Αντικομμουνισμός και παραχάραξη της Ιστορίας: Τα «Σύμφωνα» Πετριτσίου, ΕΑΜ-ΣΝΟΦ, Γερμανών-ΕΛΑΣ, Γερμανών-Σιάντου αποδομούνται

Η αντικομμουνιστική προπαγάνδα της Κατοχής ζει και βασιλεύει στις μέρες μας

Αντικομμουνισμός και παραχάραξη της Ιστορίας

(Από την Κατοχή στην εποχή του διαδικτύου)

Είναι γεγονός πως, ιστορικά, κάθε φορά που ο καπιταλισμός περνούσε κρίση, ο αντικομμουνισμός οξυνόταν (δίπλα σε κάθε μορφής καταστολή) υπό το φόβο της ριζοσπαστικοποίησης των μαζών και με στόχο την ενσωμάτωσή τους. Ενα δείγμα της έντασης αυτής του αντικομμουνισμού σήμερα αποτελεί η αναβίωση μιας σειράς «επιχειρημάτων» κατά του ΚΚΕ που κατασκευάστηκαν την περίοδο της Κατοχής και διαδίδονται στις μέρες μας ευρέως από διάφορα αστικά, εθνικιστικά, νεοναζιστικά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. «Αξιοποιούνται» δε στην πρώτη γραμμή της αντικομμουνιστικής επίθεσης από κόμματα όπως η «Χρυσή Αυγή» ή το ΛΑ.Ο.Σ. και όχι μόνο.

Πρόκειται για «ντοκουμέντα» που στη διάρκεια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης παράχθηκαν μαζικά, προκειμένου να δυσφημιστεί ο αγώνας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Δεκάδες «συμφωνίες» έκαναν τότε την εμφάνισή τους, με τις οποίες το ΕΑΜ και το ΚΚΕ άλλοτε «πρόδιδαν» την Ελλάδα στους Αλβανούς, άλλοτε στους Βούλγαρους, άλλοτε στους Γιουγκοσλάβους, άλλοτε στους Γερμανούς, κ.ο.κ. Οπως παρατήρησε ο ιστορικός H. Fleischer «οι περισσότερες από τις πλαστογραφίες αυτές είχαν κατασκευασθεί μάλλον αδέξια».1

Η διαδρομή των «εγγράφων» αυτών είναι χαρακτηριστική: Πολλά «ανακαλύφθηκαν» και διοχετεύτηκαν στη δημοσιότητα από τις δυνάμεις κατοχής ή από οργανώσεις όπως η ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση). Η ΠΑΟ, μια βαθύτατα αντικομμουνιστική οργάνωση, επικέντρωσε την «αντιστασιακή» της δράση, περισσότερο κατά του ΕΑΜ παρά κατά του κατακτητή, γεγονός που επισημάνθηκε και από τους Αγγλους.2 Στο όνομα της «πάλης κατά του κομμουνισμού» ορισμένα τμήματά της συνεργάστηκαν ανοικτά στην πορεία με τις δυνάμεις κατοχής. Στη συνέχεια, τα εν λόγω «έγγραφα» επανεμφανίστηκαν στην εμφυλιοπολεμική έκδοση του υφυπουργείου Τύπου & Πληροφοριών (1947), με τίτλο «Η εναντίον της Ελλάδος επιβουλή» και κατόπιν σε εκδόσεις της χούντας («Δεκέμβριος 1944 – Δεκέμβριος 1967») και «έργα» του «διαφωτιστή» της δικτατορίας και υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ Γ. Γεωργαλά («Η Προπαγάνδα»). Ορισμένα από αυτά περιλαμβάνονται και στην έκδοση του Γενικού Επιτελείου Στρατού «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης 1941-1944».

Το «Σύμφωνο» του Πετριτσίου

Το περιβόητο πια «Σύμφωνο» του Πετριτσίου, η πλέον αναπαραγόμενη και ταυτόχρονα γνωστή πλαστογραφία του είδους της, «συνάφθηκε» στις 12/7/1943 μεταξύ του Γ. Ιωαννίδη (εκ μέρους του ΚΚΕ) και του Δ. Δασκάλωφ (εκ μέρους του ΚΚ Βουλγαρίας). «Προέβλεπε» τη δημιουργία Βαλκανικής Ενωσης Σοβιετικών Δημοκρατιών, στην οποία η Μακεδονία θα εντασσόταν ως Αυτόνομη Σοβιετική Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Χ. Νάλτσα (αρχηγό του πολιτικού κλάδου της ΠΑΟ), «αντίγραφον ταύτης επρομηθεύθη ολίγον μετά την υπογραφήν της η σχετική υπηρεσία της Πανελληνίου Απελευθερωτικής Οργανώσεως (ΠΑΟ) εν Θεσσαλονίκη και υπέβαλεν εις την εν Καΐρω Ελληνικήν κυβέρνησιν και το Συμμαχικόν στρατηγείον της Μέσης Ανατολής…Το σύμφωνον τούτο εδημοσιεύθη και από το όργανον του χιτλερικού κόμματος Volkischer Beobachter και δεν ημφεσβητήθη ποσώς κατά την εποχήν εκείνην από το ΚΚΕ».3 Καθώς αναφέρει ο H. Richter, εκτός από τους ναζί και τους συνεργάτες τους (που αξιοποίησαν το όλο θέμα στο έπακρο, προκειμένου να «υποσκάψουν την επιρροή του ΚΚΕ και να το στιγματίσουν ως αντεθνικό»), το «Σύμφωνο» εκμεταλλεύτηκαν προπαγανδιστικά τόσο οι Βρετανοί (διοχετεύοντάς το στις εφημερίδες, π.χ. στη Daily Herald), όσο και ο ΕΔΕΣ (δημοσιεύοντάς το στην εφημερίδα του Νέα Ελλάδα).4

Καταρχάς, είναι ψέμα ότι το ΚΚΕ δεν διέψευσε τότε το εν λόγω «Σύμφωνο». Στις 20/5/1944 ο Ριζοσπάστης έγραφε: «Ο Γκαίμπελς διαδίδει με τα φερέφωνά του ότι ο Γιάννης Ιωαννίδης και ο Βούλγαρος Δουσάν Δασκάλωφ υπογράψανε συμφωνία για την ίδρυση μιας «Σοβιετικής Ενωσης Βαλκανικών Δημοκρατιών» και ότι οι Ελληνες κομμουνιστές «ξεπουλήσανε την Ελλάδα στην Βουλγαρία». Πληροφορούμε τον κύριο Γκαίμπελς ότι άργησε πολύ να θυμηθεί το προβοκατόρικο αυτό έγγραφο που σκαρώθηκε πριν από πέντε μήνες και δημοσιεύτηκε απ’ τους Ελληνες φασίστες της «Εθνικής Δράσης». Ο Ελληνικός λαός γνωρίζει ότι οι Γερμανοί μαζί με τα τσιράκια τους Ράλληδες, Γούληδες, Ταβουλάρηδες και Πάγκαλους, φέρανε τους κομιτατζήδες στη Φλώρινα και τη Νάουσα και ξεπουλήσανε τη Μακεδονία στους Βούλγαρους. Μόνο οι κομμουνιστές και το ΕΑΜ πολεμάνε με το όπλο στο χέρι ενάντια στους Βούλγαρους καταχτητές, για να απελευθερώσουνε την ελληνική Μακεδονία και Θράκη απ’ τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους».

