσουν δουλειά. Ο εργολάβος δεν τους άφηνε να πιάσουν δουλειά κι έστειλε άνθρωπο στην πιάτσα και πήρε άλλους μαστόρους. Τους πήγε στο γιαπί, χωρίς να τους πει ότι οι άλλοι κάνουν απεργία. Από την πιάτσα ακόμα είχαν κάνει τη συμφωνία να δουλέψουν εφτάωρο. Όταν έφτασαν στο γιαπί, είδαν τους άλλους που ήταν μέσα και τους ενημέρωσαν, ότι κάνουν απεργία για το εφτάωρο. Ίσα που δεν λιντσάρανε τον άνθρωπο που πήγε και τους πήρε από την πιάτσα.»[vii]

Από το βήμα της απεργιακής συγκέντρωσης των οικοδόμων (πανελλαδική πανοικοδομική απεργία 3/9/1964) ο Κ. Τερζάκης, Πρόεδρος των Μπετατζήδων της Αθήνας και Γραμματέας της Συντονιστικής, υπήρξε καταιγιστικός: «Συνάδελφοι, τούτη την στιγμή οι οικοδόμοι δέχονται την άγρια επίθεση των εργοδοτών γιατί από τις 10 Αυγούστου σήκωσαν ψηλά το λάβαρο της πάλης, εφαρμόζοντας δυναμικά την 7ωρη δουλειά. Η δυναμική επιβολή της 7ωρης δουλειάς αποτελεί μια νέα μεγάλη κατάκτηση στην ιστορία του εργατικού μας κινήματος κι’ από την άποψη αυτή η επικράτησή της είναι για μας χρέος τιμής, υπερηφάνειας και ύψιστο ταξικό καθήκον. Από τη ταξική αυτή σύγκρουση που άρχισε και που σε λίγο θα οξυνθεί αναπόφευκτα, οι νικητές πρέπει να είμαστε και θα είμαστε εμείς. Φέρτε για μια στιγμή στη μνήμη σας τους ηρωικούς μαχητές-προλετάριους του Σικάγου, που με ποτάμι αίμα πότισαν το λιθόστρωτο για να εφαρμόσουν την 8ωρη δουλειά. Προειδοποιούμε την άπληστη εργοδοσία και τούτη τη στιγμή δίνουμε το λόγο της ταξικής μας τιμής, ότι δεν θα μειωθούμε θυσιών. Ενωμένοι και συσπειρωμένοι στις οργανώσεις μας θα εφαρμόσουμε την 7ωρη δουλειά.»[viii]

Στο Δελτίο της Πανελλήνιας Ένωσης Διπλωματούχων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΠΕΔΜΕΔΕ) διαβάζουμε: «Σύσσωμος ο κατασκευαστικός κόσμος Αθηνών-Πειραιώς αντετάχθη εις την πραξικοπηματικήν και παράνομον προσπάθειαν καθιερώσεως της 7ώρου εργασίας των οικοδόμων εις τα οικοδομικά έργα. Η ΠΕΔΜΕΔΕ όχι μόνο κατήγγειλε την τοιαύτην πράξιν των εργατοτεχνιτών, αλλά μετέσχε και του αναληφθέντος υπό των Επαγγελματιών Κατασκευαστών Πολυκατοικιών απεργιακού αγώνος [σ.σ. λοκ-άουτ] από 7.9.1964, εκάλεσε δε τα μέλη της να διακόψουν τα εκτελούμενα εις την περιοχήν Πρωτευούσης δημόσια και ιδιωτικά έργα, προς ενίσχυσιν του αγώνος.»[ix]

Πράγματι, στις 7/9/1964 οι εργοδότες κήρυξαν λοκ-άουτ. Με ανακοίνωσή της η Συντονιστική καυτηρίασε το γεγονός: «Συνάδελφοι ηρωικοί οικοδόμοι. Ορισμένοι κατασκευαστές πολυκατοικιών υποκινούμενοι από την ΕΡΕ κήρυξαν από σήμερα λοκ-άουτ με σκοπό να ματαιώσουν την εφαρμογή του 7ώρου. Έτσι μας στερούν τη δουλειά και μας στερούν το ψωμί των παιδιών μας. Απαντήστε στην πρόκληση όπως πάντα με τη γνωστή σας μαχητικότητα. Το δίκαιο είναι με το μέρος μας. Θα νικήσουμε. Ούτε ένας οικοδόμος δεν πρέπει να δουλέψει οκτάωρο.»[x] Στο πλευρό των οικοδόμων στάθηκαν εξ αρχής τα «115»: «Το λοκ-άουτ των κατασκευαστών», τόνιζαν σε σχετική τους καταγγελία, «είναι πράξις κατ’ εξοχήν αντικοινωνική και αντεργατική…Είναι απαράδεκτο την στιγμή που επί μια και πλέον δεκαετία οι εργοδότες αυτοί εθησαύρισαν από το μόχθο των εργαζομένων.»[xi]

