100 χρόνια από την έκρηξη του Α’ παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου – Διδάγματα για την εργατική τάξη και το επαναστατικό κίνημά της

Στρατιώτες στα χαρακώματα του πολέμου

Στρατιώτες στα χαρακώματα του πολέμου

«Είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς το δοσμένο πόλεμο αν δεν καταλάβει την εποχή», έγραφε ο Λένιν τον Αύγουστο του 1916, δύο χρόνια μετά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου.1 Μια εποχή, που ήδη από τα τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα, χαρακτηριζόταν από το πέρασμα του καπιταλισμού στο ανώτατο, μονοπωλιακό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό. Η κυριαρχία των μονοπωλιακών ενώσεων στις οικονομίες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά κρατών, τα υπερκέρδη από την εξαγωγή κεφαλαίων και η ανάγκη εξασφάλισης πρώτων υλών και αγορών, όξυναν τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για την κατάκτηση εδαφών και τη διεύρυνση των οικονομικών σφαιρών επιρροής. Πράγματι, έως το 1914 οι 6 ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία) είχαν συγκεντρώσει υπό αποικιακή εκμετάλλευση το μισό σχεδόν των εδαφών του πλανήτη και το 1/3 περίπου του πληθυσμού του. Η «λεία» αυτή, ωστόσο, δεν ήταν ισομερώς κατανεμημένη. Οι αποικίες της «προπορευόμενης» Βρετανίας π.χ. ήταν τριπλάσιες απ’ ό,τι της Γαλλίας, 11πλάσιες απ’ ό,τι της Γερμανίας και 100πλάσιες απ’ ό,τι της Ιαπωνίας.2

Το γεγονός οφειλόταν στην ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού παγκοσμίως. Χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Ιαπωνία, που ιστορικά εισήλθαν στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης αργότερα από ό,τι η Βρετανία και η Γαλλία, βρέθηκαν αντίστοιχα να έπονται στη διεκδίκηση εδαφών και αγορών. Η δυναμική όμως που απέκτησαν, καλύπτοντας με γοργούς ρυθμούς την απόσταση που τις χώριζε από τους «πρωτοπόρους», έκανε όλο και πιο επιτακτική την ανάγκη (για τα δικά τους μονοπώλια) για την αναδιανομή των αγορών και σφαιρών επιρροής, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό δυνάμεων.

Απόρροια όλων των παραπάνω υπήρξε η εκδήλωση εντάσεων, όπως η πρώτη και δεύτερη μαροκινή κρίση (1905 – 1906 και 1911, αντίστοιχα) ή η βοσνιακή κρίση (1908 – 1909), καθώς και τοπικών – περιφερειακών συγκρούσεων, όπως ο Ισπανοαμερικανικός πόλεμος (1898), οι πόλεμοι των Μπόερς (1899 – 1902), ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος (1904 – 1905), ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911 – 1912) και βεβαίως οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913).

Παράλληλα, διαμορφώνονταν και οι διεθνείς συμμαχίες των καπιταλιστικών κρατών, που σύντομα αποκρυσταλλώθηκαν σε δύο μεγάλους πολιτικοστρατιωτικούς συνασπισμούς. Προηγήθηκε το Σύμφωνο Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας (1879), στο οποίο κατόπιν προσχώρησε και η Ιταλία, συγκροτώντας την Τριπλή Συμμαχία – «Κεντρικές Δυνάμεις» (1882). Από την άλλη μεριά, οι «προαιώνιοι» ανταγωνιστές, Βρετανία και Γαλλία, αφού διευθέτησαν τις μεταξύ τους αποικιακές διαφορές (αγγλογαλλική Συμφωνία, 1904), συνασπίστηκαν με τη Ρωσία, συγκροτώντας την Τριπλή Εγκάρδια Συνεννόηση – «Αντάντ» (1907).

Τα καπιταλιστικά κράτη, βεβαίως, είχαν και έναν επιπλέον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν, δυνητικά πολύ πιο επικίνδυνο από τους ανταγωνιστές τους. Και αυτός δεν ήταν άλλος από την ταξική πάλη που αναπτυσσόταν στο εσωτερικό τους, αλλά και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των καταπιεζόμενων λαών. Η αναχαίτιση-καταστολή των επαναστατικών διεργασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη στις γραμμές της παγκόσμιας εργατικής τάξης, αντικειμενικά γινόταν προτεραιότητα της διεθνούς καπιταλιστικής αντίδρασης.

Η διεθνής σοσιαλδημοκρατία και το ζήτημα του πολέμου

Το κρίσιμο ζήτημα της στάσης των σοσιαλιστών απέναντι στον πόλεμο βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων – αλλά και διαπάλης – στους κόλπους της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, ιδιαίτερα καθώς οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονταν και ο κίνδυνος ενός γενικευμένου πολέμου αυξανόταν συνεχώς.
Η επίσημη θέση της Β’ Διεθνούς, που διαμορφώθηκε με την καταλυτική συνδρομή των Λένιν και Λούξεμπουργκ στο Συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907, όριζε πως «σε περίπτωση πολέμου η εργατική τάξη και οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποί της στις ενδιαφερόμενες χώρες είναι υποχρεωμένοι… να κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν την κήρυξη πολέμου με όλα τα μέσα που θεωρούν σκόπιμα, και που το είδος τους εξαρτάται από το βαθμό όξυνσης της ταξικής πάλης και της γενικής πολιτικής κατάστασης». Ομως, «σε περίπτωση που παρ’ όλα αυτά ο πόλεμος εκραγεί, αυτοί πρέπει… να επιδιώξουν μ’ όλα τα μέσα να χρησιμοποιήσουν την οικονομική και πολιτική κρίση που θα προκαλέσει ο πόλεμος, για να εξεγείρουν τις λαϊκές μάζες και να επιταχύνουν την πτώση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας».3

Το Συνέδριο της Στουτγάρδης της Β' Διεθνούς

Το Συνέδριο της Στουτγάρδης της Β’ Διεθνούς

Η θέση αυτή ωστόσο υιοθετήθηκε μόνο στα λόγια. Στην πράξη, η διεθνής σοσιαλδημοκρατία, που βρισκόταν σε μια πορεία γοργής αστικοποίησης, ακολουθούσε άλλη πολιτική γραμμή. Δεν ήταν λίγες οι φωνές, όπως π.χ. του Γερμανού σοσιαλδημοκράτη Ε. Ντάβιντ, που εκθείαζαν την αποικιοκρατία ως «αναπόσπαστο κομμάτι των γενικών εκπολιτιστικών σκοπών του σοσιαλιστικού κινήματος»! Αλλοι, όπως ο Χ. Βαν Κολ (Ολλανδία), ο Ε. Μπερνστάιν (Γερμανία), ο Ρ. Μακντόναλντ (Βρετανία) ή ο Α. Ρουανέ (Γαλλία), διατηρούσαν παρόμοιες απόψεις, ισχυριζόμενοι πως η αποικιοκρατία ήταν απλά κάτι το φυσιολογικό («όσο θα υπάρχει η ανθρωπότητα θα υπάρχουν και αποικίες») και πως αν ο «πολιτισμένος κόσμος» (δηλαδή οι αποικιοκράτες εκμεταλλευτές) αποσύρονταν από τις αποικίες εκείνες θα «διολίσθαναν» πίσω στη βαρβαρότητα.4

«Η αδυναμία και η έλλειψη μαχητικότητας στη ΙΙ Διεθνή φάνηκαν στην πορεία της μαροκινής κρίσης στα 1911. Στην πρόταση για τη σύγκληση μιας έκτακτης πλατιάς σύσκεψης του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου, για να εφαρμόσει το προλεταριάτο όλων των χωρών τις συμφωνημένες ενέργειες, η ηγεσία του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απάντησε αρνητικά, με τη δικαιολογία πως οι ενέργειες αυτές και η αντιπολεμική προπαγάνδα είναι δυνατόν να βλάψουν την προεκλογική εκστρατεία του κόμματος».5 Στη σύγκληση του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου αντιτάχθηκε και ο ηγέτης της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας Β. Αντλερ, ισχυριζόμενος πως «δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος [σ.σ. μετεξέλιξης της κρίσης σε πόλεμο] και πως η αστική διπλωματία είχε επιληφθεί της διασφάλισης ειρήνης».6

Η έκρηξη του πολέμου και η στάση της σοσιαλδημοκρατίας

Την αφορμή, για την ολομέτωπη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο διαμορφωθέντων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, έδωσε στις 28 Ιούνη 1914 η δολοφονία του διαδόχου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του από Σέρβους εθνικιστές στο Σαράγεβο. Ενα μήνα μετά (28 Ιούλη) τα αυστροουγγρικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Σερβία, πυροδοτώντας σειρά αλυσιδωτών γεγονότων. Στις 31 Ιούλη η Ρωσία – σύμμαχος της Σερβίας – κήρυξε γενική επιστράτευση, προκαλώντας την αντίδραση της Γερμανίας, η οποία την επόμενη μέρα (1 Αυγούστου) της κήρυξε τον πόλεμο. Στις 3 Αυγούστου, η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο και στη Γαλλία, ενώ την επομένη η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Προοδευτικά εντάχθηκαν στον πόλεμο 38 χώρες, που μαζί με τις αποικίες τους, κάλυπταν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού του πλανήτη.

