«Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός»: Από τις Θέσεις του Β’ Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Kομμουνιστική Διεθνής (1919)

1. Η νέα εποχή και ο νέος κοινοβουλευτισμός

Στην αρχή (στην εποχή της Πρώτης Διεθνούς), η στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων σχετικά με τον κοινοβουλευτισμό συνίστατο στο να χρησιμοποιούν τα αστικά κοινοβούλια για την προπαγάνδα. Τη συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό έργο την έβλεπαν από την άποψη της ανάπτυξης της συνείδησης της τάξης, δηλαδή του ξυπνήματος της εχθρότητας των προλεταριακών τάξεων εναντίον των τάξεων που κατέχουν την εξουσία. Ο τρόπος αυτός της αντιμετώπισης των τάξεων υπάρχει όχι υπό την επίδραση μιας θεωρίας, αλλά υπό την επίδραση της πολιτικής προόδου. Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε παρά πολύ, το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη.

Απ’ αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτικής των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξάνουσα σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σ’ έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σ’ αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, της διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Η Τρίτη Διεθνής εξετάζει τον κοινοβουλευτισμό όχι από την άποψη μιας νέας θεωρίας, αλλά σχετικά με τη μεταβολή που πρέπει να γίνει στο ρόλο του κοινοβουλευτισμού. Στην προηγούμενη εποχή, το κοινοβούλιο, ως πράκτορας του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, έπαιξε, οπωσδήποτε, σπουδαίο ιστορικό ρόλο, σημείωσε μια πρόοδο. Αλλά στους σημερινούς όρους του αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού, το Κοινοβούλιο έγινε όργανο ψευτιάς, κατεργαριάς, βίας και εκνευριστικής φλυαρίας. Αν έχουμε υπόψη μας τους εξοπλισμούς, τις κλεψιές, τις βίες, τις καταστροφές, τις ληστείες που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός, οι κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις του σημερινού συστήματος δεν έχουν καμιά σταθερότητα και λογική βάση κι έχουν χάσει κάθε πρακτική σημασία.

Οπως ολόκληρη η αστική κοινωνία, έτσι κι ο κοινοβουλευτισμός έχασε όλη του τη σταθερότητα. Η ξαφνική μετάβαση από την οργανική στην κριτική περίοδο δημιουργεί καινούρια βάση για την τακτική του προλεταριάτου όσον αφορά τον κοινοβουλευτισμό. Ετσι, το ρωσικό εργατικό Κόμμα (οι μπολσεβίκοι) είχε ήδη από πριν καθορίσει τις βάσεις του επαναστατικού κοινοβουλευτισμού, γιατί από το 1905, η Ρωσία είχε χάσει την πολιτική και την κοινωνική της ισορροπία και είχε μπει σε μια περίοδο καταιγίδων και ανατροπών.

Οταν μερικοί σοσιαλιστές, αρνούμενοι τον κομμουνισμό, επιμένουν ότι για τις χώρες τους δεν έφτασε ακόμη η στιγμή της κοινωνικής επανάστασης και δε θέλουν, προς το παρόν, να χωριστούν από τους οπορτουνιστές κοινοβουλευτικούς, ξεκινάνε από μια συνειδητή ή ασυνείδητη εκτίμηση της σημερινής εποχής, που τη θεωρούν ως περίοδο σχετικής στερεότητας της ιμπεριαλιστικής κοινωνίας και γι’ αυτό το λόγο υποθέτουν ότι ο συνασπισμός με τον Τουράτι και με τον Λονγκέ θα μπορούσε να ‘χει κάποια πρακτικά αποτελέσματα στον αγώνα τους για τις μεταρρυθμίσεις.

Μόλις φανεί, ο κομμουνισμός πρέπει ν’ αρχίσει να εξηγεί θεωρητικώς το χαρακτήρα της εποχής του (ζενίθ του καπιταλισμού, τάσεις του ιμπεριαλισμού ν’ αρνείται τον εαυτό του και να καταστρέφεται μόνος του, ακράτητη αύξηση της έντασης του εμφύλιου πολέμου κλπ.). Οι πολιτικές μορφές, σχηματισμοί και καταστάσεις μπορεί να διαφέρουν στις διάφορες χώρες, αλλά, στο βάθος, η κατάσταση των πραγμάτων είναι παντού η ίδια. Εμείς πρέπει να προετοιμάσουμε αμέσως τους πολιτικούς και τεχνικούς όρους της επανάστασης που θα κάνει το προλεταριάτο για να καταστρέψει την αστική εξουσία και για να δημιουργήσει την προλεταριακή εξουσία.

Σήμερα, για τους κομμουνιστές, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι θέατρο ενός αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις, για την καλυτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης, όπως έγινε μερικές φορές στην προηγούμενη εποχή. Το κέντρο του βάρους της σημερινής πολιτικής ζωής έχει ξεπεράσει οριστικά τα κοινοβουλευτικά όρια. Εξάλλου, η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη, όχι μόνο από τις σχέσεις που έχει με την εργαζόμενη τάξη, αλλά και με τα ίδια τα στοιχεία της, να περνάει όλες τις επιχειρήσεις κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το Κοινοβούλιο, όπου διάφορες συμμορίες τσακώνονται για την εξουσία, ξεσκεπάζοντας έτσι τη δύναμή τους, προδίδοντας τις αδυναμίες τους, σκοντάφτοντας κλπ.

Επομένως, το άμεσο ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης είναι ν’ αρπάξει τους οργανισμούς αυτούς απ’ τα χέρια των τάξεων που διοικούνε, να τους τσακίσει, να τους καταστρέψει και στη θέση τους να δημιουργήσει όργανα της προλεταριακής εξουσίας. Το επαναστατικό επιτελείο της εργατικής τάξης ενδιαφέρεται επίσης να έχει τους φωστήρες του μέσα στα αστικά κοινοβουλευτικά σώματα, για να ευκολύνει το καταστρεπτικό του έργο.

Ετσι θα δουν όλοι την ουσιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της τακτικής των κομμουνιστών, που μπαίνουν στο Κοινοβούλιο με σκοπό επαναστατικό και της τακτικής του κοινοβουλευτικού σοσιαλιστή. Ο κοινοβουλευτικός σοσιαλιστής αναγνωρίζει τη σχετική σταθερότητα του σημερινού συστήματος. Εργάζεται για να πετύχει με κάθε θυσία μεταρρυθμίσεις, ενδιαφέρεται οι κατακτήσεις των μαζών να περαστούν στο λογαριασμό του σοσιαλιστικού κοινοβουλευτισμού και να θεωρηθούν ως υπηρεσίες που αυτός προσέφερε (Τουράτι, Λονγκέ και Σία). Ο παλιός κοινοβουλευτισμός αντικαταστάθηκε από τον καινούριο, που είναι όργανο προορισμένο να καταστρέψει γενικώς τον κοινοβουλευτισμό. Τα αντιφατικά στοιχεία της παλιάς κοινοβουλευτικής τακτικής σπρώχνουν μερικά επαναστατικά στοιχεία στο στρατόπεδο εκείνων που είναι αντίπαλοι του κοινοβουλευτισμού (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου, επαναστάτες συνδικαλιστές, Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας).

Ο Λένιν από το βήμα του Συνεδρίου

Οι θέσεις, που δέχτηκε για το ζήτημα αυτό το Β’ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι οι ακόλουθες:

2. Ο κομμουνισμός, ο αγώνας για τη δικτατορία του προλεταριάτου και η χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλίου

1. Ο κοινοβουλευτισμός, ως κυβερνητικό σύστημα, είναι δημοκρατική μορφή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Σε μια ορισμένη στιγμή της ανάπτυξής του έχει ανάγκη από μια ψευτολαϊκή αντιπροσωπεία, που, μολονότι παρουσιάζεται σαν οργάνωση της κοινωνικής θέλησης ανεξαρτήτως τάξεων, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μηχανή καταναγκασμού και καταπίεσης στα χέρια του κυρίαρχου κεφαλαίου.

2. Ο κοινοβουλευτισμός είναι ορισμένη μορφή του κυβερνητικού συστήματος. Γι’ αυτό ποτέ δεν ταιριάζει στην κομμουνιστική κοινωνία, που δεν ξέρει ούτε τάξεις ούτε πάλη τάξεων ούτε κανένα είδος κυβερνητικής εξουσίας.

3. Ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να ‘ναι ούτε η μορφή της κυβέρνησης του προλεταριακού κράτους στη μεταβατική περίοδο που πάει από τη δικτατορία της αστικής τάξης στη δικτατορία του προλεταριάτου. Στο πιο οξύ σημείο της πάλης των τάξεων, όταν η πάλη αυτή μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το προλεταριάτο πρέπει κατ’ ανάγκη να δημιουργήσει την κυβερνητική του οργάνωση ως οργάνωση «μάχης», στην οποία δε θ’ αφήσει να χωθεί κανένας αντιπρόσωπος των παλιών κυρίαρχων τάξεων, κάθε δήθεν λαϊκή θέληση, κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, είναι βλαβερή για το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν έχει ανάγκη από τον κοινοβουλευτικό χωρισμό των εξουσιών, που μπορεί να είναι ολέθριος. Η σοβιετική δημοκρατία είναι η μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

4. Τα αστικά κοινοβούλια, που αποτελούν ένα από τα κυριότερα ελατήρια της κυβερνητικής μηχανής της αστικής τάξης, δεν μπορούν να κατακτηθούν, όπως γενικά το αστικό κράτος δεν μπορεί να κατακτηθεί από το προλεταριάτο. Το καθήκον του προλεταριάτου είναι να σπάσει και να καταστρέψει την αστική κυβερνητική μηχανή, στην οποία περιλαμβάνονται και τα κοινοβουλευτικά σώματα, είτε είναι δημοκρατικά είτε συνταγματικά μοναρχικά.

