Η μάχη του Στάλινγκραντ: η μάχη που άλλαξε τον ρου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Η κόκκινη σημαία πάνω από το Στάλινγκραντ

Στις 20 του Φλεβάρη του 1943 ο στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν συναντήθηκε με τον Αδόλφο Χίτλερ. «Είχα να τον δω – γράφει στα απομνημονεύματά του1 – από την αποφράδα εκείνη ημέρα της 20ής Δεκεμβρίου 1941 (σ.σ. μετά την ήττα των γερμανικών δυνάμεων στη Μόσχα, που είχε ως αποτέλεσμα ο Γκουντέριαν να πέσει σε δυσμένεια). Στους 14 μήνες που είχαν περάσει από τότε ο Χίτλερ είχε γεράσει πολύ. Το όλο παρουσιαστικό του δεν ήταν πια τόσον επιβλητικό, όπως τότε. Η ομιλία του ήταν διστακτική και το αριστερό του χέρι έτρεμε». Ο γνωστός ακροδεξιός ιστορικός συγγραφέας David Irving συμπληρώνει ότι πέρα από τα άλλα προβλήματα υγείας «ο Χίτλερ περνούσε κρίσεις βαριάς κατάθλιψης… Το Στάλινγκραντ είχε αφήσει βαθιά σημάδια μέσα του»2.

Χωρίς αμφιβολία η έκβαση της Μάχης στο Στάλινγκραντ είχε αλλάξει ολόκληρη τη ροή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και από στρατιωτική και από πολιτική – ψυχολογική άποψη. Αλλά γιατί; Τι ήταν αυτό που είχε συμβεί;

Στόχος, ο Νότος της Σοβιετικής Ενωσης

Το καλοκαίρι του 1942 τα γερμανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο νότιο τομέα του ανατολικού μετώπου. Ενα τμήμα κινήθηκε προς το Στάλινγκραντ και στις 17/7/1942 έφτασε στα άκρα της πόλης κι ένα άλλο τμήμα έφτασε στον ποταμό Ντον, στην περιοχή της πόλης Ροστόβ, με κατεύθυνση τον Καύκασο.

Την επίθεση αυτή η Γερμανία τη σχεδίαζε από τα τέλη του 1941 αλλά οι σχεδιασμοί έλαβαν ολοκληρωμένη μορφή στρατιωτικού σχεδίου στις 5 του Απρίλη του 1942, όταν το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο εξέδωσε τη διαταγή Νο 41, βάσει της οποίας, κύριος στόχος των γερμανικών στρατευμάτων ετίθετο η συντριβή της σοβιετικής αντίστασης και η κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους των βασικών στρατιωτικών και οικονομικών κέντρων της ΕΣΣΔ. «Πρώτα είναι απαραίτητο – έλεγε η διαταγή – να ενώσουμε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για τη διεξαγωγή της βασικής επιχείρησης στο νότιο τομέα, με σκοπό να εκμηδενίσουμε τον εχθρό πέρα από τον Ντον, για να καταλάβουμε ύστερα τις πετρελαιοφόρες περιοχές στους πρόποδες του Καυκάσου και τους δρόμους μέσα στον Καύκασο»3. Για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της επίθεσης των γερμανικών στρατευμάτων στον τομέα του Καυκάσου, το γερμανικό στρατηγείο σχεδίασε επίθεση στον τομέα του Στάλινγκραντ. Αρχικά, όμως, βάσει της προαναφερόμενης διαταγής προβλεπόταν η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων στον Καύκασο και η περικύκλωση και συντριβή των σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στο Στάλινγκραντ. Στη συνέχεια, όμως, τον Ιούλη του 1942, τα σχέδια αυτά τροποποιήθηκαν ώστε να συμπεριλάβουν και την κατάληψη της ίδιας της πόλης. «Την επίθεση στο Στάλινγκραντ – γράφει ο Ian Kershaw4 – θα αναλάμβανε η λιγότερο ισχυρή Ομάδα Στρατιών Β, η οποία αναμενόταν να συνεχίσει αργότερα κατά μήκος του Κάτω Βόλγα προς το Αστραχάν επί της Κασπίας. Αυτή η στρατηγική ήταν καθαρή παραφροσύνη».

 

Εφόρμηση στα χαλάσματα του Στάλινγκραντ

Κρίνοντας εκ των υστέρων – και εκ του αποτελέσματος -, μπορεί εύκολα κανείς να προβεί σε χαρακτηρισμούς τόσο για τη στρατηγική του Χίτλερ όσο και για εκείνη που ακολούθησαν οι Σοβιετικοί. Γι’ αυτό ας σταθούμε σε περισσότερο αντικειμενικά στοιχεία. Βλέποντας κανείς το συσχετισμό δυνάμεων εκείνης της εποχής ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και τη Γερμανία δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι το πλεονέκτημα ήταν με το μέρος των Γερμανών. Εχοντας υπό την κατοχή της ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, η ναζιστική Γερμανία αξιοποιούσε για τις πολεμικές της ανάγκες τα εργοστάσια της Γαλλίας, του Βελγίου, της Αυστρίας, της Τσεχοσλοβακίας, κλπ., πράγμα που σήμαινε ότι υπερτερούσε ασύγκριτα έναντι της ΕΣΣΔ. Επιπλέον, οι πόροι της για τη βαριά βιομηχανία – τη δική της και των κατεχόμενων χωρών – ήταν δύο με δυόμισι φορές περισσότεροι από εκείνους της Σοβιετικής Ενωσης. Η Γερμανία είχε διπλάσιους εργάτες στην εθνική της οικονομία απ’ ό,τι η ΕΣΣΔ, χώρια που στις κατακτημένες χώρες και χώρες – δορυφόρους της εκατομμύρια εργάτες δούλευαν για την πολεμική της μηχανή. Το 1942, μάλιστα, το 1/4 της γερμανικής πολεμικής παραγωγής το έδιναν οι κατακτημένες περιοχές.

Με την επίθεσή της εναντίον της ΕΣΣΔ, και τις αρχικές της επιτυχίες, η ναζιστική Γερμανία είχε καταφέρει να θέσει υπό την κατοχή της υπερανεπτυγμένες σοβιετικές αγροτικές και βιομηχανικές περιοχές που προπολεμικά έδιναν το 71% της παραγωγής χυτοσιδήρου, το 58% του χάλυβα, το 57% του τροχαίου υλικού, το 63% του άνθρακα καθώς και τον κύριο όγκο του πολεμικού εξοπλισμού και των εφοδίων. Οι κατακτημένες σοβιετικές περιοχές, όπου ζούσε προπολεμικά το 42% του πληθυσμού της χώρας, κάλυπταν το 40% του συνολικού χώρου παραγωγής σιτηρών και το 38% της κτηνοτροφίας5. Ομως, παρά τις δυσκολίες στις οποίες είχε περιέλθει, η Σοβιετική Ενωση κάθε άλλο παρά υποχωρούσε στον τομέα της στρατιωτικο-οικονομικής της βάσης και του τεχνικού εξοπλισμού του στρατού της. Χάρη στις τιτάνιες προσπάθειες του σοβιετικού λαού, στο δεύτερο εξάμηνο του 1942 κατασκευάστηκαν 1,6 φορές περισσότερα πολεμικά αεροπλάνα απ’ ό,τι στο πρώτο εξάμηνο. Αυξήθηκε σημαντικά η παραγωγή των καταδιωκτικών Γιακ-1, Γιακ-7 και Γιακ-9 και των αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως Ιλ-2. Αρχισε επίσης η μαζική παραγωγή των καταδιωκτικών Λα-5 με μεγάλα πτητικά – τεχνικά πλεονεκτήματα, αυξήθηκε η μαζική παραγωγή μεσαίων αρμάτων μάχης Τ-34 σχεδόν δύο φορές και των ελαφρών Τ-70 σχεδόν πέντε φορές. Επίσης, αυξήθηκε σημαντικά η παραγωγή πυροβόλων των 82 και 120 χιλιοστών, όλμων και αυτομάτων όπλων καθώς και η παραγωγή πολεμοφοδίων. «Η συνεχής ενίσχυση και αύξηση της πολεμικο- οικονομικής βάσης της ΕΣΣΔ και του τεχνικού εξοπλισμού του σοβιετικού στρατού – γράφουν οι Σοβιετικοί ιστορικοί6– επέτρεψε στη σοβιετική διοίκηση να εφαρμόσει στις Ενοπλες Δυνάμεις μια σειρά απαραίτητα οργανωτικά μέτρα, που επέβαλλαν οι αλλαγές στον τρόπο της διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων».

 

Για την καλοκαιρινή επίθεση του 1942 προετοιμάστηκαν 5 γερμανικές στρατιές, μια ρουμανική, μια ιταλική και μία ουγγρική. Ολες μαζί αποτέλεσαν την ομάδα στρατιών «Νότος» που διαιρέθηκε σε δύο μέρη: Το «Α» και το «Β». Σύμφωνα με το σχέδιο, η ομάδα στρατιών «Α» είχε ως αποστολή της να κινηθεί νοτιότερα της «Β», να διαβεί τον κάτω ρου του ποταμού Ντον κι ένα τμήμα της να εισβάλει στον Καύκασο. Η ομάδα «Β» θα έπρεπε να διαβεί τον Ντον στο σημείο Βορονέζ – Νόβαγια Καλίτβα και προελαύνοντας προς το Νότο, στο ενδιάμεσο Ντον και Βόλγα, να φτάσει στο Στάλινγκραντ.

Στάλινγκραντ: όλη η πόλη ένα πεδίο μάχης

Πριν αρχίσει η επιχείρηση των βασικών δυνάμεων στο νοτιοδυτικό τομέα – και προς διευκόλυνσή τους – οι Γερμανοί ξεκίνησαν μικρότερες επιχειρήσεις στην Κριμαία, στην περιοχή του Χάρκοβου, στο δυτικό και στο βορειοδυτικό τομέα. Ετσι από το Μάη άρχισαν οι επιθετικές επιχειρήσεις σε μια σειρά τομείς του σοβιετογερμανικού μετώπου από το Λένινγκραντ έως την Κριμαία. Ταυτόχροναμ το Μάη – Ιούνη του 1942 στο νοτιοδυτικό τομέα ο εχθρός κατάφερε να εξασφαλίσει την πρωτοβουλία, να μειώσει την έκταση του μετώπου του και να καταλάβει πιο ευνοϊκές θέσεις για την επόμενη φάση της πολεμικής του εξόρμησης. Η ήττα των σοβιετικών στρατευμάτων στη χερσόνησο Κερτς και νοτιοδυτικά από το Χάρκοβο, η υποχώρησή τους στον τομέα του Βολτσάνσκ και του Κουπιάνσκ χειροτέρευσε κατά πολύ την κατάσταση σε όλη τη νότια πτέρυγα του μετώπου και ο Κόκκινος Στρατός ξαναπέρασε στο στάδιο των αμυντικών ενεργειών.

Στις 28 του Ιούνη άρχισε η επίθεση για την πραγματοποίηση του βασικού σκοπού της ναζιστικής στρατιωτικής επιχείρησης, που ήταν περικύκλωση των σοβιετικών στρατευμάτων του νοτιοδυτικού τομέα. Ομως, παρά τις επιτυχίες, η σθεναρή άμυνα των σοβιετικών δυνάμεων απέτρεψε να συμβεί κάτι τέτοιο κι έτσι ο εχθρός έστρεψε όλες του τις προσπάθειες για να περικυκλώσει τα στρατεύματα του νότιου μετώπου με αποτέλεσμα από τις 17 του Ιούλη του 1942 να αρχίσει η μάχη μπροστά στο Στάλινγκραντ.