Οσον αφορά δε τους «πρωταγωνιστές» της υπογραφής του «Συμφώνου», ο μεν Δασκάλωφ ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, ο δε Ιωαννίδης την «επίμαχη» μέρα βρισκόταν στην Αθήνα. Οπως αναφέρει ο ίδιος, «εκείνη την ημέρα, το απόγευμα, εγώ είχα ανταμώσει με τον Σβώλο και είχαμε συνεργασία. Καθορίσαμε τη συνάντηση και για την άλλη μέρα. Το πρωί εκείνης της μέρας βγήκαν οι εφημερίδες με πηχυαίους τίτλους για το σύμφωνο Ιωαννίδη – Δασκάλωφ». «Μα και μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να μάθω τι διάολο ήταν αυτό το όνομα. Υπάρχει, δεν υπάρχει; Είναι πραγματικό όνομα ή δεν είναι;»5

Το εν λόγω «Σύμφωνο» έχει ήδη απορριφθεί ως πλαστό και εργαλείο αντικομμουνιστικής προπαγάνδας από πολλούς μη-κομμουνιστές ιστορικούς, όπως οι H. Richter και H. Fleischer – ακόμα και ο Ε. Κωφός (σε αγγλόφωνη μελέτη του 1964) το χαρακτήρισε «αμφιβόλου αυθεντικότητας».6 Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε τον τέως ευρωβουλευτή της ΝΔ Γ. Μαρίνο να το επικαλεστεί σε άρθρο του στο Βήμα στις 20/12/1992. Τελικά, αναγκάστηκε να παραδεχτεί δημόσια στην ίδια εφημερίδα (10/1/1993) ότι το έγγραφο ήταν όντως πλαστό. Το «Σύμφωνο» του Πετριτσίου ανέσυρε ξανά από το βούρκο της Ιστορίας ο Α. Ντινόπουλος (βουλευτής της ΝΔ, υποψήφιος τότε υπερνομάρχης), μιλώντας στον ALTER στις 1/4/2008, προκειμένου να «αποδείξει» την «προδοτική στάση του ΚΚΕ»!7

Η «συμφωνία» ΕΑΜ – ΣΝΟΦ

Η υποτιθέμενη αυτή «συμφωνία» φέρεται να υπογράφτηκε στις 22/1/1944 μεταξύ του Α. Τζήμα (εκ μέρους του ΕΑΜ) και του Βούλγαρου αξιωματικού Β. Κάλτσεφ (εκ μέρους του Σλαβομακεδονικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου – ΣΝΟΦ) στις Καρυδιές της Εδεσσας. «Προέβλεπε» τη δημιουργία ενός «αυτόνομου Μακεδονικού Κράτους Σοβιετικής Οργάνωσης» με την παραχώρηση μιας σειράς ελληνικών επαρχιών, κ.ο.κ. «Οι βαρύτατοι διά το ΕΑΜ όροι», διευκρίνιζε ο Χ. Νάλτσας, «δεν φαίνονται και παράδοξοι…Η συμφωνία των Καρυδιών εγένετο κατόπιν «ντιρεκτίβας» της Κομιντέρν και άνευ αντιρρήσεως τινός του ΚΚΕ».8

Τι και αν η Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) είχε αυτοδιαλυθεί το Μάη του 1943, 8 μήνες σχεδόν πριν την «υπογραφή» της επίμαχης «συμφωνίας»; Κατά τους παραχαράκτες της Ιστορίας συνέχιζε να λειτουργεί, εκδίδοντας ενοχοποιητικές ντιρεκτίβες! «Ολόκληρο αυτό το έγγραφο είναι παράλογο και σαν περιεχόμενο και σαν διατύπωση», τονίζει σχετικά ο Heinz Richter. «Εκεί δήθεν ένας Βούλγαρος υπογράφει για λογαριασμό της ΣΝΟΦ που προσανατολιζόταν προς τη Γιουγκοσλαβία. Πρόκειται για αφελή πλαστογραφία των ελληνικών κύκλων της δεξιάς». Ο H. Fleischer τη συγκαταλέγει (μαζί με εκείνη του Πετριτσίου) ανάμεσα στις γνωστότερες πλαστογραφίες «που επί δεκαετίες δημοσιεύτηκαν και αναδημοσιεύτηκαν από το μηχανισμό προπαγάνδας της ελληνικής Δεξιάς» και «είχαν σαφώς κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου από τους πολιτικούς αντιπάλους του ΕΑΜ, κυρίως από την ΠΑΟ και τους οπαδούς της».9

Το «Στρατιωτικό Σύμφωνο» Γερμανών – ΕΛΑΣ

Το «Σύμφωνο» αυτό (που επίσης «ανακάλυψε» η ΠΑΟ) φέρεται να «συνάφθηκε» στις 1/9/1944 στο Λειβάδι Χαλκιδικής μεταξύ του Καπετάν Κίτσου (συνταγματάρχη του ΕΛΑΣ) και του Εριχ Φένσκε (ταγματάρχη, Δ/τή της μονάδας 31756 και εκπρόσωπο των ενόπλων γερμανικών δυνάμεων της στρατιάς Αιγαίου). «Προέβλεπε» την ανενόχλητη υποχώρηση του Γερμανικού Στρατού από τη Μακεδονία, με αντάλλαγμα την παραχώρηση στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ της Θεσσαλονίκης, καθώς και βαρέως οπλισμού, πολεμικού υλικού, κ.λπ. Η «συμφωνία» περί «μη-επιθέσεως μεταξύ του ΕΛΑΣ και των γερμανικών στρατευμάτων», καταδείκνυε κατά τον Χ. Νάλτσα το «γεγονός» ότι ο ΕΛΑΣ δεν «διεξήγε αγώνα κατά του κατακτητού.» Επετεύχθη δε – σύμφωνα πάντα με τον ίδιο – έπειτα από «μυστικήν επικοινωνίαν» των Σοβιετικών και του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης με το 2ο Γραφείο του Γενικού Στρατηγείου του Γερμανικού Στρατού στην πόλη.10