Εκτός όμως από τους εργοδότες, οι οικοδόμοι βρήκαν απέναντί τους και τον Κ. Λυκιαρδόπουλο, ο οποίος, δίνοντας διαπιστευτήρια στους εργολάβους, έσπευσε να χαρακτηρίσει το 7ωρο ως «παράνομο και αντιδημοκρατικό»! Παρ’ όλα αυτά, το λοκ-άουτ δεν μπόρεσε να σταθεί. Ήδη από τη δεύτερη μέρα, όλα τα γιαπιά δούλευαν κανονικά στον Πειραιά, ενώ στην Αθήνα οι κλειστές πολυκατοικίες μειώθηκαν σημαντικά. Οι εργαζόμενοι με 7ωρο συνέχισαν να αυξάνονται, ώσπου το νέο ωράριο γενικεύτηκε και έγινε πια κανόνας.[xii]

Η κατάκτησή του ήταν μια πολύ σημαντική υπόθεση: «Όσο είχαμε το 8ωρο, λέγανε στις πιάτσες, ήμασταν σα να ζούσαμε στην εποχή των σπηλαίων. Τότε που οι άνθρωποι περπατούσανε με τα τέσσερα! Τώρα όμως με το 7ωρο σηκωθήκαμε όρθιοι, γίναμε άνθρωποι!»[xiii] «Το 7ωρο», σημειώνει στη μαρτυρία του ο Δ. Κοντός, «δεν νομιμοποιήθηκε δια νόμου…το επιβάλλαμε και εφόσον το επιβάλλαμε έγινε νόμος». «Οι οικοδόμοι έφτιαξαν το δικό τους Νόμο, το δίκαιο Νόμο του εργάτη», προσθέτει ο Κ. Μπουλντής.[xiv]

Τους επόμενους μήνες η μάχη για το 7ωρο επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, με αποκορύφωμα το Μάη του 1965, όπου πραγματοποιήθηκε μπαράζ κινητοποιήσεων σε μια σειρά πόλεις. 48ωρες απεργίες είχαμε στην Καβάλα (στις 6-7/5 και 13-14/5), τα Χανιά (7-8/5) και το Βόλο (10-11/5), τριήμερη απεργία στη Θεσσαλονίκη (13-15/5) και οκταήμερη στις Σέρρες (31/5-7/6). Ανάλογες κινητοποιήσεις έγιναν επίσης σε Ηράκλειο, Μυτιλήνη, Κέρκυρα, Αλεξανδρούπολη και Κω.[xv] «Στη Θεσσαλονίκη, όσες οικοδομές εργάζονταν με 7ωρη εργασία έχουν αναρτήσει ειδική δηλωτική επιγραφή ‘ΕΠΤΑΩΡΗ ΕΡΓΑΣΙΑ’. Όπου οι εργολάβοι επιμένουν -και δεν είναι πολλοί αυτοί που επιμένουν- να μην επιλύσουν το αίτημα των οικοδόμων, τότε τα γιαπιά νεκρώνουν.»[xvi]

«Οχτώ μήνες ύστερα από το πρώτο ξεκίνημα στην Πλατεία Κοτζιά, με τα ταμπελάκια στο στήθος των Οικοδόμων», αναφέρει ο Η. Στάβερης, «η εφτάωρη δουλειά στην οικοδομή έχει κιόλας επιβληθεί σ’ όλη τη χώρα.» Το Μάη του 1965 «το 75% των Οικοδόμων όλης της χώρας δουλεύει εφτάωρο. Ειδικά στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη το εφτάωρο εφαρμόζεται από το 80% των εργαζομένων στον κλάδο. Ανάλογα είναι τα ποσοστά και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Π.χ. στην Καβάλα εφαρμόζεται από το 80% των Οικοδόμων, στο Αγρίνιο από το 70%, στη Λάρισα από το 60%, στην Κέρκυρα από το 90%, στη Μυτιλήνη και Χανιά από το 100%. Αξίζει να σημειώσουμε πως για την κατάκτηση του εφταώρου οι Οικοδόμοι στις διάφορες επαρχιακές πόλεις δώσανε επίσης σκληρές μάχες.»[xvii]

Κατά την 48ωρη απεργία στην Καβάλα (13-14/5/1965) συνελήφθη ο Αντιπρόεδρος του σωματείου Οικοδόμων, καθώς και 6 μέλη της Απεργιακής Επιτροπής. Στο Βόλο, η μαζικότατη κινητοποίηση κάπου 3.000-3.500 οικοδόμων στις 16/6/1966 ήρθε αντιμέτωπη με οδοφράγματα της αστυνομίας, που στην προσπάθειά της να εμποδίσει τους απεργούς να φτάσουν στη Νομαρχία και να επιδώσουν το σχετικό ψήφισμα για το 7ωρο, δεν δίστασε να τους επιτεθεί, τραυματίζοντας πολλούς. 11 οικοδόμοι συνελήφθησαν με το αιτιολογικό της «αντίστασης κατά της Αρχής» και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Μεταξύ αυτών, ο Πρόεδρος του σωματείου Δ. Πλαγεράς, ο Γραμματέας Γ. Οικονόμου και ο Ταμίας Α. Ίμης. Καθ’ υπόδειξη του Εισαγγελέα κ. Λιάπη (κατόπιν βασιλικού επιτρόπου στα στρατοδικεία της Χούντας) καταδικάστηκαν όλοι σε φυλάκιση από 1-17 μήνες. Η μαζική και αποφασιστική απάντηση των οικοδόμων και των «115» ανάγκασαν τελικά τις Αρχές να αφήσουν ελεύθερους τους συλληφθέντες. Στις 14/9/1966 η αστυνομία προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις οικοδόμων στη Λάρισα (περίπου 100) με την κατηγορία ότι «παραβίαζαν το οκτάωρο»! Οι οικοδόμοι απάντησαν με πανοικοδομική συγκέντρωση την επόμενη μέρα.[xviii]