Το Στάλινγκραντ και η σημασία του
 

Για την πρακτική βοήθεια και καθοδήγηση στην οργάνωση της άμυνας αλλά και για την κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του λαού, στο Στάλινγκραντ στάλθηκαν – μεταξύ άλλων – ο γραμματέας της ΚΕ του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος και μέλος της Κρατικής Επιτροπής Αμυνας, Γ. Μ. Μαλένκοφ, ο στρατηγός Ζούκοφ και ο αντιστράτηγος Βασιλιέφσκι από το Επιτελείο, ενώ ο Ν. Σ. Χρουστσόφ διορίστηκε μέλος του Πολεμικού Συμβουλίου της πόλης με καθήκοντα Πολιτικού Επιτρόπου.

Οι αμυντικές επιχειρήσεις κράτησαν από τις 17 του Ιούλη του 1942 έως τις 18 του Νοέμβρη του ίδιου έτους. Τις επιχειρήσεις αυτές άλλοι Σοβιετικοί στρατιωτικοί τις διαιρούν σε τρία στάδια και άλλοι, όπως ο διοικητής του μετώπου του Στάλινγκραντ, στρατάρχης Α. Ι. Γιερεμένκο, σε πέντε7. Οπως και να ‘χει το θέμα, από το Σεπτέμβρη του 1942 οι μάχες γίνονται πλέον μέσα στην πόλη, που πλέον αποκτά αποφασιστική σημασία και για τις δύο εμπόλεμες πλευρές. Γιατί όμως;

Χάρτης των επιχειρήσεων

Κρατώντας την περιοχή του Στάλινγκραντ τα σοβιετικά στρατεύματα μπορούσαν να χτυπήσουν οποιαδήποτε στιγμή τους Γερμανούς στον Καύκασο και η στρατιωτική διοίκηση των τελευταίων αντιλαμβανόταν ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να κυριαρχήσει στην περιοχή του Καυκάσου μη έχοντας υπό τον έλεγχό της το Στάλινγκραντ.

Σ’ ένα λόγο του στις 9/9/1942, προς το στρατιωτικό του επιτελείο, ο Χίτλερ περιέγραφε ως εξής τη γερμανική καλοκαιρινή επίθεση στο νότιο τομέα του ανατολικού μετώπου8: «Βάλαμε σκοπό μας, πρώτο να καταλάβετε τις τελευταίες μεγάλες σιτοπαραγωγικές περιοχές του αντιπάλου, δεύτερο να καταλάβετε τις ανθρακοφόρες περιοχές, απ’ όπου θα προμηθευόμαστε κοκ, τρίτο να προελάσετε προς τις πετρελαιοπηγές του και τέταρτο η επίθεση θα συνεχιστεί ως ότου κοπεί η τελευταία μεγάλη υδάτινη αρτηρία του Βόλγα». Οντως έτσι είχαν τα πράγματα. Στην περιοχή μάλιστα του Βόρειου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας αναλογούσαν πάνω από τα 4/5 της πανενωσιακής εξόρυξης πετρελαίου και πάνω από το μισό των μεταλλευμάτων μαγγανίου. Επιπλέον, αν κυριαρχούσαν στον Καύκασο οι Γερμανοί θα έρχονταν σε επαφή με τις τουρκικές δυνάμεις που ήταν έτοιμες να προσχωρήσουν στον άξονα, θα κατάφερναν να αποκόψουν την Υπεριρανική σιδηροδρομική γραμμή απ’ όπου η ΕΣΣΔ επικοινωνούσε οδικά με τους συμμάχους της Αγγλους και Αμερικανούς και ταυτόχρονα θα μπορούσαν να προελάσουν προς την Ινδία, το Ιράν και το Ιράκ, γεγονός που θα τους έδινε τη δυνατότητα να γείρουν αποφασιστικά την πλάστιγγα του πολέμου με το μέρος τους. Τέλος, την έκβαση της μάχης του Στάλινγκραντ περίμενε και η Ιαπωνία, έτοιμη, αν ηττούνταν οι Σοβιετικοί, να βάλει αμέσως στο χέρι τις περιοχές της σοβιετικής άπω ανατολής9.

 

Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι η ευρύτερη περιοχή του Στάλινγκραντ όπως και η ίδια η πόλη έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο πολεμικο- οικονομικό δυναμικό της Σοβιετικής Ενωσης. Στις παραμονές του πολέμου το Στάλινγκραντ ήταν σημαντικό βιομηχανικό κέντρο της χώρας με 450.000 κατοίκους και 126 βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το εργοστάσιο τρακτέρ του Στάλινγκραντ έφτιαχνε πάνω από τα μισά τρακτέρ της χώρας και το εργοστάσιο «Κράσνι Οκτιάμπρ» έβγαζε κάθε χρόνο γύρω στους 800 χιλιάδες τόνους χάλυβα και περίπου 600 χιλιάδες τόνους ελασμάτων10.

Η στάση της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ: Το δεύτερο μέτωπο

Παρά τη σημασία που είχε η μάχη του Στάλινγκραντ για την έκβαση ολόκληρου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η ΕΣΣΔ έδωσε αυτή τη μάχη εντελώς μόνη και αβοήθητη, εγκαταλειμμένη, φτάνοντας πολλές φορές στο χείλος της καταστροφής, από την οποία σώθηκε χάρη στα τεράστια αποθέματα δύναμης του σοβιετικού λαού και στις απεριόριστες δυνάμεις που έκρυβε το σοσιαλιστικό καθεστώς.

Οι δυτικές δυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Αγγλία, έβλεπαν στη μάχη του Στάλινγκραντ τη δυνατότητα να υπάρξει, το λιγότερο, μια αμοιβαία εξασθένηση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας που θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεμπερδεύουν με το σοσιαλισμό και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές αναμεταξύ τους, χωρίς να μπλέκεται στα πόδια τους ένας μεγάλος ανταγωνιστής όπως ήταν η Γερμανία. Ετσι, αρνήθηκαν να ανοίξουν ένα δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη κατά των δυνάμεων του γερμανικού φασισμού κι έδωσαν τη δυνατότητα στον Χίτλερ να συγκεντρώσει στο ανατολικό μέτωπο τεράστιο αριθμό δυνάμεων και πολεμικού υλικού. Μάλιστα, ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε ο ίδιος στη Μόσχα, για να ξεκαθαρίσει στον Στάλιν ότι μέσα στο 1942 οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επρόκειτο να προχωρήσουν στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Στα απομνημονεύματά του ο Βρετανός πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει με άκρως αποκαλυπτικό τρόπο πως το σαμποτάζ στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου ήταν συνέχεια της ίδιας αντισοβιετικής πολιτικής που ο ίδιος εφάρμοσε στην προπολεμική περίοδο. Να τι γράφει αναφερόμενος στις σκέψεις που έκανε μέσα στο αεροπλάνο που τον πήγαινε στην ΕΣΣΔ11: «Σκεπτόμουν την αποστολή που με έφερνε στο θλιβερό αυτό μπολσεβίκικο κράτος. Αλλοτε, είχα προσπαθήσει με όλες τις δυνάμεις μου, να το στραγγαλίσω στη γέννησή του και ως την εμφάνιση του Χίτλερ το θεωρούσα θανάσιμο εχθρό της ελευθερίας και του πολιτισμού. Ποιο ήταν τώρα το καθήκον μου; Ο στρατηγός Ουέιβελ που είχε φιλολογική διάθεση τα ανακεφαλαίωσε όλα σε ένα ποίημα με πολλές στροφές, που τελείωνε με τις λέξεις: «Οχι δεύτερο μέτωπο το 1942″».

 

Ο Βρετανός πρωθυπουργός έφτασε στη Μόσχα στις 12 Αυγούστου του 1942 και το ίδιο βράδυ, συνοδευόμενος από τον αντιπρόσωπο του Προέδρου των ΗΠΑ Α. Χάριμαν, συναντήθηκε με τον Στάλιν, τον οποίο και ενημέρωσε ότι οι προετοιμασίες για το δεύτερο μέτωπο θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν τον επόμενο χρόνο. Η διαφωνία του Στάλιν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν κατηγορηματική και η ατμόσφαιρα ψυχράνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν ο Τσόρτσιλ επιχείρησε να επιχειρηματολογήσει για ενδεχόμενους κινδύνους μιας επιχείρησης στη δυτική Ευρώπη μέσα στο 1942. «Ο Στάλιν – γράφει12 – που είχε αρχίσει να ερεθίζεται, εδήλωσε ότι είχε διαφορετική αντίληψη του πολέμου. Δεν μπορεί κανείς να τον κερδίσει αν δε δεχτεί να διατρέξει κινδύνους. Γιατί φοβάστε τόσο πολύ τους Γερμανούς;.. Ο Στάλιν εδήλωσε, τέλος, ότι αφού δεν μπορούσαμε να πραγματοποιήσωμε την απόβαση στη Γαλλία το 1942, εκείνος δεν ήταν αρμόδιος να το απαιτήση επιμόνως, αλλά έπρεπε να μου ειπή ότι δε συμφωνούσε με τα επιχειρήματά μου».

Την επομένη της συνάντησης, ο Στάλιν έστειλε στον Τσόρτσιλ υπόμνημα, τα βασικά σημεία του οποίου έχουν ως εξής13: «Κατόπιν ανταλλαγής απόψεων γενομένης εις την Μόσχαν την 12 Αυγούστου ε.ε. διεπίστωσα ότι ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας κ. Τσόρτσιλ θεωρεί αδύνατον την οργάνωσιν του δεύτερου μετώπου εις την Ευρώπην κατά το 1942. Ως γνωστόν, η οργάνωσις του δεύτερου μετώπου εις την Ευρώπην κατά το 1942 είχε αποφασισθή κατά την διάρκειαν της επισκέψεως του Μολότωφ εις Λονδίνον και είχε περιληφθεί εις το κοινόν αγγλο- σοβιετικόν ανακοινωθέν, που εδημοσιεύθη την 12 Ιουνίου ε.ε… Είναι εντελώς ευνόητον ότι η Σοβιετική Διοίκησις εξεπόνησε σχέδια διά τας θερινάς και φθινοπωρινάς επιχειρήσεις της, υπολογίζουσα εις την δημιουργίαν δευτέρου μετώπου εις την Ευρώπην εντός του 1942. Είναι εύκολον να αντιληφθή κανείς ότι η άρνησις της κυβερνήσεως της Μεγάλης Βρετανίας να δημιουργήση το δεύτερον μέτωπον εις την Ευρώπην εντός του 1942 καταφέρει ηθικόν πλήγμα εναντίον ολοκλήρου της σοβιετικής κοινής γνώμης, που εβασίζετο εις την δημιουργίαν του δεύτερου μετώπου, δυσχεραίνει την θέσιν του Ερυθρού Στρατού εις το μέτωπον και προξενεί ζημίαν εις τα σχέδια της Σοβιετικής Διοικήσεως… Εγώ και οι συνάδελφοί μου νομίζομεν ότι το έτος 1942 παρέχει τους πλέον ευνοϊκούς όρους διά την δημιουργίαν δευτέρου μετώπου εις την Ευρώπην, δεδομένου ότι όλαι αι δυνάμεις των γερμανικών στρατευμάτων, και μάλιστα αι καλύτεραι, είναι απησχολημέναι εις το ανατολικόν μέτωπον, ενώ εις την Ευρώπη έχουν απομείνει ασήμαντοι δυνάμεις, και μάλιστα αι χειρότεραι. Είναι άγνωστον αν το έτος 1943 θα παρέχη τους ιδίους ευνοϊκούς όρους διά την δημιουργίαν δευτέρου μετώπου, όπως το 1942… Αλλά δυστυχώς εγώ δεν κατόρθωσα να πείσω επ’ αυτού τον κύριον Πρωθυπουργόν της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ ο κ. Χάριμαν, αντιπρόσωπος του Προέδρου των ΗΠΑ, κατά τις διαπραγματεύσεις εις Μόσχαν, υπεστήριξε απολύτως τον κύριον Πρωθυπουργόν».