Ελα όμως που «όπως εξάγεται από τους γερμανικούς καταλόγους των αξιωματικών», μας πληροφορεί ο H. Richter, «δεν υπήρχε στη Βέρμαχτ κανένας ταγματάρχης μ’ αυτό το όνομα (σ.σ. Εριχ Φένσκε)», ενώ ακόμα και «η μονάδα με τον αριθμό 31756 είναι ανύπαρκτη και γέννημα φαντασίας…Τι προπαγανδιστική αξία έχει ακόμα και σήμερα (σ.σ. το 1975) αυτό το έγγραφο φάνηκε καθαρά το Δεκέμβριο του 1968. Η Χούντα της 21.4.67 κυκλοφόρησε ένα λεύκωμα με τίτλο «Δεκέμβριος 1944 – Δεκέμβριος 1967», στο οποίο περιλαμβάνεται και ένα «φωτοαντίγραφο» αυτού του ντοκουμέντου».11

Η επιπόλαια κατασκευή του εν λόγω εγγράφου βεβαίως αποτελεί το ένα μόνο σκέλος στην ιστορική παραχάραξη που επιχειρείται εδώ. Το άλλο έχει να κάνει με τις διεργασίες που πράγματι έλαβαν χώρα λίγο πριν το τέλος του πολέμου, την αντιπαράθεση σοσιαλισμού και καπιταλισμού που ερχόταν στο προσκήνιο. Οσον αφορά αυτό το κομμάτι, λοιπόν, η αλήθεια είναι πως οι ναζί δεν είχαν καμιά πρόθεση να παραδώσουν εδάφη, οπλισμό ή οτιδήποτε άλλο στους κομμουνιστές. Αλλού είχαν στρέψει το ενδιαφέρον και τις ελπίδες τους, γεγονός που καταδεικνύεται από πληθώρα ντοκουμέντων:

Στην αναφορά του στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάικς στον Αρχηγό του Ηγετικού Επιτελείου της Βέρμαχτ Αλφρεντ Γιοντλ (2/9/1944) τονιζόταν μεταξύ άλλων πως «είναι ζωτικό αγγλικό συμφέρον να πάρει στα χέρια της (σ.σ. η Αγγλία) τις κατεχόμενες τώρα από τη Γερμανία θέσεις – κλειδιά της Ελλάδας, χωρίς να δημιουργηθεί χρονικό κενό που θα έδινε στις κομμουνιστικές συμμορίες τη δυνατότητα ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και της κατοχής πριν τους Αγγλους. Η αναγκαιότητα σε περίπτωση γερμανικής εκκένωσης, να πάρει σταθερά στα χέρια του την Ελλάδα πριν από τους Ελληνες κομμουνιστές ή και πριν από τους Ρώσους, είναι το κίνητρο για το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο. Αυτό εξηγεί την αναγγελθείσα προσφορά του συνταγματάρχη «Τομ» (σ.σ. που είναι) στον Ζέρβα και τις βολιδοσκοπήσεις μέσω των ελληνικών καναλιών στην Αθήνα με στόχο να επιτευχθεί μαζί μας μια βραχυπρόθεσμη προθεσμία για την εκκένωση «χέρι με χέρι»».12

Σε τηλεγράφημα του Κουρτ – Φριτς φον Γκρέβενιτς προς τον Χέρμαν Νοϊμπάχερ στις 3/9/1944 αναφερόταν πως «η Ομάδα Στρατιών Ε, Θεσσαλονίκη, δίνει ακριβώς τώρα οδηγίες στον Τύπο ότι πρέπει να σταματήσει κάθε δημοσιογραφική πολεμική κατά του Ζέρβα. Πρωταρχικός στόχος είναι (σ.σ. κατά την άποψη της Ομάδας Ε) η σύμπραξη όλων των εθνικών δυνάμεων κατά του κομμουνισμού». Ο ίδιος στις 10/9 ενημέρωνε σχετικά με την αποχώρηση του γερμανικού στρατού από την Κρήτη: «Οι Αγγλοι αφήνουν συνειδητά άθικτους τους ανθρώπους μας, παίρνοντας υπόψη μια επερχόμενη, που είναι και προς το αγγλικό συμφέρον, χρησιμοποίηση κατά των μπολσεβίκων».13

Στα Απομνημονεύματά του, ο Υπουργός Εξοπλισμών και στενός συνεργάτης του Χίτλερ, Αλμπερτ Σπέερ μιλά ανοικτά για συμφωνία μεταξύ των Γερμανών και των Βρετανών: «Παρά τον απόλυτο έλεγχο των Βρετανών στη θάλασσα, επετράπη στις γερμανικές μονάδες να επιβιβαστούν και να ταξιδέψουν ανενόχλητες προς την ενδοχώρα… Σε αντάλλαγμα η Γερμανική πλευρά συμφώνησε να χρησιμοποιήσει αυτά τα στρατεύματα για να κρατήσει την Θεσσαλονίκη έως ότου θα ήταν δυνατό να καταληφθεί από τις Βρετανικές δυνάμεις».14

Οι «συμφωνίες» του Γ. Σιάντου με τους Γερμανούς

Τα «ντοκουμέντα» που προσκομίζονται εδώ έχουν να κάνουν: α) με ένα «κείμενο» του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ (το υπογράφει ο Γραμματέας Γ. Σιάντος) όπου αναφέρεται σε «συμφωνία» με τη Γερμανική Διοίκηση για παύση των εχθροπραξιών και διευκόλυνση της αποχώρησης του γερμανικού στρατού από την Ελλάδα, και β) με μια «συμφωνία» του ίδιου με τον Γερμανό Πρέσβη Γ. Αλτενμπουργκ, η οποία «προέβλεπε» την ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας από τις δυνάμεις κατοχής στο ΕΑΜ.

Στο πρώτο (το οποίο μάλιστα παρατίθεται και ως φωτοαντίγραφο), ο Γ. Σιάντος φέρεται να ενημερώνει τον Γραμματέα μιας «Επιτροπής Πόλης» (ποιας δεν λέει) πως «ύστερα από διαπραγματεύσεις με τη Γερμανική Διοίκηση καταλήξαμε μαζί της σε συμφωνίες», κατά τις οποίες, «κάθε «σαμποτάζ» ή οποιαδήποτε άλλη ενέργειά μας ενάντια οπλιτών ή βαθμοφόρων του στρατού κατοχής θα γίνεται ύστερα από σχετικάς υποδείξεις του αρχηγού της Γκεστάπο. Δώστε επομένως εντολή στις Αχτίδες να πάψουν στο εξής οι ξεκάρφωτες ενέργειες… Ακόμα ανέλαβαν την υποχρέωση να μας ειδοποιούν για τα μπλόκα και τις συλλήψεις ώστε κανείς να μην υπάρχει κίνδυνος για τα μέλη της οργάνωσής μας. Παράλληλη υποχρέωση αναλάβαμε και μεις για την περίπτωση αναχώρησής τους από την Ελλάδα. Κανείς δεν πρέπει να ενοχληθεί. Αθήνα, 13/8/44. Γ. Σιάντος».

