Σοσιαλισμός και συνεταιριστικοποίηση στην αγροτική οικονομία

Στη δεκαετία του ’50, το Κομμουνιστικό Κόμμα παίρνει την απόφαση να αξιοποιήσει τις ακαλλιέργητες και χερσαίες περιοχές. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετατράπηκαν σε σπουδαίες εκτάσεις καλλιέργειας σιταριού

Το θεμελιώδες γνώρισμα της Οχτωβριανής Επανάστασης είναι ότι εγκαινιάζει νέα ιστορική εποχή, την εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Που πραγματοποιείται με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την πιο επαναστατική τάξη, την εργατική τάξη. Που, ως τάξη, χωρίς καμιά ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, με την εγκαθίδρυση της δικής της πολιτικής εξουσίας, καταργεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μεγάλα και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, αντικαθιστώντας τη με την κοινωνική, για να αντιστοιχηθεί έτσι ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και της εργασίας με την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να ανοίξει ο δρόμος για τις νέες σχέσεις παραγωγής, τις σοσιαλιστικές.

Αυτή είναι και η ιστορική διαφοροποίησή της, σε σχέση με όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις, που έφθαναν μόνο μέχρι την εναλλαγή των εκμεταλλευτριών τάξεων στην πολιτική εξουσία για να αντικαταστήσουν παλιές εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής με άλλες, νέες εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής. Ετσι καταργήθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Οργανώθηκε συλλογικά η αγροτική παραγωγή με την κολεκτιβοποίηση – συνεταιριστικοποίηση της αγροτιάς. Αρχισε να λειτουργεί ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας.

Ετσι άνοιξε ο δρόμος για να υπηρετείται ο βασικός νόμος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δηλαδή, να εξασφαλίζεται η μέγιστη ικανοποίηση των διαρκώς αυξανόμενων υλικών και πολιτιστικών αναγκών όλης της κοινωνίας, με την αδιάκοπη αύξηση και τελειοποίηση της σοσιαλιστικής παραγωγής πάνω στη βάση της ανώτερης τεχνικής. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει λαϊκή ευημερία και δημιουργία.

Η κολεκτιβοποίηση και η πορεία εφαρμογής της

«Ο Ρώσος αγρότης πάει για ύπνο στις 6 ή και στις 5 η ώρα το χειμώνα, γιατί δεν μπορεί να αγοράσει πετρέλαιο για να ανάψει τις λάμπες του. Δεν έχει κρέας, αυγά, βούτυρο, γάλα και συχνά ούτε λαχανικά και ζει κυρίως με μαύρο ψωμί και πατάτες. Ζει; Αργοπεθαίνει με την ανεπαρκή ποσότητα τροφίμων που διαθέτει».

Παιδικός σταθμός σε κολχόζ στο Ουζμπεκιστάν

Η μαρτυρία ανήκει στον Δρ. Εμιλ Τζόζεφ Ντίλον, που έζησε στη Ρωσία από το 1877 έως το 1914. Η αθλιότητα, μέσα στην οποία ζούσε ο αγροτικός πληθυσμός της Ρωσίας πριν από την επανάσταση του Οκτώβρη, είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το Κόμμα των μπολσεβίκων. Ο κύριος όγκος της αγροτιάς παρέμενε καθυστερημένος και εξακολουθούσε να εργάζεται χρησιμοποιώντας ξύλινα εργαλεία.

Το 1913 η αγροτική οικονομία απασχολούσε πάνω από το 75% του πληθυσμού και αριθμούσε 20 εκατομμύρια αγροτικών νοικοκυριών, από αυτά 30% δίχως ζώα, 34% δίχως εργαλεία οργώματος, 15% δίχως χωράφια. Τα πολύ φτωχά νοικοκυριά έφταναν το 65% του γενικού συνόλου, τα μεσαία το 20%, των εύπορων αγροτών (κουλάκοι) το 15%. Στους γαιοκτήμονες, στους αυλικούς και στα μοναστήρια ανήκε το 42% της γης και στους αγρότες 58% και από αυτά το 37% στους κουλάκους. Περισσότερο από 88% της καλλιεργήσιμης έκτασης κάλυπτε η καλλιέργεια σιτηρών. Το κύριο μέρος των εμπορεύσιμων σιτηρών παραγόταν από τα νοικοκυριά των γαιοκτημόνων και των κουλάκων.

Στην προεπαναστατική Ρωσία δεν υπήρχε βιομηχανία κατασκευής τρακτέρ και αυτοκινήτων. Η παραγωγή αγροτικών μηχανών γινόταν σε μικρά χειροτεχνικά και ημιχειροτεχνικά εργαστήρια και μεγάλο μέρος των αγροτικών μηχανών και εργαλείων αγοράζονταν από το εξωτερικό.

Το Διάταγμα για τη Γη
Αίθουσα ζωγραφικής σε παιδικό σταθμό από κολχόζ

Η Οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας σε νέα κοινωνικο-οικονομική βάση. Με βάση το διάταγμα για τη γη, που εκδόθηκε στις 26 Οκτώβρη του 1917, η γη ανακηρύχτηκε κρατική (παλλαϊκή) και παραχωρήθηκε δωρεάν στους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι πήραν από το σοβιετικό κράτος περισσότερα από 150 εκατομμύρια εκτάρια γης πέρα από αυτή που έως τότε τους ανήκε. Η εθνικοποίηση της γης αποδείχτηκε ισχυρό θεμέλιο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης της υπαίθρου.

Από το 1921, η σοβιετική εξουσία είχε επικεντρώσει τις προσπάθειές της στον κύριο στόχο που ήταν η επαναλειτουργία της βιομηχανίας σε νέα σοσιαλιστική βάση. Ταυτόχρονα, επιδίωξε την ανασυγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων στην ύπαιθρο, μέσω της δημιουργίας και ένταξης των μικρών ατομικών νοικοκυριών σε συνεταιρισμούς.

Βασικό κίνητρο για την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, ήταν η αναγκαιότητα να τροφοδοτούνται με επαρκείς ποσότητες τροφίμων ο αστικός πληθυσμός (εργάτες στη βιομηχανία κ.ά.). Η ικανοποίηση των αναγκών όλης της χώρας ώστε να προχωρά η εκβιομηχάνιση. Ετσι, θα ξεπερνιόταν και η καθυστέρηση της αγροτικής οικονομίας, αφού, μέχρι τότε, τα ατομικά νοικοκυριά σε πολλές περιπτώσεις δεν εξασφάλιζαν ούτε καν την απλή αναπαραγωγή, τη δυνατότητα δηλαδή με την παραγωγή των προϊόντων τους να ζήσουν και να μπορούν να δουλέψουν και την επόμενη μέρα.

Νέα μέτρα για την οργάνωση της μεγάλης σοσιαλιστικής καλλιέργειας

Στα τέλη του 1917 – αρχές 1919 άρχισαν να δημιουργούνται στο χωριό κολεκτιβιστικά νοικοκυριά. Πριν την έναρξη της μαζικής κολεκτιβοποίησης τα ατομικά νοικοκυριά κατείχαν το 97,3% της καλλιεργήσιμης έκτασης, και τα κολχόζ και σοβχόζ το 2,7%. Στο Πρόγραμμα του Κόμματος που ψηφίστηκε στο 8ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι) το 1919 αναφερόταν πως η σοβιετική εξουσία, αφού ολοκλήρωσε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης, θα εισηγηθεί μια σειρά μέτρα για την οργάνωση της μεγάλης σοσιαλιστικής καλλιέργειας.

«Εμπρός σύντροφε μαζί στα κολχόζ»

Το σχέδιο του Β. Ι. Λένιν για το συνεταιρισμό προχωρά με συνέπεια και με μεγάλη οργανωτική και οικονομική βοήθεια από το κράτος, με αποτέλεσμα την αισθητή βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων αγροτών. Οπως αναφέραμε, πριν την επανάσταση οι φτωχοί αγρότες αποτελούσαν το 65% από όλα τα αγροτικά νοικοκυριά. Το 1928 – 1929 το ποσοστό τους ελαττώθηκε στο 35%.

Γράφει ο Β. Ι. Λένιν το Γενάρη του 1923 σε άρθρο του στην «Πράβντα» που πρωτοδημοσιεύτηκε το Μάη του ίδιου χρόνου: «Τώρα έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι η απλή ανάπτυξη του συνεταιρισμού στη χώρα μας είναι ταυτόσημη (με τη «μικρή εξαίρεση» που τονίσαμε παραπάνω) (σ.σ. εννοεί τις προσωρινές και με όρους εκχωρήσεις που παραχωρεί εθελοντικά το εργατικό κράτος στο ιδιωτικό εμπόριο στο πλαίσιο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής – ΝΕΠ) με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι άλλαξε ριζικά όλη η άποψή μας για το σοσιαλισμό. Η ριζική αυτή αλλαγή βρίσκεται στο γεγονός ότι πριν, το κέντρο βάρους το ρίχναμε, και ήμασταν υποχρεωμένοι να το ρίχνουμε, στην πολιτική πάλη, στην επανάσταση, στην κατάκτηση της εξουσίας κτλ. Τώρα όμως το κέντρο βάρους αλλάζει και μετατοπίζεται στην πολιτιστική δουλιά. Είμαι έτοιμος να πω ότι το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην πολιτιστική δουλιά, αν δεν υπήρχαν οι διεθνείς σχέσεις, αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να παλεύουμε για τις θέσεις μας σε διεθνή κλίμακα. Αν όμως αφήσουμε αυτό το ζήτημα κατά μέρος και περιοριστούμε στις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις, τότε πραγματικά το κέντρο βάρους της δουλιάς μας πέφτει τώρα στην πολιτιστική δουλιά».