 

Η αναφορά του Στάλιν ότι ο κύριος όγκος των γερμανικών δυνάμεων βρισκόταν στο Ανατολικό μέτωπο ήταν κάτι περισσότερο από πραγματική. Ο Στρατηγός του Κόκκινου Στρατού Ν. Ταλένσκι γράφει χαρακτηριστικά14: «Το Χιτλερικό στρατηγείο επωφελούμενο της έλλειψης δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη, ρίχνει, χωρίς να διατρέξει κανέναν κίνδυνο, σχεδόν όλες του τις στρατιωτικές εφεδρείες στο σοβιετο – γερμανικό μέτωπο. Από τις 254 γερμανικές μεραρχίες θα συγκέντρωνε εκεί τουλάχιστον 179, δηλαδή το 70% όλων του των δυνάμεων. Εκτός τούτου, ο Χίτλερ υποχρεώνει τους δορυφόρους του να παρατάξουν 61 μεραρχίες». Αλλες σοβιετικές πηγές, οι οποίες στηρίζονται σε πιο αναλυτική επεξεργασία των ιστορικών στοιχείων αναφέρουν ότι το Νοέμβρη του 1942 «από τις 269 μεραρχίες των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, στο σοβιετο – γερμανικό μέτωπο βρίσκονταν 197,5 μεραρχίες. Εκτός από αυτές, δρούσαν εκεί 72,5 μεραρχίες των συμμάχων της Γερμανίας»15. Αυτό που εντέλει αποδεικνύεται είναι πως οι Γερμανοί – καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησής τους στο Νοτιοδυτικό τομέα της ΕΣΣΔ, ενίσχυαν συνεχώς τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, γεγονός που μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από την απουσία του δυτικού μετώπου.

Η υπονομευτική στάση των Δυτικών απέναντι στην ΕΣΣΔ είχε κι άλλες πλευρές. Οι Αμερικανοί προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τη δύσκολη κατάσταση της Σοβιετικής Ενωσης για να βάλουν πόδι στα εδάφη της. Στις 17 Ιουνίου του 1942, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ με μήνυμά του προς τον Στάλιν και επικαλούμενος το ενδεχόμενο ιαπωνικής επίθεσης στην ΕΣΣΔ, ζήτησε να παραχωρηθούν στην αεροπορία των ΗΠΑ χώροι προσγείωσης στη Σιβηρία. Μετά από 6 ημέρες, με νέο μήνυμά του ο Ρούσβελτ πρότεινε να εγκαινιαστεί αεροπορική γραμμή ανάμεσα στην Αλάσκα και τη Σιβηρία ενώ στη συνέχεια – με νεότερες προτάσεις του – ζητούσε να εγκατασταθούν στη σοβιετική άπω Ανατολή και τη Σιβηρία μεγάλες αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις, να πάει στην άπω Ανατολή αμερικανική στρατιωτική αποστολή υπό τον στρατηγό Μπράντλεϊ για να επιθεωρήσει τα σοβιετικά στρατεύματα και να αποσταλεί στη Μόσχα ο στρατηγός Μάρσαλ, με σκοπό να συζητηθεί το ζήτημα της Σιβηρίας. Φυσικά η ηγεσία της ΕΣΣΔ απέρριψε μια τέτοια εξέλιξη.16

Τέλος, από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτεται πως οι Αγγλοαμερικανοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου σε περίπτωση νίκης των Ναζί μη διστάζοντας ακόμη και να προχωρήσουν σε μια πλατιά αντισοβιετική συμμαχία με τους Γερμανούς, εφόσον δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς. Το μόνο που τους ανησυχούσε για το πώς θα δράσουν ήταν το ενδεχόμενο νίκης της ΕΣΣΔ.17

Η νίκη και η σημασία της

Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, η μάχη του Στάλινγκραντ σε πολύ χοντρές γραμμές παρουσιάζει τις εξής φάσεις: Στις 28 Ιουνίου 1942 οι Γερμανοί πέρασαν στην επίθεση και ύστερα από σφοδρές μάχες ο σοβιετικός στρατός κατάφερε να τους σταματήσει στο Βορονέζ. Ετσι το κύριο βάρος του πολέμου μεταφέρθηκε νοτιότερα προς την κατεύθυνση του Στάλινγκραντ. Η μάχη για την πόλη άρχισε στις 17 Ιουλίου του 1942 στον ποταμό Τσιρ. Το αμυντικό στάδιο της Μάχης του Στάλινγκραντ κράτησε ως τις 18 Νοεμβρίου 1942, αλλά το Σεπτέμβρη η πόλη κινδύνεψε να κυριευτεί από τον εχθρό, αφού αυτός κατάφερε να περάσει στο εσωτερικό της και να φτάσει ως το κέντρο της. Μάλιστα, το ραδιόφωνο του Βερολίνου έσπευσε να ανακοινώσει πως το Στάλινγκραντ έπεσε. Παρόμοιες ανακοινώσεις βγήκαν και στις κατεχόμενες χώρες, όπως και στην Ελλάδα όπου μεταξύ άλλων κυκλοφόρησε πλατιά προκήρυξη με τίτλο «ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ». Ο Ρεμόν Καρτιέ σχολιάζει18: «Λέγοντας πως το Στάλινγκραντ έχει σχεδόν καταληφθεί, ο Φύρερ δεν παραβάζει την αλήθεια. Οι Ρώσοι διατηρούν την αποβάθρα του Πορθμείου, αγκιστρώνονται μέσα στη «ρακέτα του τένις», κρατούν ένα μέρος του εργοστασίου «Ερυθρός Οκτώβρης», καθώς και τις ανατολικές εξόδους των εργοστασίων Μπαρικάρντ και Τζερζίνσκι. Ολο το υπόλοιπο τμήμα, τα εννέα δέκατα του Στάλινγκραντ, 50 χλμ. ερειπίων, βρίσκονται στα χέρια του εχθρού. Ολα τα κεντρικά κτίρια έχουν γκρεμιστεί. Ολα τα ξύλινα σπίτια έχουν καεί και το μόνο που μένει είναι χιλιάδες μαυρισμένες καμινάδες. Μην μπορώντας να διαβεί το Βόλγα ο πληθυσμός έχει καταφύγει στη Στέππα, χωρίς μέσα για τη συντήρησή του, και χιλιάδες αθώοι πεθαίνουν από την πείνα». Χαρακτηριστική της κατάστασης είναι η περιγραφή που δίνει ο μεγαλύτερος πολεμικός ανταποκριτής του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, Βασίλι Γκρόσμαν, στις ανταποκρίσεις του που δημοσιεύονταν τότε στην εφημερίδα του Κόκκινού Στρατού «Κράσναγια Ζβέσβντα». Σε μία από αυτές γράφει19: «Εδώ στο Στάλινγκραντ, οι Γερμανοί ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τις επιθετικές τους δυνάμεις. Παγίωσαν τις θέσεις τους στον νότιο και τον κεντρικό τομέα της πολιτείας. Ολο το βάρος πυρός των αναρίθμητων πυροβολαρχιών, των χιλιάδων κανονιών και αεροπλάνων έπεσε στο βόρειο τομέα της πόλης, στο εργοστάσιο που βρισκόταν στο κέντρο της βιομηχανικής περιοχής. Οι Γερμανοί υπολογίζανε πως άνθρωπος είναι αδύνατο να βαστάξει σε μια τέτοια υπερένταση, πως δεν υπάρχουν στον κόσμο τέτοιες καρδιές, τέτοια νεύρα που δε θα ‘σπαγαν στην άγρια κόλαση της φωτιάς, του σίδερου που σφύριζε ολόγυρα της σειόμενης γης και της τεταμένης ατμόσφαιρας. Ο γερμανικός μιλιταρισμός μάζεψε εδώ όλους τους θεούς και τους δαίμονές του».

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1942 – κι ενώ οι μάχες στο Στάλινγκραντ δίνονταν σώμα με σώμα, σε κάθε σπιθαμή γης της πόλης – οι στρατηγοί Ζούκοφ και Βασιλιέφσκι πέταξαν προς τη Μόσχα για να συναντήσουν τον Στάλιν. Στη συνάντηση εκείνη σχεδιάστηκε η επιχείρηση ΟΥΡΑΝΟΣ, στόχος της οποίας ήταν η προετοιμασία του Κόκκινου Στρατού ώστε να αντεπιτεθεί, να σπάσει τον κλοιό του αντιπάλου και να περικυκλώσει τις δυνάμεις του. Ταυτόχρονα, αποφασίστηκε να μελετηθεί περαιτέρω μια τέτοια επιχείρηση και να κρατηθεί απόλυτη μυστικότητα.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε και νέα συνάντηση των στρατηγών με τον Στάλιν, εξετάστηκαν όλες οι λεπτομέρειες και από μέρους του σοβιετικού ηγέτη δόθηκε η τελική έγκριση της επιχείρησης20.

Στις 19 Νοεμβρίου του 1942 ο σοβιετικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση και ως τις αρχές του Γενάρη είχε καταφέρει να αντιστρέψει πλήρως την κατάσταση θέτοντας σε κλοιό τα εχθρικά στρατεύματα τα οποία και κάλεσε να παραδοθούν με τελεσίγραφο που απέστειλε στις 8 Ιανουαρίου 1943. Το σοβιετικό τελεσίγραφο αφού ανέλυε την απελπιστική κατάσταση των γερμανικών δυνάμεων, κατέληγε21: «Ενόψει της απελπιστικής κατάστασης στην οποία βρίσκεστε, και προκειμένου ν’ αποφύγετε μια άσκοπη αιματοχυσία, σας προτείνουμε να δεχτείτε τους παρακάτω όρους συνθηκολόγησης: 1. Ολα τα περικυκλωμένα γερμανικά στρατεύματα, υπό τη διοίκησή σας και υπό τη διοίκηση του επιτελείου σας, θα τερματίσουν την αντίσταση. 2. Θα παραδώσετε στα εντεταλμένα από εμάς πρόσωπα όλα τα μέλη των ενόπλων δυνάμεών σας, όλο το πολεμικό υλικό και όλο τον στρατιωτικό εξοπλισμό σε καλή κατάσταση. 3. Εγγυόμαστε την ασφάλεια όλων των αξιωματικών και των ανδρών που θα πάψουν να αντιστέκονται και την επιστροφή τους στο τέλος του πολέμου στη Γερμανία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα επιθυμούν να πάνε αυτοί οι αιχμάλωτοι πολέμου. 4. Ολοι οι άνδρες των μονάδων που παραδίδονται μπορούν να κρατήσουν τις στρατιωτικές στολές τους, τα διακριτικά του βαθμού τους, τα παράσημα, τα προσωπικά αντικείμενα και τιμαλφή και, στην περίπτωση των υψηλόβαθμων αξιωματικών, τα ξίφη τους. 5. Ολοι οι ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που παραδίδονται θα λαμβάνουν αμέσως κανονική μερίδα συσσιτίου. 6. Ολοι οι τραυματίες, οι άρρωστοι και όσοι υποφέρουν από κρυοπαγήματα θα τύχουν ιατρικής περιθάλψεως.

Η απάντησή σας θα πρέπει να δοθεί γραπτώς μέχρι τις 10.00, ώρα Μόσχας, 9 Ιανουαρίου 1943. Πρέπει να παραδοθεί από τον προσωπικό σας εκπρόσωπο, ο οποίος θα πρέπει να ταξιδέψει με αυτοκίνητο το οποίο θα φέρει λευκή σημαία, στο δρόμο που οδηγεί στη βοηθητική γραμμή Κόνι, στον (σιδηροδρομικό) σταθμό Κότλου-Μπαντζ. Τον εκπρόσωπό σας θα συναντήσει ένας πλήρως εξουσιοδοτημένος Ρώσος αξιωματικός στην Περιοχή Β, πεντακόσια μέτρα νοτιοανατολικά της βοηθητικής γραμμής 564 στις 10.00 στις 9 Ιανουαρίου 1943.