Χώρια του γελοίου του πράγματος (οι επιθέσεις κατά των Γερμανών να γίνονται με τη σύμφωνη γνώμη και καθ’ υπόδειξη των ιδίων!) και μόνο το σημείο που αναφέρεται στα περί «ειδοποιήσεως για τα μπλόκα» είναι αρκετό ώστε να αποκαλυφθεί το κατά πόσο πράγματι υπήρξε ή όχι μια τέτοια συμφωνία. Κάτι τέτοιο διαψεύδεται από την ίδια την Ιστορία: Τα μπλόκα στην Κοκκινιά στις 17/8 και 29/9, το μπλόκο στην Καλλιθέα στο μεσοδιάστημα, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της πλαστογραφίας. «Από τα μπλόκα που έγιναν τον τελευταίο καιρό στις κομμουνιστικές συνοικίες», έγραφε στην αναφορά του στις 25/8 ο Φον Γκρέβενιτς προς τον Χ. Νοϊμπάχερ, «ιδιαίτερα αιματηρό ήταν το μπλόκο της συνοικίας Νέας Κοκκινιάς: Δίπλα στις 3.000 συλλήψεις, πάνω από 100 κομμουνιστές νεκροί, από τους οποίους τα δύο τρίτα στη μάχη κι ένα τρίτο (σ.σ. εκτελέστηκαν) σαν εξιλέωση για τραυματία μοίραρχο. Σε διαμαρτυρία κατά της αστυνομικής ενέργειας και της στρατολογίας για αναγκαστική εργασία οι κομμουνιστές κάλεσαν για σήμερα σε γενική απεργία».15 Κατά τα άλλα ΚΚΕ-ΕΑΜ και Γερμανοί τα είχανε «κάνει πλακάκια».

Οσον αφορά τις «τεχνικές λεπτομέρειες» του εγγράφου, ούτε η έδρα του ΠΓ ούτε ο ίδιος ο Γ. Σιάντος βρίσκονταν στην Αθήνα την εποχή εκείνη, αλλά στα Πετρίλια Καρδίτσας. Ο Σιάντος επέστρεψε στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση στις 16/10.

Ακόμα πιο εξόφθαλμα πλαστογραφημένη όμως είναι η επόμενη «συμφωνία», στην οποία κατέληξαν δήθεν ο Σιάντος με τον Αλτενμπουργκ τον Οκτώβρη του 1944 και που επικαλείται στα γραπτά του ο Χ. Νάλτσας. Και αυτό βεβαίως γιατί ο Αλτενμπουργκ δεν βρισκόταν στην Ελλάδα από το Νοέμβρη του 1943 όταν και έκλεισε οριστικά η Γερμανική Πρεσβεία, επομένως οποιαδήποτε συνάντηση, διαβούλευση ή συμφωνία μαζί του θα ήταν μάλλον…αδύνατη!16

Αντί Επιλόγου

Τα δεκάδες «ντοκουμέντα» που κατασκευάστηκαν τότε επιδίωκαν να πλήξουν το κύρος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, παρουσιάζοντάς τα ως «αντεθνικά», «προδοτικά», πως όχι μόνο δεν έκαναν αντίσταση, αλλά και συνεργάστηκαν με τον εχθρό: Ο,τι ακριβώς δηλαδή έπραξαν οι εμπνευστές τους! Αντί επιλόγου λοιπόν, δε θα πούμε εμείς για το ποιος έκανε τι (να μη λένε ότι μόνοι μας ευλογούμε τα γένια μας). Ας μιλήσουν τα βρετανικά και γερμανικά αρχεία:

Εκθεση του Foreign Office στις 27/7/1943 αναφέρει πως οι διάφοροι λεγόμενοι «εθνικόφρονες» «υπήρξαν ενεργοί (ή από την απάθεια, αδράνειά τους) συνεργάτες του εχθρού, και τώρα φυσικά κάνουν ύστατες προσπάθειες να αποδείξουν – μέσω της βιαστικής δημιουργίας νέων «αντιστασιακών ομάδων» και της υπογραφής πρωτοκόλλων – την πίστη τους στους Συμμάχους».17

Σε άλλο ντοκουμέντο διαβάζουμε: «Την ίδια στιγμή που τα εθνικιστικά και συντηρητικά στοιχεία σπαταλούσαν τον χρόνο τους στην αδράνεια, το ΕΑΜ τράβηξε μπροστά φτάνοντας σε ένα σημείο στο οποίο μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ο κύριος αντιπρόσωπος της ελληνικής αντίστασης… Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ΕΑΜ είναι ο ηγετικός παράγοντας στο αντιστασιακό κίνημα, και δικαιολογημένα ισχυρίζονται πως ηγούνται του αγώνα τόσο για την απελευθέρωση από τον Αξονα, όσο και για τις εσωτερικές ελευθερίες…

Οι πρώην πολιτικές προσωπικότητες απέτυχαν να δείξουν στο λαό οποιαδήποτε ηγετική ικανότητα με αυτό ή τον άλλο τρόπο, καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής. Κάποιοι κάτοχοι μεγάλων περιουσιών είναι αντίθετοι στο κίνημα αντίστασης, γιατί βλέπουν τα τεράστια κέρδη που συσσώρευαν από την κατοχή να εξατμίζονται από τον κοινό σκοπό… Αλλά η μάζα του λαού βλέπει τους αντάρτες ως ηγέτες του αγώνα, και η θέση που κέρδισε το ΕΑΜ αποτελεί απόδειξη πως δεν υπάρχει σοβαρή αντιπολίτευση σε αυτό…».18

