Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 62: Οι σχέσεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας (1948-1949)

1948 – 1949

Η εξέλιξη των σχέσεων ΚΚΕ και ΚΚ Γιουγκοσλαβίας

Meros69_Photo1_small.jpg

Αυτό που είναι ευρύτερα γνωστό, γύρω από τον αγώνα του ΔΣΕ και τη στάση της Γιουγκοσλαβίας, μετά τη ρήξη με το Γραφείο Πληροφοριών (Ινφορμπιρό), αφορά το λεγόμενο πισώπλατο χτύπημα. Δηλαδή, την καταγγελία του ΚΚΕ, ότι στις 5 Ιουλίου του 1949 κυβερνητικά στρατεύματα, σε συμφωνία με τους Γιουγκοσλάβους, πέρασαν από το γιουγκοσλαβικό έδαφος και χτύπησαν πισώπλατα τις δυνάμεις του ΔΣΕ στο Καϊμακτσαλάν. Βέβαια, το ΚΚΕ, όταν μιλούσε για πισώπλατο χτύπημα, δε στεκόταν μόνο στο τι έγινε στο Καϊμακτσαλάν τον Ιούλη του ’49. Αυτό ήταν το τρανταχτό γεγονός – ή μη γεγονός – που έμεινε γύρω από την καταγγελία του Κόμματος, με αποτέλεσμα να αποπροσανατολίζεται η όλη συζήτηση για τη στάση της Γιουγκοσλαβίας και το θέμα να εξαντλείται στα πλαίσια του εξής διλήμματος: Πέρασαν ή δεν πέρασαν τα κυβερνητικά στρατεύματα μέσα από το γιουγκοσλάβικο έδαφος; Αν ναι, τότε η Γιουγκοσλαβία πρόδωσε. Αν όχι, ήταν αθώα. Μάλιστα, ο μακαρίτης πια Αλέκος Παπαπαναγιώτου – παλιό στέλεχος του ΚΚΕ, του ΔΣΕ και μετά το ’68 του Εσωτερικού – έγραψε ολόκληρη μπροσούρα, που πρωτοκυκλοφόρησε στα σέρβικα και στη συνέχεια στα ελληνικά, για να αποδείξει την αθωότητα της Γιουγκοσλαβίας, Προφανώς, γιατί ένιωθε τύψεις ή θέλοντας να δικαιολογήσει την κατοπινή του στάση, αφού αυτός ήταν που είχε δώσει τις πληροφορίες, για το πισώπλατο χτύπημα στο Καϊμακτσαλάν. Πάντως, στη βάση του διλήμματος που προαναφέραμε, κρίθηκε μετά το 1956 και η πολιτική του Κόμματος επί Ζαχαριάδη απέναντι στη Γιουγκοσλαβία, προς το τέλος του Εμφυλίου και μετά από αυτόν. Είναι γεγονός, όμως, ότι τόσο ο Ζαχαριάδης, που συνέβαλε στη διαμόρφωση της πολιτικής του Κόμματος απέναντι στο ΚΚΓ μέχρι το 1956, όσο και αυτοί που έκριναν αυτή την πολιτική, γνώριζαν ότι το θέμα ήταν ευρύτερο και δεν είχε ούτε την αρχή ούτε και το τέλος του στο Καϊμακτσαλάν.

Μετά τη σύγκρουση ΚΚΓ – Ινφορμπιρό

Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, με άλλη ευκαιρία, η αρχική στάση της Γιουγκοσλαβίας – μετά τη σύγκρουση με το Ινφορμπιρό – ήταν θετική, σχετικά με τη συνέχιση της από μέρους της βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Επίσης, το ΚΚΓ δεν έδειχνε να ενοχλείται, που θα έχανε το παλιό του ρόλο και αντιμετώπιζε, κατά τα φαινόμενα, με κατανόηση τη δύσκολη θέση του ΚΚΕ, αναγνωρίζοντας το δικαίωμά του να πάρει τη θέση, που αυτό νόμιζε απέναντι στη διαμάχη Γιουγκοσλαβίας – Γραφείου Πληροφοριών. Δηλαδή, με άλλα λόγια, δεν εξαρτούσε τη βοήθεια που θα έδινε προς τον ΔΣΕ από τη θέση του ΚΚΕ υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Επίσης, το ΚΚΕ ανέλαβε την υποχρέωση να μην δημοσιοποιήσει τη θέση του και να μην δώσει το ίδιο αφορμές, για εκτόξευση κατηγοριών σε βάρος των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών. Βέβαια, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι στις σχέσεις των δύο κομμάτων δεν είχε εισχωρήσει η επιφυλακτικότητα και η δυσπιστία. Ηταν λογικό να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί, όμως, και να ισχυριστεί ότι αυτοί ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν, στη μετέπειτα ρήξη. Αναμφίβολα, οι σχέσεις των δύο κομμάτων, αν και δύσκολες, θα μπορούσαν να συνεχιστούν στη βάση της επαναστατικής αλληλεγγύης και του προλεταριακού διεθνισμού, με την προϋπόθεση της τροποποίησης αυτών των σχέσεων συνεργασίας και την προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, το ΚΚΕ απέσυρε την υψηλού επιπέδου πολιτική αντιπροσωπεία του, που είχε στο Βελιγράδι, καθώς και τους μηχανισμούς της δουλιάς του, όπως, π.χ., το ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα», τον οποίο μετέφερε στη Βουλγαρία.

Διαφορετικοί δρόμοι και στόχοι

Η σύγκρουση του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας με το Γραφείο Πληροφοριών δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας, που τροποποιούσε τις σχέσεις αυτού του κόμματος με το ΚΚΕ και το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα στην Ελλάδα. Αμέσως μετά απ’ αυτήν την εξέλιξη, στις σχέσεις των δύο κομμάτων εισχώρησε και η στροφή της Γιουγκοσλαβίας προς τη Δύση και τους Αγγλοαμερικάνους. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η επιλογή αυτή των Γιουγκοσλάβων τορπίλιζε οποιαδήποτε συνεργασία. Τα δύο κόμματα απομακρύνονταν το ένα από το άλλο και οι δρόμοι που είχαν διαλέξει για να πορευτούν καθίσταντο πλέον διαμετρικά αντίθετοι. Οσο προχωρούσε η σύνδεση της Γιουγκοσλαβίας με τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, η στάση της απέναντι στο ελληνικό αντάρτικο και στο ΚΚΕ τροποποιούνταν προς το δυσμενέστερο. Αργά, αλλά σταθερά και με μέθοδο, το Βελιγράδι άρχισε να υψώνει συνεχώς προσκόμματα στον αγώνα του ΔΣΕ, μέχρι που στο τέλος ξέκοψε οριστικά οποιαδήποτε σχέση είχε μ’ αυτόν.

Τα προβλήματα άρχισαν να ογκώνονται γύρω στο φθινόπωρο του ’48, όταν η Γιουγκοσλαβία άρχισε να μπαίνει, για τα καλά πλέον, στην αγκαλιά των Δυτικών. Ετσι, δεν αρκέστηκε μόνο στο να δυσκολεύει τον αγώνα του αντάρτικου κινήματος στην Ελλάδα, αλλά και να τον υπονομεύει στην πράξη. Με αιχμή το Μακεδονικό, αξιοποίησε τις δυνατότητες παρέμβασης, που είχε στο χώρο των Σλαβομακεδόνων, προκαλώντας διαλυτική δουλιά στις τάξεις του ΔΣΕ (λιποταξίες, δημιουργία προσφυγικού κινήματος από Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας που περνούσαν στο έδαφος της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας κλπ.). Πρωταγωνιστικό ρόλο γι’ αυτούς τους σκοπούς έπαιξε μια ομάδα ηγετών Σλαβομακεδόνων του ΝΟΦ (Γκότσε, Κεραμιτζίεφ, Οτσε, Σλαβιάνκα κ.α.), που πέρασε στα Σκόπια, εγκαταστάθηκε εκεί και, με την κάλυψη, την ενίσχυση και την καθοδήγηση, τόσο της τοπικής ηγεσίας, όσο και του Βελιγραδίου, επιδόθηκε με ζήλο στο προαναφερόμενο έργο. Από το ραδιοσταθμό των Σκοπίων, καλούσε με εκπομπές τους Σλαβομακεδόνες μαχητές του ΔΣΕ να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους, να μην σκοτώνονται άδικα στο Δημοκρατικό Στρατό, να μην έχουν εμπιστοσύνη στο ΚΚΕ, γιατί θα τους προδώσει και να περάσουν στη ΛΔ της Μακεδονίας για να σωθούν από τον πόλεμο. Η προπαγάνδα αυτή μεταφέρθηκε – στο μέτρο του δυνατού – και μέσα στις τάξεις του ΔΣΕ με την αποστολή πρακτόρων, οι οποίοι περνούσαν τα σύνορα δήθεν για να καταταγούν και να πολεμήσουν με τους αντάρτες. Ακόμη, η ομάδα αυτή – η οποία πρέπει να σημειωθεί πως ζητούσε από το ΚΚΕ να δηλώσει ότι η Μακεδονία του Αιγαίου θα ενωθεί με τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία – αλώνιζε τα στρατόπεδα των προσφύγων Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας, που υπήρχαν στο γιουγκοσλάβικο έδαφος, κάνοντας την ίδια προπαγάνδα. Κι ενώ συνέβαιναν αυτά, οι γιουγκοσλαβικές αρχές απαγόρευαν στα στελέχη του ΚΚΕ και του ΔΣΕ να επισκέπτονται αυτά τα στρατόπεδα και να κάνουν πολιτική δουλιά, για την εξασφάλιση εφεδρειών στο Δημοκρατικό Στρατό. Αξίζει, δε, να σημειώσουμε πως όταν το ΚΚΕ και οι σλαβομακεδονικές οργανώσεις του ΔΣΕ κατήγγειλαν ανοιχτά και ονομαστικά τους Γκότσε – Κεραμιτζίεφ κ.ά. για τη δράση τους, η αεροπορία της κυβέρνησης των Αθηνών γέμισε με προκηρύξεις τα σλαβομακεδονικά χωριά της ελληνικής επικράτειας και καλούσε τους Σλαβομακεδόνες να ρωτήσουν το ΚΚΕ τι έκανε τους ηγέτες τους!!! (Βλέπε: Απόφαση του καθοδηγητικού Αχτίφ της ΚΟΕΜ για την εθνικιστική – προδοτική κλίκα Κεραμιτζίεφ – Γκότσε,σελ. 16 – 18). Να υποθέσει κανείς ότι αυτό έγινε γιατί η ντόπια αντίδραση ήθελε τον τεμαχισμό της ελληνικής επικράτειας και υποστήριζε τις αποσχιστικές τάσεις στο χώρο της ελληνική Μακεδονίας..;

Η Γιουγκοσλαβία δεν αρκέστηκε μόνο στις παραπάνω ενέργειες σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού. Ανάμεσα στα πολλά – και χρησιμοποιώντας διάφορες προφάσεις – απαγόρευσε να περνάει από το έδαφός της η διεθνιστική βοήθεια προς το ΔΣΕ που προερχόταν μέσω Βουλγαρίας από την ΕΣΣΔ και τις Λαϊκές Δημοκρατίες, καθώς και μαχητές που είχαν πάει για ανάρρωση σ’ αυτές τις χώρες. Επίσης επικαλούνταν τον παλιό της, ουσιαστικά, ρόλο και ούτε λίγο – ούτε πολύ ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο στις σχέσεις του ΚΚΕ με τα αδελφά κόμματα, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το λαϊκοδημοκρατικό και αντάρτικο κίνημα στην Ελλάδα είχε την ανάγκη της.

Η στάση του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ προσπάθησε να ξεπεράσει τα προβλήματα που δημιουργούσε η Γιουγκοσλαβία και να έρθει σε μια συνεννόηση μαζί της. Ταυτόχρονα, πήρε και πολιτικά μέτρα για να εμποδίσει τη διαλυτική δουλιά. Σ’ αυτά τα πολιτικά μέτρα εντάσσεται και η απόφαση της 5ης Ολομέλειας γύρω από το Μακεδονικό. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι το ΚΚΕ απέφυγε για μεγάλο χρονικό διάστημα, να καταγγείλει για τη στάση της αυτή τη Γιουγκοσλαβία. Προχώρησε δε σ’ αυτή την καταγγελία προς το τέλος του Εμφυλίου και αφού είχε πλέον ολοφάνερα κριθεί η τελική έκβασή του, με άρθρο του Ν. Ζαχαριάδη (έφερε τον τίτλο: «Το στιλέτο του Τίτο χτυπά πισώπλατα τη Λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα»), που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ινφορμπιρό στις 1/8/1949 και στο τεύχος 8 του Περιοδικού «Δημοκρατικός Στρατός». Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μία από τις βασικές αιτίες που γράφτηκε αυτό το άρθρο είναι και το γεγονός ότι στην ηγεσία του Κόμματος θεωρούνταν βέβαιο πως στο Καϊμακτσαλάν πραγματοποιήθηκε πισώπλατο χτύπημα.

Πριν, όμως, φτάσουμε στην ανοιχτή καταγγελία, η ηγεσία του ΚΚΕ είχε επαφές με την ηγεσία του ΚΚΓ για τη λύση των προβλημάτων που προαναφέραμε. Πραγματοποιήθηκαν δύο κύκλοι συναντήσεων. Συγκεκριμένα, το Φλεβάρη του ’49, ο Μ. Πορφυρογένης, ως εκπρόσωπος του Κόμματος, συνοδευόμενος από τον εκπρόσωπο του ΝΟΦ και υπουργό της ΠΔΚ, Πασχάλη Μητρόφσκι, επισκέφτηκε τα Σκόπια και το Βελιγράδι. Στα Σκόπια συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της ΛΔ της Μακεδονίας, Κονισέφσκι, και το υπουργό Εσωτερικών, Αμπας, όπου και έθεσε τα προβλήματα χωρίς όμως να επιτύχει λύσεις. Στο Βελιγράδι, συναντήθηκε με το μέλος της ΚΕ του ΚΚΓ Πόπι Βόιντα, αλλά κι αυτή η συνάντηση ήταν άκαρπη. Στη συνέχεια, τον Απρίλη του ’49, το Βελιγράδι επισκέφτηκε ο Π. Ρούσος, ο οποίος συναντήθηκε με τον στρατηγό Ράνκοβιτς, ηγετικό στέλεχος του γιουγκοσλαβικού κόμματος και στενό συνεργάτη του Τίτο. Το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η διαπίστωση του αδιεξόδου στις σχέσεις των δύο κομμάτων. Τα πράγματα, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, είχαν πάρει το δρόμο τους και η ρήξη ήταν ζήτημα χρόνου.

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του «Ρ»

Περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 58: Η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1949) και το «Μακεδονικό» (ΙΙ)

Η 5η Ολομέλεια και το Μακεδονικό (μέρος ΙΙ)

Meros65_Photo1_small.jpg

Η θέση της 5ης Ολομέλειας για το Μακεδονικό εγκαταλείφθηκε από το ΚΚΕ τον Οκτώβρη του 1949 με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας που επανέφεραν την παλιά θέση περί ισοτιμίας. Να τι λέει συγκεκριμένα η Πολιτική Απόφαση της 6ης Ολομέλειας: «Το κόμμα πρέπει να φυλάξει και να δυναμώσει παραπέρα τους δεσμούς ανάμεσα στον ελληνικό και σλαβομακεδονικό λαό, που σφυρηλατήθηκαν μέσα στον κοινό σκληρό αγώνα. Η πάλη ενάντια στην καταπίεση των Σλαβομακεδόνων, η πάλη για την ισοτιμία τους, η αναγνώριση του δικαιώματος να ζούνε λεύτεροι και αφέντες στην πατρική τους γη, δένει τους Μακεδόνες με τους Ελληνες και εμποδίζει τα κατακτητικά σχέδια του Τίτο εναντίον της ελληνικής Μακεδονίας» («Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 7ος, σελ. 18). Σ’ αυτή την Ολομέλεια δόθηκαν και εξηγήσεις για τις αιτίες που οδήγησαν στη θέση της 5ης Ολομέλειας. Στην ομιλία του – που κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστή μπροσούρα με τον τίτλο «Καινούρια κατάσταση – Καινούρια καθήκοντα» – ο Ν. Ζαχαριάδης ανέφερε: «Η υπονομευτική και διασπαστική δράση του Τίτο και των πρακτόρων του στην Ελλάδα ανάγκασε την 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1949), να αντικαταστήσει το σύνθημα της ισοτιμίας (της αυτονομίας μέσα στα πλαίσια του ελληνικού κράτους) με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, παρά το γεγονός ότι το σύνθημα αυτό στις συγκεκριμένες συνθήκες δεν ανταποκρινότανε στα γενικότερα συμφέροντα του κινήματος» (Ν. Ζαχαριάδη: «Συλλογή έργων», σελ. 470 – 471). Επίσης, στην Πολιτική Απόφαση της 6ης Ολομέλειας αναφέρεται: «Από τότε που το Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών κομμάτων ξεσκέπασε την τιτική προδοσία η παρέα αυτή των υποτακτικών και κατασκόπων του ιμπεριαλισμού άρχισε ολοένα πιο ανοιχτά να υπονομεύει τον σκληρό και άνισο αγώνα του ελληνικού Λαού εναντίον του ξενοκίνητου μοναρχοφασισμού. Στα Σκόπια εγκαταστάθηκε μια σπείρα προδότες και λιποτάκτες του αγώνα μας, που κάτω απ’ την προστασία της κλίκας του Βελιγραδίου, οργάνωνε λιποταξίες απ’ το ΔΣΕ. Ολόκληρη σειρά άλλοι πράκτορες πήραν εντολή να κάνουν ύπουλη διαλυτική δουλιά στην Ελεύθερη Ελλάδα και μέσα στα τμήματα του ΔΣΕ. Ο Τίτο μας στέρησε πολύτιμες εφεδρείες» («Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 7ος, σελ. 15). Ανεξαρτήτως των χαρακτηρισμών που χρησιμοποιούνται, τα όσα καταγγέλλει η 6η Ολομέλεια για διαλυτική υπονομευτική δουλιά και προπαγάνδα σε βάρος του ΔΣΕ από διασπαστικά, αποσχιστικά σλαβομακεδονικά στοιχεία, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γεγονός είναι επίσης ότι από το ραδιοσταθμό των Σκοπίων γίνονταν εκπομπές που καλούσαν τους Σλαβομακεδόνες να μην παλεύουν άδικα στο πλευρό του ΔΣΕ. Στις συνθήκες του 1949, όπου ο ΔΣΕ είχε ασφυκτικό το πρόβλημα της έλλειψης εφεδρειών και μπροστά τον περίμεναν σκληρές μάχες, η θέση της 5ης Ολομέλειας για το Μακεδονικό αποσκοπούσε στη συγκέντρωση νέων δυνάμεων στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού από το χώρο των Σλαβομακεδόνων και στην απόκρουση της διαλυτικής δουλιάς που έκαναν τα διασπαστικά – αποχωριστικά στοιχεία που προαναφέραμε. Πρέπει δε, να προσθέσουμε ότι προσπάθεια να αποσπάσουν τους Σλαβομακεδόνες από το ΔΣΕ έκαναν και οι Αγγλοαμερικάνοι με εκπομπές μέσα από την περιβόητη «Φωνή της Αμερικής», χρησιμοποιώντας τη φασιστική συμμορία του Βάντσε Μιχα`ϊλοφ. Να, τι καταγγέλθηκε στο 2ο Συνέδριο του ΝΟΦ που πραγματοποιήθηκε στο τρίτο δεκαήμερο του Μάρτη 1949: «Ταιριάζει να πούμε κάτι για τη βαρχοβίστικη συμμορία της ΒΜΡΟ του Βάνστε Μιχα`ϊλοφ. Η συμμοριακή αυτή προδοτική οργάνωση διατηρήθηκε και διατηρείται μ’ έξοδα των εχθρών του μακεδονικού λαού, αλλά και όλων των άλλων λαών της Βαλκανικής και των λαών του κόσμου όλου ακόμα. Αφού πρόσφερε τις υπηρεσίες της στην πλουτοκρατική κλίκα που καταπίεζε το βουλγάρικο λαό, πέρασε ύστερα στην υπηρεσία των Χίτλερ – Μουσολίνι και τώρα βρίσκεται στην υπηρεσία του αμερικανοαγγλικού ιμπεριαλισμού. Φωνάζουν λοιπόν οι άθλιοι αυτοί με τη «Φωνή της Αμερικής» τούτη τη φορά πως: Ο μακεδονικός λαός δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος παρά μόνο σε μια «αυτόνομη ή ανεξάρτητη ενωμένη Μακεδονία υπό την προστασία των Αμερικανών ή των Αγγλων» («Ιδεολογικές βάσεις του ΝΟΦ», εισήγηση στο 2ο Συνέδριο του ΝΟΦ, σελ. 33-34).

Η θέση της 5ης Ολομέλειας και οι κατοπινές συζητήσεις

Meros65_Photo2_small.jpg

Η απόφαση της 5ης Ολομέλειας για το Μακεδονικό απασχόλησε τα κομματικά σώματα του ΚΚΕ μετά τον εμφύλιο. Εντονη συζήτηση έγινε στην 7η Ολομέλεια του 1950, μπροστά στην 3η Συνδιάσκεψη, κατά τη διάρκεια των εργασιών της το ίδιο έτος και φυσικά σε κομματικά σώματα της μεταζαχαριαδικής περιόδου. Θα σταθούμε στις συζητήσεις που έγιναν στην πρώτη περίοδο, όταν ο Ζαχαριάδης ήταν ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Στην 7η Ολομέλεια, που πραγματοποιήθηκε το Μάη του 1950, το θέμα έθεσε ο Μ. Παρτσαλίδης ο οποίος αν και παραδέχτηκε την ύπαρξη των αιτιών που οδήγησαν στη θέση της 5ης Ολομέλειας, χαρακτήρισε αυτή τη θέση «αποτυχημένη προσπάθεια αντιπερισπασμού στη διαλυτική δουλιά των τιτικών». Επίσης υπεραμύνθηκε της θέσης για ισοτιμία, εμφανίζοντάς την ως τη μόνη σωστή. Τέλος, ζήτησε να μην χρησιμοποιείται από το Κόμμα η λέξη «αυτονομία» για τους Σλαβομακεδόνες, γιατί μπορούσε να παρεξηγηθεί και υποστήριξε ότι «αυτή η λέξη στη μαρξιστική ορολογία έχει την έννοια της εκπαιδευτικής αυτονομίας» («7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ – Εισηγήσεις – Λόγοι – Αποφάσεις», μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 37-38). Ο Ν. Ζαχαριάδης απάντησε στις απόψεις του Παρτσαλίδη και στον τελικό του λόγο στην 7η Ολομέλεια και στα εισηγητικά του κείμενα προς την 3η Συνδιάσκεψη, υπογραμμίζοντας ανάμεσα στα άλλα ότι το εθνικό ζήτημα υποτάσσεται στις κάθε φορά ανάγκες της επανάστασης. Στα εισηγητικά του κείμενα προς τη Συνδιάσκεψη ο Ζαχαριάδης τόνισε: «Το βασικό για τον κομμουνιστή είναι: ν’ αναγνωρίζει τα δικαιώματα του καταπιεζόμενου έθνους. Και το βασικό δικαίωμα του έθνους είναι το ζήτημα της αυτοδιάθεσης. Και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σημαίνει ότι το έθνος έχει δικαίωμα όχι μόνο στην αυτονομία μα και στον αποχωρισμό. Τώρα ανάλογα με την κάθε φορά κατάσταση και τα συμφέροντα της πάλης του προλεταριάτου, της επανάστασης, προωθείται η μια ή η άλλη πλευρά του εθνικού ζητήματος, γιατί το εθνικό σαν εφεδρεία της προλεταριακής ή της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης υποτάσσεται σ’ αυτή. Βασικό όμως και υποχρεωτικό είναι για τον κομμουνιστή και το προλεταριακό κόμμα: πρώτο, η αναγνώριση της αρχής της αυτοδιάθεσης μέχρι και του αποχωρισμού, δεύτερο, ότι η αλλαγή στο σύνθημα κάθε φορά: αποχωρισμός ή αυτονομία, υπαγορεύεται, φυσικά, απ’ το συγκεκριμένο κάθε φορά συμφέρον της επανάστασης, όμως δεν επιβάλλεται αυθαίρετα απ’ τα πάνω, μα γίνεται σε συνεννόηση με τις επαναστατικές οργανώσεις της καταπιεζόμενης εθνότητας». Οφείλουμε να πούμε πως, θεωρητικά, ο Ζαχαριάδης είναι αυτός που έχει το δίκιο και όχι ο Παρτσαλίδης. Οι θέσεις του Παρτσαλίδη – ανεξαρτήτως αν από άποψη τακτικής ήταν σωστές – παραγνωρίζοντας τη βασική θεωρητική θέση των μαρξιστικο – λενινιστικών κομμάτων για το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών, οδηγούσαν το ΚΚΕ σε μια δεξιά οπορτουνιστική διολίσθηση πάνω στο θέμα.

Υπό το πρίσμα του μαρξισμού

Meros65_Photo3_small.jpg

Στη μαρξιστική φιλολογία υπάρχει αρκετό υλικό γύρω από το εθνικό ζήτημα και αξίζει να σταθούμε σε ορισμένες από τις σχετικές επισημάνσεις, που έχει κάνει ο Λένιν. Στα κριτικά του σημειώματα, για το εθνικό ζήτημα, ο Λένιν υπογράμμιζε: «Πρέπει να απαντάμε με: «ναι ή όχι» στο ζήτημα του αποχωρισμού κάθε έθνους; Αυτό μοιάζει σαν πολύ «πρακτική» διεκδίκηση. Στην πραγματικότητα όμως είναι ανόητη, θεωρητικά μεταφυσική και στην πράξη οδηγεί στην υποταγή του προλεταριάτου στην πολιτική της αστικής τάξης. Η αστική τάξη βάζει πάντα στην πρώτη γραμμή τις εθνικές της διεκδικήσεις. Τις βάζει απόλυτα. Για το προλεταριάτο οι διεκδικήσεις αυτές υποτάσσονται στα συμφέροντα της ταξικής πάλης. Θεωρητικά δεν μπορείς να εγγυηθείς από πριν, αν ο αποχωρισμός ενός δοσμένου έθνους, είτε η ισότιμη θέση του μ’ ένα άλλο έθνος θα ολοκληρώσει την αστικοδημοκρατική επανάσταση. Για το προλεταριάτο έχει σημασία και στις δύο περιπτώσεις να εξασφαλίσει την ανάπτυξη της τάξης του. Για την αστική τάξη έχει σημασία να δυσκολέψει αυτή την ανάπτυξη, παραμερίζοντας τα καθήκοντα αυτής της ανάπτυξης μπροστά στα καθήκοντα του έθνους «της». Γι’ αυτό, το προλεταριάτο περιορίζεται στην αρνητική, σαν να λέμε, διεκδίκηση να αναγνωριστεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, χωρίς να δίνει εγγυήσεις σε κανένα έθνος, χωρίς να αναλαμβάνει υποχρεώσεις να δώσει τίποτα σε βάρος άλλου έθνους» (Βλέπε: «Λένιν: Κριτικά σημειώματα πάνω στο εθνικό ζήτημα – Για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών», εκδόσεις ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ 1976, σελ. 59). Επίσης ο Λένιν πρόσθετε: «Οταν κατηγορείς τους οπαδούς της ελευθερίας της αυτοδιάθεσης, δηλ. της ελευθερίας του αποχωρισμού, ότι ενθαρρύνουν τις χωριστικές τάσεις, κάνεις την ίδια ακριβώς ανοησία και την ίδια ακριβώς υποκρισία σαν να κατηγορείς τους οπαδούς της ελευθερίας του διαζυγίου ότι ενθαρρύνουν τη διάλυση των οικογενειακών δεσμών… Οποιος στέκει στην άποψη της δημοκρατίας, όποιος δηλαδή είναι υπέρ της λύσης των κρατικών ζητημάτων από τη μάζα του πληθυσμού, ξέρει θαυμάσια ότι από τη φλυαρία των πολιτικάντηδων ως την απόφαση των μαζών υπάρχει «τεράστια απόσταση». Οι μάζες του πληθυσμού ξέρουν περίφημα από την καθημερινή πείρα τη σημασία των γεωγραφικών και οικονομικών δεσμών, τα πλεονεκτήματα της μεγάλης αγοράς και του μεγάλου κράτους και θα τραβήξουν για αποχωρισμό μονάχα όταν η εθνική καταπίεση και οι εθνικές προστριβές κάνουν τη συμβίωση ολότελα αβάσταχτη και εμποδίσουν και εμποδίζουν όλες τις οικονομικές σχέσεις» (στο ίδιο, σελ. 72-73). Ακόμη ο Λένιν τόνιζε, αναφερόμενος στη Ρωσία, την εξής θέση γενικότερης σημασίας: «Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η αναγνώριση από τους μαρξιστές όλης της Ρωσίας, και πρώτα απ’ όλα από τους μεγαλορώσους, του δικαιώματος του αποχωρισμού δεν αποκλείει καθόλου τη ζύμωση των μαρξιστών αυτού ή εκείνου του καταπιεζόμενου έθνους ενάντια στον αποχωρισμό, όπως και η αναγνώριση του δικαιώματος διαζυγίου δεν αποκλείει στη μία ή στην άλλη περίπτωση τη ζύμωση ενάντια στο διαζύγιο» (στο ίδιο, σελ. 103).

Ο χαρακτήρας του λάθους

Απ’ όσα έχουμε ήδη αναφέρει στα προηγούμενα σημειώματα, σχετικά με το θέμα του Μακεδονικού, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η θέση που πήρε το ΚΚΕ στην 5η Ολομέλεια, σε καμιά περίπτωση δε σήμαινε και ενθάρρυνση ή δέσμευσή του υπέρ αποσχιστικών τάσεων στο έδαφος της ελληνικής Μακεδονίας. Τίποτα δεν υπήρχε σ’ αυτή τη θέση που να εμποδίζει το ΚΚΕ, ταυτόχρονα με την αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στους Σλαβομακεδόνες να αγωνίζεται ενάντια στις αποσχιστικές τάσεις και να τις αντιπαλεύει. Αλλωστε, αυτό έπραξε. Τίποτα, επίσης, δεν υπήρχε που να δεσμεύει το ΚΚΕ στην παραχώρηση ελληνικού εδάφους και στη μείωση της ελληνικής επικράτειας στην περίπτωση που ο ΔΣΕ θα νικούσε. Ισα ίσα, που σε μια τέτοια περίπτωση, δε θα υπήρχε λόγος οι Σλαβομακεδόνες να ζητούν τον αποχωρισμό. Η κατηγορία επομένως από την αστική τάξη, ακόμη ως και σήμερα, σε βάρος του ΚΚΕ, ότι μ’ αυτή του τη θέση αποδέχτηκε τον τεμαχισμό της εδαφικής επικράτειας της Ελλάδας ήταν – και είναι – σκόπιμη.

Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε ότι η θέση της 5ης Ολομέλειας ήταν σωστή; Αναμφίβολα όχι. Ο μαρξισμός λέει, ότι το εθνικό ζήτημα υποτάσσεται στα συμφέροντα της επανάστασης. Κι ανάλογα με τα συμφέροντα της επανάστασης και τις διαθέσεις των μαζών, σε διαλεκτική ενότητα μεταξύ τους, προτάσσεται η μία ή η άλλη θέση πάνω στο συγκεκριμένο εθνικό ζήτημα. Η 5η Ολομέλεια, υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του Δημοκρατικού Στρατού και υποτιμώντας τον αντίπαλο, εκτίμησε λαθεμένα ότι το 1949 ήταν χρόνος αποφασιστικής καμπής του πολέμου κι ότι ο ΔΣΕ μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία στις εσωτερικές εξελίξεις. Ετσι, για να συγκεντρωθεί στο Δημοκρατικό Στρατό το μέγιστο των δυνάμεων, που ήταν δυνατό και για να αντιμετωπιστεί η διαλυτική προπαγάνδα ορισμένων αποσχιστικών ομάδων των Σλαβομακεδόνων και των Σκοπίων, άλλαξε την προηγούμενη σωστή θέση του Κόμματος, για το Μακεδονικό, δίνοντας έτσι αντικειμενικά προσχήματα στην αντίπαλη προπαγάνδα και αφήνοντας ένα κάποιο έδαφος για παρανοήσεις και παρεξηγήσεις. Το γεγονός αυτό ήταν, βέβαια, λάθος. Λάθος, άλλωστε, που το αναγνώρισε και ο ίδιος ο Ν. Ζαχαριάδης, μιλώντας στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το 1957.

Εχει υποστηριχτεί, ακόμη, ότι η θέση της 5ης Ολομέλειας για το Μακεδονικό ήταν στην πραγματικότητα επαναφορά της θέσης του 3ου έκτακτου Συνεδρίου του Κόμματος (1924), που μιλούσε για ανεξάρτητη Μακεδονία – Θράκη στα πλαίσια μιας Βαλκανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι σωστός. Πέρα από τις αρκετές και σημαντικές αλλαγές, που έχουν στο μεταξύ μεσολαβήσει, η θέση του ’49 αφορούσε τους Σλαβομακεδόνες και καμιά αναφορά δε γινόταν στη Θράκη, αλλά ούτε καν στη δημιουργία μακεδονικού κράτους στο έδαφος της γεωγραφικής Μακεδονίας. Η θέση του ’24 αναφερόταν σ’ ένα ευρύ φάσμα εθνοτήτων – μειονοτήτων (Ελληνες, Βούλγαρους, Τούρκους, Εβραίους, Σλαβομακεδόνες, Βλάχους και άλλους), που ζούσαν στο έδαφος της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας και που με τους βαλκανικούς πολέμους, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη συνεχή εθνικιστική βία και τις ανταλλαγές των πληθυσμών, στο όνομα της «εθνικής καθαρότητας» των εδαφών, είχαν γίνει μπαλάκι του εθνικισμού και του σοβινισμού των αστικών τάξεων των Βαλκανίων.

Με αφορμή μια παρέμβαση

Ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία

Σημείωμα με ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία, μας έστειλε ο Χρήστος Λάμπρου και το δημοσιεύουμε, ευχαριστώντας τον για την παρέμβασή του.

«Αγαπητέ «Ρ»

ο σ. Ν. Ζάγκαλης, σε γραπτή του παρέμβαση την 31/12/1996, για τα 50χρονα του ΔΣΕ, αναφέρεται στις πρώτες ένοπλες ομάδες (ή σε κάποιες από τις πρώτες), οι οποίες εμφανίστηκαν το καλοκαίρι του 1946, με στόχο να οργανώσουν στην Ηπειρο το νέο αντάρτικο. Στο μικρό, αλλά περιεκτικό κείμενό του περιγράφει τις αντίξοες συνθήκες εκείνης της περιόδου και τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών της μεγάλης αρχής του νέου αγώνα, για την Εθνική Ανεξαρτησία, Δημοκρατία και Σοσιαλισμό. Είναι σίγουρο, ότι οι γραπτές παρεμβάσεις των επιζώντων αγωνιστών της ένδοξης εποποιίας του ΔΣΕ, έστω και με καθυστέρηση 50 χρόνων, προσφέρουν πολύτιμη υπηρεσία στην αντικειμενική προσέγγιση της ιστορίας μιας εποποιίας, η οποία εν πολλοίς κατασυκοφαντήθηκε από εχθρούς και «φίλους».

Ας μας επιτρέψει, ωστόσο, ο Ν. Ζάγκαλης, να προσθέσουμε μερικά ακόμη στοιχεία, προκειμένου να αποκαλυφθούν και άλλες πτυχές των γεγονότων εκείνης της περιόδου. Ολοι οι πρωταγωνιστές (ή σχεδόν όλοι), που αναφέρονται στο κείμενο του σ. Ν. Ζάγκαλη, καθώς και πολλοί άλλοι (ανάμεσά τους και ο γράφων), κυνηγημένοι από το κράτος των δοσιλόγων, για την πατριωτική τους δράση από τις γραμμές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, κατέφυγαν το 1945 στην Αλβανία και από εκεί στη Γιουγκοσλαβία, στο χωριό Μπούλκες. Υστερα από τη γνωστή απόφαση της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, με εντολή του Κόμματος, επέστρεψαν οι προαναφερόμενοι πρωταγωνιστές, το καλοκαίρι του 1946, για να οργανώσουν το νέο αντάρτικο, μαζί με πολλούς αγωνιστές, που βρίσκονταν κυνηγημένοι στα βουνά. Την ίδια διαδρομή, από το Μπούλκες στο ΔΣΕ, ακολούθησαν τμηματικά και σε διαφορετικό χρόνο και οι άλλοι αγωνιστές (και ο γράφων), που είχαν καταφύγει εκεί.

Εχουμε την αίσθηση, ότι τα λίγα αυτά στοιχεία, που προσθέσαμε, υπογραμμίζουν επιπροσθέτως το ρόλο της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, που σηματοδότησε την έναρξη του ένοπλου αγώνα.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς

Χρήστος Χ. Λάμπρου»

Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του «Ρ»

Περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/