Αν αρνηθείτε την προσφορά μας να παραδώσετε τα όπλα σας, σας γνωστοποιούμε με την παρούσα ότι οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού και της Κόκκινης Αεροπορίας θα υποχρεωθούν να προχωρήσουν στη συντριβή των περικυκλωμένων γερμανικών στρατευμάτων. Η ευθύνη γι’ αυτό θα είναι δική σας.

Εκ μέρους του Στρατηγείου της Ανώτατης Διοίκησης του Κόκκινου Στρατού,

Υποστράτηγος Πυροβολαρχίας Βορόνοφ

Ο Αρχηγός Στρατιάς των Δυνάμεων του μετώπου του Ντον, Αντιστράτηγος Ροκοσόφσκι».

Με διαταγή του Χίτλερ, ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων στρατάρχης φον Πάουλους απέρριψε το σοβιετικό τελεσίγραφο. Λίγες ημέρες αργότερα όμως, στις 24 Ιανουαρίου του 1943, ο ίδιος ζήτησε από το Χίτλερ άδεια για να συνθηκολογήσει. Να πώς αιτιολογούσε αυτή του την πρόταση: «…Ο στρατός έχει μείνει χωρίς πυρομαχικά και τρόφιμα. Διατηρούμε επαφή μόνο με στοιχεία από έξι μεραρχίες. Ενδείξεις αποσύνθεσης στα νότια, βόρεια και δυτικά μέτωπα. Δεν είναι πια δυνατή μια αποτελεσματική διοίκηση. Μικρή αλλαγή στο ανατολικό μέτωπο: Δεκαοχτώ χιλιάδες τραυματίες χωρίς εφόδια σε επιδέσμους και φάρμακα. Οι 44, 76, 100, 305 και 384 Μεραρχίες Πεζικού εξοντώθηκαν. Το μέτωπο διασπάστηκε ύστερα από ισχυρές διεισδύσεις σε τρεις πλευρές. Οχυρά και καταφύγια διαθέσιμα μόνο μέσα στην ίδια την πόλη, περαιτέρω αντίσταση μάταιη. Κατάρρευση αναπόφευκτη. Ο στρατός ζητά άμεση άδεια για παράδοση για να σωθούν οι ζωές των υπόλοιπων ανδρών».

Η απάντηση του Χίτλερ ήταν και πάλι αρνητική: «Παράδοση ανεπίτρεπτη. Εκτη Στρατιά θα κρατήσει τις θέσεις της μέχρις ενός, μέχρι την τελευταία σφαίρα και με την ηρωική της αντίσταση θα προσφέρει μια αλησμόνητη συνεισφορά για την εγκαθίδρυση ενός αμυντικού μετώπου και για τη σωτηρία του Δυτικού κόσμου.

Αδόλφος Χίτλερ»22.

Ετσι, η απόρριψη κάθε ιδέας για συνθηκολόγηση από τη γερμανική διοίκηση σήμανε και την τελευταία φάση της μάχης του Στάλινγκραντ, που ολοκληρώθηκε στις 2 Φεβρουαρίου με την πλήρη νίκη των δυνάμεων του Κόκκινού Στρατού. Την ίδια ημέρα ο Ι. Β. Στάλιν απηύθυνε ημερήσια διαταγή προς τα στρατεύματα του Ντον όπου έλεγε23:

«Στον αντιπρόσωπο του Αρχηγείου της Ανωτάτης διοίκησης του στρατού, στρατάρχη του πυροβολικού σ. Βορόνωφ.

Στο διοικητή των στρατευμάτων του μετώπου του Ντον, στρατηγό σ. Ροκοσόφσκι.

Συγχαίρω εσάς και τα στρατεύματα του μετώπου του Ντον, για το επιτυχημένο ξεκαθάρισμα των εχθρικών στρατευμάτων που είχαν κυκλωθεί κοντά στο Στάλινγκραντ. Εκφράζω τις ευχαριστίες μου σε όλους τους μαχητές, διοικητές και πολιτικούς καθοδηγητές του μετώπου του Ντον για τις εξαιρετικές αυτές πολεμικές επιχειρήσεις». Λίγες ημέρες αργότερα, στην 25η επέτειο της ίδρυσης του Κόκκινου Στρατού ο Στάλιν θα χαρακτηρίσει τη μάχη του Στάλινγκραντ ως «τη μεγαλύτερη στην ιστορία των πολέμων»24.

Αντίθετη ακριβώς ήταν η εικόνα στη Γερμανία. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1943 η Ανώτατη Διοίκηση Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας εξέδωσε ένα ειδικό ανακοινωθέν στο οποίο αναφερόταν: «Η μάχη του Στάλινγκραντ ετελείωσε. Πιστοί στον όρκον των να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας πνοής, οι άνδρες της Εκτης Στρατιάς, υπό την υποδειγματικήν ηγεσίαν του στρατάρχου Πάουλους, κατεβλήθησαν υπό της υπεροχής του εχθρού και υπό των δυσμενών συνθηκών που αντιμετωπίζουν αι δυνάμεις μας». Πριν την ανάγνωση της ανακοίνωσης, από το γερμανικό ραδιόφωνο ακούστηκε τυμπανοκρουσία σε χαμηλό τόνο και μετά την ανάγνωση παίχτηκε το δεύτερο μέρος της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Στη συνέχεια γνωστοποιήθηκε πως με εντολή του Χίτλερ είχε κηρυχθεί τετραήμερο εθνικό πένθος στο διάστημα του οποίου όλα τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και τα κέντρα διασκέδασης της χώρας θα παρέμεναν κλειστά25.

Ο Κόκκινος Στρατός σπάει τα δεσμά του φασισμού

«Η νίκη των στρατευμάτων μας στο Στάλινγκραντ – γράφει ο στρατάρχης Ζούκωφ26 – αποτέλεσε την αρχή της ριζικής καμπής του πολέμου υπέρ της ΕΣΣΔ… Από τη στιγμή αυτή η Σοβιετική διοίκηση πήρε ολοκληρωτικά τη στρατιωτική πρωτοβουλία και την κράτησε ως το τέλος του Πολέμου». Ηταν μια νίκη που κερδήθηκε με σκληρές μάχες σώμα με σώμα «από κτίριο σε κτίριο, όπου το κάθε κτίριο της πόλης γινόταν ερείπια»27. Την εικόνα ολοκληρώνουν τα λόγια ενός εκ των πρωταγωνιστών της νίκης, του στρατάρχη Α. Μ. Βασιλιέφσκι, ο οποίος έγραψε28: «Η ψυχή της άμυνας του Στάλινγκραντ ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα. Το κόμμα ήταν που κατηύθυνε όλες τις προσπάθειες του λαού και του στρατού στην υπεράσπιση της γραμμής του Βόλγα, ενέπνευσε τους μαχητές σε ηρωικά κατορθώματα».

Ηταν μια νίκη στην οποία υποχρεώθηκαν να υποκλιθούν όλοι και προπαντός οι Αγγλοαμερικανοί. «Είναι μία καταπληκτική νίκη» έγραψε ο Τσόρτσιλ στον Στάλιν. Ο Ρούσβελτ πιο διαχυτικός, δε δίστασε να χαρακτηρίσει το γεγονός «ως ένα από τα λαμπρότερα κεφάλαια του πολέμου των λαών που ηνώθησαν εναντίον του Ναζισμού και των μιμητών του»29. Ομως την πραγματικότητα – που ακολούθησε – περιγράφουν καλύτερα τα λόγια που έγραψε ένας από τους πολλούς Γερμανούς στρατιώτες του Στάλινγκραντ στις δύσκολες ημέρες του Ιανουαρίου του ’43, σε κάποιο δικό του πρόσωπο: «… Τώρα λοιπόν ξέρεις ότι δε θα γυρίσω. Πες το με τρόπο στη μητέρα και στον πατέρα. Αυτό μου έχει προκαλέσει φοβερό σοκ και τις χειρότερες αμφιβολίες για το καθετί. Κάποτε ήμουνα δυνατός και γεμάτος πίστη, τώρα είμαι μικρός κι επιφυλακτικός. Δε θα μάθω ποτέ για πολλά απ’ όσα γίνονται εδώ αλλά ακόμα κι αυτά τα λίγα που ξέρω, δεν μπορώ να τ’ αντέξω. Κανένας δεν μπορεί να μου πει ότι οι σύντροφοί μου πέθαναν με τις λέξεις «Γερμανία» ή «Χάιλ Χίτλερ!» στα χείλη. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε το γεγονός ότι πεθαίνουν κάποιοι άνδρες, όμως η τελευταία κουβέντα που λέει κάποιος είναι για τη μητέρα του ή για το πρόσωπο που αγαπά περισσότερο, αλλιώς είναι απλώς μια κραυγή για βοήθεια. Εχω ήδη δει εκατοντάδες άνδρες να πέφτουν και να πεθαίνουν και πολλοί, όπως κι εγώ, ήταν στη Χιτλερική Νεολαία. Ομως όλοι όσοι μπορούσαν να φωνάξουν, φώναξαν βοήθεια ή το όνομα κάποιου που δεν μπορούσε στην πραγματικότητα να τους βοηθήσει.

Ο Φίρερ έχει υποσχεθεί να μας βγάλει από εδώ. Αυτό μας το έχουν διαβάσει και το πιστεύουμε όλοι ακράδαντα. Το πιστεύω ακόμα και σήμερα, επειδή απλώς πρέπει να πιστέψω σε κάτι. Αν αυτό δεν είναι αλήθεια, τι μου μένει για να πιστέψω; Αν αυτό που μας υποσχέθηκαν δεν είναι αληθινό, τότε η Γερμανία θα χαθεί, γιατί καμία άλλη υπόσχεση δεν μπορεί να τηρηθεί ύστερα απ’ αυτό. Αχ, αυτές οι αμφιβολίες, αυτές οι τρομερές αμφιβολίες. Ας γινόταν να είχαν κιόλας διαλυθεί!».

Η πραγματικότητα έχει τους δικούς της αδυσώπητους νόμους. Και η πραγματικότητα της νίκης στο Στάλινγκραντ, πρώτα στους ηττημένους και ύστερα σ’ ολόκληρο τον κόσμο έδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι οι βεβαιότητες του εχθρού είχαν καταρρεύσει όλες, ότι η ροή του πολέμου είχε αλλάξει ριζικά.

Ο νικηφόρος Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

1. Χάιντς Γκουντέριαν: «Β’ Παγκόσμιος πόλεμος – Αναμνήσεις ενός Στρατιώτου», εκδόσεις Α. Καραβία – Α. Δημητριάδη, σελ. 281.

2. David Irving: «Ο Πόλεμος του Χίτλερ», εκδόσεις Γκοβόστη, τόμος Β΄, σελ. 716-717.

3. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος – Οι σπουδαιότερες επιχειρήσεις του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1941-1945», εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, σελ. 106.

4. Ian Kershaw: «Χίτλερ 1936-1945 – Νέμεσις», εκδόσεις SCRIPTA, σελ. 489.

5. Λεονίντ Γιερεμεγιεφ: «Η Σοβιετική Ενωση στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο 1941-1945», εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, σελ. 56-57.

6. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945», εκδόσεις ΚΥΨΕΛΗ, τόμος Β΄, σελ. 40.

7. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος – Οι σπουδαιότερες επιχειρήσεις του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1941-1945», εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, σελ. 108-110.

8. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις 20ός αιώνας, Αθήνα 1959, σελ. 238.

9. Λεονίντ Γιερεμεγιέφ, στο ίδιο, σελ. 60-61.

10. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος Α΄, σελ. 409-410.

11. Ουίν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος Δ΄, σελ. 317.

12. Ουίν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος Δ΄, σελ. 320-321.

13. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος – Η αλληλογραφία Στάλιν – Τσώρτσιλ – Ρούσβελτ – Τρούμαν», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Α΄, σελ. 72-73.

14. Ν. Ταλένσκι: «Μόσχα – Στάλινγκραντ: Δύο γερά χτυπήματα», Εκδόσεις Κορυδαλλού – Αθήνα 1945, σελ. 47.

15. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1939- 1945», εκδόσεις ΚΥΨΕΛΗ, τόμος Β΄, σελ. 41.

16. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος – Η αλληλογραφία Στάλιν – Τσώρτσιλ – Ρούσβελτ – Τρούμαν», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Β΄, σελ. 24-26 και 50-52.

17. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος», εκδόσεις 20ός αιώνας, Αθήνα 1959, σελ. 246-248.

18. Ρεμόν Καρτιέ: «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου», εκδόσεις Πάπυρος, τόμος Β΄, σελ. 75.

19. Β. Γκρόσμαν: «Ετσι πολεμήσαμε στο Στάλινγκραντ», Εκδόσεις ΡΗΓΑΣ, Αθήνα 1945, σελ. 4.

20. Γ. Κ. Ζούκοφ: «Αναμνήσεις και Στοχασμοί», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 2ος, σελ. 97-105 και Α. Μ. Βασιλέφσκι: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 286-288.

21. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», επιμέλεια Jon E. Lewis, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 330-331.

22. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», επιμέλεια Jon E. Lewis, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 340.

23. Ι. Β. Στάλιν: «Ο Μεγάλος Πόλεμος για την Πατρίδα», εκδόσεις «ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ», Αθήνα 1946, σελ. 61.

24. Στο ίδιο, σελ. 63.

25. William Shirer: «Η Ανοδος και η Πτώσις του Γ΄ Ράιχ», εκδόσεις Αρσενίδη, τόμος Γ΄, σελ. 255.

26. Γ. Κ. Ζούκοφ: «Αναμνήσεις και Στοχασμοί», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 2ος, σελ. 151.

27. Denis Richards: «Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης 1789- 2000», εκδόσεις Δ. Παπαδήμα, σελ. 554.

28. Α. Μ. Βασιλέφσκι: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 349.

29. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος – Η αλληλογραφία Στάλιν – Τσώρτσιλ – Ρούσβελτ – Τρούμαν», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Α΄, σελ. 110 και τόμος Β΄, σελ. 55.

30 Δεκεμβρίου 1922: Η δημιουργία της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί με πτυχές ή ακόμα και το σύνολο των παραγόντων εκείνων, των προσώπων, των πραγμάτων και των πολιτικών που συνέθεσαν ιστορικά την Σοβιετική Ένωση, δεν θα μπορούσε ωστόσο να αρνηθεί ότι επρόκειτο για το μεγαλύτερο κοινωνικο-οικονομικό-πολιτικό πείραμα του αιώνα που μας πέρασε. Και ως τέτοιο αξίζει σίγουρα σεβασμού, σημασίας και μελέτης. Πέρα, βεβαίως, από τα όσα στεραιότυπα, παλιά και νέα έχουν επικρατήσει, από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι τον νεο-φασισμό και τη νέα αντίδραση της εποχής μας…

Η δημιουργία της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ)
Ο Λένιν από το βήμα της Γ Διεθνούς

«Η δημιουργία της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η προοδευτική, φιλολαϊκή ένωση, σε αντίθεση με τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς», που «είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές», όπως πρόβλεψε ο Λένιν.

Σήμερα, οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις διαπερνώνται από αξεπέραστες αντιθέσεις. Τον ανταγωνισμό τους για κυριαρχία τον γεννά η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Οι σχέσεις της ΕΕ με άλλα κράτη και στο εσωτερικό της διέπονται από την ανισοτιμία και την επιβολή.

Η σοβιετική εξουσία αντιπαρατέθηκε με τον εθνικισμό, τον τοπικισμό, την ξενοφοβία. Αναγνώρισε το δικαίωμα κάθε λαού στην αυτοδιάθεση μέχρι του πλήρους αποχωρισμού. Προώθησε τον αμοιβαίο σεβασμό και την ισοτιμία ανάμεσα στα έθνη και τις εθνότητες, καλλιέργησε και υλοποίησε την ιδέα της εθελοντικής τους συνένωσης στο ενιαίο πλαίσιο της Σοβιετικής Ενωσης.

Βάση αυτής της πολιτικής ήταν ο Προλεταριακός Διεθνισμός, η μόνη αρχή που η συνεπής εφαρμογή της μπορεί να διασφαλίζει σεβασμό της εθνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και την ενιαία συμμετοχή στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αντίθετα, η παραβίαση του Προλεταριακού Διεθνισμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες συσσώρευσης εσωτερικών προβλημάτων, διαμορφώνει έδαφος για την άμβλυνση και χαλάρωση των δεσμών, ακόμα και για την εναντίωση στην ενοποίηση». (Από τη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90 χρόνια της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917).

Ο σοσιαλισμός και το Εθνικό Ζήτημα

Η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, στα 1917, ήταν το μεγαλύτερο κοσμοϊστορικό γεγονός του 20ού αιώνα. Ηταν η πρώτη φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας που η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, ανατρέποντας τον καπιταλισμό, εγκαθίδρυε τη δική της εξουσία, οργάνωνε το εργατικό κράτος, ανοίγοντας το δρόμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού- κομμουνισμού. Αλλά πέντε χρόνια μετά, το Δεκέμβρη του 1922, οι λαοί της πρώην τσαρικής Ρωσίας, έκαναν ένα ποιοτικό άλμα στην εφαρμογή του προλεταριακού διεθνισμού. Η επανάσταση τόλμησε και πέτυχε τη σε ισότιμη βάση συνένωση των διαφορετικών εθνών ιδρύοντας την Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ).

Ετσι, η σοβιετική εξουσία έβαζε τις βάσεις για τη λύση σ’ ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα, το «Εθνικό Ζήτημα», άλυτο στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα με σχέσεις κυριαρχίας, υποταγής και καταπίεσης, άρα ανισοτιμίας, λόγω των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Με τη σοσιαλιστική επανάσταση, οι λαοί απελευθερώνονται από τα δεσμά της ταξικής εκμετάλλευσης. Παύουν να υποδαυλίζονται οι εθνικιστικές αντιθέσεις ως συνέπεια των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων. Και συνενώνονται στη δική τους εξουσία, κοινωνικά απελευθερωμένοι, για τον κοινό τους σκοπό, την οικοδόμηση της δικής τους κοινωνίας. Ολ’ αυτά αποτυπώνονταν και στη Διακήρυξη ίδρυσης της ΕΣΣΔ, που διάβασε στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ ο Ι. Β. Στάλιν:

«Η θέληση των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών – υπογραμμιζόταν στο κείμενο της ιδρυτικής διακήρυξης – που συνήλθαν τελευταία στα συνέδρια των Σοβιέτ τους και πήραν ομόφωνα την απόφαση για το σχηματισμό της «Ενωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», αποτελεί σίγουρη εγγύηση ότι η Ενωση αυτή είναι εθελοντική συνένωση ισότιμων λαών, ότι για κάθε Δημοκρατία είναι εξασφαλισμένο το δικαίωμα της ελεύθερης αποχώρησης από την Ενωση, ότι η είσοδος στην Ενωση είναι ανοιχτή σε όλες τις Σοσιαλιστικές Σοβιετικές Δημοκρατίες, και σ’ αυτές που υπάρχουν, και σε κείνες που μπορεί να γεννηθούν στο μέλλον, ότι το νέο ενωσιακό κράτος θα είναι το άξιο επιστέγασμα των αρχών της ειρηνικής και αδελφικής συνεργασίας των λαών που δημιουργήθηκαν ακόμα από τον Οκτώβρη του 1917, ότι θα αποτελέσει σίγουρο προπύργιο ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό και καινούριο αποφασιστικό βήμα στο δρόμο της Ενωσης των εργαζομένων όλων των χωρών σε μια Παγκόσμια Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία».

Η Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος, το δεύτερο σε οικονομική και στρατιωτική ισχύ και η τρίτη χώρα σε πληθυσμό. Στα εδάφη της, υπήρχαν πάρα πολλά έθνη.

Ποιο ήταν το πολυεθνικό σοσιαλιστικό κράτος;

Στην ΕΣΣΔ, το 1922, ενώθηκαν η Ρωσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, η Ουκρανική ΣΣΔ, η Λευκορωσική ΣΣΔ και η Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας (αποτελούμενη από τη Γεωργία, την Αρμενία, και το Αζερμπαϊτζάν). Ολες αυτές οι Δημοκρατίες είχαν εμφανιστεί μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση. Από το 1956 έως και το 1991 χρονιά της οριστικής ανατροπής, στην ΕΣΣΔ υπήρχαν 15 ενωσιακές Δημοκρατίες.

Πριν από την Οχτωβριανή Επανάσταση, στη σύνθεση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ο μη ρωσικός πληθυσμός έφτανε το 57% και την ίδια ώρα αυτοί οι λαοί βίωναν και την εθνική καταπίεση. Αυτή εκφραζόταν με διαφορετικό βαθμό και μεθόδους στις πιο αναπτυγμένες περιοχές της αυτοκρατορίας (Φινλανδία, Πολωνία, Βαλτική, Ουκρανία) και διαφορετικά στις καθυστερημένες οικονομικά και πολιτιστικά περιοχές της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου.

Συχνά η τσαρική κυβέρνηση προχωρούσε στην αναδιανομή της γης υπέρ διαφόρων Ρώσων αξιωματούχων, αριστοκρατών και κουλάκων, σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών, σε περιοχές όπως του Καζαχστάν, της Κεντρικής Ασίας, της Μπασκίριας κ.ά.

Μια άλλη μορφή οικονομικής καταπίεσης ήταν η φορολογική πολιτική του τσαρισμού, η οποία στις εθνικές περιφέρειες ήταν υψηλότερη σε σχέση με την κεντρική Ρωσία. Εκεί επίσης οι συνθήκες δουλειάς ήταν χειρότερες και ταυτόχρονα ίσχυαν διαφοροποιήσεις στους μισθούς για τους Ρώσους και τους εργάτες άλλων εθνών, σε βάρος των τελευταίων.

Σ’ ό,τι αφορά την πολιτιστική καταπίεση, η τσαρική πολιτική της ρωσοποίησης των εθνικών περιφερειών οδηγούσε σε μέτρα περιορισμού της χρήσης των υπόλοιπων γλωσσών, της διδασκαλίας τους σε σχολεία, της ύπαρξης θεάτρων και άλλων πολιτιστικών ιδρυμάτων των μη ρωσικών πληθυσμών, ακόμη και σε περιορισμούς της χρήσης των άλλων γλωσσών.

Η οικονομική, πολιτιστική καταπίεση συμπληρωνόταν και από την πολιτική καταπίεση. Βεβαίως, γενικότερα τα πολιτικά δικαιώματα ήταν πολύ περιορισμένα για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα επί τσαρισμού, όμως επιπλέον υπήρχε και το εθνικό «φιλτράρισμα», με βάση σχετικό νόμο δεν είχαν κανένα εκλογικό δικαίωμα οι λαοί της Σιβηρίας και της Κεντρικής Ασίας, ενώ περιορισμένη ήταν και η εκπροσώπηση των λαών του Καυκάσου και της Πολωνίας. Καθόλου δικαιώματα δεν είχαν οι νομαδικοί λαοί, ενώ δεν μπορούσαν να εκλεγούν όσοι δε γνώριζαν τη ρώσικη γλώσσα.

Οι μη ρωσικοί πληθυσμοί είχαν επίσης περιορισμούς στη μετακίνησή τους, ενώ υπήρχαν και περιορισμοί στην απόκτηση περιουσίας.

Ενα σημαντικό «εργαλείο» της «εθνικής πολιτικής» του τσαρισμού στο πλαίσιο της διατήρησης της αυτοκρατορίας ήταν το να στρέφει τον ένα λαό ενάντια στον άλλο και να καλλιεργεί το εθνικό μίσος ανάμεσά τους.

Ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ ήταν το 1989 περίπου 286,7 εκατομμύρια και είχε σχεδόν διπλασιαστεί κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Κι αυτό παρά τις τεράστιες δυσκολίες και καταστροφές που είχε προκαλέσει η ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση μετά την Επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, όπως και οι τεράστιες απώλειες τουλάχιστον 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Σοβιετική Ενωση ήταν ένα πολυεθνικό κράτος, στο οποίο κατοικούσαν πάνω από 100 έθνη κι εθνότητες, με διαφορετική γλώσσα, πολιτισμικά χαρακτηριστικά, ήθη κι έθιμα, που η τύχη τους συνδέθηκε μέσα στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ.

Στην ΕΣΣΔ, εκτός από τις 15 Ενωσιακές Δημοκρατίες (Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας, Γεωργίας, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενίας, Τατζικιστάν, Καζαχστάν, Κιργιζίας, Μολδαβίας, Λιθουανίας, Λετονίας, Εσθονίας), υπήρχαν ακόμη 20 αυτόνομες Δημοκρατίες, 8 αυτόνομες περιοχές και 10 αυτόνομες Περιφέρειες. Ολες αυτές οι Δημοκρατίες και αυτόνομες επικράτειες ήταν δημιουργημένες πάνω σε εθνική βάση, στη βάση του κυρίαρχου έθνους σε κάθε Δημοκρατία ή περιοχή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι εκεί υπήρχαν αποκλειστικά εκπρόσωποι αυτού του έθνους ή ότι υπήρχε κάποια προνομιακή μεταχείριση αυτού του έθνους, σε σχέση με τους υπόλοιπους Σοβιετικούς πολίτες, που κατοικούσαν εκεί.

Σε δύο σοβιετικές Δημοκρατίες το ποσοστό του κυρίαρχου έθνους ήταν αρκετά χαμηλό, στο Καζαχστάν οι Καζάχοι ήταν μόλις το 36% και στην Κιργιζία οι Κιργίζιοι μόλις 41%.

Πιο ομογενοποιημένη ήταν η Αρμενία, όπου το ποσοστό των Αρμενίων έφτανε το 90%.

Στη Ρωσία, στη Λευκορωσία και το Αζερμπαϊτζάν το ποσοστό του κυρίαρχου έθνους ήταν πάνω από το 80%.

Στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ υπήρχαν διάφορες εθνολογικές κατηγορίες. Οι κυριότερες από αυτές ήταν:

Οι Σλάβοι, που αποτελούνταν από τους Ρώσους, τους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους. Το ποσοστό τους στην εθνολογική σύνθεση της ΕΣΣΔ ξεκίνησε το 1922 από το 85% και σταδιακά έπεσε στο 70% το 1989, εξαιτίας του μεγαλύτερου ρυθμού γεννήσεων που είχαν άλλες εθνολογικές κατηγορίες. Το 1989 οι Ρώσοι αποτελούσαν μόλις το 51% των κατοίκων της ΕΣΣΔ.

Στην Κεντρική Ασία ζούσαν οι τουρανικοί λαοί των Ουζμπέκων, Καζάχων, Κιργίζιων και των Τουρκμένων, καθώς και οι Τατζίκοι που είναι περσικό φύλο και, συνολικά, το 1989 ήταν 34 εκατομμύρια (ενώ εκεί ζούσαν και 11 εκατομμύρια Ρώσοι, κυρίως στις πόλεις).

Στον Καύκασο υπήρχε ένα μωσαϊκό λαών και εθνοτήτων. Κυριότεροι από αυτούς ήταν οι Γεωργιανοί, οι Αρμένιοι και οι Αζέροι. Αυτά τα 3 έθνη αποτελούσαν τα 2/3 του μη σλαβικού πληθυσμού (περίπου 15 εκατομμύρια) που ζούσε εκεί το 1989.

Οι λαοί της Βαλτικής (5,5 εκατομμύρια) Λιθουανοί, Λετονοί και Εσθονοί.

Εκπρόσωποι άλλων εθνών, που έφταναν το 1989 το 10% του πληθυσμού της ΕΣΣΔ.

Κατακτήσεις της Οχτωβριανής Επανάστασης

Μια τεράστια κατάκτηση της Οχτωβριανής Επανάστασης, το 1917, ήταν η ανακήρυξη των παρακάτω αρχών στην εθνική πολιτική:

  • Αναγνώριση του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση.
  • Δικαίωμα στην ισότητα και στην κυριαρχία.
  • Ελεύθερη ανάπτυξη των εθνικών μειονοτήτων.

Ετσι, καταρχήν, ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, μια σειρά από έθνη, που ζούσαν στο πλαίσιο της «φυλακής των λαών» (όπως είχε χαρακτηριστεί η Τσαρική Αυτοκρατορία), απέκτησαν μετά την Επανάσταση του 1917 τις δικές τους χώρες. Εμφανίστηκαν Πολωνία, Φινλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, καθώς και οι Σοβιετικές Δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας, της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας. Τα δικαιώματα των λαών, που δεν επιθυμούσαν να αποκτήσουν ξεχωριστά κράτη, κατοχυρώθηκαν συνταγματικά από τη Σοβιετική Εξουσία.

Ταυτόχρονα, για την αποτελεσματικότητα της πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και την εσωτερική αντεπανάσταση, οι Σοβιετικές Δημοκρατίες συγκρότησαν αρχικά μια πολιτικο-στρατιωτική και οικονομική συμμαχία και λίγα χρόνια αργότερα τέθηκε το ζήτημα της ενοποίησής τους σ’ ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος. Το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, που συνήλθε στις 30 του Δεκέμβρη 1922, βασιζόμενο στην ελεύθερη βούληση των λαών, διακήρυξε τη δημιουργία της ΕΣΣΔ. Το πρώτο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ενωσης (1924) κατοχύρωσε νομοθετικά τη συνένωση των σοβιετικών Δημοκρατιών σε ενιαίο πολυεθνικό κράτος, στη βάση της κυριαρχίας τους και της πλήρους ισοτιμίας. Οι πολίτες της ΕΣΣΔ απόκτησαν έτσι την ίση νομική δυνατότητα να χρησιμοποιούν τη μητρική γλώσσα τους και τις γλώσσες των άλλων λαών της Σοβιετικής Ενωσης στα σχολεία, στον Τύπο, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

Βάση αυτής της πολιτικής ήταν ο Προλεταριακός Διεθνισμός, η μόνη αρχή που η συνεπής εφαρμογή της μπορεί να διασφαλίζει σεβασμό της εθνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και την ενιαία συμμετοχή στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Χαρακτηριστικά, το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ αποτελούνταν από δύο ισότιμα σώματα: Το Σοβιέτ της Ενωσης, η συγκρότηση του οποίου γινόταν στη βάση του μεγέθους του εκλογικού σώματος της κάθε περιοχής και το Σοβιέτ των Εθνοτήτων, όπου όλες οι Ενωσιακές Δημοκρατίες εκπροσωπούνταν από 32 βουλευτές, από 11 κάθε αυτόνομη Δημοκρατία, από 3 κάθε αυτόνομη περιοχή κι από 1 κάθε αυτόνομη Περιφέρεια.

Στη βάση της εθνικής πολιτικής του σοβιετικού, σοσιαλιστικού κράτους, τέθηκε η λενινιστική αρχή της εθελοντικής ένωσης των εθνών. Με την εξάλειψη των εκμεταλλευτών (της αστικής τάξης και των κουλάκων), οι λαοί της χώρας είχαν τη δυνατότητα της ελεύθερης οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης.

Το σοβιετικό σύστημα βοήθησε στην ανύψωση ιδιαίτερα εκείνων των εθνών, που ήταν σε βαθιά καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της προεπαναστατικής Ρωσίας. Με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη συνδρομή άλλων Σοβιετικών πολιτικών και μαζικών οργανώσεων, καταπολέμησε τον αναλφαβητισμό, πολλά έθνη απέκτησαν το δικό τους γραπτό λόγο. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως στο πλαίσιο του σοσιαλισμού ολοκληρώθηκε η διαδικασία διαμόρφωσης μιας σειράς εθνών, κυρίως στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας.

Associated Press 

Κοινός στόχος όλων, άσχετα από την εθνική καταγωγή τους, ήταν η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Πάνω σ’ αυτήν την κοινή βάση και μέσα στο πλαίσιο της κοινής ιστορικής διαδρομής, των οικονομικών σχέσεων και της κοινωνικο-πολιτικής δομής, άρχισε να εμφανίζεται μια νέα ιστορικο-κοινωνική έννοια, ο σοβιετικός λαός.

Το γεγονός ότι ριζικά και μέσα σε διάστημα λίγων δεκαετιών χτυπήθηκε ο εθνικισμός, η αντίληψη της υπεροχής του ενός έθνους πάνω στα άλλα, φαίνεται κι από τη συσπείρωση του σοβιετικού λαού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως κι από άλλα παραδείγματα, όπως ότι ο κάθε 7ος γάμος στη χώρα ήταν «μεικτός», δηλαδή ανθρώπων με διαφορετική εθνική καταγωγή.

Ορισμένα βασικά ιστορικά στοιχεία στην πορεία για την Ενωση

Στις 29 Δεκέμβρη του 1922 συνήλθε στη Μόσχα η συνδιάσκεψη των πληρεξουσίων αντιπροσωπειών της ΡΣΟΣΔ, της ΣΣΔ της Ουκρανίας, της ΣΣΔ της Λευκορωσίας και της ΣΟΣΔ της Υπερκαυκασίας. Στη συνδιάσκεψη συζητήθηκαν τα σχέδια της Διακήρυξης και της Συμφωνίας για την ίδρυση της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ΕΣΣΔ, καθώς και η σειρά των εργασιών του 1ου Ενωσιακού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Στη Συνδιάσκεψη αποφασίστηκε να επικυρωθούν στο συνέδριο τα δύο ντοκουμέντα για την ίδρυση της ΕΣΣΔ, η Διακήρυξη και η Συμφωνία, και αμέσως μετά να τις εξετάσουν και να τις επικυρώσουν οριστικά οι Κεντρικές Εκτελεστικές Επιτροπές των ενωσιακών δημοκρατιών και το 2ο συνέδριο των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Την επομένη μέρα, στις 30 Δεκέμβρη του 1922 άρχισε τις εργασίες του στη Μόσχα, στο θέατρο «Μπολσόι» το 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ της «Ενωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών». Στο συνέδριο πήραν μέρος 1.727 αντιπρόσωποι από τη ΡΣΟΣΔ, 364 από τη ΣΣΔ της Ουκρανίας (Ουκρανία, Μολδαβία), 33 από τη ΣΣΔ της Λευκορωσίας και 91 από τη ΣΟΣΔ της Υπερκαυκασίας (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν). Στις 12.45 ο μεγαλύτερος σε ηλικία αντιπρόσωπος και μέλος της Πανρωσικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής Γ. Σμιντόβιτς κήρυξε την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου. Ο Σμιντόβιτς είπε πως «η ομόθυμη θέληση των εργαζόμενων της Ουκρανίας, του Αζερμπαϊτζάν, της Γεωργίας, της Αρμενίας και της Λευκορωσίας να συγχωνευτούν οι ξεχωριστές Σοβιετικές Δημοκρατίες σε ένα ενιαίο σύνολο, σε ένα ισχυρό κράτος, σε μια ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών, έχει εκφραστεί στα συνέδρια των Σοβιέτ της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Ομοσπονδίας της Υπερκαυκασίας. Η θέληση αυτή υποστηρίχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό από τους αντιπροσώπους των εργαζομένων της ΡΣΟΣΔ στις εργασίες του 10ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ…».