5. Το ίδιο θα γίνει και για τους δημοτικούς και κοινοτικούς οργανισμούς που δεν είναι σωστό να τους θεωρούμε αντίθετους θεωρητικώς προς τα κυβερνητικά όργανα. Πράγματι, ο μηχανισμός τους είναι απαράλλακτος με τον κυβερνητικό μηχανισμό της αστικής τάξης και οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να καταστραφούν από το προλεταριάτο και ν’ αντικατασταθούν από τα τοπικά Σοβιέτ αντιπροσώπων εργατών.

6. Ο κομμουνισμός, λοιπόν, αρνείται κάθε μέλλον στον κοινοβουλευτισμό, δεν τον δέχεται ως μορφή της δικτατορίας της τάξης του προλεταριάτου, δεν παραδέχεται πως είναι δυνατό να κατακτηθούν τα Κοινοβούλια, έχει ως σκοπό την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα χρησιμοποίησης των αστικών κυβερνητικών οργανισμών παρά μόνο με το σκοπό της καταστροφής τους. Μ’ αυτή, και μόνο μ’ αυτή την έννοια μπορεί να τεθεί το ζήτημα.

7. Κάθε αγώνας τάξεων είναι αγώνας πολιτικός, γιατί στο τέλος είναι αγώνας για την εξουσία. Κάθε απεργία που απλώνεται σε μια ολόκληρη χώρα, γίνεται απειλή για την αστική κυβέρνηση, και γι’ αυτό ακριβώς αποκτάει πολιτικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια για την ανατροπή της αστικής τάξης και το τσάκισμα του κράτους με κάθε μέσο είναι υποστήριξη πολιτικού αγώνα. Η δημιουργία ενός κυβερνητικού μηχανισμού καταναγκασμού «τάξης» εναντίον της ανυπότακτης αστικής τάξης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο μηχανισμός αυτός, είναι κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

8. Ο πολιτικός, λοιπόν, αγώνας δε συνοψίζεται καθόλου στο ζήτημα της στάσης μας έναντι του κοινοβουλευτισμού. Περιλαμβάνει ολόκληρο τον αγώνα της τάξης του προλεταριάτου, εφόσον ο αγώνας αυτός παύει να είναι τοπικός και μερικός, και τείνει στην ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος.

9. Η βασική μέθοδος της πάλης του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης, δηλαδή εναντίον της κυβερνητικής της εξουσίας, είναι πρώτα πρώτα η μέθοδος της δράσης κατά μάζες. Η δράση αυτή οργανώνεται και διευθύνεται από τις οργανώσεις των μαζών του προλεταριάτου (Σωματεία, Κόμματα, Σοβιέτ) υπό τη γενική οδηγία του στέρεα ενωμένου, πειθαρχικού και συγκεντρωτικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι πόλεμος. Στον πόλεμο αυτό, το προλεταριάτο πρέπει να ‘χει ένα σώμα πολιτικών αξιωματικών, ένα καλό πολιτικό επιτελείο, που διευθύνει όλες τις επιχειρήσεις σ’ όλους τους κλάδους της δράσης.

10. Ο αγώνας των μαζών αντιπροσωπεύει ολόκληρο σύστημα ενεργειών, που αναπτύσσονται, ζωογονούνται από την ίδια τη μορφή τους και οδηγούν λογικά στην επανάσταση κατά του καπιταλιστικού κράτους. Στον αγώνα αυτό των μαζών, που μοιραίως μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το Κόμμα που διευθύνει το προλεταριάτο πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να ενισχύει πίσω του όλες τις νόμιμες θέσεις, να τις κάνει στέρεα στηρίγματα της επαναστατικής του δράσης και να τις υποτάσσει στο κύριο σχέδιο της εκστρατείας, δηλαδή στον αγώνα των μαζών.

11. Ενα τέτοιο στέρεο στήριγμα είναι το βήμα του αστικού Κοινοβουλίου. Δεν πρέπει να προβάλλουμε εναντίον της συμμετοχής στην κοινοβουλευτική δράση την αστική ιδιότητα του κυβερνητικού οργανισμού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει μέσα στη Βουλή, όχι να κάνει δράση οργανωτική, αλλά να υποσκάψει από μέσα την κυβερνητική μηχανή και την ίδια τη Βουλή. (Παραδείγματα: η δράση του Λίμπκνεχτ στη Γερμανία, των μπολσεβίκων στην τσαρική Δούμα, στη «Δημοκρατική Συνέλευση», στο «προκοινοβούλιο του Κερένσκι» και, τέλος, στη «Συντακτική Εθνοσυνέλευση» καθώς και στους δήμους).

12. Η κοινοβουλευτική αυτή δράση, που κυρίως συνίσταται στη χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτικού βήματος για το σκοπό της επαναστατικής προπαγάνδας για την καταγγελία των στρατηγημάτων του αντιπάλου, για την πολιτική συγκέντρωση των μαζών κλπ., πρέπει να υποτάσσεται τελείως στους σκοπούς και στα έργα του ομαδικού αγώνα που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο.

13. Αν οι κομμουνιστές πάρουν την πλειοψηφία στους κοινοτικούς οργανισμούς, πρέπει: α) να αντιπολιτεύονται την κεντρική αστική εξουσία, β) να κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετούν το φτωχότερο μέρος του πληθυσμού (οικονομικά μέτρα, εισαγωγή ή προσπάθεια εισαγωγής οπλισμένης εργατικής εθνοφρουράς κλπ.), γ) να δείχνουν σε κάθε ευκαιρία τα εμπόδια που βάζει το αστικό κράτος για τις ριζικές μεταρρυθμίσεις, δ) πάνω σ’ αυτή τη βάση να αναπτύξουν επαναστατική προπαγάνδα όσο το δυνατό έντονη, χωρίς να φοβηθούν τη σύγκρουση με την κυβερνητική εξουσία, ε) ν’ αντικαταστήσουν, σ’ ορισμένες περιπτώσεις, τα κοινοτικά όργανα με τοπικά εργατικά Σοβιέτ. Ολη, λοιπόν, η δράση των κομμουνιστών πρέπει ν’ αποτελεί μέρος του γενικού έργου της καταστροφής του καπιταλιστικού συστήματος.

14. Και η προεκλογική δράση πρέπει να γίνεται όχι με το πνεύμα της επιτυχίας όσο το δυνατό περισσότερων βουλευτικών θέσεων, αλλά με το πνεύμα της κινητοποίησης των μαζών με τα συνθήματα της προλεταριακής επανάστασης. Η προεκλογική δράση δεν πρέπει να γίνεται μόνο από τους κορυφαίους του Κόμματος, αλλά από το σύνολο των μελών του Κόμματος. Κάθε κίνημα των μαζών πρέπει να χρησιμοποιείται (απεργίες, διαδηλώσεις, ταραχές μέσα στους στρατιώτες και τους ναύτες κλπ.). Ολες οι προλεταριακές οργανώσεις πρέπει να σπρώχνονται σε μια ζωηρή δράση.

15. Υπό τέτοιους όρους, η κοινοβουλευτική δράση βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη σιχαμένη κοινοβουλευτική δράση που κάνουν τα σοσιαλιστικά κόμματα όλων των χωρών, των οποίων οι βουλευτές μπαίνουν στη Βουλή για να υποστηρίζουν ένα «δημοκρατικό» Σύνταγμα, ή το πολύ πολύ για να το «κατακτήσουν». Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δεχτεί παρά μόνο την επαναστατική χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού, όπως μας την έδειξαν ο Καρλ Λίμπκνεχτ και οι μπολσεβίκοι.

16. Ο καταρχήν, λοιπόν, αντικοινοβουλευτισμός, δηλαδή η απόλυτη και κατηγορηματική άρνηση της συμμετοχής στις εκλογές και στην επαναστατική κοινοβουλευτική δράση, είναι παιδιακίστικη και απλοϊκή αντίληψη, που δεν μπορεί να αντισταθεί στην κριτική. Προέρχεται από μια βαθιά αποστροφή για τους κοινοβουλευτικούς πολιτευόμενους, αποστροφή που δημιουργείται γιατί υποθέτουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικός κοινοβουλευτισμός. Εκτός τούτου, η γνώμη αυτή βασίζεται πάνω σε μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το ρόλο του Κόμματος, που στην περίπτωση αυτή δε θεωρείται ως η συγκεντρωτική εργατική πρωτοπορία στον αγώνα, αλλά ως μια αποκεντρωτική οργάνωση αποτελούμενη από επαναστατικά τμήματα που δε συνδέονται καλά μεταξύ τους.