Σε άλλο σημείο του ίδιου άρθρου αναφέρει: «…Και η πολιτιστική αυτή δουλιά στην αγροτιά, σαν σκοπός οικονομικός, αποσκοπεί ακριβώς στην οργάνωση σε συνεταιρισμούς. Οταν οργανωθεί όλος ο πληθυσμός σε συνεταιρισμούς, θα στεκόμασταν ήδη και με τα δυο μας πόδια σε σοσιαλιστικό έδαφος».

Τα κολχόζ
Αξιοποίηση χέρσων εκτάσεων

Τα κολχόζ συνέβαλαν αποφασιστικά στη συνεχή άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του αγροτικού πληθυσμού. Το 1940 το πραγματικό εισόδημα των κολχόζνικων (συμπεριλαμβανομένων της δωρεάν παιδείας και της ιατρικής περίθαλψης, των συντάξεων, των κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων επιδομάτων και παροχών) ήταν 2,3 φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα των αγροτών της προεπαναστατικής Ρωσίας (στοιχεία 1913).

Το 1971 ήταν μεγαλύτερο σε σύγκριση με πάλι με το 1913 κατά 12 φορές. Στην προεπαναστατική Ρωσία, οι χωρικοί πλήρωναν υπέρογκους φόρους και άλλες εισφορές που έφταναν περίπου το 20% του εισοδήματός τους. Μετά την Οχτωβριανή επανάσταση και σταδιακά το ποσοστό αυτό έπεσε στο 3%!

Μεταξύ 1918 και 1972, τα κολχόζ, οι κολχόζνικοι, συνεισέφεραν στο χτίσιμο κατοικιών σε 83,8 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα. Επίσης, κατασκευάστηκαν λέσχες και κτίρια για παιδιά της προσχολικής ηλικίας, σχολεία, νοσοκομεία, πολυκλινικές. Η διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων είναι πλέον σύνηθες φαινόμενο.

Στην προεπαναστατική Ρωσία, η πλειονότητα των παιδιών των χωρικών δεν είχε τη δυνατότητα να φοιτήσει ούτε στο δημοτικό σχολείο. Ολα τα παιδιά των κολχόζνικων φοιτούν υποχρεωτικά για 8 χρόνια και εισάγεται έτσι η υποχρεωτική μέση εκπαίδευση.

Οξυνση των αντιθέσεων

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, οι αντιθέσεις που ήδη υπάρχουν και που οξύνονται αποτελούν έναν συνεχή κίνδυνο στην προσπάθεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αλλωστε, η αντίθεση πνευματικής – χειρωνακτικής εργασίας, πόλης – χωριού, δεν έχουν εξαλειφθεί. Η εργατική τάξη και η αγροτιά (κολχόζ) έχουν διαφορετική σχέση με το παραγόμενο προϊόν. Συνυπάρχει η κοινωνική ιδιοκτησία με τη συνεταιριστική, αλλά ενώ το παραγόμενο προϊόν από την κοινωνική ιδιοκτησία ανήκει σε όλη την κοινωνία, το παραγόμενο προϊόν από τη συνεταιριστική ανήκει στους συνεταιρισμένους που το ανταλλάσσουν με την υπόλοιπη κοινωνία μέσω εμπορευματικών σχέσεων. Στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας συνυπάρχει η κοινωνική εργασία και η συλλογική – συνεταιριστική εργασία.

Τον Απρίλη του 1929, ο Ιωσήφ Στάλιν, στο λόγο του στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) της ΕΣΣΔ, αναφέρει:

«Το σαμποτάζ των αστών αποτελεί αναμφισβήτητη απόδειξη, για το ότι τα καπιταλιστικά στοιχεία κάθε άλλο παρά κατέθεσαν τα όπλα και ότι συγκεντρώνουν δυνάμεις για νέες επιθέσεις ενάντια στη Σοβιετική εξουσία. Οσον αφορά τα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού, ακόμα περισσότερο δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία η επίθεση των κουλάκων ενάντια στη σοβιετική πολιτική των τιμών που συνεχίζεται για δεύτερο κιόλας χρόνο. Πολλοί, ως τώρα ακόμα, δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί ο κουλάκος ως τα 1927 παρέδιδε αυθόρμητα τα σιτηρά του, ενώ ύστερα από το 1927 έπαψε να τα παραδίνει αυθόρμητα.

Ομως στο περιστατικό αυτό δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο. Αν νωρίτερα ο κουλάκος ήταν ακόμα σχετικά αδύνατος, αν δεν είχε τη δυνατότητα να οργανώσει σοβαρά το νοικοκυριό του, πράγμα που τον ανάγκαζε να βγάζει στην αγορά όλα ή σχεδόν όλα τα πλεονάσματα της παραγωγής του σε σιτηρά, τώρα, ύστερα από μια σειρά χρόνια καλής σοδειάς, αφού κατόρθωσε να βάλει μπρος το νοικοκυριό του, αφού κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, απόχτησε τη δυνατότητα να βάζει στην μπάντα δημητριακά, αυτό το συνάλλαγμα των συναλλαγμάτων, σαν εφεδρεία για τον εαυτό του, προτιμώντας να φέρνει στην αγορά κρέας, βρώμη, κριθάρι και άλλα δευτερεύοντα προϊόντα. Θα ‘ταν γελοίο να ελπίζουμε τώρα ότι μπορούμε να πάρουμε θεληματικά σιτηρά από τον κουλάκο. Να, πού βρίσκεται η ρίζα της αντίστασης, που προβάλλει σήμερα ο κουλάκος στην πολιτική της Σοβιετικής εξουσίας».

Για να σχηματίσουμε μια εικόνα της κατάστασης στην αγροτική παραγωγή, παραθέτουμε τα εξής στοιχεία:

  • Το φθινόπωρο του 1924 έπειτα από μια αρκετά ισχνή συγκομιδή, το κράτος δεν κατορθώνει να αγοράσει τα δημητριακά στην καθορισμένη τιμή. Οι κουλάκοι και οι ιδιώτες έμποροι τα αγοράζουν στην τιμή της ελεύθερης αγοράς, υπολογίζοντας να κερδοσκοπήσουν με την άνοδο των τιμών την άνοιξη και το καλοκαίρι.
  • Το Μάη του 1925, το κράτος αναγκάζεται να διπλασιάσει τις τιμές αγοράς σε σχέση με το Δεκέμβρη του 1924. Εκείνη τη χρονιά υπάρχει μια καλή συγκομιδή. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας στις πόλεις επιφέρει αυξημένη ζήτηση σιτηρών. Οι πιο πλούσιοι αγρότες αρνούνται να πουλήσουν το στάρι τους.
  • Το 1926 η συγκομιδή των σιτηρών φτάνει τους 76,8 εκατομμύρια τόνους, ενώ ήταν 72,5 την προηγούμενη χρονιά. Το κράτος πραγματοποιεί τις προμήθειές του σε τιμές χαμηλότερες απ’ ό,τι του 1925.
  • Το 1927 η συγκομιδή πέφτει στα επίπεδα του 1925. Οι ιδιώτες έμποροι που ελέγχουν το μισό εμπόριο κρεάτων στις πόλεις πλουτίζουν. Οι κουλάκοι που έχουν ενισχύσει τη θέση τους, φυλάνε το στάρι και προσδοκούν να προκαλέσουν μια πιο μεγάλη άνοδο των τιμών.
  • Μεταξύ 1ης Οκτώβρη και 1927 και 1929 οι τιμές των αγροτικών προϊόντων ανεβαίνουν κατά 25,9%. Η τιμή του σταριού στην ελεύθερη αγορά ανεβαίνει κατά 289%.

Μπροστά σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, στα τέλη του 1929 ξεκινά το στάδιο της καθολικής κολεκτιβοποίησης που χαρακτηρίζεται με τη μαζική είσοδο των αγροτών στα κολχόζ. Από τις πόλεις στάλθηκαν για μόνιμη εργασία 25.000 πρωτοπόροι εργάτες, ενώ οι κολεκτίβες των εργοστασίων αναλαμβάνουν την καθοδήγηση των κολχόζ.