Το Πανεπιστήμιο της Φιλίας των Λαών της Μόσχας εγκαινιάστηκε στις 17 του Νοέμβρη 1960, με σκοπό να παρέχει βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες για την κατάρτιση ειδικευμένων στελεχών. Στη Διακήρυξη για την ίδρυση της ΕΣΣΔ υπογραμμιζόταν πως μόνο στη χώρα των Σοβιέτ, μόνο στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου, που συσπείρωσε γύρω της την πλειοψηφία του πληθυσμού, έγινε δυνατόν να: εξαφανιστεί η καταπίεση των εθνοτήτων, να δημιουργηθεί κατάσταση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να μπουν οι βάσεις της αδελφικής συνεργασίας των λαών. Στη Διακήρυξη αναφέρονταν οι λόγοι που επιβάλλανε επιτακτικά να δημιουργηθεί η ΕΣΣΔ και διακηρύσσονταν η ισοτιμία και ο προαιρετικός χαρακτήρας της Ενωσης. «Η θέληση των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών που μόλις τελευταία συνήλθαν τα συνέδρια των Σοβιέτ τους και πήραν ομόφωνα την απόφαση να Ιδρυθεί η Ενωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών είναι μια σίγουρη εγγύηση πως η Ενωση αυτή είναι προαιρετική ένωση ισότιμων λαών, πως κάθε Δημοκρατία έχει εξασφαλισμένο το δικαίωμα να αποχωρήσει ελεύθερα από την Ενωση, πως όλες οι Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες μπορούν ελεύθερα να μπουν στην Ενωση».

Η ίδρυση της ΕΣΣΔ ήταν ο μεγαλύτερος σταθμός στην πορεία της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών εθνοτήτων στις Σοβιετικές Δημοκρατίες. Η ιστορική αυτή πράξη άνοιγε μεγάλες προοπτικές για την άνοδο των υλικών και πνευματικών δυνάμεων όλων των λαών της Σοβιετικής Ενωσης. Η συνένωση των λαών για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ενίσχυε τη δύναμή τους, για να προχωρήσουν ακόμη πιο αποφασιστικά σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης το τεράστιο έργο της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, έργο που άλλαζε τη ροή της Ιστορίας προς το ανώτερο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης. Θεμελιακή βάση και δύναμη στην ένωση των ισότιμων εθνοτήτων ήταν η εργατική τάξη με την καθοδηγητική δουλειά της συνειδητής πολιτικής οργανωμένης πρωτοπορίας της, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η εργατική τάξη, ήταν αυτή που μπορούσε να ενώσει και ένωσε τους λαούς των διαφόρων εθνοτήτων στον αγώνα για το τσάκισμα της εκμετάλλευσης, στον αγώνα εναντίον της διαμάχης ανάμεσα στις εθνότητες, εναντίον του μεγαλοεθνικού σοβινισμού και του αστικού εθνικισμού. Η ένωση των σοβιετικών δημοκρατιών σε ενιαίο ενωσιακό κράτος είχε ιστορική σημασία για τον αποτελεσματικό αγώνα που απέβλεπε στην οικοδόμηση του κομμουνισμού. Το απέδειξε η πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, τα τεράστια επιτεύγματα, η πορεία άρσης των ανισοτήτων στην ανάπτυξη των διαφορετικών Δημοκρατιών και λαών, που κληρονόμησε η επανάσταση από το προηγούμενο σάπιο εκμεταλλευτικό κοινωνικό καθεστώς. Ηταν η νίκη της Λενινιστικής θεωρίας στο Εθνικό Ζήτημα.

Η ωρίμανση των προϋποθέσεων για τη δημιουργία της ΕΣΣΔ

Η δημιουργία των προϋποθέσεων και των συνθηκών για την ίδρυση της ΕΣΣΔ ήταν αποτέλεσμα της πορείας εδραίωσης της σοβιετικής εξουσίας, αλλά και των αναγκών που προέκυπταν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αντίξοες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός, παρά την ήττα του στην πάλη για την ανατροπή της νεαρής σοβιετικής εξουσίας, ποτέ δεν παραιτήθηκε απ’ αυτό το σκοπό. Επίσης, η τσαρική Ρωσία ήταν μια χώρα (αδύνατος κρίκος του ιμπεριαλισμού) που σε σύγκριση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων των τότε ισχυρών καπιταλιστικών κρατών ήταν καθυστερημένη.

Με την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας, αναπτύσσονταν γοργά οι αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις ανεξάρτητες τότε σοβιετικές Δημοκρατίες. Στα 1920 το κόμμα των μπολσεβίκων έβαλε το ζήτημα της ανάγκης για την ομοσπονδιακή ένωσή τους. Στις θέσεις για το ζήτημα των εθνικοτήτων και των αποικιών που γράφτηκαν για το 2ο Συνέδριο της Γ’ Διεθνούς, ο Β.Ι. Λένιν έβαλε το καθήκον «να επιδιώκεται όλο και πιο πολύ η στενή ομοσπονδιακή ένωση». Τον ίδιο χρόνο, η ΡΣΟΣΔ και η ΣΣΔ της Ουκρανίας υπέγραψαν συμφωνία που πρόβλεπε τη συνεργασία των δύο Δημοκρατιών σε διάφορους τομείς. Στα 1920 – 1921 υπογράφτηκαν συμφωνίες ανάμεσα στη ΡΣΟΣΔ και στη ΣΣΔ Λευκορωσίας και ανάμεσα στη ΡΣΟΣΔ και στις σοβιετικές Δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας. Το Μάρτη του 1922 σχηματίστηκε η Υπερκαυκασιανή Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών, συνενώνοντας τους λαούς της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν.

Στις προσπάθειες για την ένωση των λαών της Σοβιετικής χώρας που αποβλέπανε στην ίδρυση μιας ισχυρής Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών αντιτάσσονταν οι αστοί εθνικιστές που εκφράζανε την ιδεολογία των εκμεταλλευτικών τάξεων που είχαν ανατραπεί, αλλά ήταν πολύ νωρίς ιστορικά για να ξεριζωθούν εντελώς. Οι αστοί εθνικιστές προσπαθούσαν να επηρεάσουν τα μικροαστικά σε συνείδηση στοιχεία ανάμεσα στους εργάτες και κυρίως στους αγρότες που ήταν και πλειοψηφία του πληθυσμού, να υποδαυλίσουν εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στις εθνότητες και να διαιρέσουν τους σοβιετικούς λαούς. Η δράση των αστών εθνικιστών δυνάμωσε ύστερα από την κάποια ανάπτυξη των καπιταλιστικών στοιχείων στην πρώτη φάση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ).

Βεβαίως, η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου εξασφάλισε σε όλες τις εθνότητες της πρώην τσαρικής Ρωσίας ελεύθερη εθνική ανάπτυξη και τους παραχώρησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα. Οι λαοί σύμφωνα με τη θέλησή τους είχαν τη δυνατότητα να ενωθούν ή να μην ενωθούν σε προλεταριακό πολυεθνικό κράτος.

Οι ενωτικές τάσεις επικράτησαν, γιατί ανταποκρίνονταν στα συμφέροντα όλων των λαών των Σοβιετικών Δημοκρατιών. Σ’ αυτό εκδηλώθηκε η δράση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ως εξουσία που ένωνε τους λαούς σε διάκριση από την αστική δημοκρατία που τους διαιρούσε. Οι σοβιετικές εθνότητες θέλησαν να ενωθούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος γιατί συνδέονταν στενά ή μια με την άλλη οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά, ακόμη και γιατί χωρίς την ένωση αυτή θα τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντισταθούν στην επίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Για δημιουργία ενός ενιαίου ενωσιακού σοβιετικού σοσιαλιστικού κράτους υπήρχε αντικειμενική βάση. Ηταν απόλυτη ανάγκη να ενωθούν οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί πόροι των σοβιετικών δημοκρατιών και να συντονιστούν τα σχέδιά τους για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιζαν ορισμένοι παράγοντες όπως ο καταμερισμός της εργασίας που είχε διαμορφωθεί ιστορικά στο έδαφος της πρώην τσαρικής Ρωσίας.

Η ανόρθωση της οικονομίας και η αποκατάσταση των οικονομικών δεσμών ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες που άρχισε μετά την ιμπεριαλιστική επέμβαση στα 1919 και τον εμφύλιο πόλεμο, συνέβαλε στην πορεία για την Ενωση. Ταυτόχρονα, η σοβιετική εξουσία επιδίωκε την οικοδόμηση βιομηχανιών, την εκμετάλλευση του ορυκτού και του άλλου φυσικού πλούτου στις περιοχές όπου στο προηγούμενο καθεστώς δε γινόταν αυτό. Ετσι αναπτύσσονταν και οι πιο καθυστερημένες περιοχές ενώ ενισχύονταν οι οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες και οι συντροφικοί δεσμοί των λαών.

Η ίδρυση ενωσιακού σοβιετικού κράτους «πατούσε» και στις δυνατότητες της σχεδιασμένης σοσιαλιστικής οικονομίας. Η ατομική ιδιοκτησία και το κεφάλαιο χωρίζουν τους λαούς, η συλλογική ιδιοκτησία και η εργασία τους συνενώνουν.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση απαιτεί τη γοργή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, προκειμένου να ικανοποιούνται οι ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες των λαών, η ευημερία τους. Αυτό μπορούσε να γίνει αποτελεσματικά μόνο με τις κοινές προσπάθειες όλων των σοβιετικών εθνοτήτων μέσα στα πλαίσια ενός ενωσιακού πολυεθνικού σοβιετικού κράτους.

Η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας στον απολογισμό της για το 1922 εκτιμούσε πως η πείρα από την ανάπτυξη της οικονομίας των σοβιετικών Δημοκρατιών «έδειξε την ανάγκη της ένωσης σε κρατική κλίμακα των οικονομικών προσπαθειών των Δημοκρατιών και της συστηματικής σύμφωνα με σχέδιο κατανομής των πόρων που υπάρχουν στις Δημοκρατίες αυτές».

Η ένωση των σοβιετικών Δημοκρατιών ήταν επίσης αναγκαία λόγω της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης που απαιτούσε την ενίσχυση της αμυντικής τους ικανότητας. Η νίκη της σοβιετικής εξουσίας στον εμφύλιο και στην ιμπεριαλιστική επέμβαση έδωσε τη δυνατότητα ειρηνικής ανοικοδόμησης της οικονομίας σε σοσιαλιστική πια βάση. Αλλά τα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν παραιτήθηκαν από το σκοπό της ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας, αν όχι με τη δύναμη των οπλών, τουλάχιστον με την υπονομευτική δράση, με την οικονομική και πολιτική πίεση, με το να σπείρουν ανταγωνισμούς και αντιθέσεις ανάμεσα στις σοβιετικές Δημοκρατίες.

Σ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες οι σοβιετικές Δημοκρατίες έπρεπε να διατηρούν ενότητα δράσης στο διεθνή στίβο. Η συνεργασία ανάμεσα στα Λαϊκά Επιτροπάτα των Εξωτερικών των σοβιετικών Δημοκρατιών δυνάμωνε. Ετσι άρχισε να εδραιώνεται και η ενιαία διπλωματική εκπροσώπηση για τις εξωτερικές, τις διεθνείς σχέσεις. Την ίδια κοινή δράση ανέπτυσσαν και τα όργανα του εξωτερικού εμπορίου.

Ολες οι σοβιετικές Δημοκρατίες ζητούσαν να συγχωνευτούν το γρηγορότερο οι Ενοπλες Δυνάμεις και η στρατιωτική ηγεσία. Τα σοβιετικά και τα κομματικά όργανα της ΣΣΔ Ουκρανίας είχαν σημειώσει αρκετές φορές πως ήταν επιτακτική ανάγκη να γίνει αυτό. Ανάλογες αποφάσεις είχαν πάρει οι ΚΕ των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Γεωργίας και της Αρμενίας.