17. Εξάλλου, η ανάγκη της πραγματικής συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις δεν προέρχεται καθόλου από την καταρχήν αναγνώριση της επαναστατικής δράσης στο Κοινοβούλιο. Στο ζήτημα αυτό, όλα εξαρτώνται από ένα σωρό ειδικούς όρους. Σε μια ορισμένη στιγμή μπορεί να είναι ανάγκη να φύγουν οι κομμουνιστές από τη Βουλή. Αυτό κάνανε οι μπολσεβίκοι όταν άφησαν το προκοινοβούλιο του Κερένσκι, για να το καταστρέψουν, για να του αφαιρέσουν κάθε δύναμη και να του αντιτάξουν πιο ζωηρά το Σοβιέτ της Πετρούπολης μια μέρα πριν τεθούν επικεφαλής της επανάστασης, το ίδιο κάνανε στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση την ημέρα της διάλυσής της, φεύγοντας απ’ αυτή και πηγαίνοντας στο Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Σ’ άλλες περιπτώσεις, μπορεί να ‘ναι ανάγκη να μποϊκοταριστούν οι εκλογές ή να γίνει αμέσως επίθεση εναντίον της αστικής κοινοβουλευτικής κλίκας ή να λάβουμε μέρος στις εκλογές, αλλά να μην πάμε στη Βουλή κλπ.

18. Ετσι, μολονότι αναγνωρίζει κατά γενικό κανόνα την ανάγκη της συμμετοχής στις εκλογές, τόσο για τη Βουλή όσο και για τα όργανα της τοπικής εξουσίας, καθώς και την ανάγκη να κάνει κομμουνιστική δράση μέσα σ’ αυτά τα σώματα, το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να παίρνει το ζήτημα αυτό συγκεκριμένα και να λαβαίνει υπόψη του τους ιδιαιτέρους όρους κάθε στιγμής. Το μποϊκοτάζ των εκλογών ή της Βουλής καθώς και η αποχώρηση από τη Βουλή είναι μέσα στα οποία μπορεί να ‘ναι χρήσιμο να καταφύγουμε, προπάντων όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα σύνολο όρων που μας επιτρέπουν ν’ αρχίσουμε αμέσως τον ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας.

19. Είναι απαραίτητο να έχουμε σταθερά υπόψη μας τη μικρή σχετική σημασία του ζητήματος αυτού. Αν το κέντρο του βάρους βρίσκεται στον αγώνα για την κυβερνητική εξουσία που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο, είναι φανερό ότι η προλεταριακή δικτατορία και ο αγώνας των μαζών για την πραγματοποίηση της δικτατορίας αυτής δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το ιδιαίτερο ζήτημα της χρησιμοποίησης του κοινοβουλευτισμού.

20. Γι’ αυτό η Κομμουνιστική Διεθνής βεβαιώνει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο ότι θεωρεί έγκλημα προς το εργατικό κίνημα κάθε σχίσμα ή απόπειρα σχίσματος μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούν αυτό το δρόμο. Το Συνέδριο κάνει έκκληση σ’ όλους εκείνους που παραδέχονται τον αγώνα των μαζών υπέρ της δικτατορίας του συγκεντρωτικά οργανωμένου επαναστατικού προλεταριάτου, που θα χρησιμοποιήσει όλη του την επιρροή μέσα σ’ όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, για να πραγματοποιήσει την τέλεια ενότητα των κομμουνιστικών στοιχείων, παρ’ όλες τις ασυμφωνίες που μπορούν να υπάρξουν για το ζήτημα του κοινοβουλευτισμού.

3. Για την επαναστατική κοινοβουλευτική τακτική

Είναι ανάγκη:

1. Το Κομμουνιστικό Κόμμα στο σύνολό του και η Κεντρική του Επιτροπή να εξασφαλιστούν γενικώς στην προεκλογική περίοδο για την ειλικρίνεια και την αξία του υποψηφίου. Η Κεντρική Επιτροπή πρέπει να ‘ναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις της κοινοβουλευτικής ομάδας. Πρέπει να έχει το αναμφισβήτητο δικαίωμα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο υποδεικνυόμενο από οποιαδήποτε οργάνωση, αν νομίζει ότι ο υποψήφιος αυτός δε θα μπορούσε να εκπληρώσει την κομμουνιστική του εντολή.

Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει ν’ αφήσουν τη συνήθεια να εκλέγουν για βουλευτές προπάντων εκείνους που αντιπροσωπεύουν ελεύθερα επαγγέλματα, δηλαδή δικηγόρους κλπ. Κατά κανόνα πρέπει να παίρνουν τους υποψήφιους μέσα από τους εργάτες, χωρίς να φοβούνται την κομμουνιστική τους απειρία.

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει να διώχνουν με αλύπητη περιφρόνηση τα συμφεροντολογικά στοιχεία που γλιστράνε μέσα στο Κόμμα την παραμονή των εκλογών, μόνο και μόνο για να μπούνε στη Βουλή. Οι Κεντρικές Επιτροπές πρέπει να εγκρίνουν τις υποψηφιότητες εκείνων μόνο που το παρελθόν τους δίνει αναμφισβήτητες αποδείξεις για την αφοσίωσή τους προς την εργατική τάξη.

2. Μόλις τελειώσουν οι εκλογές, η οργάνωση της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να βρεθεί τελείως στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, αδιάφορο αν η Κεντρική Επιτροπή είναι νόμιμη ή παράνομη. Η εκλογή των μελών της διοίκησης της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να επικυρώνεται από την Κεντρική Επιτροπή. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος πρέπει να ‘χει μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα αντιπρόσωπο με δικαίωμα ψήφου. Για όλα τα σπουδαία πολιτικά ζητήματα, η κοινοβουλευτική ομάδα πρέπει να ζητάει προηγουμένως οδηγίες από την Κεντρική Επιτροπή.

Η Κεντρική Επιτροπή έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ορίζει ή να αλλάζει τους ρήτορες που πρόκειται να μιλήσουν στα σπουδαία ζητήματα. Οι ρήτορες υποβάλλουν στην έγκρισή της τις βάσεις πάνω στις οποίες θα μιλήσουν ή και ολόκληρο το κείμενο του λόγου τους.

Κάθε υποψήφιος του κομμουνιστικού συνδυασμού πρέπει να είναι υποχρεωμένος να παραιτείται μόλις το ζητήσει η Κεντρική Επιτροπή, για να μπορεί το Κόμμα να τον αντικαταστήσει σε κάθε στιγμή.

3. Στις χώρες όπου τα μεταρρυθμιστικά, μισομεταρρυθμιστικά ή απλώς συμφεροντολογικά στοιχεία έχουν χωθεί μέσα στην κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα (όπως έχει γίνει σε κάμποσες χώρες), οι Κεντρικές Επιτροπές των Κομμουνιστικών Κομμάτων πρέπει να τα διώξουν χωρίς έλεος. Μια μικρή, αλλά αληθινά κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης καλύτερα από μια ομάδα μεγάλη, αλλά χωρίς σταθερές κομμουνιστικές αρχές.

4. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει, κατά την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, να συνδυάζει την παράνομη με τη νόμιμη δράση. Στις χώρες όπου οι κομμουνιστές βουλευτές έχουν ακόμα, σύμφωνα με τους αστικούς νόμους, τη βουλευτική ασυλία, πρέπει να χρησιμοποιούν την ασυλία αυτή για την παράνομη οργάνωση και δράση του Κόμματος.

5. Οι παραμικρότερες πράξεις των κομμουνιστών βουλευτών μέσα στη Βουλή πρέπει να υποτάσσονται στη μη κοινοβουλευτική εργασία του Κόμματος. Νομοσχέδια καθαρά επιδεικτικά και καμωμένα όχι για να γίνουν δεκτά από την αστική τάξη, αλλά για προπαγάνδα και δημιουργία κίνησης, μπορούν να υποβάλλονται σύμφωνα με οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής.

6. Στις διαδηλώσεις που οργανώνουν οι εργάτες στους δρόμους και σε οποιαδήποτε άλλη επαναστατική εκδήλωση, οι βουλευτές έχουν υποχρέωση να βρίσκονται επικεφαλής των εργατικών μαζών και να τις οδηγούνε.

7. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει με κάθε μέσο να βρίσκονται σε επαφή (υπό τον έλεγχο του Κόμματος) με τους εργάτες, τους χωρικούς και κάθε είδους εργαζόμενους ανθρώπους, ποτέ δεν πρέπει να ενεργούν σαν τους σοσιαλιστές βουλευτές που φροντίζουν να βρίσκονται σε ρουσφετολογικές σχέσεις με τους εκλογείς τους. Πρέπει πάντα να βρίσκονται στη διάθεση των κομμουνιστικών οργάνων για το έργο της προπαγάνδας στη χώρα.

8. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει να καταλάβει καλά ότι δεν είναι νομοθέτης που πρέπει να συνεννοηθεί με άλλους νομοθέτες, αλλά προπαγανδιστής του Κόμματος. Ο κομμουνιστής βουλευτής είναι υπεύθυνος όχι μπροστά στην ανώνυμη μάζα των εκλογέων, αλλά μπροστά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, νόμιμο ή παράνομο.

9. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει μέσα στη Βουλή να μιλάνε σε γλώσσα που να την καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα, ώστε το Κόμμα να μπορεί να τυπώνει τους λόγους του σε φυλλάδια και να τα σκορπάει και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου.

10. Οι απλοί κομμουνιστές εργάτες πρέπει δίχως φόβο ν’ ανεβαίνουν στο βήμα των αστικών Κοινοβουλίων, χωρίς ποτέ να παραχωρούν τη θέση τους σε καλύτερους κοινοβουλευτικούς ρήτορες – και αν ακόμη οι εργάτες αυτοί βρίσκονται στην αρχή του κοινοβουλευτικού τους σταδίου. Εν ανάγκη, οι εργάτες βουλευτές διαβάζουν απλώς τους λόγους τους, που προορίζονται να δημοσιευτούν από τον Τύπο ή σε χωριστά φυλλάδια.

11. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει να χρησιμοποιούν το κοινοβουλευτικό βήμα για να ξεσκεπάζουν όχι μόνο την αστική τάξη και τους επίσημους υπηρέτες της, αλλά τους σοσιαλπατριώτες, τους μεταρρυθμιστές πολιτευόμενους του κέντρου και, εν γένει, κάθε αντίπαλο του κομμουνισμού και για να κάνουν πλατιά προπαγάνδα των ιδεών της Τρίτης Διεθνούς.

12. Οι κομμουνιστές βουλευτές, ακόμα και όταν είναι πολύ λίγοι, πρέπει να προκαλούν την αστική κοινωνία και να μην ξεχνάνε ποτέ ότι άξιος του ονόματος κομμουνιστής είναι μονάχα εκείνος, που όχι με λόγια, αλλά με έργα, δείχνει πως είναι θανάσιμος εχθρός της αστικής κοινωνίας και των σοσιαλπατριωτών υπηρετών της.

Απόσπασμα από τις Θέσεις που ενέκρινε το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (6-25 Ιουλίου 1919) και στη διαμόρφωση των οποίων είχε πρωταγωνιστικό ρόλο ο Λένιν. Πρόκειται για το μέρος των Θέσεων που έχει τίτλο: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός». Στο κείμενο αυτό δίνονται αναλυτικά οδηγίες για το πώς θα πρέπει να αναπτύξουν τα ΚΚ την κοινοβουλευτική τους τακτική έτσι ώστε να υπηρετούν πράγματι το στρατηγικό τους στόχο, ξεπερνώντας τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των παλιών σοσιαλδημοκρατικών εργατικών κομμάτων της Β’ Διεθνούς. (Περιέχεται στην έκδοση «Η Κομμουνιστική Διεθνής», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 110-123)
*
Ενότητα:
Advertisements

Το Μανιφέστο της Κομμουνιστικής (3ης) Διεθνούς (Α’ Συνέδριο ΚΔ, 2-6 Μάρτη 1919)

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΥΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Έχουν περάσει εβδομήντα δύο χρόνια από τότε που το κομμουνιστικό κόμμα παρουσίασε στον κόσμο το πρόγραμμα του με τη μορφή ενός Μανιφέστου γραμμένου από τους μεγαλύτερους κήρυκες της προλεταριακής επανάστασης, τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Έγκελς. Από κείνη ήδη την εποχή, ο κομμουνισμός, που μόλις είχε μπει στον αγώνα, αντιμετώπιζε τις παγίδες, τις ψευτιές, το μίσος και τις διώξεις που εξαπέλυαν εναντίον του οι κυρίαρχες τάξεις, βλέποντας δικαιολογημένα στο πρόσωπο του το θανάσιμο εχθρό τους. Σ’ αυτά τα τρία τέταρτα του αιώνα που πέρασαν από τότε η εξέλιξη του κομμουνισμού προχώρησε με περίπλοκα βήματα: γνώρισε με τη σειρά τις περιόδους με θυελλώδεις εξεγέρσεις και περιόδους υποχώρησης, επιτυχίες και σκληρές ήττες. Ουσιαστικά όμως το κίνημα ακολούθησε το δρόμο που είχε χαραχτεί από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Η ώρα του τελικού και αποφασιστικού αγώνα έφτασε αργότερα απ’ ό,τι προεξοφλούσαν και έλπιζαν οι απόστολοι της κοινωνικής επανάστασης. Έφτασε όμως. Εμείς, κομμουνιστές, αντιπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας, συγκεντρωμένοι στη Μόσχα, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ρωσίας, νιώθουμε κληρονόμοι και συνεχιστές του έργου που το πρόγραμμα του αναγγέλθηκε εβδομήντα δύο χρόνια πριν.

Το καθήκον μας είναι να γενικεύσουμε την επαναστατική πείρα της εργατικής τάξης, να απαλλάξουμε το κίνημα από τις προσμίξεις του οπορτουνισμού και του σοσιαλπατριωτισμού, να ενώσουμε τις δυνάμεις των πραγματικά επαναστατικών κομμάτων του παγκόσμιου προλεταριάτου και να επιταχύνουμε τη νίκη της κομμουνιστικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο.

Σήμερα που η Ευρώπη είναι γεμάτη από συντρίμμια και ερείπια, που καπνίζουν, οι χειρότεροι πυρομανείς της ιστορίας ασχολούνται να βρουν τους υπεύθυνους του πολέμου. Πίσω τους έχουν τους λακέδες τους, καθηγητές, κοινοβουλευτικούς, δημοσιογράφους, σοσιαλπατριώτες και τα άλλα πολιτικά στηρίγματα της μπουρζουαζίας.

Στη διάρκεια πολλών ετών το σοσιαλιστικό κίνημα προειδοποιούσε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είταν αναπόφευκτος· τις αιτίες του τις είδε στην ακόρεστη επιθυμία για κέρδος και ιδιοκτησία των κυρίαρχων τάξεων των δύο αντιπάλων παρατάξεων και γενικά όλων των καπιταλιστικών χωρών. Δύο χρόνια πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, στο Συνέδριο της Βασιλείας, οι υπεύθυνοι σοσιαλιστές ηγέτες όλου του κόσμου κατάγγειλαν τον ιμπεριαλισμό σαν αίτιο του μελλοντικού πολέμου. Απειλούσαν την μπουρζουαζία πώς θα εξαπολύσουν εναντίον της την κοινωνική επανάσταση, εκδίκηση του προλεταριάτου για τα εγκλήματα του καπιταλισμού.

Τώρα, ύστερα από πείρα πέντε χρόνων, τη στιγμή που η ιστορία, αφού φανέρωσε τις αρπακτικές ορέξεις της Γερμανίας, αποκαλύπτει τις όχι λιγότερο εγκληματικές ραδιουργίες των Συμμάχων, οι επίσημοι σοσιαλιστές των χωρών της Αντάντ, ακολουθώντας τις κυβερνήσεις τους, δεν παύουν να καταγγέλλουν τον εκθρονισμένο Γερμανό Κάιζερ σαν το μεγάλο υπεύθυνο του πολέμου. Και οι Γερμανοί σοσιαλπατριώτες, στην αξιοκαταφρόνητη δουλικότητα τους, που τον Αύγουστο 1914 έκαναν τη διπλωματική «Λευκή Βίβλο» των Χοεντζόλερν ιερό ευαγγέλιο των λαών, κατηγορούν τώρα με τη σειρά τους αυτή τη γκρεμισμένη γερμανική μοναρχία, που στάθηκαν πιστοί υπηρέτες της, ότι είναι η κύρια αιτία του πολέμου. Ελπίζουν έτσι να ξεχαστεί ο ρόλος που έπαιξαν και να κερδίσουν την επιείκεια και τη συγκατάβαση των νικητών. Πλάι όμως στο ρόλο που έπαιξαν οι έκπτωτες δυναστείες των Ρομανόφ, των Χοεντζόλερν, των Αψβούργων και των καπιταλιστικών κλίκων στις χώρες τους, ο ρόλος των ηγετικών τάξεων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας και των Ενωμένων Πολιτειών παρουσιάζεται σε όλη την εγκληματική του έκταση στο φως των γεγονότων και των διπλωματικών αποκαλύψεων.

Ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, η αγγλική διπλωματία δεν είχε καθόλου βγάλει τη μυστηριώδη μάσκα της. Η κυβέρνηση του Σίτι φοβόταν μήπως, αν δήλωνε κατηγορηματικά την πρόθεση της να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η κυβέρνηση του Βερολίνου θα υποχωρούσε και ο πόλεμος δεν θα γινόταν. Γι’ αυτό και ενέργησε με τέτοιο τρόπο ώστε από τη μια μεριά να κάνει το Βερολίνο και τη Βιέννη να ελπίζουν στην ουδετερότητα της Αγγλίας και να επιτρέπει, από την άλλη μεριά, στο Παρίσι και την Πετρούπολη να υπολογίζουν σίγουρα στη δική της επέμβαση.