Η έως τότε πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ υπαγόρευε ότι βασική οργανωτική μορφή της συγκρότησης των κολχόζ πρέπει να είναι ο γεωργικός παραγωγικός συνεταιρισμός. Στους γεωργικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς κοινωνικοποιούνταν η εργασία, η γη και όλα τα βασικά παραγωγικά μέσα. Στην ατομική ιδιοκτησία των αγροτών του κολχόζ παρέμεναν οι κατοικίες τους, η μικρή κινητή περιουσία τους και για τις ανάγκες τους τόσα ζώα, όσα προέβλεπε ο κανονισμός του συνεταιρισμού. Για το ατομικό τους νοικοκυριό μπορούσαν να καλλιεργούν ένα μικρό κλήρο – αγρόκτημα.

Μεταξύ Σεπτέμβρη και Δεκέμβρη του 1930, πραγματοποιείται μια προπαγανδιστική εκστρατεία για τα κολχόζ. Από την 1η Σεπτέμβρη έως τις 31 Δεκέμβρη του 1930, 1.120.000 οικογένειες προσχωρούν στα κολχόζ. Το 25,9% των οικογενειών έχει πια επιλέξει τη συνεταιριστική γεωργία. Μεταξύ Ιούνη 1930 και Ιούνη 1931, το δεύτερο κύμα κολεκτιβοποίησης ανεβάζει το ποσοστό των κολεκτιβοποιημένων νοικοκυριών από 23,6 σε 57,1%.

Από τον Ιούνη του 1935 έως τον Ιούνη του 1936, σημειώνεται άνοδος από 83,2 σε 90,3% και ολοκληρώνεται ουσιαστικά η κολεκτιβοποίηση της γεωργίας.

Γενικά, η σοβιετική εξουσία αντιμετώπισε με επιτυχία τα προβλήματα ανόρθωσης της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής και των μεταφορών. Εθεσε τις βάσεις της σοσιαλιστικής παραγωγής με θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε συνθήκες όξυνσης της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και τις καπιταλιστικές δυνάμεις (κουλάκοι και τμήμα της διανόησης, που προέρχεται από την κυρίαρχη τάξη).

Οι συγκεκριμένες συνθήκες (περικύκλωση, απειλή πολέμου σε συνδυασμό με τη μεγάλη καθυστέρηση) επέβαλαν ταχύτατους ρυθμούς στην προώθηση της κολεκτιβοποίησης, που σε ορισμένες περιοχές προκάλεσαν κοινωνικές τριβές και δυσκολίες στη συμμαχία της εργατικής τάξης και της μεσαίας αγροτιάς κατά του καπιταλισμού.

Η ισχυρή βιομηχανία βασικός παράγοντας της επιτυχίας

Οι επιτυχίες της κολεκτιβοποίησης της αγροτικής οικονομίας και η οργανωτική οικονομική στερέωση των πρώτων κολχόζ επιτεύχθηκαν χάρη στη δημιουργία ισχυρής βιομηχανίας τρακτέρ και άλλων γεωργικών μηχανών.

Το 1924 στο εργοστάσιο Κράσνι Πουτίλοβετς, οργανώθηκε αλυσιδωτή παραγωγή τροχοφόρων τρακτέρ. Μπήκαν επίσης σε λειτουργία τα εξής εργοστάσια κατασκευής τρακτέρ: το 1930 στο Στάλινγκραντ, το 1931 στο Χάρκοβο και το 1933 στο Τσελιαμπίνσκ. Στα χρόνια του 1ου πεντάχρονου πλάνου (1929 – 1932) η αγροτική οικονομία της χώρας εφοδιάστηκε με 153.900 τρακτέρ από τα οποία τα 94.300 κατασκευάστηκαν στην ΕΣΣΔ.

Το 1932 η αγροτική οικονομία της ΕΣΣΔ διέθετε 148.000 τρακτέρ και 14.000 θεριζοαλωνιστικές μηχανές σιτηρών και το 1940, αντίστοιχα 684.000 και 182.000. Το 1929 η κυβέρνηση ίδρυσε τους Μηχανοτρακτερικούς Σταθμούς (ΜΤΣ) οι οποίοι έπαιξαν τεράστιο οργανωτικό ρόλο στην πάλη για τη σοσιαλιστική αναδιοργάνωση του χωριού και την εδραίωση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά.

Η κοινή Ολομέλεια της ΚΕ και της ΚΕΕ του Κόμματος που συνήλθε τον Ιανουάριο του 1933 τόνισε πως στην αγροτική οικονομία της χώρας λύθηκαν ζητήματα τεράστιας σημασίας. Διαλύθηκε το στρώμα των κουλάκων υποσκάφτηκαν οι ρίζες του καπιταλισμού και παράλληλα, εξασφαλίστηκε η νίκη του σοσιαλισμού στο χωριό και τα κολχόζ μετατράπηκαν σε γερό στήριγμα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η δημιουργία των κολχόζ επέτρεψε τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου (1941 – 1945) να εξασφαλιστεί ο αδιάκοπος εφοδιασμός του στρατού και του πληθυσμού με τρόφιμα και η βιομηχανία με τις απαραίτητες πρώτες ύλες. Και μετά τη λήξη του πολέμου να αποκατασταθεί η ρημαγμένη αγροτική οικονομία, της οποίας ο όγκος παραγωγής το 1949 έφτανε στο επίπεδο του 1940.

Μέχρι το 1955 πραγματοποιήθηκε μεγάλη εργασία για την οργανωτική εδραίωση των κολχόζ και τη συνένωσή τους με τα μεγάλα νοικοκυριά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός τους, αυξήθηκε όμως η οικονομική τους δύναμη.

Το σύστημα των κολχόζ από πολιτική άποψη εδραίωσε το Σοβιετικό κράτος και την κύρια βάση του τη συμμαχία των εργατών και αγροτών. Από οικονομική άποψη έδωσε τη δυνατότητα στην αγροτική οικονομία να αναπτυχθεί πάνω σε σύγχρονη υλική βάση. Από κοινωνική άποψη απελευθέρωσε την εργαζόμενη αγροτιά από την εκμετάλλευση και τη φτώχεια.

Ολ’ αυτά ως αυτή την περίοδο αρχές της 10ετίας του ’50. Στην πορεία οι δυσκολίες στην άνοδο της αγροτικής παραγωγής αντιμετωπίστηκαν όχι από τη σκοπιά της προώθησης των σοσιαλιστικών σχέσεων και στην αγροτική παραγωγή με τη συνεταιριστική μορφή ιδιοκτησίας. Αλλωστε το ζήτημα των καθυστερήσεων στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής προϋπήρχε. Αντιμετωπίστηκε όμως σε βάρος της κοινωνικής ιδιοκτησίας που θα έπρεπε να αντικαταστήσει τη συνεταιριστική σε μια πορεία. Ετσι ενώ τα μέσα παραγωγής (τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές και άλλα μηχανικά καλλιεργητικά μέσα, οι Μηχανοτρακτορικοί σταθμοί όπως ονομάζονταν), ήταν κοινωνική ιδιοκτησία, στα 1957 παραδόθηκαν στα κολχόζ. Τώρα οι συνεταιρισμένοι αγρότες έγιναν και ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής. Απόκτησαν ιδιοκτησία. Αυτό ήταν πορεία προς τα πίσω σε βάρος των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, σε βάρος του σοσιαλισμού. Που δείχνει ότι η κομματική και κρατική ηγεσία στην ΕΣΣΔ αντί να λύνει ζητήματα προς τα μπρος, να εξαλείφει παράγοντες που στήριζαν τις εμπορευματικές σχέσεις έπαιρνε μέτρα ενίσχυσής τους.

Πώς προσεγγίζουμε το ζήτημα

Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, στη Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 90χρονα της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης γίνεται η παρακάτω εκτίμηση.

«Πρέπει να επισημανθεί ότι: Ουσιαστική διαφορά μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού – κομμουνισμού είναι ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής γεννήθηκαν στα σπλάχνα της φεουδαρχίας, ενώ οι σοσιαλιστικές – κομμουνιστικές δεν μπορούν να γεννηθούν στα σπλάχνα του καπιταλισμού, γιατί έρχονται σε σύγκρουση με κάθε μορφή εκμετάλλευσης.

Η επαναστατική εργατική εξουσία πρέπει να ανατρέψει ριζικά και να αναμορφώσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις που κληρονόμησε από τον καπιταλισμό, να οικοδομήσει συνειδητά τον νέο τρόπο παραγωγής, λύνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις προς όφελος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Γι’ αυτό συναντά μεγάλες δυσκολίες στην οικοδόμηση, επέκταση, πλήρη ανάπτυξη και κυριαρχία των νέων σχέσεων παραγωγής και κατανομής. Τέτοιες δυσκολίες δε συνάντησε ο καπιταλισμός.

Η σοσιαλιστική κοινωνία φέρνει σε όλα τα επίπεδα έντονα τα σημάδια της καπιταλιστικής κοινωνίας, από την οποία προέκυψε. Στο σοσιαλισμό εξαλείφεται η ταξική εκμετάλλευση, αλλά όχι και κάθε κοινωνική ανισότητα και διαστρωμάτωση, που αντανακλώνται στη συνείδηση, στη στάση ζωής. Κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση πρέπει να εξαλειφθούν και οι διαφορές ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία. Μόνο τότε θα μπορούμε να πούμε ότι καρφώσαμε «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της καπιταλιστικής κοινωνίας, που τη θάβουμε εμείς», όπως έγραψε ο Λένιν.