Ετσι στα 1922 είχαν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία του σοβιετικού πολυεθνικού κράτους. Από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου άρχισαν οι διαδικασίες για την υλοποίηση αυτού του καθήκοντος. Στις 6 Οκτώβρη του ίδιου χρόνου η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΡ (μπ.) πήρε απόφαση για τη μορφή συγκρότησης ενωσιακού πολυεθνικού κράτους, με βάση την υπόδειξη του Λένιν ότι ο σχηματισμός της ένωσης δεν καταργεί την ανεξαρτησία των Δημοκρατιών αλλά δημιουργεί μια ομοσπονδία ισότιμων Δημοκρατιών. Η Ολομέλεια αποφάσισε: «Αναγνωρίζει απαραίτητο να υπογραφεί συμφωνία ανάμεσα στην Ουκρανία, στη Λευκορωσία, στην Ομοσπονδία των Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας και στη ΡΣΟΣΔ για την ένωσή τους σε «Ενωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατικών» και αφήνει σε καθεμιά από αυτές το δικαίωμα να αποχωρεί ελεύθερα από την Ενωση». Η ίδρυση της Σοβιετικής Ενωσης ήταν πλέον ζήτημα χρόνου και ολοκληρώθηκε στο 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ των λαών της ΕΣΣΔ.

Λύθηκε οριστικά το εθνικό ζήτημα;

Η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αμφισβητεί το τεράστιο έργο της Σοβιετικής Εξουσίας για τη λύση του Εθνικού Ζητήματος, προβάλλοντας τις οξύτατες αντιθέσεις μεταξύ των νέων εθνών – κρατών που δημιουργήθηκαν μετά την αντεπανάσταση ή και τις εθνικιστικές αντιθέσεις μέσα στην ίδια τη Ρωσία, όπως π.χ. εκδηλώνονται από τη δράση των Τσετσένων.

Λύθηκε λοιπόν οριστικά το Ενικό Ζήτημα στην ΕΣΣΔ; Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο μια για πάντα. Υπήρχαν ισχυροί «θύλακες» εθνικισμού, π.χ. στην Ουκρανία, στις Βαλτικές Δημοκρατίες και στον Καύκασο, που αξιοποιήθηκαν από τους ναζί στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οταν κοινωνικές δυνάμεις που είχαν ανατραπεί (πρώην καπιταλιστές, μεγαλοκτηματίες κ.ά.) προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την εθνική ταυτότητα για να πάρουν τη «ρεβάνς», στηριζόμενοι στα όπλα των χιτλερικών ορδών. Ετσι, π.χ., στις Βαλτικές χώρες εμφανίστηκαν οι λετονικές κι οι εσθονικές «λεγεώνες των SS» και στην Ουκρανία οι ντόπιοι «γερμανοτσολιάδες» (ΟΟΥΝ-ΟΥΠΑ). Αυτές οι δυνάμεις για άλλη μια φορά ηττήθηκαν το 1945 από τον Κόκκινο Στρατό, παρέμειναν ωστόσο κάποιες εθνικιστικές τάσεις σε διάφορες περιοχές. Ακόμη και εθνικιστικές ένοπλες ομάδες, που έκαναν δολιοφθορές ή και δολοφονίες στελεχών του ΚΚ κι άλλων Σοβιετικών πολιτών, κυρίως στη Δυτική Ουκρανία και στη Βαλτική έως τη δεκαετία του ’60 (όπως, π.χ., η λιθουανική αντικομμουνιστική οργάνωση «Αδελφοί του δάσους»). Την ίδια ώρα, όμως, αυτές οι εθνικιστικές και αποσχιστικές τάσεις δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν στις συνθήκες του σοσιαλισμού, αφού έλειπε ο βασικός «κινητήρας» του εθνικισμού, που είναι η ντόπια αστική τάξη.

Οι ΗΠΑ και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ποτέ δε σταμάτησαν με τις δεκάδες ραδιοφωνικές εκπομπές, σε όλες τις βασικές γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ, να προσπαθούν να σπείρουν το μίσος ανάμεσα στα έθνη, που αποτελούσαν την ΕΣΣΔ και να τη διασπάσουν πάνω στην εθνική βάση.

Πώς, πότε και γιατί εκδηλώθηκε;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 το εθνικό ζήτημα και πάλι έρχεται σε πρώτο πλάνο, αφού γίνεται αισθητή η αναζωπύρωση των εθνικιστικών διαθέσεων σε μια σειρά περιοχές, που αναπτύσσονταν από διανοούμενους και άλλους κύκλους, με συχνά την ίδια έκφραση κατά των Ρώσων. Ακόμη όμως και τους τελευταίους μήνες ύπαρξής της, η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της ΕΣΣΔ, όπως έδειξε το δημοψήφισμα στις 17 Μάρτη 1991, τάχθηκε με ποσοστό 76% υπέρ της διατήρησης της ΕΣΣΔ.

Είναι φανερό πως το ζήτημα δεν προέκυψε ξαφνικά τη δεκαετία του ’80, αλλά ωρίμασαν μια σειρά παράγοντες για την εκδήλωσή του. Παράγοντες που είχαν να κάνουν τόσο με το αδυνάτισμα του ρόλου του ΚΚ, όσο και με μια σειρά οικονομικά μέτρα, που είχαν ληφθεί και κάθε άλλο παρά ενίσχυαν τις οικονομικές βάσεις του σοσιαλιστικού – κομμουνιστικού συστήματος, λειτουργώντας, επί της ουσίας, διαλυτικά. Τέτοια ήταν, π.χ., η απόφαση του ΚΚΣΕ για τη διάλυση των κλαδικών υπουργείων, που εξασφάλιζαν την κεντρική διεύθυνση διαφόρων κλάδων της οικονομίας και η εφαρμογή του συστήματος της διεύθυνσης ανά Σοβιετική Δημοκρατία. Μια πολιτική απόφαση, που όχι μόνον αποδείχτηκε λαθεμένη και αναποτελεσματική, αλλά αύξησε και την αντιπαράθεση «κέντρου» – «περιφέρειας». Το ίδιο ζημιογόνες για το σοσιαλισμό αποδείχτηκαν και μια σειρά οικονομικές μεταρρυθμίσεις τη δεκαετία του ’60, που δημιούργησαν το κοινωνικο – οικονομικό «έδαφος» για την ανάπτυξη και των αντισοσιαλιστικών και συχνά εθνικιστικών στοιχείων.

Οπως γράφει το στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) Β. Γκριζλόφ, διευθυντής του περιοδικού «Πολιτική Διαφώτιση»: «Αν κατανοούμε την Ιστορία στη βάση του διαλεκτικού υλισμού, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το εθνικό ζήτημα αποτελεί μέρος του ζητήματος της εξουσίας στο κράτος. Οι ρίζες των σημερινών αντιθέσεων δεν πρέπει να τις ψάξουμε στο καθαυτό εθνικό ζήτημα, αλλά στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα. Κι όταν μιλάω για την κοινωνικο-οικονομική σφαίρα, δεν εννοώ κάποια πτώση στην οικονομία ή στο επίπεδο ζωής, αλλά στην κατεύθυνση της ανάπτυξης, στις βασικές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές. Τι εννοώ; Στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού μας κράτους, πραγματοποιήθηκε μια καλυμμένη αλλαγή των μορφών ιδιοκτησίας, μια αλλαγή του κοινωνικού μας συστήματος, που οδήγησε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Και μάλιστα σε ορισμένες περιοχές αυτή είχε και στοιχεία μεικτά με φεουδαρχικές και πατρογονικές σχέσεις. Σε όλο τον κόσμο η καπιταλιστική αγορά οδηγεί στην όξυνση του εθνικού ζητήματος. Εμφανίστηκαν νέες κοινωνικές δυνάμεις, που ενδιαφέρονταν με τον ένα ή άλλο τρόπο για σχέσεις «μοιράσματος». Αυτό οδηγεί σε συγκρούσεις, πολέμους κλπ. Η εμφάνιση της αστικής τάξης οδήγησε στην εμφάνιση του αστικού εθνικού κράτος. Στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ εμφανίστηκαν εθνικιστικές ομάδες, που άνθισαν την περίοδο της «περεστρόικα» κι οι οποίες μετατράπηκαν σε ισχυρές πολιτικές δυνάμεις. Δυνάμεις, που όχι μόνο χρειάστηκε να τις λάβουμε υπόψη μας, αλλά που δυστυχώς, σε τελική φάση, νίκησαν. Υπέρ αυτών των σχέσεων μοιράσματος ήταν η σκιώδης οικονομία, ο οικονομικός κόσμος του εγκλήματος, που κρυφά είχε δημιουργηθεί στην ΕΣΣΔ» (Στρογγυλό τραπέζι στην «Πράβντα» για τα 85 χρόνια από την ίδρυση της ΕΣΣΔ (28/12/2007) http://kprf.ru/party-live/54065.html?print).

Από τη μεριά του, το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) σημειώνει στο Πρόγραμμά του πως «το έδαφος για το εθνικιστικό μίσος βρίσκεται πάντα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Μόλις επί ΕΣΣΔ αναγεννήθηκε η ατομική ιδιοκτησία, δηλαδή επιτράπηκε σε κάποιους ανθρώπους να κλέβουν τους άλλους, τότε στη χώρα ξεκίνησαν οι διεθνικές συγκρούσεις» (Πρόγραμμα του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ).

Πότε, όμως, προέκυψε τέτοιο θέμα; Οπως σημειώνεται στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης: «Από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956 και μετά, για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων υιοθετήθηκαν σταδιακά λαθεμένες θεωρητικές προσεγγίσεις και εφαρμόστηκαν οπορτουνιστικές πολιτικές στην οικονομία, που επεκτάθηκαν στη σοσιαλιστική εξουσία και στις διεθνείς σχέσεις».

«Ο παράνομος πλουτισμός, το λεγόμενο «σκιώδες κεφάλαιο», επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφάλαιο στην παραγωγή, δηλαδή επιδίωκε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Επέδρασε στο κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και το σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό» (Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης).

Σήμερα μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε πως «η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων προς τα τοπικά σοβιέτ, ειδικά στον οικονομικό τομέα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από τις αντίστοιχες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν εκείνη την περίοδο και οι οποίες χαλάρωσαν τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, στο όνομα της λεγόμενης ιδιοσυντήρησης και αυτοδιεύθυνσης των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων και ανέθρεψαν τη δυνατότητα πλουτισμού και κερδοσκοπίας. Τα μέτρα αυτά προωθούνταν στο όνομα της μετατροπής του παλλαϊκού κράτους σε σοσιαλιστική αυτοδιεύθυνση. Εκτός των άλλων, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ενθαρρύνθηκαν τοπικιστικές και εθνικιστικές τάσεις που βεβαίως στο τέλος εκδηλώθηκαν ανοιχτά» (Κ. Παπασταύρου. Μερικά ζητήματα για το σοσιαλιστικό εποικοδόμημα στην εμπειρία της ΕΣΣΔ. ΚΟΜΕΠ 6/2007).

Ετσι, όπως συνοπτικά σημειώνει η ΚΕ του ΚΚΕ, «η παραβίαση του Προλεταριακού Διεθνισμού, ιδιαίτερα σε συνθήκες συσσώρευσης εσωτερικών προβλημάτων, διαμορφώνει έδαφος για την άμβλυνση και χαλάρωση των δεσμών, ακόμα και για την εναντίωση στην ενοποίηση. Ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας, σε συνεργασία με τις εσωτερικές αντεπαναστατικές δυνάμεις, αξιοποίησε στρεβλώσεις και λάθη και πυροδότησε κατάλοιπα εθνικιστικών διαθέσεων, για να υπονομεύσει το σοσιαλιστικό σύστημα και να οξύνει αποσχιστικές τάσεις» (Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Οχτωβριανής Επανάστασης).

Αυτό δεν αναιρεί καθόλου το τεράστιο έργο του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Εξουσίας ούτε τη νομοτελειακή τάση για την οριστική λύση του Εθνικού Ζητήματος στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Πηγές:

— Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Η’, εκδόσεις «Μέλισσα».

— Ι.Β. Στάλιν: Απαντα, τόμος 5ος, εκδόσεις «Γνώσεις».

Οι βάσεις της συγκρότησης της ΕΣΣΔ, «Ριζοσπάστης», 11/5/2008.

Βλέπε επίσης:

Σοβιετική Ένωση