Ο πόλεμος, που προετοιμάστηκε από την πορεία της ιστορίας επί δεκαετίες, εξαπολύθηκε από μια άμεση και συνειδητή πρόκληση της Μεγάλης Βρετανίας. Η κυβέρνηση αυτής της χώρας είχε λογαριάσει να υποστηρίξει αποκλειστικά τη Ρωσία και τη Γαλλία μόνο στο μέτρο που θα χρειαζόταν για να εξαντληθούν αυτές οι χώρες, εξαντλώντας έτσι και τη Γερμανία, το θανάσιμο εχθρό της. Η δύναμη όμως του γερμανικού στρατιωτικού συστήματος αποδείχτηκε πολύ επικίνδυνη και έτσι έγινε αναγκαία όχι μια φαινομενική αλλά μια πραγματική επέμβαση της Αγγλίας.

Ο ρόλος του χαμογελαστού παρατηρητή, στον όποιο πάντα απέβλεπε η Μεγάλη Βρετανία, πέρασε έτσι στις Ενωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση του Ουίλσον δέχτηκε εύκολα τον αγγλικό αποκλεισμό, που ελάττωνε τις πιθανότητες κερδοσκοπίας του αμερικάνικου χρηματιστηρίου πάνω στο ευρωπαϊκό αίμα, από τη στιγμή που οι χώρες της Αντάντ αποζημίωσαν την αμερικάνικη μπουρζουαζία με παχυλά κέρδη γι’ αυτή την παραβίαση του « διεθνούς δικαίου» . Ωστόσο η τεράστια στρατιωτική υπεροχή της Γερμανίας ανάγκασε με τη σειρά της την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον να βγει από την πλασματική ουδετερότητα απέναντι στην Ευρώπη. Οι Ενωμένες Πολιτείες ανέλαβαν την αποστολή της Αγγλίας στους προηγούμενους πολέμους, αποστολή που είχε προσπαθήσει να πραγματοποιήσει και σ’ αυτόν τον τελευταίο, απέναντι στην ευρωπαϊκή ήπειρο: να εξασθενίσει ένα από τα στρατόπεδα, χρησιμοποιώντας το άλλο, και να μην αναμιχτεί στις στρατιωτικές επιχειρήσεις παρά μόνο όσο είταν απαραίτητο για να εξασφαλίσει όλα τα πλεονεκτήματα της κατάστασης. Η συμβολή της Αμερικής δεν είταν μεγάλη, είταν όμως εκείνη που τελικά χρειαζόταν και έτσι της εξασφάλισε το κέρδος σ’ αυτό το παιχνίδι.

Οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος αποκαλύφτηκαν στην ανθρωπότητα, από τον πόλεμο και τις συνέπειες του, με τη μορφή φυσικών πόνων: πείνα, κρύο, επιδημίες και ξανακύλισμα στη βαρβαρότητα. Έτσι καταδικάστηκε ανέκκλητα η παλιά ακαδημαϊκή διαμάχη των σοσιαλιστών γύρω από τη θεωρία της εξαθλίωσης και του βαθμιαίου περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Στατιστικολόγοι και σχολαστικοί της θεωρίας για την άμβλυνση των κοινωνικών αντιφάσεων αναζητούσαν επί δεκαετίες σε όλες τις γωνιές του κόσμου γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά για να μπορέσουν να αποδείξουν πόση σημαντική πρόοδο σημείωσε το επίπεδο της ευημερίας ορισμένων ομάδων ή κατηγοριών της εργατικής τάξης. Η θεωρία της εξαθλίωσης των μαζών θεωρήθηκε πια θαμμένη κάτω από τα περιφρονητικά σφυρίγματα των ευνούχων που κατέχουν τις πανεπιστημιακές έδρες της μπουρζουαζίας και των μανδαρίνων του σοσιαλιστικού οπορτουνισμού. Τώρα δεν είναι πια μόνο η κοινωνική εξαθλίωση, άλλα μια εξασθένιση φυσιολογική και βιολογική, που παρουσιάζεται με όλη την αποκρουστική της μορφή.

Η καταστροφή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σάρωσε ολοκληρωτικά όλες τις κατακτήσεις των συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών αγώνων. Καί ωστόσο αυτός ο πόλεμος γεννήθηκε από τις εσωτερικές τάσεις του καπιταλισμού, ακριβώς όπως και τα οικονομικά παζαρέματα ή οι κοινοβουλευτικοί συμβιβασμοί που θάφτηκαν μέσα στο αίμα και μέσα στη λάσπη.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο, αφού έρριξε την ανθρωπότητα στην άβυσσο του πολέμου, γνώρισε και το ίδιο στα χρόνια αυτού του πολέμου μια καταστροφική μεταβολή. Η κατάσταση της εξάρτησης στην οποία βρισκόταν το χαρτονόμισμα απέναντι στην ολική παραγωγή, έπαψε οριστικά να υπάρχει. Το χαρτονόμισμα, χάνοντας ολοένα και περισσότερο την αξία του σαν μέσο και σαν ρυθμιστής της ανταλλαγής των προϊόντων μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς, μετατράπηκε σε μέσο φορολογίας, κατάκτησης και γενικά στρατιωτικής και οικονομικής καταπίεσης.

Ο ολοκληρωτικός εξευτελισμός της αξίας των χαρτονομισμάτων δείχνει τη γενική θανάσιμη κρίση που έχει πλήξει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς. Αν ο ελεύθερος συναγωνισμός, σαν ρυθμιστής της παραγωγής και της διανομής, αντικαταστάθηκε στους κύριους τομείς της οικονομίας από το σύστημα των τραστ και των μονοπωλίων πολλές δεκαετίες πριν από τον πόλεμο, η ίδια η πορεία του πολέμου απόσπασε το ρόλο του ρυθμιστή από τα οικονομικά συγκροτήματα για να τον μεταβιβάσει απευθείας στη στρατιωτική και κυβερνητική εξουσία. Η αναδιανομή των πρώτων υλών, η εκμετάλλευση του πετρελαίου του Μπακού ή της Ρουμανίας, του κάρβουνου του Ντόνετς, του σταριού της Ουκρανίας, η χρησιμοποίηση των ατμομηχανών, των βαγονιών και των αυτοκινήτων της Γερμανίας, η έλλειψη ψωμιού και κρέατος στην πεινασμένη Ευρώπη, όλα αυτά τα βασικά ζητήματα της οικονομικής ζωής του κόσμου δεν ρυθμίζονται πια από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ούτε από τους συνδυασμούς των τραστ και των εθνικών και διεθνών κονσόρτσιουμ. Έπεσαν στο ζυγό της στρατιωτικής τυραννίας για να την προστατέψουν και να την περισώσουν από δω και μπρος. Αν η απόλυτη υποταγή της πολιτικής εξουσίας στο χρηματιστικό κεφάλαιο οδήγησε την ανθρωπότητα στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο, αυτό το σφαγείο επέτρεψε στο χρηματιστικό κεφάλαιο όχι μόνο να στρατιωτικοποιήσει από την κορφή ως τα νύχια το κράτος, αλλά να στρατιωτικοποιηθεί και το ίδιο, σε σημείο που να μη μπορεί πια να ανταποκριθεί στα ουσιώδη στρατιωτικά του καθήκοντα παρά μόνο με το σίδερο και το αίμα.

Οι οπορτουνιστές που, πριν από τον πόλεμο, καλούσαν τους εργάτες να μετριάσουν τις διεκδικήσεις τους με το πρόσχημα ότι έτσι θα περάσουν σιγά – σιγά στο σοσιαλισμό και που στη διάρκεια του πολέμου τους ανάγκασαν να απαρνηθούν τον ταξικό αγώνα στο όνομα της ιερής ένωσης και της εθνικής άμυνας, ζητάνε από το προλεταριάτο μια καινούργια θυσία, αυτή τη φορά για να κατανικήσει τις τρομακτικές συνέπειες του πολέμου. Αν τέτοια κηρύγματα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εργατικές μάζες, η κυριαρχία του κεφαλαίου θα συνεχιζόταν με τη θυσία πολλών γενεών, με καινούργιες μορφές, ακόμα πιο συγκεντρωτικές και πιο τερατώδεις, με τη μοιραία προοπτική ενός καινούριου παγκόσμιου πολέμου. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, αυτό δεν είναι πια δυνατό.