Η πάλη για τη θεμελίωση και ανάπτυξη της νέας κοινωνίας καθοδηγείται από την επαναστατική εργατική εξουσία με πυρήνα της το Κομμουνιστικό Κόμμα, που δρα συνειδητά με βάση τους νόμους κίνησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Επομένως, η επιστημονικότητα και ταξικότητα της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος, η ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού, πρώτα απ’ όλα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, είναι αδήριτη προϋπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Σε αυτό το καθήκον δεν αντεπεξήλθαν με επιτυχία τα κόμματα εξουσίας. Και στο βαθμό που η πολιτική της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν έλυνε προς όφελος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τις αντιθέσεις, αυτές εξελίχθηκαν σε ανταγωνιστικές. Δεν επιβεβαιώθηκε η οπορτουνιστική θεωρία ότι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις δεν μπορούν να εξελιχθούν σε ανταγωνιστικές.

Μεταπολεμικά, όπως επισήμαινε το 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, παρά τις επιτυχίες που υπήρξαν στην εκπλήρωση του 4ου πεντάχρονου πλάνου (1946 – 1950), υπήρχαν προβλήματα που αφορούσαν στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη μέσων παραγωγής, στη διεύθυνση των επιχειρήσεων και στο επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας.

Από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956 και μετά, για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων υιοθετήθηκαν σταδιακά λαθεμένες θεωρητικές προσεγγίσεις και εφαρμόστηκαν οπορτουνιστικές πολιτικές στην οικονομία, που επεκτάθηκαν στη σοσιαλιστική εξουσία και στις διεθνείς σχέσεις. Ταυτόχρονα, με πρόσχημα την καταπολέμηση της «προσωπολατρίας», ξεδιπλώθηκε μια αχαλίνωτη εκστρατεία κατά της πολιτικής του σοβιετικού κράτους επί Στάλιν, άνοιξε ο δρόμος για τη μεγάλη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του παγκόσμιου Κομμουνιστικού Κινήματος.

Αντί να ενισχυθούν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής/ κατανομής, ενισχύθηκαν οι εμπορευματικές, δυνάμει καπιταλιστικές, σχέσεις. Αρχισε να υποχωρεί ο κεντρικός σχεδιασμός και να διαβρώνεται η κοινωνική ιδιοκτησία. Σημαντικό μέρος των αγροτικών προϊόντων της ατομικής και συνεταιριστικής παραγωγής πουλιόταν ελεύθερα στην αγορά, δηλαδή με ανώτατο όριο στη διακύμανση των τιμών. Ακόμα πιο έντονη ήταν η κοινωνική διαφοροποίηση στη βιομηχανία. Ο παράνομος πλουτισμός, το λεγόμενο «σκιώδες κεφάλαιο», επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφάλαιο στην παραγωγή, δηλαδή επιδίωκε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Επέδρασε στο Κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και το σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό.

Ο υποκειμενισμός στην εκτίμηση της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως «αναπτυγμένου σοσιαλισμού» και η ανάπτυξη του οπορτουνισμού, καταγράφηκαν στις εκτιμήσεις του 21ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, το 1959: «Ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ νίκησε ολοκληρωτικά, οριστικά (…) μπήκε στην περίοδο της πλατιάς οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας». Ενώ το 22ο Συνέδριο, το 1961, ψήφισε το «Πρόγραμμα οικοδόμησης του κομμουνισμού». Στις αλλαγές που έγιναν στο Σύνταγμα του 1977 θεσμοθετήθηκε το «παλλαϊκό κράτος» και το «παλλαϊκό κόμμα».

Η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους» επέδρασε παραπέρα στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών του κράτους, στην υποβάθμιση του ρόλου της εργατικής τάξης. Αλλοίωσε και το χαρακτήρα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, ο προσδιορισμός του κόμματος ως «παλλαϊκού», σήμαινε αλλοίωση του εργατικού χαρακτήρα του.

Στα ντοκουμέντα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ, τον Ιούλη του 1995, για τις «Αιτίες της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη», αναφέρεται ότι «προοδευτικά εξασθένισε ο πρωτοποριακός ρόλος του Κόμματος (…) Στην περίοδο της «περεστρόικα» η κατάσταση στο Κόμμα έφθασε στον εκφυλισμό». Δυνάμεις των ΚΚ, που δε διολίσθησαν συνειδητά προς τον οπορτουνισμό, θεώρησαν ως δεδομένο και αδιαμφισβήτητο τον ηγετικό ρόλο του Κόμματος στην κοινωνία.

Αδυνάτισε σταδιακά και τελικά εξαφανίστηκε ο έλεγχος του Κόμματος από τις εργατικές δυνάμεις. Παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των κομμουνιστών. Διαμορφώθηκαν συνθήκες για να αναπτυχθεί ο καριερισμός των στελεχών.

Η εργατική τάξη, οι λαϊκές μάζες γενικότερα, δεν αρνούνταν το σοσιαλισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα συνθήματα που χρησιμοποίησε η περεστρόικα ήταν «επανάσταση μέσα στην επανάσταση» και «περισσότερος σοσιαλισμός».

Το γεγονός ότι δεν αντέδρασε η εργατική τάξη κατά της αντεπανάστασης, εξηγείται από αυτούς και από άλλους λόγους.

Στο βαθμό που από τις ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων υιοθετήθηκαν επιλογές που διαβρώνανε τον κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας και ενδυνάμωναν το στενό ατομικό συμφέρον, δημιουργούνταν αισθήματα αποξένωσης από την κοινωνική ιδιοκτησία και παράλληλα διαβρωνόταν η συνείδηση. Διευκολυνόταν ο δρόμος για την παθητικότητα και την αδιαφορία.

Η οπορτουνιστική διάβρωση του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος ήταν μια διαδικασία μακρόχρονη, με βαθιές ρίζες στην καπιταλιστική ανάπτυξη του 20ού αιώνα, που δεν αναλύθηκε έγκαιρα και αντικειμενικά. Η αλληλεπίδραση μεταξύ του οπορτουνισμού στα Κομμουνιστικά Κόμματα αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και στο ΚΚΣΕ και τα άλλα Κομμουνιστικά Κόμματα εξουσίας χρειάζεται παραπέρα ιστορική διερεύνηση, αναγκαία για την ιδεολογική και πολιτική ισχυροποίηση και ενότητα του Κομμουνιστικού Κινήματος στον 21ο αιώνα.

Το ίδιο αναγκαία είναι η εξαγωγή και αφομοίωση συμπερασμάτων από την ανάπτυξη και εξέλιξη της ταξικής πάλης κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα. Η μελλοντική σοσιαλιστική οικοδόμηση με βεβαιότητα θα ξεκινήσει και θα εξελιχθεί σε ανώτερο επίπεδο συγκριτικά με αυτό του 20ού αιώνα. Είναι όμως επίσης βέβαιο ότι θα αναμετρηθεί εξίσου σκληρά με την καπιταλιστική κληρονομιά στο οικονομικό, στο πολιτικό και στο ιδεολογικό επίπεδο.

Σήμερα, για το εργατικό κίνημα στις χώρες του καπιταλισμού, παραμένει το πρόβλημα του μαζικού εγκλωβισμού στις δομές του συστήματος (κοινοβουλευτικές, κυβερνητικού και εργοδοτικού ελέγχου, συνδικαλιστικές, της Τοπικής Διοίκησης και άλλες). Η ισχυρή αστική ιδεολογική επίδραση στο εργατικό κίνημα εκφράζεται και με τον αναθεωρητισμό και τον οπορτουνισμό σε μια σειρά Κομμουνιστικά Κόμματα.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αποδείχνεται ότι ο ταξικός αγώνας δεν μπορεί να είναι κυρίως αμυντικός, για τη διαφύλαξη κάποιων κατακτήσεων, τη στιγμή που αλλάζουν οι άμεσες ανάγκες τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργατικής τάξης. Αποτελέσματα άμεσα και κυρίως προοπτικής μπορεί να δώσει μόνο η πολιτικοποίηση της δράσης, με αιτήματα που συγκρούονται με τη στρατηγική του κεφαλαίου, διεκδικούν τον παραγόμενο πλούτο σε όφελος των άμεσων παραγωγών του και ταυτόχρονα προετοιμάζουν τον υποκειμενικό παράγοντα για την κατάκτηση της εξουσίας. Τέτοιοι αγώνες μπορούν να διαμορφώνουν συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της εργατικής τάξης και των δυνάμει συμμάχων της, των λαϊκών στρωμάτων.