Εκθεση του υποστράτηγου Εριχ Σμιτ – Ρίχμπεργκ (επιτελάρχη της Ομάδας Στρατιών Ε) για το δίμηνο Ιούλης – Αύγουστος 1944 αναφέρει για τους – αδρανείς κατά τ’ άλλα – κομμουνιστές: «Η εγκληματική συμμοριακή δράση έχει προσλάβει άγνωστη ως τώρα διάσταση. Πράξεις δολιοφθοράς κατά των συγκοινωνιακών συνδέσεων, καλά οργανωμένες επιδρομές και επιθέσεις εναντίον βάσεων και χωριών που κατέχονται από δικά μας τμήματα, αποτελούν σχεδόν καθημερινά φαινόμενα». Στον αντίποδα, «η εθνικοδημοκρατική κατεύθυνση (ο ΕΔΕΣ), που πολιτικά βρίσκεται στη γραμμή της εξόριστης κυβέρνησης Παπανδρέου, προσπαθεί πάντα να διαβεβαιώσει τη δύναμη κατοχής για τη νομιμοφροσύνη της, ώστε άθικτη να προετοιμαστεί για τον επερχόμενο στρατιωτικό και πολιτικό αγώνα για την εξουσία».19

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν είχε και το ίδιο προετοιμαστεί για τον επερχόμενο πολιτικό και στρατιωτικό αγώνα, αντίθετα είχε εγκλωβιστεί στις Συμφωνίες με τους «συμμάχους» Βρετανούς και τον αστικό πολιτικό κόσμο στο Κάιρο, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι όση λάσπη και αν ρίξουν παλαιοί και σύγχρονοι θαυμαστές του Γκαίμπελς, θα μπορέσουν ποτέ να διαγράψουν ή να αμαυρώσουν το ρόλο του ΚΚΕ στον αντιφασιστικό – εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του λαού στην Κατοχή – και γενικότερα. Κλείνουμε, αφιερώνοντάς τους το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση – κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ της 3/8/1944: «Κομμουνιστές! Ξεσηκώστε, οδηγήστε το λαό και το στρατό μας στη μάχη. Σε γενική έφοδο για τη λευτεριά. Πολεμήστε στις πρώτες γραμμές. Μεταδώστε σ’ όλο το λαό τόλμη και αποφασιστικότητα, το πνεύμα της δράσης και της νίκης. Πολεμήστε και απελευθερώστε στην Ελλάδα. Ολοι επί ποδός πολέμου!».20

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Fleischer H., «Επαφές μεταξύ των Γερμανικών Αρχών Κατοχής και των κυριότερων οργανώσεων της Ελληνικής Αντίστασης», στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950», 1984, εκδ. «Θεμέλιο», σελ. 113.

2. Αρχείο Foreign Office 371/37205: R 8725 (PRO). Στην Αναφορά αυτή οι ομάδες της ΠΑΟ χαρακτηρίζονται εχθρικές προς το «κύριο λαϊκό αντιστασιακό κίνημα» (δηλαδή το ΕΑΜ) καθώς και «απρόθυμες να λάβουν μέρος στην αντίσταση κατά του Αξονα». Στο Fleischer H., ό.π., σελ. 96.

3. Νάλτσας Χ., «Το Μακεδονικόν ζήτημα και η σοβιετική πολιτική», 1954, εκδ. «Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών», σελ. 279.

4. Richter H., «1936-1946: δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα», Β’ τόμος, 1975, εκδ. «Εξάντας», σελ. 178.

5. Αναμνήσεις Γιάννη Ιωαννίδη – Μαγνητοφωνημένη αφήγηση στον Αλέκο Παπαπαναγιώτου.

6 Richter H., ό.π., σελ. 178, Fleischer H., ό.π., σελ. 113, Kofos E., «Nationalism and Communism in Macedonia», 1964, εκδ. «Institute for Balkan Studies», σελ. 134.

7. Μαΐλης Μ., «Προβοκάτορες και προβοκάτσιες», στον «Ριζοσπάστη», 4/4/2008.

8. Νάλτσας Χ., ό.π., σελ. 286 – 287.

9. Richter H., ό.π., 179 και Fleischer H., ό.π., σελ. 102, 113.

10. Νάλτσας Χ., ό.π., σελ. 282, 359.

11. Richter H., ό.π., σελ. 179.

12. Κρατικό Κεντρικό Αρχείο Πότσνταμ, αρ. φιλμ 18.655, Ζέκεντορφ Μ., «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό: Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία», 1991, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 250 – 251.

13. Στο Πολιτικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών της Βόννης, Ειδικός Πληρεξούσιος για τη Νότια Ανατολή, τόμ. 1, φ. 43 και φ. 8, Ζέκεντορφ Μ., ό.π., σελ. 252 και 257.

14. «Speer A, Inside the Third Reich», 1979, εκδ. «Avon Publishers», σελ. 509 – 510.

15. Στο Πολιτικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών της Βόννης, Ειδικός Πληρεξούσιος για τη Νότια Ανατολή, τόμ. 1, φ. 60, Ζέκεντορφ Μ., ό.π., σελ. 240.

16. Βελλιάδης Α., «Κατοχή: Γερμανική Πολιτική Διοίκηση στην Ελλάδα 1941-1944», 2008, εκδ., «Ενάλιος», σελ. 159. Την πλαστογραφία καταδεικνύει και ο H. Fleischer, ό.π., σελ. 113.

17. Εκθεση του Foreign Office, 27/7/1943, Φάκελος HS5/22 (PRO).

18. «Σύνοψη της Αναφοράς για την Ελλάδα», 1943, Φάκελος HS5/224 (PRO).

19. ΚΚΑ Πότσνταμ, αρ. φιλμ 18.454, Ζέκεντορφ Μ., ό.π., σελ. 240.

20. ΚΚΕ, «Επίσημα Κείμενα», τ. 5, σελ. 221.

Των Διονύση ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ – Αναστάση ΓΚΙΚΑ

Πηγή: Ριζοσπάστης

Ιούλιος 1943: Ο λαός με μπροστάρη το ΕΑΜ αποτρέπει την επέκταση της βουλγαρικής φασιστικής κατοχής

Το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη στις 22 Ιουλίου 1943

Το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη στις 22 Ιουλίου 1943

Στις 7 Ιούλη του 1943 μια προκήρυξη του ΕΑΜ πληροφορούσε τον ελληνικό λαό ότι ένας θανάσιμος κίνδυνος απειλούσε την ελληνική Μακεδονία και τη Θράκη. «Η Μακεδονία ολόκληρη – έλεγε η προκήρυξη1 – παραδόθηκε στη βουλγαρική θηριωδία. Η απειλή, που το ΕΑΜ είχε υποδείξει από καιρό και είχε καλέσει τον ελληνικό λαό ν’ αγωνιστή για την αποτροπή της, αποτελεί σήμερα πραγματικότητα. Μια βουλγαρική στρατιά αναπτύσσεται ανατολικά του Αξιού. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες – το τρίτο του ελληνικού πληθυσμού – χωρικοί και αστοί σ’ αυτή τη γωνιά της ελληνικής γης, ποτισμένη με αίμα, απειλούνται με εξόντωση. Οι βουλγαρικές συμμορίες θα επιπέσουν τώρα κατά των ανυπεράσπιστων πληθυσμών. Οι διωγμοί, οι δηλώσεις, οι ομαδικές σφαγές, θα επεκταθούν σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εθνική τραγωδία αποκορυφώνεται. Τρέμοντας την ανάπτυξη του ανταρτικού κινήματος, το χιτλεροφασιστικό κτήνος, μη διαθέτοντας δυνάμεις αρκετές για να το αντιμετωπίσει, εξαπολύει στην Ελλάδα τις βουλγαρικές ορδές, παραδίδει τώρα ολόκληρη τη Μακεδονία στα εξοντωτικά σχέδια ενός κτηνώδους ιμπεριαλισμού. Και η προδοτική ψευτοκυβέρνηση – όπως το έχουμε προβλέψει – αδιαμαρτύρητα τον αποδέχεται τον διαμελισμό των εθνικών εδαφών, αναγνωρίζει και νομιμοποιεί την επέκτασή του και πιστό όργανο των επιδρομέων, ενισχύει τα σχέδιά τους».

Στην προκήρυξη υπογραμμιζόταν ως αναγκαιότητα η παλλαϊκή ενότητα και η ένταση του εθνικοαπελευθερωτικού μαζικού και αντάρτικου αγώνα για την αποτροπή του κινδύνου που αντιμετώπιζε η ελληνική Μακεδονία και ο λαός που κατοικούσε σ’ αυτήν. «Το ΕΑΜ – κατέληγε η προκήρυξη – ο ζωντανός, παλλαϊκός εθνικοαπελευθερωτικός οργανισμός, καλεί όλον το λαό στον αγώνα κι απλώνει το χέρι σε όλα τα κόμματα, τις λαϊκές και τις απελευθερωτικές οργανώσεις για μια συντονισμένη δράση.

Χωρίς αμφιβολία, τα πράγματα ήταν πάρα πολύ σοβαρά. Τι πραγματικά, όμως, είχε συμβεί;

Μετά την ολοκλήρωση της ήττας της Ελλάδας, την άνοιξη του 1941, οι δυνάμεις του άξονα χώρισαν τη χώρα σε τρεις ζώνες κατοχής: Τη γερμανική, την ιταλική και τη βουλγαρική.

Η γερμανική ζώνη περιλάμβανε την Κρήτη (εκτός από την περιοχή Σητείας), την Αττική και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, τις Κυκλάδες, τις Βόρειες Σποράδες, τα νησιά του Αρχιπελάγους, τα 2/3 του Νομού Εβρου, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία (Νομοί Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πέλλης, Φλωρίνης, Χαλκιδικής, εκτός του Αγίου Ορους, 1/2 του Νομού Καστοριάς, 2/3 του Νομού Κοζάνης, μια λωρίδα του Νομού Πιερίας, 1/5 του Νομού Σερρών).

Η ιταλική ζώνη περιλάμβανε τα νησιά του Ιονίου, την Πελοπόννησο, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία (πλην των Β. Σποράδων), τη Στερεά Ελλάδα και Εύβοια (εκτός της Αττικής), τμήμα της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας (Νομός Πιερίων εκτός από μία λωρίδα βορείως του Αλιάκμονα, 1/2 του Νομού Καστοριάς, 1/3 του Νομού Κοζάνης), τμήμα της Κρήτης (περιοχή Σητείας).

Η βουλγαρική ζώνη περιλάμβανε τη Θράκη (Νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και 1/3 του Νομού Εβρου) και την Ανατολική Μακεδονία (Νομοίσίστες), Καβάλα, Δράμα και 4/5 του Νομού Σερρών)2.

Με την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, ένοπλου και μαζικού – λαϊκού, αλλά και με τη συσσώρευση προβλημάτων στο στρατόπεδο του άξονα λόγω της γενικότερης εξέλιξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, φάνηκε καθαρά ότι το στάτους κβο των προαναφερόμενων ζωνών κατοχής οδηγούνταν στην ανατροπή. Από ένα σημείο και μετά, οι Γερμανοί πείστηκαν πως τα ιταλικά στρατιωτικά τμήματα δεν αποτελούσαν πια την ικανή στρατιωτική δύναμη να επιβάλει την τάξη στις περιοχές που κρατούσε και να φυλάει από ανταρτικές επιδρομές τις συγκοινωνίες, τους κόμβους βασικής σημασίας και τις εγκαταστάσεις. Ετσι υποχρεώθηκαν να ενισχύσουν τις δικές τους δυνάμεις, που κάποια στιγμή έφτασαν στον αριθμό των 140.000 ανδρών, χωρίς να υπολογίζεται ο αριθμός των δυνάμεών τους στην Κρήτη και στα άλλα νησιά3. Οι ανάγκες τους, όμως, στο ανατολικό μέτωπο δεν τους επέτρεπαν τέτοια σπατάλη δυνάμεων. Επρεπε, επομένως, να αναζητήσουν άλλες λύσεις για τη διατήρηση του ελέγχου πάνω στην ελληνική επικράτεια.

Ενα από τα σχέδια που εξέτασε η γερμανική πλευρά προς την κατεύθυνση της εξοικονόμησης δυνάμεων ήταν η δημιουργία «Ανεξάρτητου Μακεδονικού Κράτους, με τη συνένωση της Ελληνικής, Γιουγκοσλαβικής και Βουλγαρικής Μακεδονίας» και με επικεφαλής τον Βάντσε Μιχαήλοφ, ένα δοσίλογο που στα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου τον χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί για να προσεταιριστούν αντιδραστικά σλαβομακεδονικά στοιχεία σε βάρος του ΔΣΕ. Γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι το σχέδιο αυτό δεν έβρισκε ανταπόκριση στις λαϊκές μάζες, δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυνε, με αποτέλεσμα οι χιτλερικοί να το εγκαταλείψουν και ν’ αναθέσουν στο βουλγαρικό στρατό την κατοχή ολόκληρης της ελληνικής Μακεδονίας.

Οι πρώτες ειδήσεις για την απόφαση επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη την ελληνική Μακεδονία και Θράκη κυκλοφόρησαν ευρέως στην ελληνική επικράτεια στις αρχές Ιούλη του 1943, ξεσηκώνοντας κύματα λαϊκής αγανάκτησης. Το γεγονός αυτό, της λαϊκής αγανάκτησης δηλαδή, υποχρέωσε τη χιτλερική κυβέρνηση να ανακοινώσει, μέσω του πληρεξούσιου του Ράιχ στην Ελλάδα G. Altenburg, στον κατοχικό πρωθυπουργό Ι. Ράλλη, αναφορικά με την επέκταση της βουλγαρικής κατοχής ότι:

«Τα μέτρα αυτά ουδαμώς ελήφθησαν διά πολιτικούς λόγους, αλλά ως καθαρώς στρατιωτικαί απόψεις λελογισμένης χρησιμοποιήσεως των γερμανικών δυνάμεων, ώστε ο διακανονισμός ούτος δεν αποσκοπεί εις το να θίξη την ελληνικήν κυριαρχίαν εις τη Μεσόγειον»4.

Η δοσίλογη οικονομική ολιγαρχία και ο ΕΑΜικός κόσμος

Τις γερμανικές εξηγήσεις τις δέχτηκε με μεγάλη ανακούφιση η δοσίλογη ελληνική οικονομική ολιγαρχία και, φυσικά, οι πολιτικοί της εκπρόσωποι.

Σ’ ένα εμπιστευτικό σημείωμά του προς τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, με ημερομηνία 16/7/1943, ο κουίσλιγκ Ι. Ράλλης ανέφερε ότι στις 4 Ιούλη 1943 επισκέφτηκε τον Γερμανό πληρεξούσιο G. Altenburg, στον οποίο και ανακοίνωσε ότι σκόπευε, αυτός και η κυβέρνησή του, να παραιτηθούν ύστερα από την απόφαση για επέκταση της βουλγαρικής κατοχής. Ο G. Altenburg – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ράλλη – τον παρακάλεσε να μην παραιτηθεί και τον διαβεβαίωσε «ότι η είσοδος αύτη των βουλγαρικών στρατευμάτων ουδεμίαν πολιτικήν συνέπειαν δύναται να έχη, ως υπαγορευθείσα εκ καθαρώς στρατιωτικών λόγων, και κατ’ ουδέναν τρόπον πρόκειται να θίξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος επί των εν λόγω εδαφών». Παρόμοιες διαβεβαιώσεις – όπως αναφέρει στο σημείωμά του – ο Ι. Ράλλης πήρε και από τον Ιταλό πληρεξούσιο Chigi5.

Τελικά, ούτε ο Ράλλης παραιτήθηκε, αλλά ούτε και ο Δαμασκηνός τον πίεσε να το πράξει. Και οι δυο τους, πιστοί εκπρόσωποι της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας, αλλά και άνθρωποι που έχαιραν της βρετανικής εμπιστοσύνης στην κατεχόμενη Ελλάδα, ασφαλώς δεν πήραν την άδεια για τέτοιες συμπεριφορές από αυτούς που τους κατηύθυναν. Ετσι, περιορίστηκαν σε κάποιες χλιαρές φραστικές διαμαρτυρίες προς τις αρχές κατοχής, ενώ μέσω διαφόρων οργανώσεων που ήλεγχαν έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εμποδίσουν την έμπρακτη λαϊκή αντίδραση.

Στις Αθήνα, οι οργανώσεις αυτές, σε συνεργασία με τις αρχές Ασφαλείας, στις 13 Ιούλη, οργάνωσαν τρομοκρατική επίθεση εναντίον των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο, στην Ανωτάτη Εμπορική και αλλού, με σκοπό να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις εναντίον της επέκτασης της Βουλγαρικής Κατοχής. Στη Μακεδονία, οι οργανώσεις αντίστοιχου χαρακτήρα αντιπαρέθεταν στα πατριωτικά – αγωνιστικά συνθήματα του ΕΑΜ το σύνθημα της παθητική αντίστασης, καλώντας το λαό να κλειστεί στα σπίτια του6.

Εντελώς αντίθετη ήταν η στάση του ΕΑΜικού κινήματος. Πέρα από την προκήρυξη του ΕΑΜ που αναφέραμε στην αρχή, η ΚΕ του, με απόφασή της στις 8/7/1943, «εκφράζοντας την αγανάκτησή της και το μίσος του ελληνικού λαού εναντίον των κατακτητών και της προδοτικής κυβέρνησης του Ράλλη, που νομιμοποιεί το διαμελισμό της Ελλάδας και την εξαφάνιση του ελληνισμού από τη Μακεδονία και τη Θράκη», κάλεσε «το λαό σε συναγερμό για τη σωτηρία του μακεδονοθρακικού λαού από τα νύχια των αιμοβόρων εισβολέων». Ταυτόχρονα, η ΚΕ του ΕΑΜ δήλωσε πως απλώνει αδελφικά το χέρι σε όλα τα κόμματα, οργανώσεις, φορείς και κοινωνικές ομάδες για να ενωθούν «σ’ ένα πανεθνικό παλλαϊκό μέτωπο για τη σωτηρία της Μακεδονίας, για το ξεσκλάβωμα της χώρας, για μια Ελλάδα ελεύθερη, ακέραια, ανεξάρτητη και λαοκρατούμενη»7.

Δύο ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης αυτής της ΚΕ του ΕΑΜ, ο «Ριζοσπάστης», στο κύριο άρθρο του υπό τον τίτλο «Να σώσουμε τη Μακεδονία» και υπέρτιτλο «Γερμανοί και εθνοπροδότες παράδωσαν τη Μακεδονία στις ορδές του Βόρι – Κάτω τα χέρια από την Ελληνική Μακεδονία», τόνιζε: «Ολοι στον αγώνα με ένα σύνθημα: »Κάτω τα χέρια από την Ελληνική Μακεδονία». Να απομονωθούν και να εκμηδενιστούν οι εθνοπροδότες. Να συντριβούν οι Γερμανο – Ιταλο – Βούλγαροι κατακτητές. Να σώσουμε την Ελληνική Μακεδονία και τους πληθυσμούς της»8.

Την ίδια ημέρα που κυκλοφόρησε το εν λόγω φύλλο του «Ριζοσπάστη», το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, με απόφασή του «πάνω στην καινούρια βουλγαρική επιδρομή», καλούσε «ολόκληρο τον ελληνικό λαό, όλες τις οργανώσεις και κόμματα να συνενώσουν τις δυνάμεις τους σε πανεθνικό απελευθερωτικό πόλεμο για τη σωτηρία της ελληνικής Μακεδονίας, της Δυτικής Θράκης, για τη λευτεριά της σκλαβωμένης Ελλάδας»9.

Ο λαός αγωνίζεται και νικά

Ο ελληνικός λαός ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και απάντησε με μαζικές κινητοποιήσεις στη ναζιστική απόφαση για επέκταση της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Τις κινητοποιήσεις άρχισε η Θεσσαλονίκη στις 10 του Ιούλη, όπου σε πολλές συνοικίες έγιναν λαϊκές συγκεντρώσεις και στελέχη του ΕΑΜ εξήγησαν τη σημασία της προαναφερόμενης απόφασης. Στη συνέχεια, οι συγκεντρωμένοι με μαζικές διαδηλώσεις ξεχύθηκαν στο κέντρο της πόλης. Την ίδια ημέρα έγινε παλλαϊκή απεργία και συγκέντρωση μπροστά στο Δημαρχείο στο Κιλκίς.

Στις 11 του Ιούλη, οι εκδηλώσεις επεκτάθηκαν στο Λαγκαδά και τις επόμενες ημέρες σε Εδεσσα, Νάουσα, Βέροια, Αρδέα, Γιαννιτσά, Φλώρινα, Πτολεμαΐδα, Κοζάνη, Λάρισα, Βόλο, Καρδίτσα και σε άλλα μέρη10. Ολες αυτές οι συγκεντρώσεις συνέκλιναν στην κορύφωσή τους, στη μεγάλη δηλαδή συγκέντρωση, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιούλη.

Γι’ αυτήν τη συγκέντρωση «από τις 11 του Ιούλη η πρωτεύουσα βρισκόταν σε συναγερμό», γράφει ο Θ. Χατζής11. «Η προετοιμασία της διαδήλωσης – σημειώνει η Καίτη Ζεύγου12 – άρχισε 8-10 μέρες νωρίτερα. Κινητοποιήθηκε όλος ο παράνομος εκδοτικός μηχανισμός των ΕΑΜικών οργανώσεων. Τη μεγάλη είδηση την αναγγέλνει κάθε μέρα η πολυδιάβαστη εφημερίδα: Ο τοίχος. Και τα βράδια, το ΕΑΜικό ραδιόφωνο, ο τηλεβόας. Αμέτρητες χιλιάδες οι προκηρύξεις. Σε 3 εκατ. υπολογίζονταν τα τρικ που έπεσαν στην Αθήνα και στον Πειραιά». Ο Β. Μπαρτζιώτας μάς πληροφορεί πως «η Κομματική Οργάνωση της Αθήνας και η ΚΟ Πειραιά, μαζί με τις ΕΑΜικές οργανώσεις της Αθήνας και την ΕΠΟΝ, έκαναν πραγματικά τεράστια δουλιά για την επιτυχία της μαχητικής αυτής διαδήλωσης»13. Ο Σπ. Κωτσάκης λέει ότι η κινητοποίηση οργανώθηκε κατά οικοδομικό τετράγωνο, με αποτέλεσμα στην Αθήνα να γίνει «πραγματικότητα το »σπίτι με σπίτι – καλύβι με καλύβι κι ένα οχυρό της αντίστασης», του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα»14.

Πέμπτη 22 Ιούλη 1943. Από τις 5.30 π.μ. ηχούν οι καμπάνες των εκκλησιών, σημαίνοντας το μεγάλο συναγερμό και τα χωνιά καλούν το λαό στους τόπους συγκέντρωσης. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από το προπαγανδιστικό υλικό της συγκέντρωσης. Τούτη τη μέρα, είναι ημέρα γενικής απεργίας. Τα καταστήματα είναι κλειστά, οι χώροι δουλιάς άδειοι. Εχουν νεκρώσει τα πάντα.

Κατά τις 8.30 π.μ., ο κόσμος ξεχύνεται από τις συνοικίες προς το κέντρο της πόλης και λίγες ώρες αργότερα μια τεράστια λαοθάλασσα θα το έχει πλημμυρίσει. Υπολογίστηκε τότε ότι πάνω από 300.000 λαού συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ομονοίας, στο χώρο έξω από το Πολιτικό Γραφείο του Ράλλη και τη βουλγαρική Πρεσβεία. Ηταν τέτοια η λαϊκή κινητοποίηση, που ο εχθρός πανικοβλήθηκε και κατέβασε τα τανκς για να την αντιμετωπίσει. Στις μάχες που ακολούθησαν μεταξύ του πάνοπλου εχθρού και του άοπλου λαού, σκοτώθηκαν 30 διαδηλωτές. Ανάμεσά τους, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, η Κούλα Λίλη, ο Κ. Λουκάκης, η Ολγα Μπακόλα, η Αντωνιάδη, ο Μ. Κολοζύμης, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, ο Β. Στεφανιώτης, ο Θ. Τεριάκης κ.ά. Τραυματίστηκαν 200 διαδηλωτές και γύρω στους 500 συνελήφθησαν15. Ο φόρος αίματος ήταν πραγματικά μεγάλος16. Ομως, ο λαός βγήκε νικητής. Η επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής ματαιώθηκε.

1 «Ιστορία της Αντίστασης 1940-’45», εκδόσεις «ΑΥΛΟΣ», τόμος 2ος, σελ. 820

2 Σόλωνα Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος», εκδόσεις «Καπόπουλος», τόμος 1ος, σελ. 106-108

3 Θανάση Χατζή: «Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε», εκδόσεις «Δωρικός», τόμος β`, σελ. 265

4 Εφημερίδα «Ελευθερία», 17/10/1960, «Από τα μυστικά Αρχεία του Τρίτου Ράιχ»

5 Ολόκληρο το σημείωμα του Ι. Ράλλη στο: Ηλία Βενέζη: «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός – Οι χρόνοι της δουλείας», εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ», σελ. 56-59

6 «Στ’ Αρματα! – Στ’ Αρματα – χρονικό της Εθνικής Αντίστασης» ΠΛΕ 1967, σελ. 182

7 «Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Α`, σελ. 37-38

8 «Ριζοσπάστης» 10/7/1943, στην έκδοση «Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941-1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 89

9 «Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Ε`, σελ. 159, και «Ριζοσπάστης» 18/7/1943 (βλέπε την έκδοση «Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941- 1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – Σύγχρονη Εποχή», σελ. 91)

10 Σπ. Γ. Γασπαρινάτου: «Η Κατοχή», εκδόσεις «Ι. Σιδέρη», τόμος Α`, σελ. 458

11 Θ. Χατζή, το ίδιο, σελ. 268

12 Β. Μπαρτζιώτα: «Η Εθνική Αντίσταση στην Αδούλωτη Αθήνα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 132

13 Καίτης Ζεύγου: «Με το Γιάννη Ζεύγο στο επαναστατικό κίνημα», εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελ. 260

14 Σπ. Κωτσάκη: «Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 141

15 «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 419-420

16 Για τη διαδήλωση, βλέπε το πρώτο ζωντανό ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» στο φύλλο της 23/7/1943 («Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941 – 1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 95).

Πηγή: Ριζοσπάστης