Η κρατικοποίηση της οικονομικής ζωής, εναντίον της οποίας διαμαρτυρόταν τόσο ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο. Να ξαναγυρίσουμε όχι βέβαια στον ελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά απλώς στην κυριαρχία των τραστ, των συνδικάτων και των άλλων ακόρεστων καπιταλιστικών οργανισμών, είναι από δω και μπρος αδύνατο. Όλο το ζήτημα είναι να ξέρουμε ποιος είναι εκείνος που θα πάρει στα χέρια του την κρατικοποιημένη παραγωγή: το ιμπεριαλιστικό κράτος ή το κράτος του νικηφόρου προλεταριάτου;

Με άλλα λόγια, ολόκληρη η εργαζόμενη ανθρωπότητα θα γίνει δούλος μιας κλίκας που, κάτω από το έμβλημα της Κοινωνίας των Εθνών, μέσω ενός «διεθνούς» στρατού και ενός «διεθνούς» στόλου, θα ληστεύει και θα πνίγει τους μεν, θα υποστηρίζει τους άλλους, αλλά, παντού και πάντοτε, θα αλυσοδένει το προλεταριάτο με αποκλειστικό σκοπό να διατηρήσει την κυριαρχία της; Ή η εργατική τάξη της Ευρώπης και των πιο εξελιγμένων χωρών ολόκληρου του κόσμου θα πάρει στα χέρια της την οικονομική ζωή, έστω και αποδιοργανωμένη και κατεστραμμένη για να εξασφαλίσει την ανοικοδόμηση της πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις;

Ο περιορισμός της περιόδου της κρίσης που περνάμε δεν είναι δυνατός παρά μόνο με τις μεθόδους της διχτατορίας του προλεταριάτου, που δεν κοιτάζει το παρελθόν, που δεν λογαριάζει τα κληρονομικά προνόμια, ούτε το δίκαιο της ιδιοκτησίας, παρά μόνο την ανάγκη να σωθούν οι πεινασμένες μάζες και γι’ αυτό κινητοποιεί όλα τα μέσα και όλες τις δυνάμεις, ψηφίζει την υποχρέωση της εργασίας για όλους, εγκαινιάζει το καθεστώς της εργατικής πειθαρχίας με σκοπό όχι μονάχα να θεραπευθούν τα ανοιχτά τραύματα που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και να υψωθεί η ανθρωπότητα σε νέες κορυφές που ούτε τις είχαμε διανοηθεί.
* * *

Το εθνικό κράτος αφού έδοσε ισχυρή ώθηση στην καπιταλιστική εξέλιξη, έγινε πολύ περιορισμένος χώρος για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό το φαινόμενο έκανε δυσκολότερη την κατάσταση των μικρών κρατών που περικλείονταν ανάμεσα στις, μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και του κόσμου. Τα μικρά αυτά κράτη, που γεννήθηκαν σε διάφορες εποχές σαν κομμάτια από τα μεγάλα, σαν είδος λιανής μονέδας για να πληρώνονται διάφοροι φόροι, σαν στρατηγικά πώματα, έχουν τις δυναστείες τους, τις διευθύνουσες κάστες τους, τις ιμπεριαλιστικές αξιώσεις τους, τις διπλωματικές λωποδυσίες τους. Η φανταστική ανεξαρτησία τους στηρίχτηκε, ως τον πόλεμο, ακριβώς όπως και η ευρωπαϊκή ισορροπία, στον αδιάκοπο ανταγωνισμό των δύο ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων. Ο πόλεμος κατάστρεψε αυτή την ισορροπία. Δίνοντας στην αρχή ένα τεράστιο πλεονέχτημα στη Γερμανία, ανάγκασε τα μικρά κράτη να ζητήσουν τη σωτηρία τους στη μεγαλοψυχία του γερμανικού μιλιταρισμού. Όταν νικήθηκε η Γερμανία, η μπουρζουαζία των μικρών κρατών, με σύμφωνους και τους «σοσιαλιστές» πατριώτες, στράφηκε προς την αντίθετη πλευρά για να χαιρετήσει το θριαμβευτή ιμπεριαλισμό των Συμμάχων, και στα υποκριτικά άρθρα του προγράμματος του Ουίλσον καταπιάστηκε να αναζητάει εξασφαλίσεις για τη διατήρηση της ανεξάρτητης ύπαρξης της. Σύγχρονα, ο αριθμός των μικρών κρατών αυξήθηκε: από την αυστροουγγρική μοναρχία, από την τσαρική αυτοκρατορία αποσπάστηκαν νέα κράτη που, μόλις γεννήθηκαν, αρπάχτηκαν κιόλας μεταξύ τους από το λαιμό για ζητήματα συνοριακά. Οι ιμπεριαλιστές Σύμμαχοι, σ’ αυτό το διάστημα, ετοιμάζουν συνδυασμούς μικρών δυνάμεων, παλιών και νέων, για να τις συνδέσουν μεταξύ τους με αμοιβαίο μίσος και γενική αδυναμία. Οι Σύμμαχοι ιμπεριαλιστές, συντρίβοντας και βιάζοντας τους μικρούς και αδύνατους, λαούς, ακριβώς όπως λίγο πριν έκαναν οι ιμπεριαλιστές των κεντρικών αυτοκρατοριών, δεν παύουν ωστόσο να μιλάνε για τα δικαιώματα των εθνοτήτων, που τα καταπατάνε στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Μόνο η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να εξασφαλίσει στους μικρούς λαούς ελεύθερη ύπαρξη, γιατί θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις όλων των χωρών από τις σφιγμένες τανάλιες των εθνικών κρατών, ενώνοντας τους λαούς σε μια στενή οικονομική συνεργασία σύμφωνα με ένα κοινό οικονομικό σχέδιο. Μόνο η προλεταριακή επανάσταση θα δόσει στους πιο αδύνατους και λιγότερο πολυάριθμους λαούς τη δυνατότητα να ρυθμίσουν με απόλυτη ελευθερία και ανεξαρτησία την εθνική τους κουλτούρα χωρίς διόλου να βλάψουν την ενοποιημένη και συγκεντροποιημένη οικονομική ζωή της Ευρώπης και του κόσμου.

Ο τελευταίος πόλεμος, που σε μεγάλο μέρος στάθηκε πόλεμος για την κατάκτηση αποικιών, στάθηκε επίσης και πόλεμος που έγινε με τη βοήθεια των αποικιών. Οι αποικιακοί λαοί σύρθηκαν στον ευρωπαϊκό πόλεμο σε άγνωστες ως τότε αναλογίες. Οι Ινδοί, οι Νέγροι, οι Άραβες, οι νησιώτες της Μαδαγασκάρης πολέμησαν στην ευρωπαϊκή γη για ποιο λόγο; Για να παραμένουν περισσότερο χρόνο δούλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας. Ποτέ ως τώρα το θέαμα της αισχρότητας και της αδικίας του καπιταλιστικού κράτους στις αποικίες δεν είταν τόσο παραδειγματικό· ποτέ το πρόβλημα της αποικιακής δουλείας δεν είχε τεθεί με τέτοια οξύτητα.

Αυτός είναι ο λόγος που ξέσπασαν μια σειρά εξεγέρσεις ή επαναστατικά κινήματα σε όλες τις αποικίες. Στην ίδια την Ευρώπη, η Ιρλανδία υπενθύμισε με αιματηρές μάχες στους δρόμους ότι είταν ακόμα και ότι είχε συνείδηση του ότι εξακολουθεί να είναι μια υποδουλωμένη χώρα. Στη Μαδαγασκάρη, στο Ανάμ, και σε άλλους τόπους, τα στρατεύματα της αστικής δημοκρατίας αντιμετώπισαν πολλές φορές, κατά τη διάρκεια του πολέμου εξεγέρσεις αποικιακών σκλάβων. Στις Ινδίες, το επαναστατικό κίνημα δεν σταμάτησε ούτε και μια μέρα. Κατέληξε στο τελευταίο διάστημα σε επιβλητικές εργατικές απεργίες, στις όποιες η βρετανική κυβέρνηση απάντησε με την επέμβαση στη Βομβάη θωρακισμένων αυτοκινήτων.

Έτσι το αποικιακό ζήτημα τέθηκε σε όλη του την έκταση όχι μόνο στον πράσινο τάπητα του συνεδρίου των διπλωματών στο Παρίσι, αλλά και στις ίδιες τις αποικίες. Η προπαγάνδα του Ουίλσον σκοπό έχει, με την ευνοϊκότερη ερμηνεία, να αλλάξει την ετικέτα της αποικιακής δουλείας. Η απελευθέρωση των αποικιών δεν είναι νοητή παρά μόνο αν πραγματοποιηθεί σύγχρονα με την απελευθέρωση της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις. Οι εργάτες και οι αγρότες όχι μόνο του Ανάμ, της Αλγερίας ή της Βεγγάλης, άλλα ακόμα και της Περσίας και της Αρμενίας, δεν θα μπορέσουν να χαρούν μιαν ανεξάρτητη ύπαρξη παρά μόνο την ήμερα όπου οι εργάτες της Αγγλίας και της Γαλλίας, αφού ανατρέψουν τον Λόιντ Τζορτζ και τον Κλεμανσό, θα πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία. Από τώρα, στις πιο ανεπτυγμένες αποικίες, ο αγώνας δεν αρχίζει πια κάτω από τη σημαία της εθνικής απελευθέρωσης, άλλα παίρνει αμέσως κοινωνικό χαραχτήρα, περισσότερο ή λιγότερο έντονο. Αν η καπιταλιστική Ευρώπη παρέσυρε παρά τη θέληση τους τα πιο καθυστερημένα τμήματα του κόσμου στη δίνη των καπιταλιστικών σχέσεων, η σοσιαλιστική Ευρώπη θα ’ρθεί με τη σειρά της να βοηθήσει τις απελευθερωμένες αποικίες με την τεχνική της, την οργάνωσή της και την ηθική επιρροή της, ώστε να επιταχυνθεί το πέρασμα τους στην οικονομική ζωή την κανονικά οργανωμένη από το σοσιαλισμό.

Αποικιακοί σκλάβοι της Αφρικής και της Ασίας: η ώρα της διχτατορίας του προλεταριάτου στην Ευρώπη θα ηχήσει για σας σαν ώρα της απελευθέρωσής σας!
* * *

Ολόκληρος ο αστικός κόσμος κατηγορεί τους κομμουνιστές ότι καταστρέφουν την ελευθερία και την πολιτική δημοκρατία. Αυτό είναι ψέμα. Το προλεταριάτο, παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία, εκδηλώνει απλώς την πλήρη αδυναμία να εφαρμόσει τις μεθόδους της αστικής δημοκρατίας και δημιουργεί τις συνθήκες και τις μορφές μιας καινούργιας δημοκρατίας ανώτερης, της εργατικής δημοκρατίας. Όλη η πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης, ιδιαίτερα κατά την τελευταία ιμπεριαλιστική εποχή, υπονόμευσε τις βάσεις της πολιτικής δημοκρατίας,, όχι μόνο διαιρώντας το έθνος σε δύο ασυμφιλίωτες εχθρικές τάξεις, αλλά ακόμα και καταδικάζοντας στον οικονομικό μαρασμό και στην πολιτική αδυναμία πολλά στρώματα της μικροαστικής τάξης και του προλεταριάτου όπως επίσης και τα πιο απόκληρα στρώματα αυτού του προλεταριάτου.

Η εργατική τάξη σε κείνες τις χώρες όπου της το επέτρεψε η ιστορική εξέλιξη, χρησιμοποίησε το καθεστώς της πολιτικής δημοκρατίας για να οργανωθεί εναντίον του κεφαλαίου. Το ίδιο θα γίνει στο μέλλον στις χώρες όπου δεν έχουν ακόμα πραγματοποιηθεί οι αρχικές προϋποθέσεις για μια εργατική επανάσταση. Οι μάζες όμως του ενδιάμεσου πληθυσμού, όχι μόνο στα χωριά, άλλα ακόμα και στις πόλεις, διατηρούνται από τον καπιταλισμό πολύ πίσω, καθυστερώντας εποχές ολόκληρες στην κλίμακα της ιστορικής εξέλιξης.

Ο αγρότης της Βαυαρίας και του Μπάντεν, που είναι δεμένος με το στενό περιβάλλον του χωριού του, ο Γάλλος μικροαμπελουργός που έχει καταστραφεί από τη νοθεία που κάνουν στο κρασί οι μεγάλες καπιταλιστικές εταιρείες, ο Αμερικάνος μικροκαλλιεργητής που είναι καταχρεωμένος στις τράπεζες και τον εξαπατάνε οι αντιπρόσωποι του στο κοινοβούλιο, όλα αυτά τα κοινωνικά στρώματα που τα παραμέρισε ο καπιταλισμός από το μεγάλο δρόμο της ιστορικής εξέλιξης, προσκαλούνται στο χαρτί από το καθεστώς της πολιτικής δημοκρατίας να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση του Κράτους. Στην πραγματικότητα, στα βασικά ζητήματα, από τα όποια εξαρτάται η τύχη των εθνών, η οικονομική ολιγαρχία είναι εκείνη που κυβερνάει στα παρασκήνια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Έτσι έγινε προηγουμένως στο ζήτημα του πολέμου. Και έτσι γίνεται σήμερα και στο ζήτημα της ειρήνης.

Στο μέτρο που η οικονομική ολιγαρχία φροντίζει ακόμα να επικυρώνει τις τυραννικές πράξεις της με κοινοβουλευτικούς ψήφους, το αστικό Κράτος χρησιμοποιεί, για να πετύχει τα αποτελέσματα, που θέλει, όλα τα όπλα της ψευτιάς, της δημαγωγίας, της δίωξης, της συκοφαντίας, της διαφθοράς, της τρομοκρατίας, που οι περασμένοι αιώνες του κληρονόμησαν και που πολλαπλασίασαν τα θαύματα της καπιταλιστικής τεχνικής.

Να απαιτούμε από το προλεταριάτο στην τελευταία θανάσιμη πάλη του εναντίον του κεφαλαίου να τηρεί με ευλάβεια τις αρχές της πολιτικής δημοκρατίας είναι σαν να απαιτούμε από έναν άνθρωπο που υπερασπίζει την ύπαρξη του και τη ζωή του εναντίον ληστών να τηρεί τους τεχνητούς και συμβατικούς κανόνες της γαλλικής πυγμαχίας, που έχει καθιερώσει ο εχθρός του, ο όποιος ούτε καν τους τηρεί.

Στον τομέα της καταστροφής και της ερήμωσης, όπου όχι μόνο τα μέσα της παραγωγής και της μεταφοράς, αλλά ακόμα και οι θεσμοί της πολιτικής δημοκρατίας αποτελούν πια ένα σωρό από αιματοβαμμένα ερείπια, το προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να δημιουργήσει δικό του μηχανισμό που χρειάζεται κυρίως για να διατηρηθεί η εσωτερική συνοχή της ίδιας της εργατικής τάξης και που του επιτρέπει να επέμβει επαναστατικά στην κατοπινή εξέλιξη της ανθρωπότητας. Αυτός ο μηχανισμός είναι τα Σοβιέτ.

Τα παλιά κόμματα, οι παλιές συνδικαλιστικές οργανώσεις παρουσιάστηκαν στο πρόσωπο των αρχηγών τους, σαν οργανισμοί ανίκανοι όχι μόνο να αποφασίσουν, αλλά και να καταλάβουν τα προβλήματα που έθετε η καινούργια εποχή. Το προλεταριάτο δημιούργησε ένα καινούργιο τύπο πλατιάς οργάνωσης, που αγκαλιάζει τις εργατικές μάζες ανεξάρτητα από επάγγελμα και βαθμό πολιτικής εξέλιξης, ένα μηχανισμό ευλύγιστο, ικανό για συνεχή ανανέωση και συνεχή ανάπτυξη, που είναι σε θέση πάντοτε να παρασύρει στην τροχιά του καινούργιες κατηγορίες και να αγκαλιάσει τα γειτονικά στρώματα του προλεταριάτου στην πόλη και την ύπαιθρο. Αυτή η αναντικατάστατη οργάνωση της εργατικής τάξης που αποτελεί αυτοκυβέρνησή της πέρασε από τη δοκιμασία της πείρας σε διάφορες χώρες· αποτελεί την κατάκτηση και το ισχυρότερο όπλο του προλεταριάτου στην εποχή μας.

Σε όλες τις χώρες όπου οι εργαζόμενες μάζες ζουν ζωή συνειδητή, συγκροτούνται σήμερα και θα εξακολουθήσουν να συγκροτούνται Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών. Να ισχυροποιήσουμε τα Σοβιέτ, να εξυψώσουμε το κύρος τους, να τα αντιτάξουμε στον κυβερνητικό μηχανισμό της μπουρζουαζίας, αυτός είναι σήμερα ο ουσιαστικός σκοπός των συνειδητών και τίμιων εργατών όλου του κόσμου. Μέσω των Σοβιέτ, η εργατική τάξη μπορεί να αποφύγει το διαλυτικό πνεύμα που δημιουργούν στους κόλπους της τα φριχτά βάσανα του πολέμου, της πείνας, της τυραννίας των πλούσιων καθώς και η προδοσία των παλιών ηγετών. Με το μέσο των Σοβιέτ η εργατική τάξη, με τον πιο σίγουρο και πιο εύκολο τρόπο, μπορεί να φτάσει στην εξουσία σε όλες τις χώρες όπου τα Σοβιέτ θα συγκεντρώσουν γύρω τους την πλειοψηφία των εργαζομένων. Διαμέσου των Σοβιέτ, η εργατική τάξη, κυρίαρχη της εξουσίας, θα κυβερνήσει όλες τις περιοχές της οικονομικής και ηθικής ζωής της χώρας, όπως αυτό γίνεται ήδη στη Ρωσία.

Η χρεοκοπία του ιμπεριαλιστικού κράτους από τις τσαρικές ως τις πιο δημοκρατικές μορφές του, συμβαδίζει με τη χρεοκοπία του ιμπεριαλιστικού στρατιωτικού συστήματος. Οι στρατοί των εκατομμυρίων ανθρώπων που συγκρότησε και κινητοποίησε ο ιμπεριαλισμός δεν μπόρεσαν να κρατήσουν παρά μόνο όσο το προλεταριάτο δεχόταν το ζυγό της μπουρζουαζίας. Η διάλυση της εθνικής ενότητας σημαίνει την αναπόφευκτη διάλυση των στρατών. Αυτό ακριβώς έγινε πρώτα στη Ρωσία, υστέρα στη Γερμανία και την Αυστρία. Αυτό πρέπει να περιμένουμε να γίνει και στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Η εξέγερση του αγρότη εναντίον του γαιοκτήμονα, του εργάτη εναντίον του καπιταλιστή και των δύο τους εναντίον της μοναρχικής η «δημοκρατικής» γραφειοκρατίας, οδηγεί αναπόφευκτα και στην εξέγερση των στρατιωτών εναντίον των αξιωματικών, και ύστερα σε ένα χαραχτηριστικό σχίσμα ανάμεσα στα προλεταριακά και τα αστικά στοιχεία του ίδιου του στρατού. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που αντιτάσσει τα έθνη στα έθνη, μετατράπηκε και μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε εμφύλιο πόλεμο που αντιτάσσει τις τάξεις στις τάξεις.