Από τα κορυφαία καθήκοντα του κομμουνιστικού ιδεολογικού μετώπου είναι να αποκατασταθεί στα μάτια των εργαζομένων η αλήθεια για το σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, χωρίς εξιδανικεύσεις, αντικειμενικά και απαλλαγμένη από τις συκοφαντίες της αστικής τάξης. Η υπεράσπιση των νομοτελειών του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα η υπεράσπιση της προσφοράς του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, απαντούν στις οπορτουνιστικές θεωρίες περί «μοντέλων» του σοσιαλισμού προσαρμοσμένων στις «εθνικές» ιδιομορφίες, αλλά και στην ηττοπαθή λαθολογία. Η υπεράσπιση αυτής της προσφοράς αποτελεί για το ΚΚΕ κριτήριο στις σχέσεις με άλλα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα, για τη συγκρότηση του κομμουνιστικού πόλου στο διεθνές κίνημα.

Η συκοφαντία και η αντικομμουνιστική σταυροφορία δεν μπορούν να κρύψουν για πολύ την αλήθεια. Ο αντικομμουνισμός, που στοιχείο του είναι και το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, αποτελεί και ένδειξη φόβου της αστικής τάξης.

Επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχει υπερταξικός ή τρίτος δρόμος ανάπτυξης. Ή θα υπηρετεί τον ιμπεριαλισμό, δηλαδή τη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος, ή θα υπηρετεί το λαό.

Καταρρίπτονται και αποκαλύπτονται στην πράξη όλοι οι παλαιοί και σύγχρονοι μύθοι: Ο μύθος της «ελεύθερης οικονομίας» και της «ανταγωνιστικότητας», του «εκσυγχρονισμού», της «συναίνεσης» και του «κοινωνικού διαλόγου», της «δημοκρατίας των θεσμών», των «μονόδρομων» και της ασφάλειας και του σεβασμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των συνόρων. Το θέμα είναι ποιος εξουσιάζει, ποιος κυριαρχεί, για ποιον και για ποιο σκοπό.

Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δε θα μείνουν καθηλωμένα στο χτες. Στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα στις νέες γενιές της, όπως και στις νέες γενιές των λαϊκών στρωμάτων, αξίζει μόνο ένα μέλλον, αυτό που φοβάται ο ιμπεριαλισμός: Το σοσιαλιστικό – κομμουνιστικό.

Οπως υπογραμμίζεται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ που ψήφισε το 15ο Συνέδριο: «Ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας της ανασύνταξης των επαναστατικών δυνάμεων, της απόκρουσης της επίθεσης του διεθνούς κεφαλαίου, της αποφασιστικής αντεπίθεσης. Θα είναι ο αιώνας μιας καινούργιας ανόδου του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος και μιας νέας σειράς κοινωνικών επαναστάσεων»».

ΠΗΓΕΣ:

1. Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια: τόμοι 17, 22.

2. «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού» Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης 15 – 16 Ιούλη 1995 – Εκδ. Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ.

3. «Για το συνεταιρισμό», «Εισήγηση για τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας» Απαντα Λένιν, τόμοι 36, 43.

4. «Η δεξιά παρέκκλιση στο ΚΚμπ της ΕΣΣΔ» Ι. Στάλιν Απαντα τ. 12

5. «Μια άλλη ματιά στο Στάλιν» Λούντο Μάρτενς – Εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

 

Του
Κώστα ΠΑΣΑΚΥΡΙΑΚΟΥ

Ζητήματα της αγροτικής πολιτικής στην ΕΣΣΔ

Λόγος στη συνδιάσκεψη των μαρξιστών-θεωρητικών του αγροτικού ζητήματος στις 27 του Δεκέμβρη 1929

1929. Ψηφοφορία σε κολχόζ

Σύντροφοι! Το βασικό γεγονός της κοινωνικο-οικονομικής μας ζωής τη στιγμή αυτή, γεγονός που τραβά τη γενική προσοχή, είναι η κολοσσιαία ανάπτυξη του κολχόζνικου κινήματος.Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σημερινού κολχόζνικου κινήματος είναι ότι στα κολχόζ μπαίνουν όχι μονάχα ξεχωριστές ομάδες φτωχολογιάς, όπως γινόταν ως τα τώρα, μα στα κολχόζ τράβηξε μαζικά κι ο μεσαίος αγρότης. Αυτό σημαίνει ότι το κολχόζνικο κίνημα μετατράπηκε από κίνημα ξεχωριστών ομάδων και στρωμάτων εργαζομένων αγροτών σε κίνημα εκατομμυρίων και εκατομμυρίων ανθρώπων απ’ τις βασικές μάζες της αγροτιάς. Ετσι, ανάμεσα στ’ άλλα, πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός, που έχει κολοσσιαία σημασία, ότι το κολχόζνικο κίνημα, αφού πήρε το χαρακτήρα μιας ισχυρής και όλο αναπτυσσόμενης αντικουλάκικης χιονοστιβάδας, σαρώνει στο δρόμο του την αντίσταση του κουλάκου, τσακίζει τους κουλάκους και ανοίγει το δρόμο για την πλατιά σοσιαλιστική ανοικοδόμηση στο χωριό.

Αν όμως έχουμε λόγους να ‘μαστε περήφανοι για τις πραχτικές επιτυχίες μας στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τις επιτυχίες στη θεωρητική μας δουλειά στον τομέα της οικονομίας γενικά, και ιδιαίτερα στον τομέα της αγροτικής οικονομίας. Κάτι περισσότερο. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η θεωρητική σκέψη δεν προλαβαίνει τις πραχτικές μας επιτυχίες και την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης. Κι όμως είναι απαραίτητο η θεωρητική δουλειά όχι μονάχα να προλαβαίνει την πραχτική δουλειά, μα και να προπορεύεται απ’ αυτήν, εξοπλίζοντας τα πραχτικά μας στελέχη στην πάλη τους για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Εγγραφή νέων μελών στο κολχόζ του χωριού Παρφέντεβο της περιοχής Μόσχας το 1930

Δε θα επεκταθώ εδώ στη σημασία της θεωρίας. Σας είναι αρκετά γνωστή. Είναι γνωστό ότι η θεωρία, αν είναι πραγματικά θεωρία, δίνει στα πραχτικά στελέχη τη δύναμη του προσανατολισμού, τη σαφήνεια της προοπτικής, τη σιγουριά στη δουλειά, την πίστη στη νίκη της υπόθεσής μας. Ολα αυτά έχουν – και δεν μπορεί να μην έχουν – τεράστια σημασία για τη σοσιαλιστική μας ανοικοδόμηση. Το ατύχημα είναι πως αρχίζουμε να κουτσαίνουμε ίσα-ίσα σ’ αυτόν τον τομέα, τον τομέα της θεωρητικής επεξεργασίας των ζητημάτων της οικονομίας μας.Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι στη χώρα μας, στην κοινωνικο-πολιτική μας ζωή εξακολουθούν ακόμα να έχουν πέραση διάφορες αστικές και μικροαστικές θεωρίες σχετικά με τα ζητήματα της οικονομίας μας; Πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι αυτές οι θεωρίες και οι θεωριούλες δε βρίσκουν ως τα τώρα την απάντηση που χρειάζεται; Πώς επίσης μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι μια σειρά βασικές θέσεις της μαρξιστικής-λενινιστικής πολιτικής οικονομίας, που αποτελούν το πιο σίγουρο αντίδοτο ενάντια στις αστικές και τις μικροαστικές θεωρίες, αρχίζουν να ξεχνιούνται, δεν εκλαϊκεύονται στον Τύπο μας, δεν προωθούνται, άγνωστο γιατί, στην πρώτη σειρά; Μήπως είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι χωρίς ανειρήνευτη πάλη ενάντια στις αστικές θεωρίες, με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, είναι αδύνατο να κερδίσουμε πλέρια νίκη ενάντια στους ταξικούς εχθρούς;

Μεγάλη σοδειά στις ξεχερσωμένες γαίες το 1957

Η νέα πραχτική πείρα γεννά και νέο τρόπο αντικρίσματος των προβλημάτων της οικονομίας της μεταβατικής περιόδου. Με καινούριο τρόπο μπαίνει τώρα το ζήτημα της ΝΕΠ, των τάξεων, των ρυθμών ανοικοδόμησης, της σύνδεσης πόλης και χωριού, της πολιτικής του Κόμματος. Για να μη μείνουμε πίσω απ’ την πράξη, πρέπει να καταπιαστούμε αμέσως κιόλας με την επεξεργασία όλων αυτών των προβλημάτων από την άποψη της νέας κατάστασης. Χωρίς αυτό είναι αδύνατο να υπερνικηθούν οι αστικές θεωρίες, που σκοτίζουν τα μυαλά των πραχτικών μας στελεχών. Χωρίς αυτό είναι αδύνατο να ξεριζωθούν αυτές οι θεωρίες, που έχουν αποχτήσει τη σταθερότητα προλήψεων. Γιατί μόνο με την πάλη ενάντια στις αστικές προλήψεις στον τομέα της θεωρίας μπορούμε να πετύχουμε το δυνάμωμα των θέσεων του μαρξισμού-λενινισμού (…)

Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

Υπάρχει μια πρόληψη που καλλιεργείται απ’ τους αστούς οικονομολόγους για τη λεγόμενη «ψαλίδα», ενάντια στην οποία πρέπει να κηρύξουμε αμείλιχτο πόλεμο, όπως και ενάντια σ’ όλες τις άλλες αστικές θεωρίες που δυστυχώς έχουν διάδοση στο σοβιετικό Τύπο. Εννοώ τη θεωρία ότι η Οχτωβριανή Επανάσταση έδωσε τάχα στην αγροτιά λιγότερα απ’ ό,τι η Επανάσταση του Φλεβάρη, ότι η Οχτωβριανή Επανάσταση, για να κυριολεκτήσουμε, δεν έδωσε τίποτα στην αγροτιά.

Σιγκομιδή σίτου στο κολχόζ «Σημαία της εργασίας»

Την πρόληψη αυτή την εκθείαζε κάποτε στον Τύπο μας ένας απ’ τους «Σοβιετικούς» οικονομολόγους. Είναι αλήθεια ότι ο «Σοβιετικός» αυτός οικονομολόγος παραιτήθηκε κατόπι απ’ τη θεωρία του. (Μια φωνή: «Ποιος είναι αυτός;»). Είναι ο Γκρόμαν. Τη θεωρία όμως αυτή την άρπαξε η τροτσκιστική-ζηνοβιεφική αντιπολίτευση και τη χρησιμοποίησε ενάντια στο Κόμμα. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να υποστηρίζουμε ότι δεν έχει και σήμερα πέραση στους κύκλους της «σοβιετικής» κοινής γνώμης.Το ζήτημα αυτό είναι πολύ σοβαρό, σύντροφοι. Θίγει το πρόβλημα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Θίγει το πρόβλημα της εξάλειψης της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Θίγει το εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα της «ψαλίδας». Γι’ αυτό νομίζω ότι αξίζει να ασχοληθούμε μ’ αυτή την παράξενη θεωρία.

Είναι αλήθεια ότι οι αγρότες δεν πήραν τίποτε απ’ την Οχτωβριανή Επανάσταση; Ας δούμε τα γεγονότα.

Εχω στα χέρια μου το γνωστό πίνακα του γνωστού στατιστικού σ. Νέμτσινοφ, που δημοσιεύτηκε στο άρθρο μου «Στο μέτωπο των σιτηρών» (σημ. Ι.Β. Στάλιν, Απαντα, τόμος 11, σελ.94-112). Από τον πίνακα αυτόν φαίνεται ότι πριν την επανάσταση οι τσιφλικάδες «παρήγαγαν» όχι λιγότερα από 600 εκατομμύρια πούτια σιτηρά. Συνεπώς οι τσιφλικάδες κρατούσαν τότε στα χέρια τους 600 εκατομμύρια σιτηρά.

Οι κουλάκοι «παρήγαγαν» τότε, σύμφωνα με τον πίνακα αυτό, 1.900.000.000 πούτια σιτηρά. Ηταν πολύ μεγάλη δύναμη η δύναμη που διέθεταν τότε οι κουλάκοι.

Η φτωχολογιά και οι μεσαίοι αγρότες παρήγαγαν σύμφωνα με τον ίδιο πίνακα 2.500.000.000 πούτια σιτηρά.

Αυτή την εικόνα παρουσίαζε η κατάσταση στο παλιό χωριό πριν απ’ την Οχτωβριανή Επανάσταση.

Ποιες αλλαγές συντελέστηκαν στο χωριό ύστερα από τον Οχτώβρη; Παίρνω τους αριθμούς απ’ τον ίδιο πίνακα. Ας πάρουμε λόγου χάρη το 1927. Πόσα παρήγαγαν το χρόνο αυτό οι τσιφλικάδες; Είναι ξεκάθαρο πως δεν παρήγαγαν τίποτα και δεν μπορούσαν να παραγάγουν, γιατί τους τσιφλικάδες τους εξάλειψε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Καταλαβαίνετε ότι αυτό δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει μεγάλη ανακούφιση για την αγροτιά, γιατί οι αγρότες απαλλάχτηκαν απ’ το ζυγό του τσιφλικά. Αυτό φυσικά είναι μεγάλο κέρδος για την αγροτιά, κέρδος που το απόχτησε από την Οχτωβριανή Επανάσταση.

Τα προβατοτροφεία του κολχόζ «Πομπέντα» της ΣΣΔ Κιργιζίας

Πόσα παρήγαγαν οι κουλάκοι το 1927; 600 εκατομμύρια πούτια σιτηρά, αντί 1.900.000.000 πούτια. Συνεπώς οι κουλάκοι εξασθένησαν πάνω από τρεις φορές στην περίοδο ύστερα απ’ την Οχτωβριανή Επανάσταση. Καταλαβαίνετε ότι αυτό δεν μπορούσε παρά να ανακουφίσει την κατάσταση της φτωχολογιάς και των μεσαίων αγροτών.Και πόσα παρήγαγαν το 1927 η φτωχολογιά και οι μεσαίοι αγρότες; 4 δισεκατομμύρια πούτια, αντί 2.500.000.000 πούτια. Συνεπώς, η φτωχολογιά και οι μεσαίοι αγρότες άρχισαν να παράγουν ύστερα απ’ την Οχτωβριανή Επανάσταση 1,5 δισεκατομμύρια περισσότερα σιτηρά απ’ ό,τι πριν από την επανάσταση.

Ορίστε γεγονότα που δείχνουν ότι οι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες είχαν κολοσσιαίο κέρδος απ’ την Οχτωβριανή Επανάσταση.

Να τι έδωσε η Οχτωβριανή Επανάσταση στους φτωχούς και τους μεσαίους αγρότες.

Πώς μπορεί να ισχυρίζεται κανείς ύστερα απ’ όλα αυτά ότι η Οχτωβριανή Επανάσταση δεν έδωσε τίποτα στους αγρότες;

Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ, σύντροφοι. Η Οχτωβριανή Επανάσταση κατάργησε την ατομική ιδιοκτησία πάνω στη γη, κατάργησε την αγοραπωλησία της γης, εθνικοποίησε τη γη. Και τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι ο αγρότης, για να παράγει σιτηρά, δεν έχει καθόλου ανάγκη τώρα να αγοράζει γη. Παλιότερα ο αγρότης χρόνια ολόκληρα μάζευε χρήματα για να αποχτήσει γη, βουτιόταν στα χρέη, υποδουλωνόταν, μόνο και μόνο για ν’ αγοράσει γη. Φυσικά τα έξοδα για την αγορά γης επιβάρυναν το κόστος παραγωγής των σιτηρών. Σήμερα ο αγρότης δεν έχει ανάγκη απ’ όλα αυτά. Σήμερα μπορεί να παράγει σιτηρά χωρίς να αγοράζει γη. Συνεπώς, εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια, που τα ξόδευαν οι αγρότες για αγορά γης, μένουν τώρα στην τσέπη των αγροτών. Ε, τι λέτε, ανακουφίζει τον αγρότη ή δεν τον ανακουφίζει; Είναι φανερό πως τον ανακουφίζει.

Παρακάτω. Ως τελευταία ο αγρότης ήταν αναγκασμένος να σκαλίζει τη γη με παλιά εργαλεία, δουλεύοντας ατομικά. Είναι γνωστό στον καθένα ότι η ατομική εργασία, που γίνεται με παλιά και σήμερα ακατάλληλα πια εργαλεία παραγωγής, δε δίνει τα κέρδη που είναι απαραίτητα για να ζήσει υποφερτά, να καλυτερεύσει συστηματικά την υλική του κατάσταση, ν’ αναπτύξει τον πολιτισμό του και να βγει στον πλατύ δρόμο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Τώρα ύστερα από την εντατική ανάπτυξη του κολχόζνικου κινήματος, οι αγρότες έχουν τη δυνατότητα να ενώσουν τη δουλειά τους με τη δουλειά των γειτόνων τους, να ενωθούν σε κολχόζ, να εκχερσώσουν τις χέρσες εκτάσεις, να εφοδιαστούν με μηχανές και τρακτέρ, και ν’ ανεβάσουν έτσι την παραγωγικότητα της εργασίας τους δυό, αν όχι τρεις, φορές. Και τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες έχουν τώρα τη δυνατότητα χάρη στην ένωσή τους σε κολχόζ, να παράγουν με την ίδια δαπάνη εργασίας πολύ περισσότερα απ’ όσα παρήγαγαν πρωτύτερα. Σημαίνει συνεπώς ότι η παραγωγή σιτηρών γίνεται πολύ φθηνότερη απ’ ό,τι ως τελευταία. Σημαίνει τέλος ότι, με τιμές σταθερές, ο αγρότης μπορεί να εισπράξει για τα σιτηρά του πολύ περισσότερα απ’ όσα εισέπραττε ως τώρα.

Πώς μπορεί ύστερα απ’ όλα αυτά να ισχυρίζεται κανείς ότι η Οχτωβριανή Επανάσταση δεν έφερε κέρδος στην αγροτιά;

Μήπως δεν είναι ξεκάθαρο ότι οι άνθρωποι που λένε τέτοιες ψευδολογίες συκοφαντούν ολοφάνερα το Κόμμα και τη Σοβιετική εξουσία;

Τι βγαίνει όμως απ’ όλα αυτά;

Απ’ όλα αυτά βγαίνει πως το ζήτημα της «ψαλίδας» το ζήτημα της εξάλειψης της «ψαλίδας» πρέπει να τεθεί με καινούριο τρόπο. Απ’ όλα αυτά βγαίνει πως, αν το κολχόζνικο κίνημα θα εξακολουθήσει ν’ αναπτύσσεται με τους σημερινούς ρυθμούς, η «ψαλίδα» θα εξαλειφθεί στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Απ’ όλα αυτά βγαίνει πως το ζήτημα των σχέσεων πόλης και χωριού τοποθετείται πάνω σε καινούρια βάση, πως η αντίθεση πόλης και χωριού θα σβήνει με επιταχυνόμενους ρυθμούς.

Το γεγονός αυτό έχει, σύντροφοι, τεράστια σημασία για όλη την ανοικοδόμησή μας. Μεταπλάθει την ψυχολογία του αγρότη και τον στρέφει προς την πόλη. Δημιουργεί το έδαφος για την εξάλειψη της αντίθεσης πόλης και χωριού. Δημιουργεί το έδαφος για να συμπληρωθεί το σύνθημα του κόμματος «να στραφούμε προς το χωριό» με το σύνθημα των αγροτών-κολχόζνικων «να στραφούμε προς την πόλη».

Και σ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό, γιατί ο αγρότης παίρνει τώρα απ’ την πόλη μηχανές, τρακτέρ, γεωπόνους, οργανωτές, τέλος, άμεση βοήθεια για την καταπολέμηση και την κατανίκηση των κουλάκων. Ο αγρότης του παλιού τύπου με τη δυσπιστία του αγριμιού απέναντι στην πόλη, που τη θεωρούσε ληστή, περνά σε δεύτερη μοίρα. Τον αντικαθιστά ο καινούριος αγρότης, ο αγρότης-κολχόζνικος, που βλέπει την πόλη με την ελπίδα ότι θα πάρει απ’ εκεί πραγματική παραγωγική βοήθεια. Στη θέση του αγρότη του παλιού τύπου, που φοβόταν μην πέσει το επίπεδο της φτωχολογιάς και που μονάχα κλέφτικα ανέβαινε ως τη θέση του κουλάκου (μπορούσαν να του στερήσουν το εκλογικό δικαίωμα!), έρχεται ο καινούριος αγρότης που έχει καινούρια προοπτική: να μπει στο κολχόζ και να γλιτώσει απ’ την αθλιότητα και την αμάθεια για να βγει στον πλατύ δρόμο της οικονομικής και πολιτιστικής ανόδου.

Να τι τροπή παίρνουν τα πράγματα, σύντροφοι.

Αυτό κάνει ακόμα πιο θλιβερό, σύντροφοι, το γεγονός ότι οι θεωρητικοί μας του αγροτικού ζητήματος δεν πήραν όλα τα μέτρα για να κουρελιάσουν και να ξεριζώσουν κάθε αστική θεωρία, που προσπαθεί να δυσφημήσει τις καταχτήσεις της Οχτωβριανής Επανάστασης και το αναπτυσσόμενο κολχόζνικο κίνημα.

ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΧΟΖ

Τα κολχόζ σαν τύπος νοικοκυριού είναι μια απ’ τις μορφές της σοσιαλιστικής οικονομίας. Εδώ δε χωράει καμιά αμφιβολία.

Ενας από τους ομιλητές πήρε το λόγο εδώ για να δυσφημήσει τα κολχόζ. Μας βεβαίωσε πως τα κολχόζ σαν οικονομικές οργανώσεις δεν έχουν τίποτα το κοινό με τη σοσιαλιστική μορφή της οικονομίας. Είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω, σύντροφοι, πως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός των κολχόζ είναι ολότελα λαθεμένος. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν έχει τίποτα το κοινό με την πραγματικότητα.

Από τι καθορίζεται ο τύπος μιας οικονομίας; Είναι φανερό ότι καθορίζεται απ’ τις σχέσεις των ανθρώπων στο προτσές της παραγωγής. Πραγματικά, από τι άλλο μπορεί να καθοριστεί ο τύπος μιας οικονομίας; Μήπως όμως υπάρχει στο κολχόζ τάξη ανθρώπων που είναι ιδιοχτήτες των μέσων παραγωγής και τάξη ανθρώπων που στερούνται αυτά τα μέσα παραγωγής; Μήπως υπάρχει στο κολχόζ τάξη εκμεταλλευτών και τάξη εκμεταλλευομένων; Μήπως το κολχόζ δεν εκπροσωπεί την κοινωνικοποίηση των βασικών εργαλείων παραγωγής στη γη, που ανήκει στο κράτος; Ποια βάση υπάρχει για να ισχυρίζεται κανείς ότι τα κολχόζ, σαν τύπος νοικοκυριού, δεν εκπροσωπούν μια απ’ τις μορφές της σοσιαλιστικής οικονομίας;

Φυσικά, στα κολχόζ υπάρχουν αντιθέσεις. Φυσικά, στα κολχόζ υπάρχουν ατομικιστικές και κουλάκικες ακόμα επιβιώσεις, που δεν εξαφανίστηκαν ακόμα, μα που θα εξαφανιστούν το δίχως άλλο με την πάροδο του χρόνου, στο βαθμό που θα δυναμώνουν τα κολχόζ, στο βαθμό που θα μηχανοποιούνται. Μήπως όμως μπορεί ν’ αρνηθεί κανείς ότι τα κολχόζ στο σύνολό τους, παρμένα με τις αντιθέσεις και τις ελλείψεις τους, τα κολχόζ σαν οικονομικό γεγονός, αποτελούν βασικά έναν καινούριο δρόμο ανάπτυξης του χωριού, το δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης του χωριού, σ’ αντίθεση με τον κουλάκικο, με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης; Μήπως μπορεί ν’ αρνηθεί κανείς ότι τα κολχόζ (μιλώ για τα κολχόζ και όχι για τα ψευτοκολχόζ) αποτελούν μέσα στις δικές μας συνθήκες τη βάση και την εστία της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης στο χωριό, που διαμορφώθηκαν οι άγριες συγκρούσεις με τα καπιταλιστικά στοιχεία;

Δεν είναι μήπως ξεκάθαρο ότι οι απόπειρες ορισμένων συντρόφων να δυσφημήσουν τα κολχόζ και να τα ανακηρύξουν αστική μορφή οικονομίας είναι εντελώς αστήριχτες;

Το 1923 δεν υπήρχε ακόμα στη χώρα μας μαζικό κολχόζνικο κίνημα. Ο Λένιν στην μπροσούρα του «Για το συνεταιρισμό» είχε υπόψη του όλα τα είδη συνεταιρισμών, και τις κατώτερες μορφές τους (προμηθευτικοί – καταναλωτικοί συνεταιρισμοί) και τις ανώτερες (κολχόζνικη μορφή). Τι έλεγε λοιπόν τότε για τους συνεταιρισμούς, για τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις; Να, μια περικοπή απ’ την μπροσούρα του Λένιν «Για το συνεταιρισμό»:

«Στο σημερινό μας καθεστώς οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις διαφέρουν από τις ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις στο ότι είναι επιχειρήσεις συλλογικές, δε διαφέρουν όμως από τις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις, αν η γη όπου ιδρύονται και τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος, δηλαδή στην εργατική τάξη»,(τομ. 27ος, σελ. 396 – ρωσική 4η έκδοση των «Απάντων»).

Συνεπώς ο Λένιν παίρνει τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις όχι αυτές καθεαυτές, μα σε σχέση με το σημερινό μας καθεστώς, σε σχέση με το γεγονός ότι λειτουργούν πάνω σε γη που ανήκει στο κράτος και σε χώρα όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος και εξετάζοντάς τα με αυτόν τον τρόπο, ο Λένιν υποστηρίζει ότι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις δε διαφέρουν από τις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις.

Αυτά λέει ο Λένιν για τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις γενικά.

Δεν είναι μήπως φανερό ότι έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να πούμε το ίδιο πράγμα για τα κολχόζ της περιόδου μας;

Ετσι, ανάμεσα στ’ άλλα, εξηγείται και το γεγονός ότι ο Λένιν θεωρεί «την απλή ανάπτυξη του συνεταιρισμού» στις δικές μας συνθήκες «ταυτόσημη με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού».

Βλέπετε ότι ο ομιλητής, που ανάφερα πιο πάνω, έκανε ένα χοντροειδέστατο λάθος απέναντι στο λενινισμό, όταν δυσφημούσε τα κολχόζ.