 


[i] Συνέντευξη Δημήτρη Κοντού (Αρχείο Ομοσπονδίας Οικοδόμων-ΑΟΟ)

[ii] Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δ. Κουτσούνη, Γ.Γ. του σωματείου την εποχή εκείνη, στην εν λόγω Συνέλευση μετείχαν 400-450 μπετατζήδες. Κατά τον ίδιο, υπήρχε «μια διαφωνία με την ηγεσία της ΕΔΑ, που δεν ήταν οικοδόμοι. Το συνδικαλιστικό τμήμα της ΕΔΑ είχε μια δικαιολογημένη, κατά τη γνώμη μου, επιφύλαξη. Δεν πίστευαν ότι μπορεί να επιβληθεί το εφτάωρο με μια απόφαση Γενικής Συνέλευσης και η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος θα στοίχιζε σ’ όλο το συνδικαλιστικό κίνημα. Μια αποτυχία των οικοδόμων, θα είχε γενικότερη επίδραση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτό δεν το ήθελαν τα στελέχη της ΕΔΑ και γι’ αυτό είχαν τις επιφυλάξεις τους.» Παρατίθεται στο Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κ (ε.π.), Όταν η οργή ξεχειλίζει, εκδ. «Επιτροπή Πρωτοβουλίας», Αθήνα, 2006, σελ.68-69

[iii] Ανακοίνωση της Ένωσης Τεχνιτών & Εργατών Μπετόν Αρμέ Αθηνών, 8/8/1964 (ΑΟΟ)

[iv] Στο Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κ, ό.π., σελ.68. Στη μαρτυρία του ο Δ. Κοντός ανεβάζει το ποσοστό επιτυχίας της κινητοποίησης την πρώτη μέρα στο 60%. Βλ. Συνέντευξη Δημήτρη Κοντού (ΑΟΟ)

[v] Στάβερης Η, Οικοδόμοι: Ηρωικοί αγώνες μιας 7τίας, εκδ. «Παρασκήνιο», Αθήνα, 2003, σελ.114

[vi] Στο κουτί 405.1, Αρχείο ΕΔΑ (ΑΣΚΙ)

[vii] Στο Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κ, ό.π., σελ.69

[viii] Πανοικοδομική, 17/9/1964

[ix] Στο Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κ, ό.π., σελ.214

[x] Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής Οικοδομικών και Ξυλουργικών Οργανώσεων, 7/9/1964 (ΑΟΟ)

[xi] Αυγή, 9/9/1964

[xii] Αυγή, 9/9/1964, 3/6/1965

[xiii] Μαρτυρία Χρήστου Τσεσμελή (ΑΟΟ)

[xiv] Βλ. Συνέντευξη Δημήτρη Κοντού (ΑΟΟ) και Μπουλντής Κ, Πέτρινα χρόνια, ατσάλινες καρδιές: οδοιπορικό μνήμης (χειρόγραφο), 2005, σελ.121

[xv] Βλ. Εγκύκλιος της Ευρείας Συνεργασίας Οικοδομικών Οργανώσεων και Κατεργασίας Ξύλου Ελλάδος, 28/9/1966, κουτί 404.2, Αρχείο ΕΔΑ (ΑΣΚΙ). Στην απεργιακή συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης, μια από τις μεγαλύτερες της περιόδου, μετείχαν 4.000 οικοδόμοι. Αυγή, 14/5/1965

[xvi] Κουτί 640.2, Αρχείο ΕΔΑ (ΑΣΚΙ)

[xvii] Στάβερης Η, ό.π., σελ.123

[xviii] Βλ. αντίστοιχα Αυγή, 14/5/1965, Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής Οικοδομικών και Ξυλουργικών Οργανώσεων Αθηνών, χ.η., κουτί 404.4, Αρχείο ΕΔΑ (ΑΣΚΙ), Μαρτυρία Γ. Οικονόμου (στο Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου Κ, ό.π., σελ.89-92), Στάβερης Η, 2003, ό.π,.141-142, Ελευθερία, 18/6/1966, και Ανακοίνωση της Πανελληνίου Ομοσπονδίας Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και Ξύλου, 16/9/1966, κουτί 404.1, Αρχείο ΕΔΑ (ΑΣΚΙ)

Βλέπε επίσης:

“Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα”