Ισπανικός Εμφύλιος (1936 – 1939). Ενα «εθνικό – διεθνικό» ταξικό πεδίο μάχης

ispanikos-emfilios1

Στις 17 – 18 Ιούλη 1936 εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στην Ισπανία, με σκοπό την ανατροπή της νεοσχηματισθείσας κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου (ενός πολιτικού συνασπισμού με επικεφαλής τους Σοσιαλιστές, στον οποίο μετείχε και το ΚΚ Ισπανίας). Το κίνημα προετοιμαζόταν από καιρό από τμήματα της αστικής τάξης που προσανατολίζονταν στην επιβολή ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας. Επικεφαλής του τέθηκε ο στρατηγός Φρ. Φράνκο.

Οι κινηματίες είχαν με το μέρος τους περίπου τη μισή δύναμη του τακτικού στρατού, τη Στρατιά της Αφρικής (αποτελούμενη βασικά από Μαροκινούς – από το Ισπανικό Μαρόκο άλλωστε ξεκίνησε και στέριωσε το πραξικόπημα), μεγάλο μέρος των Σωμάτων Ασφαλείας και βεβαίως τα δεκάδες χιλιάδες μέλη των φασιστικών – παρακρατικών οργανώσεων (όπως οι Φαλαγγίτες, οι Καρλιστές, κ.ά.), που ξεπερνούσαν σε αριθμητική δύναμη τον τακτικό στρατό και αποτέλεσαν σημαντική δύναμη κρούσης των φασιστών.
Ωστόσο, με εξαίρεση ορισμένες επαρχίες (όπου καταλυτικό ρόλο στην επικράτησή τους έπαιξε η επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας και του Βατικανού υπέρ των φασιστών) και την πόλη της Σεβίλλης, οι πραξικοπηματίες δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν. Ειδικά στα αστικά κέντρα, όπου νικήθηκαν κατά κράτος από την οπλισμένη εργατιά. «Στα εργοστάσια και στα ορυχεία συγκροτούνταν εργατικά τάγματα που οπλίζονταν με ό,τι μπορούσαν (…) Ολο το βάρος των πρώτων μαχών με τον καλά εφοδιασμένο στρατό των κινηματιών έπεσε στα ανεκπαίδευτα αυτά και κακοοπλισμένα τμήματα της πολιτοφυλακής που κατόρθωσαν με μεγάλες θυσίες να αναχαιτίσουν (…) το φασιστικό κίνημα».1
Αλλά ούτε και στο ναυτικό οι πραξικοπηματίες είχαν ιδιαίτερη επιτυχία, αφού οι ναύτες, έχοντας συγκροτήσει επαναστατικά συμβούλια, εξεγέρθηκαν, εκτέλεσαν τους αξιωματικούς τους και απέτρεψαν την παράδοση των περισσότερων πλοίων στον Φράνκο.

Τις κρίσιμες όμως εκείνες ώρες (όπως και στη συνέχεια), στην πάλη του εργαζόμενου λαού, βάρυναν καταλυτικά οι ταλαντεύσεις, η αναβλητικότητα, έως και τάση συμβιβασμού της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του Λαϊκού Μετώπου απέναντι στην αστική – φασιστική επιθετικότητα. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα που απάρτιζαν το Λαϊκό Μέτωπο, ήταν βεβαίως αστικά ή αστικοποιημένα κόμματα, με τα οποία το ΚΚ είχε συμμαχήσει στο πλαίσιο της στρατηγικής που χάραξε το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γεγονός, που είχε άμεσες επιπτώσεις στον προσανατολισμό και την αποτελεσματικότητα της πάλης για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Οπως απέδειξε η πείρα των Λαϊκών Μετώπων, τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γαλλία, η στρατηγική αυτή ούτε τον σοσιαλισμό έφερε πιο κοντά, ούτε το φασισμό μπόρεσε να αναχαιτίσει, καταδεικνύοντας ότι τα θεμελιώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης βρίσκονται σε αδιάκοπη αντίθεση με τα αντίστοιχα της αστικής (τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου) και δεν «χωρούν» σε καλούπια αστικής διαχείρισης.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, στην πλάστιγγα υπέρ των φασιστικών δυνάμεων, βάρυνε σίγουρα η άμεση και αποφασιστική συνδρομή των Ιταλίας, Γερμανίας και Πορτογαλίας με στρατιωτικό υλικό, άρματα μάχης, αεροπλάνα και στρατεύματα (50.00 – 60.000, 16.000 και 8.000 – 12.000 αντίστοιχα), αλλά και το ταυτόχρονο εμπάργκο των καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, κ.ά.) προς τη Δημοκρατική Ισπανία (πολιτική της δήθεν «Μη-Επέμβασης»).

Ολα τα παραπάνω συνέτειναν στη γρήγορη προέλαση των φασιστικών στρατευμάτων, που το Σεπτέμβρη του 1936 βρέθηκαν στις πύλες της Μαδρίτης. Το τέλος της Δημοκρατικής Ισπανίας θα ερχόταν σίγουρα πιο γρήγορα, αν δεν υπήρχε η γενναία σοβιετική στρατιωτική βοήθεια – που μόλις είχε αρχίσει να καταφθάνει – αλλά και ένας στρατός, που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή του. Επρόκειτο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Ενας διεθνής προλεταριακός στρατός

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτήθηκαν με απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις 18 Σεπτέμβρη 1936, ενώ στις γραμμές τους εντάχθηκαν συνολικά 35.000 περίπου μαχητές, από το Μεξικό έως την Κίνα. Αρχικά, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Λ. Καμπαλέρο αντιτάχθηκε στο όλο εγχείρημα. Στη συνέχεια, ωστόσο, υπό το βάρος των προελαυνόντων στρατευμάτων του Φράνκο, αναγκάστηκε σε υποχώρηση. Οι αναρχικοί (CNT) υπήρξαν επίσης αρνητικοί, απαγορεύοντας μάλιστα το πρώτο διάστημα την είσοδο στους ξένους εθελοντές στα σύνορα που έλεγχαν. Τέτοιας «υποδοχής» έτυχε και μια ομάδα Ελλήνων εθελοντών, τους οποίους «πιάσανε οι Ισπανοί φρουροί που ανήκαν στους αναρχικούς της CNT και τους κράτησαν 40 ώρες» μέχρι να απελευθερωθούν με παρέμβαση του Λαϊκού Μετώπου.2 Να σημειώσουμε πως ξένοι εθελοντές εντάχθηκαν τελικά, τόσο στην αναρχική CNT όσο και στο τροτσκιστικό POUM, σε πολύ μικρότερο όμως βαθμό απ’ ό,τι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.
Οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στην πλειοψηφία τους οργανωμένοι κομμουνιστές: το 60% των Γάλλων, το 70% των Αμερικανών, το 75% των βαλκάνιων λαών, το 80% – 90% των Γερμανών, κ.ο.κ. Το 80% ήταν εργάτες, στην πλειοψηφία τους νέοι, αλλά και «ψημένοι» στους ταξικούς αγώνες στις χώρες τους.3

Το ίδιο ίσχυε και για τους Ελληνες. Ο Δημήτρης Σακαρέλλος ήταν Γραμματέας του σωματείου Φορτοεκφορτωτών Πειραιά, ο Νίκος Βαβούδης Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, ο Νίκος Καραγιάννης στέλεχος της Ναυτεργατικής Ενωσης, ο Α. Δεληγιάννης Γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, ο Κώστας Βερνικιώτης εκ των ηγετών των μεγάλων καπνεργατικών αγώνων στο Αγρίνιο, κ.ο.κ. Ολοι στελέχη του ΚΚΕ. Οι μισοί σχεδόν από τους μαχητές που προήλθαν από την Ελλάδα ήταν ναυτεργάτες. Οι Ελληνες που κατέφθασαν στην Ισπανία απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου (τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, κ.λπ.) ήταν επίσης εργάτες στην πλειοψηφία τους: Ανθρακωρύχοι, οικοδόμοι, μεταλλουργοί, κ.ο.κ.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ, που «σκυμμένοι ως ήταν στο μόχθο της δουλειάς, στα χυτήρια, στα εργοστάσια, στις κουζίνες, στο δρόμο, ορθώθησαν, έριξαν τα σύνεργά τους, αφήκαν τις προσωπικές έγνοιες και φροντίδες και κίνησαν να πάνε (…) ν’ αγωνισθούν για το καλό του κόσμου».4 Οι Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ υπήρξαν η πολυπληθέστερη ομάδα Ελλήνων που πολέμησε στην Ισπανία. Πολλοί εξ αυτών ήταν μέλη του ΚΚ ΗΠΑ (όπως οι Στέφανος Τσερμέγκας, Χρήστος Μούγιαννης, Κώστας Σαμαράς, κ.ά.), με μακρά «θητεία» στους αγώνες της εργατικής τάξης (και όχι μόνο της ομογένειας), στην οργάνωση της πάλης των ανέργων την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης 1929 – 1933, κ.ο.κ.
Στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εντάχθηκαν, τέλος, και τρεις Ελληνίδες από τον Καναδά (η Μαρία Νικολάου, η Ελένη Νικηφόρου και η Τούλα Ιωάννου), που υπηρέτησαν ως νοσοκόμες.
Η βάση των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στο Αλμπαθέτε, όπου οι ξένοι εθελοντές συγκεντρώνονταν και εκπαιδεύονταν για περίπου ένα μήνα προτού διοχετευτούν στα διάφορα πεδία των μαχών. Συχνά, βέβαια, οι πολεμικές ανάγκες ήταν τέτοιες, που οι εθελοντές στέλνονταν απευθείας στο μέτωπο.
Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα λαμπρό παράδειγμα διεθνούς προλεταριακού στρατού. Παρότι δεν ήταν ένας επαναστατικός στρατός (ως προς τον στρατηγικό σκοπό για τον οποίο μαχόταν), ωστόσο διέθετε πολλά από τα χαρακτηριστικά του, π.χ. στη σύνθεση, στη λειτουργία, στη συνειδητή πειθαρχία και τον ηρωισμό που απορρέουν από το δίκαιο του πολέμου, κ.ο.κ.

ispanikos-emfilios2

Η συμβολή των Ελλήνων κομμουνιστών

Το ΚΚΕ, παρά τις πρωτοφανείς έως τότε συνθήκες παρανομίας και καταστολής, στις οποίες βρέθηκε με την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά (4 Αυγούστου 1936), ανταποκρίθηκε με αξιοθαύμαστο τρόπο στο διεθνιστικό του καθήκον, καλώντας «ιδιαίτερα τους εργάτες και προπαντός τους ναυτεργάτες (…) να πρωτοστατήσουν στην πάλη (…) ενισχύοντας ολόθερμα την υπόθεση της ισπανικής δημοκρατίας».5 Ακολούθως, συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή βοήθειας (αρμόδια και για τη στρατολόγηση εθελοντών μαχητών), ενώ η Εργατική Βοήθεια άνοιξε έρανο για τα θύματα του φασισμού στην Ισπανία. Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με μια πηγή, πάνω από 2.000 κομμουνιστές και εργάτες έσπευσαν να δηλώσουν εθελοντές για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Και παρότι οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν να το κάνουν πράξη λόγω της μεταξικής δικτατορίας, αρκετοί τα κατάφεραν. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει έγγραφο του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας (Φλεβάρης 1937), «απεστάλη εντεύθεν εις Ισπανίαν (…) ικανός αριθμός Ελλήνων κομμουνιστών προς κατάταξιν εις τα εθελοντικά σώματα ων ερυθρών».6

Η μετάβαση στην Ισπανία διά ξηράς υπήρξε ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη υπόθεση. Πολλοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή ακόμα και «εξαφανίστηκαν» στην πορεία. Συγκριτικά, η θαλάσσια οδός ήταν πιο ασφαλής (αν και όχι πάντα). Ετσι, οι περισσότεροι εθελοντές μαχητές μετέβαιναν στη Γαλλία (δήθεν ως οικονομικοί μετανάστες) και κατόπιν, με την καταλυτική συνδρομή της Ναυτεργατικής Ενωσης (που είχε μεταφέρει την έδρα της στη Μασσαλία), περνούσαν στην Ισπανία.

Οι πρώτοι Ελληνες μαχητές κατέφθασαν τον Οκτώβρη του 1936 και εντάχθηκαν στους βαλκανικούς λόχους των ταγμάτων «Ντομπρόφσκι» και «Τέλμαν» της 11ης και 12ης Διεθνούς Ταξιαρχίας, αντίστοιχα, λαμβάνοντας το «βάπτισμα του πυρός» υπερασπιζόμενοι τη Μαδρίτη. Στη συνέχεια και καθώς οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αναπτύσσονταν με την έλευση νέων εθελοντών, οι Ελληνες κατανεμήθηκαν – ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους – στα τάγματα «Γ. Δημητρώφ» (Ελλάδα), «Α. Λίνκολν» (ΗΠΑ, Καναδάς) και 2ο βρετανικό τάγμα (Κύπρος), όλα τμήματα της 15ης Διεθνούς Ταξιαρχίας.

Τον Ιούλη του 1937, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών, συγκροτήθηκε επίσης ένας αμιγώς ελληνικός λόχος, που πήρε το όνομα «Ν. Ζαχαριάδης» (μετέπειτα «Ρήγας Φεραίος»). Πρώτος διοικητής του λόχου διετέλεσε ο Γιάννης Παντελιάς, υποδιοικητής ο Αναγνώστης Δεληγιάννης και πολιτικός επίτροπος ο Κυριάκος Στεφόπουλος. Η δύναμή του αρχικά ήταν 40 μαχητές, ενώ στο απόγειό του έφτασε τους 125.7
Οι Ελληνες πολέμησαν σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, δίνοντας αλλεπάλληλες σκληρές μάχες: Στον Χαράμα (όπου πολλοί Ελληνες μαχητές προήχθησαν για την ανδρεία τους), στο Μπρουνέτ και στο Μπελτσίτε – Κουίντο (όπου ο ελληνικός λόχος κράτησε τις θέσεις που κατέλαβε παρά τις αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις του εχθρού – από τους 75 μαχητές του επέζησαν μόλις οι 17…αλλά κράτησαν! «Ετσι», αναφέρει ο Α. Δεληγιάννης, «ο λόχος μας έγραψε εκείνες τις μέρες μια από τις καλύτερες σελίδες στην ιστορία του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας δοξάζοντας το λαό μας και το ΚΚΕ»8). Κατόπιν, ο ελληνικός λόχος ανασυγκροτήθηκε (με νέους εθελοντές και όσους τραυματίες είχαν αναρρώσει) και συνέχισε να μάχεται στο Τερουέλ, στην Αραγονία, έως και την τελική μάχη που έλαβαν μέρος οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ποταμό Εβρο. Από το νοσοκομείο όπου βρισκόταν, ο ναυτεργάτης Κ. Μαρκόπουλος, έγραφε τον Απρίλη του 1938: «Κανένας μας δεν μένει πίσω. Αν και δεν έχουμε βάλει μπουκιά στο στόμα μας δύο ολόκληρες μέρες, αν και τα χείλια μας είναι κατάξερα (…) Μια φωνή, ένας όρκος επικρατεί παντού: «No Pasaran!»».9

Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πολέμησαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εκτιμάται μεταξύ 300 – 500. Ωστόσο, υπήρχαν και άλλοι, που υπηρέτησαν στο ναυτικό της Δημοκρατικής Ισπανίας, στις διάφορες δομές επιμελητείας του τακτικού στρατού κ.λπ.

Ξεχωριστή, τέλος, ήταν η συνδρομή των Ελλήνων ναυτεργατών (υπό την καθοδήγηση της Ναυτεργατικής Ενωσης), που με εξαιρετική αυτοθυσία και ηρωισμό επάνδρωσαν τα ισπανικά πλοία, μεταφέροντας πολεμοφόδια, συχνά με το όπλο στο χέρι. Οι θαλάσσιες μεταφορές προς τη Δημοκρατική Ισπανία ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες, αφού τα πλοία βάλλονταν συνεχώς από τη γερμανική αεροπορία και τα ιταλικά υποβρύχια. Εξίσου κινδύνευαν και τα πληρώματα των ελληνικών εμπορικών πλοίων (οι Ελληνες εφοπλιστές έκλειναν συμφωνίες και με τις δύο πλευρές του Εμφυλίου, αποκομίζοντας αστρονομικά κέρδη, εξαιτίας του «υψηλού ρίσκου» του ταξιδιού). Πολλοί ναυτεργάτες έχασαν τη ζωή τους ή κατέληξαν αιχμάλωτοι.
Σε αρκετές περιπτώσεις, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών ναυτεργατών, τα πληρώματα των πλοίων με προορισμό τα λιμάνια που ήλεγχαν οι φασίστες κατέβηκαν σε απεργία ή στασίασαν μεταφέροντας τα φορτία τους στη Δημοκρατική Ισπανία. Οι ενέργειες αυτές είχαν εξαιρετική σημασία δεδομένου ότι με την επιστροφή τους στην Ελλάδα οι ναυτεργάτες αντιμετώπιζαν με βεβαιότητα, είτε τη φυλακή, είτε την πείνα (σε μια εποχή όπου η ανεργία στους ναυτεργάτες ήταν τρομακτική).

Φάρος προλεταριακού διεθνισμού

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα από τα λαμπρότερα παραδείγματα προλεταριακού διεθνισμού στην Ιστορία του κομμουνιστικού – εργατικού κινήματος. Εκατομμύρια εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης υπέρ του αγώνα του ισπανικού λαού. Τα ΚΚ και τα ταξικά συνδικάτα πρωτοστάτησαν για την – όσο το δυνατόν – ασφαλή μετάβαση των απανταχού εθελοντών στην Ισπανία, μεριμνώντας για τη σίτιση, τη στέγαση και βεβαίως τη μεταφορά τους εκεί, με κάθε μέσο (πλοία, τρένα, φορτηγά, με οδηγούς μέσα από τα Πυρηναία, κ.ο.κ.).

Το στοιχείο του προλεταριακού διεθνισμού αντικατοπτριζόταν χαρακτηριστικά στη σύνθεση των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι μαχητές των οποίων προέρχονταν από 53 συνολικά χώρες. Η ουσία του όμως έγκειτο πρώτα και κύρια στο περιεχόμενο της πάλης τους. Πολεμώντας υπέρ του εργαζόμενου ισπανικού λαού, οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών είχαν συνείδηση πως πολεμούσαν ταυτόχρονα και για την υπόθεση της δικής τους και της παγκόσμιας εργατιάς. «Ο μόνος δρόμος πίσω στη Γερμανία είναι μέσα από τη Μαδρίτη», είχε πει χαρακτηριστικά ένας Γερμανός, ο H. Beimler. Αντίστοιχα, όπως έγραφε ο Κατσούνης από τo μέτωπο, οι Ελληνες μαχητές «πολεμώντας εδώ στην Ισπανία πολεμούν και το μεταξικό φασισμό στην Ελλάδα». «Η ύπαρξη και μόνο καθαυτή ενός τέτοιου στρατού», επεσήμανε ο Αμερικανός κομμουνιστής και μαχητής των Διεθνών Ταξιαρχιών A. Bessie, αποτελούσε «κατηγορηματική απόδειξη ότι [η παγκόσμια εργατιά] έχει κοινό συμφέρον και σκοπό».10
Η ενότητα της τάξης στα συμφέροντα και το σκοπό – πέρα από εθνικότητα ή φυλή – αποτυπώθηκε επίσης στο γεγονός ότι εργάτες της αποικιοκράτειρας Βρετανίας και της αποικιοκρατούμενης Κύπρου πολέμησαν δίπλα – δίπλα στο ίδιο τάγμα. Οπως επίσης οι λευκοί και νέγροι μαχητές του αμερικανικού τάγματος «Α. Λίνκολν» (ο κομμουνιστής O. Law υπήρξε μάλιστα ο πρώτος νέγρος επικεφαλής λευκών στρατιωτών στην Ιστορία).11

Στην Ισπανία δεν συγκρούστηκε μόνο ο ντόπιος ένοπλος εργαζόμενος λαός με ντόπιες αστικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις. Συγκρούστηκαν επίσης οι Γερμανοί κομμουνιστές και εργάτες με τη γερμανική «Λεγεώνα του Κόνδορα», οι Ιταλοί με τους στρατιώτες του ιταλικού εκστρατευτικού Σώματος, οι Πορτογάλοι με τους συμπατριώτες τους της «Λεγεώνας Βιριάτο», οι Γάλλοι με τους φασίστες ομοεθνείς τους του τάγματος «Ζαν Ντ’ Αρκ», οι Σοβιετικοί με τους Ρώσους αντεπαναστάτες που έσπευσαν να καταταχθούν στο στρατό του Φράνκο, κ.ο.κ.12Οπως πολύ χαρακτηριστικά τόνισε ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Α. Σαλαζάρ, επρόκειτο για «μια διεθνή σύγκρουση σε ένα εθνικό πεδίο μάχης».13
Βεβαίως, η διεθνής του διάσταση και η σημασία της διεθνιστικής αλληλεγγύης, δεν παραγράφει το γεγονός πως ο Ισπανικός Εμφύλιος διεξαγόταν στο εθνικό πεδίο πάλης, που αποτελεί το κύριο πεδίο πάλης για κάθε ΚΚ – και τότε και σήμερα.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες διαλύονται – η πάλη συνεχίζεται…

Υποχωρώντας στις διαρκείς πιέσεις της Διεθνούς Επιτροπής «Μη-Επέμβασης», ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Χ. Νεγκρίν, ανακοίνωσε στις 21 Σεπτέμβρη 1938 τη διάλυση των Διεθνών Ταξιαρχιών, ευελπιστώντας στην ταυτόχρονη αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων της άλλης πλευράς, αλλά και στη χαλάρωση του διεθνούς εμπάργκο κατά της Δημοκρατικής Ισπανίας – κάτι που, βεβαίως, δεν συνέβη. Ετσι η Δημοκρατική Ισπανία στερήθηκε ένα πολύ σημαντικό μάχιμο δυναμικό και μάλιστα, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κρίσιμη μάχη του Εβρου.

Γενικά, μια ακριβής εκτίμηση των θυσιών σε απώλειες των Διεθνών Ταξιαρχιών είναι εξαιρετικά δύσκολη, για μια σειρά από λόγους. Ωστόσο, η πλειονότητα των πηγών συγκλίνει στο γεγονός ότι υπήρξαν ιδιαίτερα υψηλές, κυμαινόμενες στο 1/3 του συνόλου. Αυτό ισχύει και για τους Ελληνες, των οποίων οι απώλειες «οπωσδήποτε ξεπερνούν τους 100».14 Οι μεγάλες απώλειες οφείλονταν τόσο στο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαχητών ήταν εργατόπαιδα, που δεν είχαν ξαναπιάσει όπλο στη ζωή τους, όσο και στο ότι οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αξιοποιήθηκαν γενικά ως «δύναμη κρούσης», στις πιο επικίνδυνες αποστολές και μέτωπα. Οφείλονταν, τέλος, στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι μαχητές, πεπεισμένοι για την υπόθεση του πολέμου, ρίχνονταν στη μάχη με απαράμιλλη αυτοθυσία, έτοιμοι πάντοτε να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για αυτή.
Για κείνους που επέζησαν, πάντως, το μέλλον διαγραφόταν εξαιρετικά δυσοίωνο, δεδομένου ότι στις χώρες των περισσοτέρων κυριαρχούσαν φασιστικά – δικτατορικά καθεστώτα. Την εχθρότητα της αστικής τάξης της χώρας τους αντιμετώπισαν και όσοι προέρχονταν από τις αστικές δημοκρατίες. Το Βέλγιο και η Ολλανδία τους στέρησε την ιθαγένεια με το αιτιολογικό ότι υπηρέτησαν σε ξένο στρατό. Στις ΗΠΑ, πολλοί συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ άλλοι απελάθηκαν. Στην Ελβετία καταδικάστηκαν σε φυλάκιση και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Από τους Ελληνες μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών, πολλοί πήραν την ισπανική ιθαγένεια και συνέχισαν να μάχονται μέχρι το τέλος. Κάποιοι μάλιστα παρέμειναν και μετά την επικράτηση του Φράνκο μετέχοντας σε αντάρτικες μονάδες. Οσοι πέρασαν στη Γαλλία, κλείστηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης (όπου συγκρότησαν δύο οργανωμένες ομάδες, στο Περπινιάν και στα Κάτω Πυρηναία). Απ’ αυτούς, κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν εντασσόμενοι στη γαλλική αντίσταση. Αλλοι, όπως το στέλεχος του ΚΚΕ Αναγνώστης Δεληγιάννης, παραδόθηκαν στις μεταξικές αρχές (ο Δεληγιάννης εξορίστηκε στον Αϊ – Στράτη και κατόπιν παραδόθηκε στους κατακτητές και εκτελέστηκε το 1943). Οι ναυτεργάτες συνέχισαν την πάλη τους μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ).
Στην πλειοψηφία τους οι κομμουνιστές μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών δεν έπαψαν ποτέ να παλεύουν για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του Νίκου Καραγιάννη, που μετά την Ισπανία ηγήθηκε του ΕΑΜικού κινήματος στη Μέση Ανατολή και κατόπιν πολέμησε στον ΔΣΕ για να πεθάνει στην πολιτική προσφυγιά. `Η του Νίκου Βαβούδη, που το 1951, δουλεύοντας στον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να παραδοθεί ζωντανός στα χέρια της Ασφάλειας. `Η του Κώστα Βιδάλη, ανταποκριτή του «Ριζοσπάστη» στον Ισπανικό Εμφύλιο, που το 1946 δολοφονήθηκε με άγρια βασανιστήρια από παρακρατικούς του Σούρλα, όντας σε αποστολή για την αστική τρομοκρατία στη Θεσσαλία. Και τόσων, τόσων άλλων…

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Θ1 – Θ2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, σελ. 469.
2. Παλαιολογόπουλος Δ., Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936 – 1939), εκδ. «Φιλιππότη», Αθήνα, 1986, σελ. 61.
3. Thomas H., The Spanish Civil War, εκδ. Penguin, London, 1961, σελ. 258 και Alpert M, «The Clash of Spanish Armies: Contrasting Ways of War in Spain, 1936 – 1939», στο War in History, τ. 6(3), 1999, σελ. 331 – 351.
4. Αρχείο ΚΚΕ – έγγραφο 420011.
5. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4ος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1975, σελ. 421.
6. Σφήκας Θ., Η Ελλάδα και ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, εκδ. «Στάχυ», Αθήνα, 2000, σελ. 225 – 226.
7. «Ριζοσπάστης», 5 Οκτώβρη 1975 και 16 Νοέμβρη 1980.
8. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., No Pasaran. Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στην Ισπανία, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 44.
9. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 44. No Pasaran («Δεν θα περάσουν»): Σύνθημα που βροντοφώναξε κατά την πολιορκία της Μαδρίτης το ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Ισπανίας Ντ. Ιμπαρούρι – η θρυλική «πασιονάρια» – για να γίνει κατόπιν η φράση – σύμβολο όλου του αγώνα.
10. Regler G., The owl of Minerva, εκδ. «Farrar, Straus & Cudahy», N.Y., 1959, Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 24 και Bessie A, Men in Battle, εκδ. «Chandler & Sharp», N.Y., 1939, σελ. 343.
11. Carroll P. N., The Odyssey of the Abraham Lincoln Brigade, εκδ. «Stanford University Press», Stanford, 1994, σελ. 18.
12. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως μεταξύ των Γερμανών και Ιταλών στρατιωτών υπήρξαν αρκετά «κρούσματα» αυτομολήσεων προς την άλλη πλευρά, όπως π.χ. στη μάχη του Χαράμα και της Γκουανταλαχάρα. Στην περίπτωση της τελευταίας, δε, ήταν τόσα πολλά, που το επιτελείο του Φράνκο αναγκάστηκε να διατάξει την «αποχώρηση των ιταλικών μονάδων από τον τομέα» («Ριζοσπάστης», 16 Νοέμβρη 1980).
13. Κατσούδας Κ., «Οι Ισπανοί εθνικιστές και η 4η Αυγούστου», στο Μνήμων, τ. 26, 2004, σελ. 168.
14. Παλαιολόγος Δ., ό.π., σελ. 102.

Του Αναστάση Γκίκα (μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ)

Δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη στον Ριζοσπάστη

Advertisements

Όταν οι πρόγονοι των Χρυσαυγητών έβριζαν και δολοφονούσαν τους πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας-Η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι των προσφύγων

Πόντιοι πρόσφυγες

Πόντιοι πρόσφυγες

Ποια η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι των προσφύγων; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» το 1935, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι το βενιζελικό «στρατόπεδο» καλλιεργούσε σκόπιμα την ιδέα ανάμεσα στους πρόσφυγες πως αν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι έρχονταν ποτέ στην εξουσία «η πρώτη των πράξις θα ήτο να εξαπολύσουν κατά των προσφυγικών συνοικισμών στίφη μαινόμενα διά να τους εξοντώσουν, να τους αφαιρέσουν τας κατοικίας, τους αγρούς, τα παραπήγματά των». Και ο λόγος για τον οποίο η βενιζελική παράταξη επιδίωκε «να παρατείνει και να διαιωνίσει την διάκρισιν μεταξύ προσφύγων και γηγενών», σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ήταν γιατί επιθυμούσε «να υπάρχουν οι πρόσφυγες ως παράγων χωριστός, διά να επιτηδεύηται τον δήθεν προστάτην των έναντι των δήθεν εχθρών των»76.

Βέβαια, στο διαχωρισμό αυτό συνέδραμε σε ένα μεγάλο βαθμό και η πρακτική, η πολιτική, της «άλλης πλευράς», δηλαδή των Λαϊκών, των οποίων ο αντι-προσφυγισμός έφτανε πολλές φορές τα όρια του ρατσισμού και της υστερίας. Για τη στάση αυτή ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν μια σειρά από δημοσιεύματα που έκαναν την εμφάνισή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου από αντι-βενιζελικούς και τα οποία καλούσαν για τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», το διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους», κλπ. Ο «Ριζοσπάστης» στάθηκε συνεπής πολέμιος αυτής της αντι-λαϊκής επιθετικότητας. Καταφερόμενος, για παράδειγμα, εναντίον σχετικών άρθρων της «Καθημερινής» το Γενάρη του 1928, τόνιζε επικριτικά: «Οι πρόσφυγες δεν ψηφίζουν τον Τσαλδάρη και τον Μοναρχισμό, οι πρόσφυγες λοιπόν πρέπει να εξοντωθούν! Το δίκαιο των «ολίγων» μοναρχικών γηγενών, όπως λέει η Καθημερινή, θα τους μεταβάλλει σε «επαναστάτες». «Ο εκλογικός αυτός πληθυσμός θα μεταβληθεί αναγκαστικώς εις παράταξιν επαναστατών», επαναστατών που θα φέρουν πίσω τη βασιλεία, επαναστατών που να διώξουν ή να εξοντώσουν τους πρόσφυγες! Αυτή είναι η νέα φάση που δίνει ο Μοναρχισμός στον πόλεμο του κατά της Βενιζελοδημοκρατικής παράταξης»78.

Μέχρι και το 1936 ακόμα, ο συντηρητικός Τύπος πρόβαλλε το αίτημα της εκλογικής και πολιτικής γκετοποίησης του προσφυγικού κόσμου, καλώντας για την «πλήρη εκλογική αποκέντρωση των προσφύγων, ώστε να εκλέγουν πρόσφυγας βουλευτάς… και όχι ν’ αλλοιώνουν τα εκλογικά αποτελέσματα των γηγενών. Αμυνόμεθα συνεπώς υπέρ των γηγενών και δεν επιτιθέμεθα κατά των προσφύγων(!), οι οποίοι όταν θα γίνουν ίσοι μ’ εμάς στα στρατολογικά και τα φορολογικά, ας ψηφίζουν τον Αντίχριστο εις τον αιώνα τον άπαντα»79. Ο χαρακτηρισμός «Αντίχριστός» αναφέρεται βέβαια στον Βενιζέλο. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι είχε περάσει πάνω από μια δεκαετία από την έλευση των προσφύγων, μια μερίδα του γηγενούς πληθυσμού τούς θεωρούσε ακόμα πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Οι επιθέσεις εναντίον του προσφυγικού στοιχείου όμως δεν περιορίστηκαν απλά σε φραστικές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις έλαβαν και τη μορφή φυσικής βίας. Στα Πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου το Νοέμβρη του 1924 θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων, που αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάστασή τους. Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια80.

«Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους «αμύνης» κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις». «Κηρύγματα ερεθισμού και λυσσώδους εμπάθειας απευθύνονται καθημερινώς προς τον αυτόχθονα πληθυσμόν. Και οι πρόσφυγες περιλούονται με ύβρεις εμετικώς. Ονομάζονται «λεφούσι», χαρακτηρίζονται «Τούρκοι», απειλούνται με εξόντωσιν»81. Είναι πραγματικά αποκαλυπτική η στάση των λεγόμενων «πατριωτών» και «εθνικοφρόνων» της εποχής έναντι των προσφύγων, ενώ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την προσπάθεια που πραγματοποιεί ο ίδιος ιδεολογικοπολιτικός χώρος σήμερα να καπηλευτεί την ποντιακή (τουρκοποντιακή και ρωσοποντιακή) ψήφο.

Οι κομμουνιστές έδωσαν τότε μια τιτάνια μάχη καταγγέλλοντας -στον αγώνα τους να καταργήσουν στην πράξη- τις διαχωριστικές γραμμές που ήθελε να επιβάλει ο αστικός κόσμος μεταξύ προσφύγων και γηγενών εργαζομένων στη λογική του «διαίρει και βασίλευε»:

«Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που ολημερίς και ολονυχτίς δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλουσίου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφο του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη ή αγρότη».

Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929

Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που στάθηκε ειλικρινά δίπλα στους πρόσφυγες από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πόλεις όπου το κομμουνιστικό κίνημα και οι ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις κατείχαν ηγεμονική θέση, όπως η Καβάλα, οι πρόσφυγες εντάχθηκαν αμέσως στην τοπική κοινωνία, τα κρούσματα ρατσισμού ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ τα σωματεία μερίμνησαν από πολύ νωρίς για την επαγγελματική τους εκπαίδευση και την πετυχημένη ένταξή τους στην παραγωγή.

Το γεγονός ότι και στην Ελλάδα σε γενικές γραμμές οι πρόσφυγες άργησαν να «ενταχθούν» ουσιαστικά στην ντόπια κοινωνική και πολιτική ζωή, να αισθανθούν και να ενεργήσουν στην πράξη ως μέλη των κοινωνιών όπου εγκαταστάθηκαν και όχι ως πληθυσμός «φιλοξενούμενος» ή «εν αναμονή», παρουσιάζει επίσης ειδικό ενδιαφέρον. Δεν ήταν παρά τουλάχιστο μια δεκαετία μετά όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν πλέον τη μονιμότητα της κατάστασής τους, σηματοδοτώντας μια αργή αλλά σταθερή τάση αλλαγής της κατάστασης. Εχει τέλος αξία να επισημάνουμε ότι η πρώτη μαζική ένταξη των προσφύγων, Μικρασιατών και Ποντίων, στη διαδικασία της συνειδητής συνδιαμόρφωσης της τύχης της νέας τους πατρίδας πραγματοποιήθηκε μέσα από τον αγώνα της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, όταν οι προσφυγικοί συνοικισμοί μεταμορφώθηκαν σε πραγματικά κάστρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Βιβλιογραφία

76. «Πατρίς» 23/11/1935.

77. «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928.

78. «Ριζοσπάστης» 29/1/1928.

79. «Ελληνικό Μέλλον» 2/2/1936.

80. Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ).

81. «Ακρόπολις» 6/2/1936.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Α. Γκίκα, «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», εκδ. Σύγχρονη Εποχή – Κεφάλαιο «Πτυχές και ζητήματα του Πόντου την εποχή του ιμπεριαλισμού»

Για τον Πόντο βλέπε επίσης:

Διαμόρφωση του ελληνικού έθνους-κράτους