Οι οδυρμοί και οι κλάψες του αστικού κόσμου για τον εμφύλιο πόλεμο και την κόκκινη τρομοκρατία αποτελούν την τερατωδέστερη υποκρισία που γνώρισε ποτέ η ιστορία των πολιτικών αγώνων. Δεν θα γινόταν εμφύλιος πόλεμος αν οι κλίκες των εκμεταλλευτών που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της αβύσσου δεν είταν αντίθετες σε κάθε πρόοδο των εργαζομένων, δεν οργάνωναν συνωμοσίες και ανθρωποκτονίες και αν δεν ζητούσαν τη βοήθεια των ξένων κρατών για να διατηρήσουν ή να επαναφέρουν τα σφετερισμένα προνόμιά τους.

Ο εμφύλιος πόλεμος επιβλήθηκε στην εργατική τάξη από τους θανάσιμους εχθρούς της. Αν η εργατική τάξη δεν θέλει να αυτοκτονήσει και να απαρνηθεί το μέλλον της που είναι και το μέλλον όλης της ανθρωπότητας, δεν μπορεί να αποφύγει να απαντήσει με χτυπήματα στα χτυπήματα που καταφέρονται εναντίον της. Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προκαλούν ποτέ τεχνητά τον εμφύλιο πόλεμο, προσπαθούν να ελαττώσουν όσο είναι δυνατόν την διάρκεια του κάθε φορά που θα ξεσπάσει σαν αναπόφευχτη αναγκαιότητα, να περιορίσουν στο ελάχιστο τον αριθμό των θυμάτων, αλλά πάνω απ’ όλα να εξασφαλίσουν το θρίαμβο του προλεταριάτου. Από κει προκύπτει η ανάγκη να αφοπλιστεί έγκαιρα η μπουρζουαζία, να εξοπλιστούν οι εργάτες, να δημιουργηθεί ένας κομμουνιστικός στρατός για να υπερασπίσει την εξουσία του προλεταριάτου και το απαραβίαστο της σοσιαλιστικής του οικοδόμησης. Τέτοιος είναι ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετικής Ρωσίας, που ξεπήδησε και ορθώνεται σαν προπύργιο των κατακτήσεων της εργατικής τάξης εναντίον όλων των επιθέσεων, τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό. Ένας σοβιετικός στρατός είναι αδιαχώριστος από ένα σοβιετικό κράτος.

Οι πιο προχωρημένοι εργάτες, συνειδητοποιώντας τον παγκόσμιο χαραχτήρα της υπόθεσης τους, έτειναν, από τα πρώτα βήματα του οργανωμένου σοσιαλιστικού κινήματος, προς μια διεθνή ένωση αυτού του κινήματος. Οι βάσεις της τέθηκαν το 1864 στο Λονδίνο από την 1η Διεθνή. Ο γαλλογερμανικός πόλεμος, από τον όποιο γεννήθηκε η Γερμανία των Χοεντζόλερν, αφάνισε την 1η Διεθνή και σύγχρονα έδοσε την πρώτη ώθηση στη δημιουργία εθνικών κομμάτων. Από το 1889 αυτά τα κόμματα συνέρχονταν σε συνέδρια στο Παρίσι όπου και τελικά ίδρυσαν την 2η Διεθνή. Το κέντρο όμως βάρους του εργατικού κινήματος είταν τοποθετημένο εκείνη την εποχή ολοκληρωτικά στο εθνικό πεδίο μέσα στο πλαίσιο της εθνικής βιομηχανίας, στην περιοχή του εθνικού κοινοβουλευτισμού. Πολλές δεκαετίες εργασίας, οργάνωσης και μεταρρυθμίσεων δημιούργησαν μια γενιά ηγετών από τους οποίους οι περισσότεροι παραδέχονταν στα λόγια το πρόγραμμα της κοινωνικής επανάστασης, στην πράξη όμως το αρνούνταν, είχαν βουτηχτεί στο ρεφορμισμό και προσαρμόζονταν δουλικά στην αστική κυριαρχία. Ο οπορτουνιστικός χαραχτήρας των ηγετικών κομμάτων της 2ης Διεθνούς αποκαλύφτηκε καθαρά και οδήγησε στο μεγαλύτερο κραχ της παγκόσμιας ιστορίας στη συγκεκριμένη στιγμή όπου η πορεία των ιστορικών γεγονότων απαιτούσε από τα κόμματα της εργατικής τάξης την εφαρμογή επαναστατικών μεθόδων πάλης. Αν ο πόλεμος του 1870 έπληξε την 1η Διεθνή αποκαλύπτοντας ότι πίσω από το κοινωνικό και επαναστατικό της πρόγραμμα δεν υπήρχε ακόμα καμιά οργανωμένη δύναμη μαζών, ο πόλεμος του 1914 θανάτωσε την 2η Διεθνή αποδείχνοντας ότι οι ισχυρές οργανώσεις των εργατικών μαζών κυριαρχούνταν από κόμματα που είχαν γίνει βοηθητικά όργανα της αστικής εξουσίας.

Αυτές οι παρατηρήσεις δεν έχουν εφαρμογή στους σοσιαλπατριώτες που πέρασαν ανοιχτά και καθαρά στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας και έγιναν οι εκπρόσωποι της προτίμησής της, οι πράκτορες της εμπιστοσύνης της, οι πιο σίγουροι δήμιοι της εργατικής τάξης ισχύουν επίσης και για την κεντριστική τάση την ακαθόριστη και μη συνειδητή που επιδιώκει την παλινόρθωση της 2ης Διεθνούς, δηλαδή τη διαιώνιση των κοντόφθαλμων αντιλήψεων, του οπορτουνισμού, της επαναστατικής αδυναμίας των ηγετικών κύκλων της. Το Ανεξάρτητο Κόμμα στη Γερμανία, η σημερινή πλειοψηφία του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία, το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας και όλες οι άλλες όμοιες ομάδες στην πραγματικότητα προσπαθούν να πάρουν τη θέση που είχαν προπολεμικά τα παλιά επίσημα κόμματα της 2ης Διεθνούς. Εμφανίζονται όπως και άλλοτε με ιδέες ενότητας και συμβιβασμού, παραλύοντας με όλα τα μέσα την ενεργητικότητα του προλεταριάτου, παρατείνοντας την κρίση και πολλαπλασιάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τα δεινοπαθήματα της Ευρώπης. Ο αγώνας εναντίον του σοσιαλιστικού κέντρου αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση της επιτυχίας του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού.

Απορρίπτοντας όλα τα ημίμετρα, τα ψέματα και τη διαφθορά των σάπιων επίσημων σοσιαλιστικών κομμάτων, εμείς οι κομμουνιστές, ενωμένοι μέσα στην 3η Διεθνή, θεωρούμε ότι είμαστε οι άμεσοι συνεχιστές των ηρωικών προσπαθειών και του μαρτυρίου μιας ολόκληρης σειράς γενιών επαναστατών, από τον Μπαμπέφ ως τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Αν η 1η Διεθνής προείδε την μελλοντική εξέλιξη και προετοίμασε τους δρόμους, αν η 2η Διεθνής συγκέντρωσε και οργάνωσε εκατομμύρια προλεταρίων, η 3η Διεθνής είναι η Διεθνής της δράσης των μαζών, η Διεθνής της επαναστατικής πραγματοποίησης.

Η σοσιαλιστική κριτική έχει αρκετά μαστιγώσει το αστικό καθεστώς. Το καθήκον του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να ανατρέψει αυτή την τάξη πραγμάτων και να οικοδομήσει στη θέση της το σοσιαλιστικό καθεστώς. Ζητάμε από τους εργάτες και τις εργάτριες όλου του κόσμου να ενωθούν κάτω από τη σημαία του κομμουνισμού που ήδη είναι η σημαία των πρώτων μεγάλων προλεταριακών νικών.

Εργάτες όλων των χωρών ενωθείτε στον αγώνα ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, ενάντια στη μοναρχία και τις προνομιούχες τάξεις, ενάντια στο αστικό κράτος και την αστική ιδιοκτησία, ενάντια σε όλες τις όψεις και τις μορφές της ταξικής και της εθνικής καταπίεσης!

Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε κάτω από τη σημαία των εργατικών Σοβιέτ, του επαναστατικού αγώνα για την εξουσία και τη διχτατορία του προλεταριάτου, κάτω από τη σημαία της 3ης Διεθνούς!

Πηγή: marxistbooks.gr