Στην πορεία του πολέμου, οι αντιμαχόμενοι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί διευρύνθηκαν, ενώ άλλαξε και η σύνθεσή τους. Στις Κεντρικές Δυνάμεις εντάχθηκαν ακόμη η Οθωμανική Αυτοκρατορία (1914) και η Βουλγαρία (1915), ενώ η Ιταλία άλλαξε ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, περνώντας με τις δυνάμεις της Αντάντ (1915). Με την Αντάντ συντάχθηκαν επίσης η Ιαπωνία (1914), οι ΗΠΑ (1917), καθώς και οι περισσότερες από τις εμπόλεμες τελικά χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα (1917). Οι αντιθέσεις, πάντως, υπήρξαν οξύτατες και μεταξύ των «συμμάχων», όπως υποδηλώνουν οι συνεχείς διαβουλεύσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, πρωτόκολλα και συνθήκες, που πραγματοποιούνταν και μεταβάλλονταν διαρκώς «πάνω» και «κάτω από το τραπέζι» γύρω από το μελλοντικό μοίρασμα της λείας σε περίπτωση νίκης.

Χάρτης των εμπόλεμων χωρών

Χάρτης των εμπόλεμων χωρών

Τι στάση, όμως, κράτησε η διεθνής σοσιαλδημοκρατία; Παραμονές του πολέμου τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούσαν μια καθ’ όλα υπολογίσιμη δύναμη, μετρώντας 3,4 εκατομμύρια μέλη και 7,4 εκατομμύρια εργάτες οργανωμένους στα συνδικάτα υπό την επιρροή τους. Η σοσιαλδημοκρατία ήταν πρώτη πολιτική δύναμη στη Γερμανία και δεύτερη σε αρκετές άλλες από τις χώρες που ενεπλάκησαν στον πόλεμο (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Αυστρία, Ιταλία). Διέθετε, επομένως, και υπολογίσιμες δυνάμεις και τον ανάλογο σχεδιασμό (όπως αυτός είχε χαραχθεί κατά τα συνέδρια της Β’ Διεθνούς), ώστε να προβάλλει σοβαρά εμπόδια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την αλληλοσφαγή των εργαζομένων χάριν των κερδών των μονοπωλίων. Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει.

Τουναντίον, σχεδόν παντού, οι σοσιαλδημοκράτες συνηγόρησαν – και συμμετείχαν (με την ένταξή τους στις πολεμικές κυβερνήσεις) – στην αλληλοσφαγή της παγκόσμιας εργατικής τάξης, στοιχιζόμενοι με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των «εθνικών» αστικών τους τάξεων. Επέδρασαν καταλυτικά στον ιδεολογικοπολιτικό παροπλισμό του σοσιαλιστικού – εργατικού κινήματος, αφαιρώντας του ταυτόχρονα και τις όποιες πρακτικές δυνατότητες να δράσει κατά του πολέμου (είτε τασσόμενοι ανοιχτά υπέρ του πολέμου είτε ισχυριζόμενοι πως απλώς δεν είχαν άλλη επιλογή). Συνέδραμαν τα μέγιστα στη δηλητηρίαση των εργατικών συνειδήσεων, υιοθετώντας τα σοβινιστικά επιχειρήματα των αστών («ντύνοντάς» τα κάποιες φορές με μαρξιστικοφανή επιχειρήματα, πως δήθεν επρόκειτο για πόλεμο αμυντικό – εθνικοαπελευθερωτικό, κ.λπ.). Στο πλαίσιο αυτό, προσπάθησαν «να δικαιολογήσουν με ευλογοφανή επιχειρήματα τόσο την ανικανότητά τους να προλάβουν το μακελειό, όσο και την ανάγκη γι’ αυτούς να πάρουν μέρος σ’ αυτό».7

Η στάση της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», το προϊόν της προδοσίας μεμονωμένων ατόμων ή μεμονωμένων κομμάτων, αλλά το αποτέλεσμα της γενικότερης επικράτησης του οπορτουνισμού στις γραμμές της: «Η υπεράσπιση της συνεργασίας των τάξεων, η άρνηση της ιδέας της σοσιαλιστικής επανάστασης και των επαναστατικών μεθόδων πάλης, η προσαρμογή στον αστικό εθνικισμό, το γεγονός ότι ξεχνούν πως τα όρια της εθνότητας ή της πατρίδας είναι ιστορικά – μεταβατικά, η μετατροπή της αστικής νομιμότητας σε φετίχ, η άρνηση της ταξικής άποψης και της ταξικής πάλης από φόβο μήπως απομακρυνθούν οι «πλατιές μάζες του πληθυσμού» (διάβαζε: της μικροαστικής τάξης) – αυτές είναι αναμφισβήτητα οι ιδεολογικές βάσεις του οπορτουνισμού. Πάνω σ’ αυτήν τη βάση αναπτύχθηκαν οι σημερινές σοβινιστικές, πατριωτικές διαθέσεις της πλειοψηφίας των αρχηγών της ΙΙ Διεθνούς. Την ουσιαστική επικράτηση των οπορτουνιστών ανάμεσά τους την τόνισαν από καιρό πολλοί παρατηρητές από τις πιο διαφορετικές πλευρές. Ο πόλεμος δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να αποκαλύψει εξαιρετικά γρήγορα και πολύ έκδηλα τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της επικράτησης… Η ΙΙ Διεθνής πέθανε, νικημένη από τον οπορτουνισμό».8

Η διάσπαση της Διεθνούς

Στον αντίποδα προς το πλειοψηφικό ρεύμα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας βρέθηκε – πρώτα και κύρια – το κόμμα των Μπολσεβίκων (ΣΔΕΚΡ) της Ρωσίας, καθώς επίσης τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Βουλγαρίας («στενοί»), της Σερβίας και της Ρουμανίας, οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου των ΗΠΑ, καθώς και μια σειρά μειοψηφικές ομάδες (όπως αυτή του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, με επικεφαλής τους Κ. Λίμπκνεχτ, Ρ. Λούξεμπουργκ, Κλ. Τσέτκιν και Φ. Μέρινγκ).

Κεντρικό καθήκον και βασική κατευθυντήρια γραμμή πάλης της ταξικά συνεπούς, επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας, ήταν η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, σε πόλεμο τάξης εναντίον τάξης, σε σοσιαλιστική επανάσταση.

Δύο δρόμοι ανοίγονταν μπροστά στο διεθνές προλεταριάτο: Η συστράτευση με τη «δική» του «εθνική» αστική τάξη και η συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο υπό «ξένη» ταξικά σημαία ή η ένωση με τα ταξικά του αδέρφια των εμπόλεμων χωρών για την ανατροπή του πραγματικού εχθρού, των αστών, ανεξαρτήτως εθνικότητας. «Και οι δύο δρόμοι», σημείωνε ο Λένιν, είναι «δύσκολοι και απαιτούν θυσίες». Η επιλογή για την εργατική τάξη έγκειτο εντέλει σε αυτό: «Θέλει να προσφέρει αυτές τις θυσίες στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη… και σε έναν από τους συνασπισμούς των μεγάλων Δυνάμεων ή στην υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τον καπιταλισμό, από την πείνα, τους πολέμους; Το προλεταριάτο πρέπει να διαλέξει».9

Bretan

Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες στο μέτωπο

Σε αντίθεση, πάντως, με την πλειοψηφία της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας, κάποια τμήματα της εργατικής τάξης έδειξαν πως διέθεταν ταξικά αντανακλαστικά και πως δεν είχαν δηλητηριαστεί πλήρως από το μικρόβιο του σοβινισμού (όπως ισχυρίστηκαν πολλοί, για να δικαιολογήσουν την προδοτική τους στάση απέναντι στον πόλεμο). Ογκώδεις και μαχητικές αντιπολεμικές συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία, στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Βρετανία, κ.α., έως και την ημέρα της κήρυξης του πολέμου. Το αρχικό μούδιασμα από την οπορτουνιστική προδοσία, καθώς και η σοβινιστική έξαρση που κυριάρχησε, τουλάχιστον την πρώτη περίοδο (με τη συνεπικουρία αστών και σοσιαλδημοκρατών), άρχισαν σιγά – σιγά να υποχωρούν σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι επαναστατικές δυνάμεις στο εργατικό – σοσιαλιστικό κίνημα άρχισαν και αυτές από τη μεριά τους να ανασυγκροτούνται και να οργανώνονται καλύτερα. Ηδη από τα τέλη του 1914 κιόλας Γερμανοί και Γάλλοι – Βρετανοί εργάτες στρατευμένοι του μετώπου προχώρησαν σε αυθόρμητες εκδηλώσεις συναδέλφωσης, ενώ εμφανίστηκαν και προκηρύξεις που διακήρυσσαν: «Ο κύριος εχθρός βρίσκεται στη δική μας τη χώρα».10

Η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο – ταξικό στη Ρωσία

Ο στρατηγικός στόχος της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο – ταξικό έγινε πραγματικότητα πρώτα στη Ρωσία, τον «αδύναμο κρίκο» της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, όπου και οι αντικειμενικές συνθήκες είχαν δημιουργήσει τους όρους της επαναστατικής κρίσης, αλλά και ο υποκειμενικός παράγοντας (το κόμμα της εργατικής τάξης) διέθετε την ανάλογη επαναστατική γραμμή.
Τον Απρίλη του 1917, ο Β. Ι. Λένιν παρουσίασε στο κόμμα των Μπολσεβίκων τις προγραμματικές θέσεις (που έμειναν στην Ιστορία ως «Θέσεις του Απρίλη»), όπου τίθετο άμεσα ο στόχος της εργατικής εξουσίας, η στρατηγική κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης – δίχως ενδιάμεσους «σταθμούς» και μεσοβέζικες «λύσεις». «Ο Λένιν αξιοποίησε την άρνηση – αδυναμία της αστικής κυβέρνησης, από το Φλεβάρη του 1917 και στη συνέχεια, να αντιμετωπίσει οξυμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως του πολέμου και της επιβίωσης εκατομμυρίων φτωχών αγροτών και εργατών. Η επαναστατική εργατική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου – και όχι κάποια ενδιάμεση εξουσία – έλυσε τα προβλήματα της ειρήνης, της γης στους αγρότες, της ισοτιμίας των γυναικών, των εθνοτήτων, γενικά τα λεγόμενα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης».11 Η υιοθέτηση των «Θέσεων του Απρίλη» από το κόμμα των Μπολσεβίκων – όχι χωρίς διαπάλη – αποτέλεσε πράγματι ορόσημο στην εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία, αλλά και στη γενικότερη Ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η προσωρινή αστική κυβέρνηση, υπό τον πρίγκιπα Λβοφ, δεν μπόρεσε να σταθεί για πολύ. Το Μάη του 1917, υπό το βάρος ενός νέου κύματος εργατικών κινητοποιήσεων (με κυρίαρχα συνθήματα «κάτω ο πόλεμος» και «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ»), αναγκάστηκε να ανασχηματιστεί, περιλαμβάνοντας στη σύνθεσή της περισσότερους υπουργούς προερχομένους από τη σοσιαλδημοκρατία (Α. Κερένσκι, Β. Τσερνόφ, Ι. Τσερετέλι, κ.ά.).
Από κοινού αστοί και σοσιαλδημοκράτες πάσχισαν να πείσουν το λαό πως ο πόλεμος έπαψε πλέον να είναι ιμπεριαλιστικός, αλλά πως πλέον διεξαγόταν για την υπεράσπιση της πατρίδας και της Φεβρουαριανής επανάστασης που ανέτρεψε τον τσάρο. Σε ενίσχυσή τους, ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός της Αντάντ έστειλε στη Ρωσία τους «καλύτερους» εκπροσώπους του. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Βρετανίας Α. Χέντερσον και Τζ. Τόμας, της Γαλλίας Α. Τομά, του Βελγίου Ε. Βαντερβέλντε, καθώς και εκπρόσωποι της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας: Ολοι έσπευσαν να πείσουν το ρωσικό λαό «να κάνει το χρέος του».

Ο Λένιν απευθύνεται στους εργάτες και στρατιώτες

Ο Λένιν απευθύνεται στους εργάτες και στρατιώτες

Ωστόσο, ούτε η πρωθυπουργοποίηση του Κερένσκι και οι συνεχώς ανακυκλούμενες υποσχέσεις για παραχωρήσεις – μεταρρυθμίσεις, ούτε η όξυνση της αντιμπολσεβικικής προπαγάνδας και η ένταση της καταστολής κατάφεραν να αποτρέψουν την πορεία των γεγονότων. Στις 6 προς 7 Νοέμβρη 1917 οι εργάτες και στρατιώτες, με επικεφαλής το κόμμα των Μπολσεβίκων, σήκωσαν τη σημαία της σοσιαλιστικής επανάστασης στην πρωτεύουσα, ενώ γρήγορα ο επαναστατικός πυρετός εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη χώρα, καθώς και στις μονάδες του στρατού και του στόλου. Ακολούθως, ξεκίνησε ένας πόλεμος ταξικός (εμφύλιος), ενάντια, τόσο στις εγχώριες δυνάμεις της αντεπανάστασης, όσο και στις δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού που έσπευσαν να τις συνδράμουν. Ο πόλεμος αυτός, στον οποίο ρίχτηκαν με αυτοθυσία και ηρωισμό εκατομμύρια εργάτες και αγρότες, έληξε 5 χρόνια μετά με νίκη των επαναστατών και την εγκαθίδρυση του πρώτου προλεταριακού κράτους στον κόσμο.

Η λήξη του πολέμου: Ο απολογισμός για τους αστούς και τους προλετάριους

Η νικηφόρα πορεία της επανάστασης στη Ρωσία, η εξέγερση των ναυτών του γερμανικού στόλου στο Κίελο και η εξάπλωση του επαναστατικού πυρετού σ’ όλα τα προλεταριακά κέντρα της Γερμανίας (Νοέμβρης 1918), οι επαναστατικές εκδηλώσεις στους στρατούς και τα μετόπισθεν μιας σειράς ιμπεριαλιστικών χωρών (Γαλλία, Αυστροουγγαρία, κ.α.), επέσπευσαν τις διαδικασίες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Ετσι, στις 11 Νοέμβρη 1918 στην Κομπιένη της Γαλλίας υπογράφτηκε ανακωχή μεταξύ της Γερμανίας και της Αντάντ, που ουσιαστικά σήμανε και το τέλος του πολέμου.

Το μοίρασμα της «λείας» μεταξύ των νικητριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε κατά τη «Διάσκεψη Ειρήνης» του Παρισιού, που άρχισε τις εργασίες της στις 18 Γενάρη 1919 και προϊόν της οποίας υπήρξε η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιουνίου 1919). Η αναδιανομή του κόσμου, όπως προέκυψε από το λεγόμενο «Σύστημα των Βερσαλλιών» και επικυρώθηκε στη «Χάρτα» της νεοϊδρυθείσας Κοινωνίας των Εθνών, είχε ως εξής: Η Γερμανία απώλεσε το 1/8 των εδαφών της στην Ευρώπη, καθώς και όλες τις αποικίες της στην Αφρική, οι οποίες μοιράστηκαν κυρίως μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Οι κτήσεις της Γερμανίας στην Ασία περιήλθαν αντίστοιχα στην Ιαπωνία. Η Αυστροουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμελίστηκαν και διαλύθηκαν. Σε γενικές γραμμές, η Βρετανία διατήρησε την πρωτοκαθεδρία της στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Ιδιαίτερα ισχυρές, ωστόσο, αναδείχθηκαν και οι ΗΠΑ, που στο τέλος του πολέμου είχαν διπλασιάσει τις τοποθετήσεις κεφαλαίων τους στο εξωτερικό, ενώ είχαν συγκεντρώσει το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε χρυσό.

Το ιμπεριαλιστικό αυτό μοίρασμα του κόσμου παρέσυρε στη δίνη του πολέμου σχεδόν 1,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Από τα 65 περίπου εκατομμύρια που επάνδρωσαν τους στρατούς των εμπόλεμων συνασπισμών, 8,52 εκατομμύρια σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, 21,18 εκατομμύρια τραυματίστηκαν – έμειναν ανάπηροι, ενώ 7,75 εκατομμύρια έγιναν αιχμάλωτοι ή αγνοούμενοι. Επιπροσθέτως, 948 χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους ως απευθείας αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων, ενώ άλλα 5,89 εκατομμύρια ως αποτέλεσμα των έμμεσων συνεπειών του πολέμου (πείνα, αρρώστιες, κ.ο.κ.). Κατά μέσο όρο 10.000 άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους κάθε μέρα του πολέμου.

Οι εκατόμβες των νεκτρών

Οι εκατόμβες των νεκρών

Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια προλετάριοι έσβηναν στα πεδία των μαχών και στα εργοστάσια (όπου η εντατικοποίηση και εκμετάλλευση της εργασίας οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο στο πλαίσιο της «πολεμικής προσπάθειας»), οι αστοί – όλων των χωρών, νικητών και ηττημένων – αποκόμισαν ανεπανάληπτα κέρδη. «Τα κέρδη των αγγλικών μονοπωλίων στο χρονικό διάστημα του πολέμου αυξήθηκαν κατά 4 δισ. λίρες στερλίνες», ενώ τα «ετήσια έσοδα των αμερικανικών μονοπωλίων στα 1916 – 1918 ήταν κατά μέσο όρο 4,8 δισ. δολάρια μεγαλύτερα από ό,τι στα τρία τελευταία χρόνια πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο».12

«Οι μετοχές ανεβαίνουν και οι προλετάριοι πέφτουν», σημείωνε χαρακτηριστικά η Ρ. Λούξεμπουργκ απ’ όταν ακόμα ο πόλεμος μαινόταν. «Και μαζί με καθέναν από αυτούς είναι ένας μελλοντικός αγωνιστής, ένας στρατιώτης της επανάστασης που κατεβαίνει στον τάφο. Αυτή η τρέλα, αυτή η ματωμένη κόλαση, θα πάψει να υπάρχει, από τη μέρα που οι εργάτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ρωσίας θα βγουν επιτέλους από τη μέθη όπου σήμερα είναι βουτηγμένοι, θα τείνουν αδελφικά το χέρι, σκεπάζοντας ταυτόχρονα την κτηνώδικη κραυγή των θηρίων του ιμπεριαλιστικού πολέμου με την παλιά και δυνατή φωνή του πολέμου της εργασίας: Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»13

Επίλογος

Ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος χαρακτηρίστηκε από πολλούς (μεταξύ αυτών και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Γ. Ουίλσον) ως «ο πόλεμος που θα τερμάτιζε όλους τους πολέμους». Δύο μόλις δεκαετίες αργότερα, ο ισχυρισμός αυτός θα διαψευδόταν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, από την έκρηξη ενός νέου, ακόμα φονικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου (δίχως να συνυπολογίζουμε τους δεκάδες τοπικούς – περιφερειακούς πολέμους και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της μεσοπεριόδου). Και αυτό, βεβαίως, γιατί οι αιτίες που γέννησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο δεν εξαλείφθηκαν. Ο πόλεμος στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν είναι απλώς ένα «ατυχές» γεγονός, αλλά αποτελεί οργανικό προϊόν του καπιταλισμού, αναπόφευκτη εκδήλωση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος, όχι μόνο δεν «τερμάτισε όλους τους πολέμους», αλλά έθεσε και ο ίδιος το σπόρο του επόμενου, καθώς η αναδιανομή του κόσμου που επισφράγισε η Ειρήνη των Βερσαλλιών, «έκλεισε» μια σειρά προηγούμενους λογαριασμούς, αλλά «άνοιξε» και καινούργιους.

Ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος έδειξε πως η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να γίνεται βορά στα κανόνια των αντιμαχόμενων αστών. Εχθρός της δεν είναι ο ξένος προλετάριος, αλλά η δική της αστική τάξη, που εκμεταλλεύεται τον ιδρώτα και το αίμα της, τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου. Η πραγματική της απελευθέρωση, επομένως, έγκειται στην ανατροπή της αστικής εξουσίας.Στρατηγικός στόχος του κόμματος της εργατικής τάξης την περίοδο της παγίωσης και κυριαρχίας του καπιταλισμού, δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, ο σοσιαλισμός – χωρίς «ενδιάμεσα» καθήκοντα, στόχους και στάδια. Η συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης (που μπορεί να βαφτίζονται «εθνικά», «πατριωτικά» ή άλλο), για τη διεκπεραίωση «αστικοδημοκρατικών», κ.λπ. σκοπών, οδηγεί αναπόφευκτα σε μετατροπή του κόμματος της εργατικής τάξης (και κατά προέκταση και των εργατικών μαζών που το ακολουθούν και το εμπιστεύονται) σε βαστάζο της αστικής εξουσίας, σε φτιασιδωτή και εν τέλει σε διασώστη της. Οπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές από την μακρόχρονη εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ο συμβιβασμός με την αστική τάξη και τα κόμματά της, ισοδυναμεί αυτομάτως με θυσία των ζωτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Οι όποιες βραχυπρόθεσμες παραχωρήσεις και «οφέλη», δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν ή να ισοσκελίσουν τις μακροπρόθεσμες, στρατηγικές συνέπειες για το εργατικό κίνημα, που για ορισμένα ψίχουλα καλούνταν να παραδώσει συχνά έναν κόσμο ολόκληρο. Η συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις σημαίνει εγκλωβισμό, ενσωμάτωση της εργατικής τάξης και του κινήματός της στη λογική και τις σκοπιμότητες της αστικής διαχείρισης. Εν τέλει, σημαίνει παροπλισμό και υποταγή της εργατικής τάξης στην αστική.

Το 1917 – 1919 η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο – ταξικό έγινε πραγματικότητα στη Ρωσία, στη Γερμανία, στη Φινλανδία και την Ουγγαρία. Ωστόσο, μόνο στην πρώτη είχε νικηφόρο αποτέλεσμα, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων, όπως οι αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες των νεοϊδρυθέντων επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης (των Κομμουνιστικών Κομμάτων), ο αντεπαναστατικός ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας και βεβαίως οι εξωτερικές παρεμβάσεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Δυστυχώς, μια σειρά διδάγματα, που αντλήθηκαν κυριολεκτικά μέσα από φωτιά και σίδερο, όπως π.χ. γύρω από την αστικοποίηση και τον αντεπαναστατικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, παραγνωρίστηκαν έως και αγνοήθηκαν από το επαναστατικό εργατικό κίνημα τα επόμενα χρόνια. Ο διαχωρισμός της σοσιαλδημοκρατίας σε «αριστερή» και «δεξιά» και η αναζήτηση συμμαχιών με τμήματα ή το σύνολό της – ιδιαίτερα στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου – είχε πολλαπλές συνέπειες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, οδηγώντας σε απαράδεκτους ιδεολογικοπολιτικούς – οργανωτικούς συμβιβασμούς και οπισθοχωρήσεις, θέτοντας προσκόμματα στην ανάπτυξη και ευόδωση της επαναστατικής πάλης των λαών.
Ομοίως και ο μη-προσδιορισμός του χαρακτήρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως ιμπεριαλιστικού: Γεγονός που καθόρισε τόσο το στρατηγικό στόχο των Κομμουνιστικών Κομμάτων, όσο και την πολιτική συμμαχιών τους. Ωστόσο, ο χαρακτήρας του πολέμου προσδιορίζεται αντικειμενικά από το χαρακτήρα της εποχής. Την εποχή, όπου ο καπιταλισμός έχει περάσει στο ανώτατο, μονοπωλιακό του στάδιο – τον ιμπεριαλισμό – ο πόλεμος δεν μπορεί παρά να έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό είναι που με τη σειρά του καθορίζει και τη στάση της επαναστατικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, τόσο απέναντι στον πόλεμο γενικά, όσο και απέναντι στην αστική τάξη και το ζήτημα της εξουσίας.

Η ιστορική εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ιδιαίτερα γύρω από το κομβικό ζήτημα της σχέσης μεταξύ του πολέμου και της πάλης για την εργατική εξουσία, αποτελεί σημαντική θεωρητική και πρακτική παρακαταθήκη για τους εργαζομένους όλου του κόσμου. Μιας παρακαταθήκης που καταγράφηκε και στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο, όπου τονίζονταν χαρακτηριστικά: «Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής – λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε αυτή να συνδεθεί με τον αγώνα για ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας».

Παραπομπές:

1. Β. Ι. Λένιν, «Προς τον Γκ. Ε. Ζηνόβιεφ», στα «Απαντα», τ. 49, σελ. 287.
2. Β. Ι. Λένιν, «Σοσιαλισμός και πόλεμος», στα «Απαντα», τ. 26, σελ. 320.
3. Β. Ι. Λένιν, «Παρατηρήσεις πάνω στην απόφαση του συνεδρίου της Στουτγάρδης «Για το μιλιταρισμό και τις διεθνείς συγκρούσεις»», και «Σημειώσεις», στα «Απαντα», τ. 16, σελ. 80 και 537.
4. Krivoguz I, The Second International, 1889-1914, εκδ. «Progress», Moscow, 1989, σελ. 239 – 240.
5. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Ζ2, σελ. 701.
6. Krivoguz I, The Second International, 1889-1914, εκδ. «Progress», Moscow, 1989, σελ. 319.
7. Από άρθρο του Ιταλού σοσιαλιστή Zibordi στην Avanti, στο Β. Ι. Λένιν, Ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος και ο διεθνής σοσιαλισμός, στα «Απαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1973, σελ. 10.
8. Β. Ι. Λένιν, «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», στα «Απαντα», τ. 26, σελ. 36-37 και 42.
9. Β. Ι. Λένιν, «Δώδεκα σύντομες θέσεις για την υποστήριξη από μέρους του Γκ. Γκρόιλιχ της υπεράσπισης της πατρίδας», στα «Απαντα», τ. 30, σελ. 335.
10. Β. Ι. Λένιν, «Σοσιαλισμός και πόλεμος», στα «Απαντα», τ. 26, σελ. 345.
11. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β’ τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 21.
12. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Η, σελ. 116 και 145.
13. Ρ. Λούξεμπουργκ, «Η εργατική τάξη και ο πόλεμος», εκδ. «Κοροντζή», Αθήνα, σελ. 40-41.

Κείμενα: Αναστάσης ΓΚΙΚΑΣ
μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Πηγή: Ριζοσπάστης

Οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

Η ατομική τρομοκρατία ποτέ δεν είχε σχέση με το μαζικό εργατικό-λαϊκό κίνημα

Η ατομική τρομοκρατία ποτέ δεν είχε σχέση με το μαζικό εργατικό-λαϊκό κίνημα

*
Οι Μαρξ-Ενγκελς, έχουν δώσει πλήθος στοιχείων ως προς τη δράση των Μπακούνιν και Νετσάγιεφ και την πρακτόρικη-προβοκατόρικη ταχτική τους. Πρόσφατα, δημοσιογράφος απογευματινής εφημερίδας παρουσίασε το Νετσάγιεφ ως μαρξιστή, τον οποίο μάλιστα είχαν ως πρότυπό τους οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία αποδίδοντας έτσι στο μαρξισμό την «ιδεολογία της τρομοκρατίας». Ο Νετσάγιεφ βεβαίως ήταν πράκτορας της «Οχράνας» του Τσάρου της Ρωσίας και μαζί με τον Μπακούνιν είχαν ιδρύσει τη «Μυστική Συμμαχία», η οποία σκοπό της έχει την είσοδο μελών της στη «Διεθνή Ενωση Εργατών», με σκοπό την υπονόμευση και διάλυσή της. Ενώ ταυτόχρονα δρούσαν αυτοτελώς με μορφές πάλης την ατομική τρομοκρατία, τις δολοφονίες πολιτικών, τη διάπραξη άλλων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου.
 *
Τα κείμενα που τους αποκαλύπτουν γράφτηκαν από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς με τη συνεργασία του Π. Λαφάργκ. Ολη η εργασία τους τυπώθηκε σε φυλλάδιο στο Λονδίνο και το Αμβούργο τον Αύγουστο του 1873.
 *
Να λοιπόν τι γράφουν σχετικά μ’ αυτή την υπόθεση:
 *
«Αυτή η ένωση εκπορεύεται απ’ την πεποίθηση ότι ποτέ οι επαναστάσεις δεν πραγματοποιούνται ούτε από προσωπικότητες, ούτε από μυστικούς Συνδέσμους. Πραγματοποιούνται σαν από μόνες τους, προκαλούμενες από τη δύναμη των πραγμάτων, από την πορεία των γεγονότων και των περιστάσεων. Προετοιμάζονται μακροχρόνια βαθιά μέσα στην ενστικτώδη συνείδηση των λαϊκών μαζών και κατόπιν ξεσπούν… Ο,τι μπορεί να κάνει ένας μυστικός Σύνδεσμος καλά οργανωμένος, είναι, πρώτα απ’ όλα, να υποβοηθήσει τη γέννηση της επανάστασης, διαδίδοντας στις μάζες τις ιδέες, που να ανταποκρίνονται στα ένστικτα των μαζών και να οργανώσει όχι το στρατό της επανάστασης – στρατός πρέπει να είναι πάντα ο λαός (κρέας για τα κανόνια), – αλλά το επαναστατικό επιτελείο, που θα αποτελούν άνθρωποι αφοσιωμένοι, δραστήριοι, έξυπνοι και, το κυριότερο, ειλικρινείς,- και όχι ιδιοτελείς και ματαιόδοξοι,- φίλοι του λαού, ικανοί να γίνουν οι μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας» (και μονοπωλητές της) «και των λαϊκών ενστίκτων». Από κείμενα της «Μυστικής Συμμαχίας»
 *
Η πραγματική επαναστατική πραχτική
 *
Απέναντι σ’ αυτή τη λογική οι Μαρξ-Ενγκελς απαντούν:
 *
«Για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επανάστασης, χρειάζεται να υπάρχει ενότητα σκέψης και δράσης. Τα μέλη της Διεθνούς πασχίζουν να δημιουργήσουν αυτή την ενότητα με την προπαγάνδα, τη συζήτηση και την ανοιχτή οργάνωση του προλεταριάτου, ενώ ο Μπακούνιν χρειάζεται μόνο μια μυστική οργάνωση εκατό ανθρώπων, προνομιούχων εκπροσώπων της επαναστατικής ιδέας, ένα αυτοδιορισμένο γενικό επιτελείο που βρίσκεται στην εφεδρεία και υπό τις διαταγές του μόνιμου «πολίτη Μπ» (σ.σ. Μπακούνιν). Ενότητα σκέψης και δράσης δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά δογματισμό και τυφλή υποταγή. Perinde ac cadaver. (Σαν ένα πτώμα). Εχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό Τάγμα ιησουιτών.
 *
Το να λέει κανείς ότι οι εκατό διεθνείς αδελφοί πρέπει «να γίνουν μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας και των λαϊκών ενστίκτων», είναι σα ν’ ανοίγει μιαν άβυσσο ανάμεσα στην επαναστατική ιδέα της Συμμαχίας και στις μάζες των προλετάριων, είναι σαν να ομολογεί την αδυναμία του να στρατολογήσει αυτούς τους εκατό φρουρούς κάπου αλλού, εκτός από τις προνομιούχες τάξεις».
 *
Γι’ αυτό και καταλήγουν ως εξής:
 *
«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εταιρία, που, κάτω απ’ τη μάσκα του πιο ακραίου αναρχισμού, δε στρέφει τα χτυπήματά της ενάντια στις υπάρχουσες κυβερνήσεις… Για να επιτύχει τους σκοπούς της, η εταιρία αυτή δε διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο και κάθε δολιότητα. Το ψέμα, η συκοφαντία, οι εκφοβισμοί, οι τραμπουκισμοί, είναι χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Τέλος, στη Ρωσία η εταιρία αυτή αντιποιείται κατάφωρα τον τίτλο της Διεθνούς και, καλυπτόμενη πίσω από την επωνυμία της Διεθνούς, διαπράττει ποινικά αδικήματα, απάτες, μια δολοφονία, ενώ για όλα αυτά ο κυβερνητικός και ο αστικός Τύπος επιρρίπτει την ευθύνη στην Ενωσή μας (…) Ας φωνασκούν οι ηγέτες της Συμμαχίας περί προδοσίας. Εμείς τους παραδίδουμε στην περιφρόνηση των εργατών και στην εύνοια των κυβερνήσεων, στις οποίες πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες, αποδιοργανώνοντας το εργατικό κίνημα.Η εφημερίδα της Ζυρίχης «Tagwacht» είχε απόλυτο δίκιο όταν, απαντώντας στον Μπακούνιν, έλεγε:
 *
«Αν δεν είσθε πληρωμένος πράκτορας, τότε, όπως και νά ‘χει, ένα είναι φανερό: κανένας πληρωμένος πράκτορας δε θα μπορούσε να προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι προξενήσατε εσείς«».
Ριζοσπάστης
*
Δράση που βολεύει το σύστημα
 *
Οι Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν, αντιμετώπισαν ως έναν από τους βασικούς εχθρούς του εργατικού κινήματος, ομάδες και πρόσωπα, που είχαν αιχμή της δράσης τους την ατομική τρομοκρατία, στο κίνημα των αναρχικών, αλλά και των ναρόντνικων, (αγροτικό δημοκρατικό κίνημα στα μέσα του 19ου αιώνα στη Ρωσία). Αλλά και στη συνέχεια, αρχές του 20ού αιώνα, ο Λένιν το αντιμετώπισε στη δράση των εσέρων (σοσιαλιστές – επαναστάτες).
 *
Σχετικά με τη δράση τέτοιων ομάδων και προσώπων γράφει ο Ενγκελς σε επιστολή του προς τον Πάμπλο Ιγκλέσιας στη Μαδρίτη:
 *
«(…) Οσο για τους αναρχικούς, αυτοί φαίνεται δεν απέχουν πολύ απ’ την αυτοκτονία. Τούτη η παθιασμένη πυρετώδης φούρια, τούτο το πυροτέχνημα των δολοφονιών, που δεν έχουν κανένα νόημα, και, αν το καλοκοιτάξεις, είναι πληρωμένες και μονταρισμένες απ’ την αστυνομία, δεν μπορεί να μην ανοίξει τα μάτια ακόμα και του αστισμού για τον αληθινό χαρακτήρα αυτής της προπαγάνδας των φρενοβλαβών και βαλτών πρακτόρων(…).
 *
Κι αν τώρα διακινδυνεύουμε κι εμείς να δεινοπαθήσουμε απ’ την αστική αντίδραση, τελικά θα βγούμε κερδισμένοι, διότι αυτή τη φορά θα μπορέσουμε ν’ αποδείξουμε σε όλους ότι εμάς και τους αναρχικούς μας χωρίζει άβυσσος».(Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 39, σελ. 223).
 *
Μετά το ματοβαμμένο τσάκισμα της «Κομμούνας του Παρισιού», οι αναρχικοί επιτέθηκαν στη «Διεθνή Ενωση Εργατών»επίθεση συνδυασμένη με την επίθεση των αστικών κυβερνήσεων.
 *
Ο Ενγκελς, σε επιστολή του από το Λονδίνο, στις 24 Γενάρη του 1872, ένα χρόνο μετά την Κομμούνα, προς τον Τέοντορ Κούνο στο Μιλάνο αναφέρεται σ’ αυτό ως εξής:
 *
«(…)Αν αναλογιστεί κανείς σε ποια στιγμή -τώρα ακριβώς που όλα τα σκυλιά έχουν ξαμοληθεί καταπάνω στη Διεθνή- οι άνθρωποι αυτοί οργανώνουν τη συνωμοσία τους, τότε δεν μπορεί να μην περάσει απ’ το μυαλό του πως οι κύριοι της διεθνούς αστυνομίας έχουν βάλει το χέρι τους στην υπόθεση. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει. Στο Μπεζιέ, οι μπακουνικοί της Γενεύης έχουν σαν εκπρόσωπό τους τον διευθυντή της αστυνομίας! (…) Ως ποιο βαθμό είναι ανακατεμένη στην υπόθεση η ρωσική αστυνομία είναι κάτι που το αφήνω ανοιχτό για την ώρα, αλλά ο Μπακούνιν ήταν χωμένος ως τα μπούνια στην υπόθεση «Νετσάγιεφ» (βέβαια, το διαψεύδει, αλλά εμείς εδώ έχουμε τα πρωτότυπα των ρωσικών κειμένων κι επειδή και ο Μαρξ και εγώ καταλαβαίνουμε τα ρωσικά, δεν μπορεί να μας ρίξει στάχτη στα μάτια). Κι ο Νετσάγιεφ, είτε είναι agent provocateur (πράκτορας) των Ρώσων, είτε οπωσδήποτε έδρασε ως τέτοιος. Πέρα απ’ αυτό, ανάμεσα στους Ρώσους φίλους του Μπακούνιν υπάρχουν κάθε λογής ύποπτα άτομα (…). (Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 33, σελ. 388 – 392).
Ριζοσπάστης
*
Η υπόθεση Νετσάγιεφ
Η εξέγερση των «Δεκεμβριστών» στις 14 του Δεκέμβρη 1825 στη Ρωσία
*
Η υπόθεση Νετσάγιεφ, με αφορμή μια δίκη που έγινε στη Ρωσία το 1871, αποκάλυψε το ρόλο του ως πράκτορα, με διάφορα περιστατικά ανθρώπων, οι οποίοι έχοντας σχέση μαζί του συνελήφθησαν από το τσαρικό καθεστώς, με επαναστατικό υλικό στην κατοχή τους. Τα κείμενα των Μαρξ – Ενγκελς γι’ αυτή την υπόθεση, αποκαλύπτουν τον προβοκατόρικο ρόλο αυτού, που ως επαναστατική μορφή πάλης είχε την ατομική τρομοκρατία. Ας αφήσουμε τα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού να μιλήσουν γι’ αυτόν.
 *
Η δίκη Νετσάγιεφ
*
«Πληροφορηθήκαμε, γράφουν οι Μαρξ – Ενγκελς, για τη δράση της Συμμαχίας στη Ρωσία από την πολιτική δίκη, γνωστή ως υπόθεση Νετσάγιεφ, που έγινε τον Ιούλιο του 1871 στο δικαστήριο της Πετρούπολης. Για πρώτη φορά στη Ρωσία μια πολιτική δίκη έγινε μπροστά σε ορκωτό δικαστήριο και δημόσια. Ολοι οι δικαζόμενοι, πάνω από ογδόντα άτομα, άνδρες και γυναίκες, ανήκαν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στη σπουδάζουσα νεολαίαΕίχαν μείνει προφυλακισμένοι από το Νοέμβριο του 1869 ως τον Ιούλιο του 1871 στα μπουντρούμια του φρουρίου του Πετροπαβλίφσκ, με αποτέλεσμα δυο απ’ αυτούς να πεθάνουν και μερικοί άλλοι να παραφρονήσουν. Βγήκαν από τα μπουντρούμια απλώς για να ακούσουν την απόφαση, που τους καταδίκαζε σε καταναγκαστικά έργα στα ορυχεία της Σιβηρίας, σε ειρκτή και σε φυλάκιση δεκαπέντε, δώδεκα, δέκα, εφτά και δύο χρόνων(…) Το έγκλημά τους ήταν πως ανήκαν σε μια μυστική εταιρία, η οποία είχε σφετερισθεί το όνομα της Διεθνούς Ενωσης Εργατών και στην οποία στρατολογήθηκαν από απεσταλμένο της διεθνούς επαναστατικής επιτροπής, που διέθετε πληρεξούσια δήθεν με τη σφραγίδα της Διεθνούς. Αυτός ο απεσταλμένος τους έβαλε να διαπράξουν μια σειρά απάτες και ανάγκασε μερικούς απ’ αυτούς να γίνουν συνεργοί του στη διάπραξη μιας δολοφονίαςΑυτή η δολοφονία ήταν που οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη της μυστικής εταιρίας, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ίδιος ο απεσταλμένος είχε ήδη εξαφανιστεί. Σ’ όλη αυτή την υπόθεση ο ρόλος του απεσταλμένου ήταν πολύ ύποπτος. Ο απεσταλμένος αυτός ήταν ο Νετσάγιεφ (…)
 *
Το 1861, απαντώντας στα φορολογικά μέτρα, που αποσκοπούσαν στο να μην μπορούν οι άποροι νέοι να πλησιάσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, και στα δικαστικά μέτρα, που απέβλεπαν στο να τους υποτάξουν στην αστυνομική αυθαιρεσία, οι φοιτητές εξέφρασαν έντονη και ομόφωνη διαμαρτυρία, που από τις συνελεύσεις την κατέβασαν στους δρόμους και τη μετέτρεψαν σε εντυπωσιακές διαδηλώσεις (…) Οι συνελεύσεις (…) έδιναν ταυτόχρονα τη δυνατότητα να συζητούνται πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η ρωσική σπουδάζουσα νεολαία, που στο μεγαλύτερο μέρος της την αποτελούσαν παιδιά αγροτών και άλλων φτωχών ανθρώπων, είχε διαποτιστεί σε τέτοιο βαθμό απ’ τις σοσιαλιστικές ιδέες, ώστε ονειρευόταν κιόλας την άμεση υλοποίησή τους (…) Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση έκανε την εμφάνισή του ό Νετσάγιεφ, που, εκμεταλλευόμενος το κύρος της Διεθνούς και τον ενθουσιασμό αυτής της νεολαίας, επιχείρησε να πείσει τους φοιτητές ότι δεν είναι καιρός να ασχολούνται με τέτοια μικροπράγματα, τη στιγμή που υπάρχει μέσα στη Διεθνή μια τεράστια μυστική εταιρία, που ανάβει τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης και είναι έτοιμη για άμεσες ενέργειες στη Ρωσία. Ο Νετσάγιεφ κατάφερε να εξαπατήσει μερικούς νέους ανθρώπους και να τους παρασύρει σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, που έδωσαν την ευκαιρία στην αστυνομία να τσακίσει αυτό το κίνημα των σπουδαστών, τόσο επικίνδυνο για την επίσημη Ρωσία.
 *
Η ύποπτη φυγή στη Γενεύη
*
Το Μάρτιο του 1869 έφτασε στη Γενεύη ένας νεαρός Ρώσος, που προσπάθησε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη όλων των Ρώσων εμιγκρέδων, παριστάνοντας τον αντιπρόσωπο των φοιτητών της Πετρούπολης. Εμφανιζόταν με διάφορα ονόματα. Μερικοί εμιγκρέδες γνώριζαν από αξιόπιστες πηγές πως από την Πετρούπολη δεν είχε σταλεί κανένας αντιπρόσωπος. Αλλοι, ύστερα από συζήτηση με τον δήθεν αντιπρόσωπο, τον πέρασαν για χαφιέ. Στο τέλος, είπε το πραγματικό του όνομα: Νετσάγιεφ. Ελεγε ότι είχε αποδράσει απ’ το φρούριο της Πετρούπολης, όπου ήταν έγκλειστος σαν πρωτεργάτης των ταραχών που ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1869 στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πρωτεύουσας. Μερικοί εμιγκρέδες, που είχαν μείνει για καιρό έγκλειστοι σ’ αυτό το φρούριο, γνώριζαν από προσωπική εμπειρία ότι από κει είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς. Γι’ αυτό κατάλαβαν ότι εδώ ο Νετσάγιεφ λέει ψέματα. Εξάλλου, επειδή στις εφημερίδες και τα γράμματα που έπαιρναν μνημονεύονταν τα ονόματα των διωκόμενων φοιτητών και πουθενά δε γινόταν λόγος περί Νετσάγιεφ, θεώρησαν ότι τα όσα αραδιάζει για τη δήθεν επαναστατική δράση του είναι παραμύθια. Ο Μπακούνιν, όμως, έπαιρνε φανερά το μέρος του Νετσάγιεφ. Διαλαλούσε παντού πως ο Νετσάγιεφ είναι «έκτακτος απεσταλμένος της μεγάλης μυστικής οργάνωσης που υπάρχει και δρα στη Ρωσία»(…) Σε μια συζήτηση που είχε ο Νετσάγιεφ με έναν εμιγκρέ, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι δεν τον έστειλε αντιπρόσωπο καμία μυστική οργάνωση(…)
 *
Και όμως έπεφταν στα χέρια του Τσάρου
*
Από τον Απρίλιο του 1869 οι Μπακούνιν και Νετσάγιεφ άρχισαν να προετοιμάζουν το έδαφος για επανάσταση στη Ρωσία. Από τη Γενεύη έστελναν επιστολές, εκκλήσεις και τηλεγραφήματα στην Πετρούπολη, στο Κίεβο και σε άλλες πόλεις. Ωστόσο, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν στη Ρωσία επιστολές, εκκλήσεις και ιδίως τηλεγραφήματα, δίχως να το μάθει το «III Γραφείο», (σ.σ.το 3ο Γραφείο της καγκελαρίας του Τσάρου, που ήταν η διεύθυνση της μυστικής αστυνομίας στη Ρωσία), (η μυστική αστυνομία). Ολα αυτά μπορούσαν να έχουν ένα και μόνο σκοπό: να εκθέσουν ανθρώπους. Αυτές οι ανέντιμες μέθοδοι, ανθρώπων που δε ριψοκινδύνευαν τίποτα στην καλοστεκούμενη Γενεύη, οδήγησαν σε πολυάριθμες συλλήψεις στη Ρωσία. Τους είχαν, μάλιστα, προειδοποιήσει ότι δημιουργούν κινδύνους. Εχουμε αποδείξεις πως γνωστοποίησαν στον Μπακούνιν την ακόλουθη περικοπή μιας επιστολής απ’ τη Ρωσία.
 *
«Για όνομα του Θεού, πέστε στον Μπακούνιν να πάψει, αν έχει έστω και κάτι ιερό μέσα του για την επανάσταση, να στέλνει τις εξωφρενικές προκηρύξεις του, που οδηγούν σε έρευνες σε πολλές πόλεις, σε συλλήψεις και παραλύουν κάθε σοβαρή δουλιά«(…)
 *
Στις 7 Απριλίου 1869, ο Νετσάγιεφ γράφει στην Κα Τομίλοβα, σύζυγο συνταγματάρχη, ο όποιος αργότερα πέθανε απ’ τον καημό για τη σύλληψη της γυναίκας του, ότι «στη Γενεύη πνίγονται στις δουλιές» και την προτρέπει να στείλει εκεί έναν σίγουρο άνθρωπο για να μιλήσει μαζί του. «Η υπόθεση, για την οποία πρέπει να κουβεντιάσουμε, δεν άφορα μόνο το δικό μας εμπόριο, αλλά και το πανευρωπαϊκό. Εδώ το πράγμα βράζει. Μαγειρεύεται μια τέτοια σούπα, που δε θα μπορέσει ούτε όλη η Ευρώπη να την αποτελειώσει. Βιαστείτε, λοιπόν». Ακολουθεί σύσταση της Γενεύης. Αυτή η επιστολή δεν έφτασε στον παραλήπτη. Την έπιασε στο ταχυδρομείο η μυστική αστυνομία, με επακόλουθο τη σύλληψη της Κας Τομίλοβα, που πρωτοείδε την επιστολή μόνο κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων («Εφημερίδα της Πετρούπολης», αρ. φύλ. 187, 1871)(…)
 *
Και η περίπτωση της Αλεξαντρόφσκαγια
*
Η Κα Αλεξανδρόφσκαγια ήταν πολύ εκτεθειμένη στην περίοδο των ταραχών του 1861-1862. Κάθισε μάλιστα και στη φυλακή, όπου η στάση της δεν ήταν και τόσο σωστή. Σε μια κρίση ειλικρίνειας έγραψε μια εξομολόγηση προς τους δικαστές της και η εξομολόγηση αυτή ενοχοποίησε πολλούς ανθρώπους(…) Είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Νετσάγιεφ χρειάστηκε έναν συνεπιβάτη,(σ.σ. για ταξίδι από τη Ρωσία στη Γενεύη), του οποίου και μόνο η παρουσία θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει τη σύλληψή του στα σύνορα: Μολαταύτα, ο Νετσάγιεφ, συνοδευόμενος από την Κα Αλεξανδρόφσκαγια, έφθασε αισίως στη Γενεύη και, ενώ τους άμοιρους ανθρώπους που εξαπάτησε τους έριχναν στη φυλακή, αυτός μαζί με τον Μπακούνιν καταπιάστηκε με τη σύνταξη του δεύτερου τεύχους της «Λαϊκής Τιμωρίας». Ο Μπακούνιν, απέραντα υπερήφανος διότι η «Journal de Geneve» γράφει για τη συνωμοσία Νετσάγιεφ και του αποδίδει (του Μπακούνιν) καθοδηγητικό ρόλο σ’ αυτήν, ξέχασε πως η «Λαϊκή Τιμωρία» του τυπώνεται δήθεν στη Μόσχα και αναδημοσίευσε σ’ αυτήν μια ολόκληρη σελίδα απ’ το άρθρο της «Journal de Geneve», γραμμένο στα γαλλικά. Μόλις ετοιμάστηκε το περιοδικό, ανέθεσαν στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια να το μεταφέρει μαζί με άλλες προκηρύξεις στη Ρωσία. Στα σύνορα, ένας πράκτορας του ΙΙΙ Γραφείου, που είχε στήσει καρτέρι στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια, της πήρε το πακέτο. Μετά τη σύλληψή της, παρέδωσε στον πράκτορα έναν κατάλογο ονομάτων, που μόνο ο Μπακούνιν μπορούσε να τα γνωρίζει. Ενας από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση Νετσάγιεφ, αλλά και από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι «θεωρούσε προηγούμενα τον Μπακούνιν έντιμο άνθρωπο και δεν καταλαβαίνει πως αυτός, μαζί με τους άλλους, μπόρεσε τόσο ύπουλα να εκθέσει αυτή τη γυναίκα στον κίνδυνο της σύλληψης«».
 *
Αυτός λοιπόν ήταν ο Νετσάγιεφ, ένας κοινός προβοκάτορας, που είχε σχέση ή χρησιμοποιήθηκε από τις τσαρικές αρχές ενάντια στους επαναστάτες.
 *
Τα κείμενα των Μαρξ – Ενγκελς είναι από το βιβλίο «Κ.Μαρξ – Φ.Ενγκελς, για τον αναρχισμό, εκδόσεις «Καζάντζα».
Ριζοσπάστης
*
Ο Λένιν
*
Ο Λένιν ήταν επίσης φανατικός πολέμιος της ατομικής τρομοκρατίας ως μορφής πάλης. Είναι χαρακτηριστική αυτή η πολεμική του στους σοσιαλιστές επαναστάτες, που δρούσαν με τις μορφές των πολιτικών δολοφονιών. Στο έργο του «Επαναστατικός τυχοδιωκτισμός», αποσπάσματα του οποίου παρουσιάζουμε, αναφέρει:
 *
«Ας περάσουμε στο δεύτερο σημείο, στο ζήτημα της τρομοκρατίας.
Υπερασπίζοντας την τρομοκρατία, που η ακαταλληλότητά της έχει αποδειχθεί τόσο καθαρά από την πείρα του ρωσικού επαναστατικού κινήματος, οι σοσιαλιστές – επαναστάτες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και δηλώνουν πως αναγνωρίζουν μόνον την τρομοκρατία που συνδυάζεται με τη δουλειά στις μάζες και γι’ αυτόν το λόγο δεν τους αφορούν τα επιχειρήματα, με τα οποία οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες αναιρούσαν (και αναίρεσαν για πολύ καιρό) τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεθόδου πάλης.(…)
 *
Εμείς δεν επαναλαμβάνουμε τα λάθη των τρομοκρατών, δεν αποσπούμε κανέναν από τη δουλειά στις μάζες, βεβαιώνουν οι σοσιαλιστές – επαναστάτες, και ταυτόχρονα συνιστούν θερμά στο κόμμα πράξεις σαν τη δολοφονία του Σιπιάγκιν από τον Μπαλμασόφ, αν και ο καθένας ξέρει θαυμάσια και βλέπει πως η πράξη αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τις μάζες, ούτε και μπορούσε να έχει…
 *
«Ποιον να χτυπάμε;» – ρωτάει το κόμμα των σοσιαλιστών – επαναστατών και απαντά: Τους υπουργούς και όχι τον τσάρο, γιατί «ο τσάρος δε θα εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα» (!! από πού το έμαθαν;;), κι έπειτα «αυτό είναι και πιο εύκολο» (έτσι επί λέξει!): «Κανένας υπουργός δεν μπορεί να κλειστεί στο παλάτι, σαν σε φρούριο». Και η επιχειρηματολογία αυτή τελειώνει με τον ακόλουθο συλλογισμό, που αξίζει ν’ απαθανατιστεί, σαν πρότυπο «θεωρίας» των σοσιαλιστών – επαναστατών. «Ενάντια στον όχλο, ο απολυταρχισμός έχει τους φαντάρους, ενάντια στις επαναστατικές οργανώσεις τη μυστική και φανερή αστυνομία, τι θα τον σώσει, όμως…» (ποιον, την απολυταρχία; Ο συντάχτης, χωρίς να το καταλάβει, συνταύτισε πια την απολυταρχία με τον υπουργό, που είναι ευκολότερο να χτυπηθεί!) «… από τα μεμονωμένα άτομα ή τους μικρούς ομίλους που ασταμάτητα και εν αγνοία μάλιστα του ενός από τον άλλο (!!) ετοιμάζονται για επίθεση και επιτίθενται; Καμιά δύναμη δε θα βοηθήσει απέναντι στο ασύλληπτο. Συνεπώς, το καθήκον μας είναι καθαρό: Να βγάζουμε από τη μέση κάθε αυταρχικό σατράπη της απολυταρχίας με το μοναδικό μέσο που μας άφησε (!) η απολυταρχία – το θάνατο».
 *
Να καλείς σε μια τέτοια τρομοκρατία, όπως είναι η διοργάνωση αποπειρών δολοφονίας ενάντια σε υπουργούς από μεμονωμένα άτομα και από άγνωστους μεταξύ τους ομίλους, τη στιγμή που οι επαναστάτες δεν έχουν αρκετές δυνάμεις και μέσα για την καθοδήγηση της μάζας, που ήδη ξεσηκώνεται, – σημαίνει ότι όχι μόνο διακόπτεις μ’ αυτόν τον τρόπο τη δουλειά μέσα στις μάζες, αλλά και προκαλείς άμεσα την αποδιοργάνωση της δουλειάς.
 *
Εμείς, οι επαναστάτες (…) Πρέπει να δρούμε όλοι μαζί πιο ενεργητικά, πιο θαρραλέα και πιο οργανωμένα. Ενώ οι σοσιαλιστές – επαναστάτες συμπεραίνουν: «Πυροβόλα, ασύλληπτο άτομο, γιατί, αλίμονο, η μάζα θα αργήσει ακόμα, και γιατί ενάντια στη μάζα υπάρχουν φαντάροι». Αυτό πια είναι τελείως ανόητο, κύριοι!» (Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Απαντα», τ. 6, σελ. 381 – 385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Ριζοσπάστης
*
Οι επαναστάτες για τους «επαναστάτες»
*
«Το συνέδριο αποκρούει κατηγορηματικά την τρομοκρατία, δηλαδή το σύστημα των πολιτικών εκτελέσεων μεμονωμένων προσώπων σαν μέθοδο πολιτικής πάλης τελείως ακατάλληλη… (γιατί) καλλιεργεί και στους ίδιους τους επαναστάτες και στον πληθυσμό γενικά τις πιο στραβές αντιλήψεις για τα καθήκοντα και τις μεθόδους πάλης ενάντια στην απολυταρχία».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα τ. 7, σελ. 249).
 *
«(…) Οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα, τ. 40, σελ. 312).
*
«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα».
(Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», σελ. 127, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982).
 *
«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης».
(Τσε Γκεβάρα, στο ίδιο, σελ. 118-119).
*
Πηγή: Lenin Reloaded