Απ’ αυτό το λάθος απορρέει κι ένα άλλο λάθος του, που έχει σχέση με την ταξική πάλη στα κολχόζ. Ο ομιλητής αυτός περιέγραψε με τόσο ζωντανά χρώματα την ταξική πάλη μέσα στα κολχόζ που θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι η ταξική πάλη μέσα στα κολχόζ δε διαφέρει απ’ την ταξική πάλη έξω από τα κολχόζ. Κάτι περισσότερο: Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι η ταξική πάλη γίνεται ακόμα πιο σκληρή μέσα στα κολχόζ. Εξάλλου ο ομιλητής που ανάφερα δεν είναι ο μόνος που έκανε λάθος σ’ αυτό το ζήτημα. Οι φλυαρίες για την ταξική πάλη, οι κραυγές και οι στριγγλιές σχετικά με την ταξική πάλη μέσα στα κολχόζ αποτελούν σήμερα το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των «αριστερών» φωνακλάδων μας. Και το πιο κωμικό σ’ αυτές τις κραυγές είναι ότι οι ξεφωνητάδες αυτοί «βλέπουν» ταξική πάλη εκεί όπου δεν υπάρχει ή σχεδόν δεν υπάρχει, δεν την βλέπουν όμως εκεί όπου υπάρχει και ξεχειλίζει.

Υπάρχουν άραγε στοιχεία ταξικής πάλης μέσα στα κολχόζ; Ναι, υπάρχουν. Δεν μπορεί να μην υπάρχουν στοιχεία ταξικής πάλης μέσα στα κολχόζ, μια και σ’ αυτά διατηρούνται ακόμα επιβιώσεις ατομικιστικής ή ακόμα και κουλάκικης ψυχολογίας, μια και υπάρχει ακόμα σ’ αυτά κάποια ανισότητα στην ολική κατάσταση. Μπορούμε άραγε να πούμε πως η ταξική πάλη μέσα στα κολχόζ είναι ταυτόσημη με την ταξική πάλη έξω από τα κολχόζ; Οχι, δεν μπορούμε. Αυτού ακριβώς βρίσκεται το λάθος που κάνουν οι «αριστεροί» φρασεολόγοι μας, ότι δηλαδή δε βλέπουν αυτή τη διαφορά.

Τι σημαίνει ταξική πάλη έξω από τα κολχόζ, πριν από το σχηματισμό των κολχόζ; Σημαίνει πάλη ενάντια στον κουλάκο, που κατέχει τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής και υποδουλώνει τη φτωχολογιά μ’ αυτά τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής. Η πάλη αυτή είναι πάλη ζωής ή θανάτου.

Τι σημαίνει όμως ταξική πάλη με βάση τα κολχόζ; Σημαίνει, πριν απ’ όλα, πως ο κουλάκος τσακίστηκε και στερήθηκε τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής.

Σημαίνει, δεύτερο, πως οι φτωχοί και οι μεσαίοι αγρότες έχουν ενωθεί σε κολχόζ, με βάση την κοινωνικοποίηση των βασικών εργαλείων και μέσων παραγωγής. Σημαίνει, τέλος, πως πρόκειται για την πάλη ανάμεσα στα μέλη των κολχόζ, από τα οποία μερικά δεν απαλλάχτηκαν ακόμα από τις ατομικιστικές και κουλάκικες επιβιώσεις και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους μια κάποια ανισότητα που υπάρχει στα κολχόζ, ενώ τα άλλα θέλουν να εξοστρακίσουν από τα κολχόζ αυτές τις επιβιώσεις κι αυτή την ανισότητα. Δεν είναι φανερό ότι μονάχα τυφλοί δεν μπορούν να δουν τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην ταξική πάλη με βάση τα κολχόζ και την ταξική πάλη έξω από τα κολχόζ;

Θα ‘ταν λάθος να νομίσει κανείς πως μια κι έχουμε κολχόζ, έχουμε και όλα τα απαραίτητα για την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ακόμα πιο μεγάλο λάθος θα ‘ταν να νομίσει κανείς ότι τα μέλη των κολχόζ μεταβλήθηκαν κιόλας σε σοσιαλιστές. Οχι, θα χρειαστεί πολλή ακόμα δουλειά για να μεταπλάσουμε τον κολχόζνικο αγρότη, για να διορθώσουμε την ατομικιστική του ψυχολογία και να τον κάνουμε πραγματικό δουλευτή της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Και αυτό θα γίνει τόσο πιο γρήγορα, όσο πιο γρήγορα θα μηχανοποιηθούν τα κολχόζ, όσο πιο γρήγορα θα εφοδιαστούν με τρακτέρ. Αυτό όμως δε μειώνει καθόλου την τεράστια σημασία των κολχόζ σαν μοχλού για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό του χωριού. Η μεγάλη σημασία των κολχόζ βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αποτελούν την κύρια βάση για τη χρησιμοποίηση των μηχανών και των τρακτέρ στη γεωργία, ότι αποτελούν την κύρια βάση για την αναμόρφωση του αγρότη, για τη μετάπλαση της ψυχολογίας του στο πνεύμα του σοσιαλισμού. Ο Λένιν είχε δίκιο όταν έλεγε:

«Το έργο της μετάπλασης του μικρού γεωργού, της μετάπλασης ολόκληρης της ψυχολογίας του και των συνηθειών του είναι έργο που απαιτεί γενεές. Μόνο η υλική βάση, η τεχνική, η χρησιμοποίηση σε μαζική κλίμακα τρακτέρ και μηχανών στη γεωργία, ο εξηλεκτρισμός σε μεγάλη έκταση μπορούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα σε σχέση με το μικρό γεωργό, να εξυγιάνουν, ας το πούμε έτσι, όλη την ψυχολογία του»(τομ. 26ος, σελ. 239).

Ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί ότι τα κολχόζ είναι ακριβώς εκείνη η μορφή σοσιαλιστικής οικονομίας, που μόνο μέσω της μπορούν τα πολλά εκατομμύρια των αγροτών με μικρό ατομικό νοικοκυριό να περάσουν στη μεγάλη οικονομία με τις μηχανές και τα τρακτέρ της, που είναι οι μοχλοί της οικονομικής ανόδου, οι μοχλοί της σοσιαλιστικής ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας;

Ολα αυτά τα ξέχασαν οι «αριστεροί» μας φρασεολόγοι.

Τα ξέχασε και ο ομιλητής μας.

ΟΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Τέλος, το ζήτημα των ταξικών ανακατατάξεων στη χώρα και της επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της δουλειάς του κόμματός μας τον τελευταίο χρόνο είναι ότι εμείς, σαν κόμμα, σαν Σοβιετική εξουσία:

α) εξαπολύσαμε ολομέτωπη επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού,

β) η επίθεση αυτή έδωσε και εξακολουθεί να δίνει, όπως είναι γνωστό, πολύ αισθητά, θετικά αποτελέσματα.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει πως από την πολιτική του περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων περάσαμε στην πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης. Σημαίνει πως πραγματοποιήσαμε και εξακολουθούμε να πραγματοποιούμε μια από τις αποφασιστικές στροφές σ’ όλη την πολιτική μας.

Ως τον τελευταίο καιρό το κόμμα ακολουθούσε τη θέση του περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων. Είναι γνωστό ότι την πολιτική αυτή την είχε διακηρύξει το 8ο ακόμα Συνέδριο του κόμματος. Η ίδια πολιτική διακηρύχτηκε ξανά και στο 11ο Συνέδριο του κόμματός μας με την εισαγωγή της ΝΕΠ. Ολοι θυμούνται το γνωστό γράμμα του Λένιν σχετικά με τις θέσεις του Πρεομπραζένσκι(1922), όπου ο Λένιν επανέρχεται ξανά στο ζήτημα της ανάγκης να εφαρμοστεί μια τέτοια ακριβώς πολιτική. Τέλος, η πολιτική αυτή επικυρώθηκε από το 15ο Συνέδριο του κόμματός μας. Κι αυτή ακριβώς την πολιτική εφαρμόζαμε ως τελευταία.

Ηταν σωστή αυτή η πολιτική; Ναι, τότε ήταν απόλυτα σωστή. Μπορούσαμε πριν από πέντε ή τρία περίπου χρόνια να επιχειρήσουμε μια τέτοια επίθεση ενάντια στους κουλάκους; Μπορούσαμε τότε να υπολογίζουμε σε επιτυχία μιας τέτοιας επίθεσης; Οχι, δεν μπορούσαμε. Αυτό θα ‘ταν ο πιο επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός. Θα ‘ταν το πιο επικίνδυνο παιχνίδι με την επίθεση. Γιατί σίγουρα θα αποτυγχάναμε σ’ αυτό επάνω και αποτυγχάνοντας θα ενισχύαμε τις θέσεις των κουλάκων. Γιατί; Γιατί στη χώρα μας δεν υπήρχαν ακόμα εκείνα τα σημεία στήριξης στο χωριό, με τη μορφή ενός πλατιού διχτύου σοβχόζ και κολχόζ, που θα μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε σαν βάση για να επιχειρήσουμε αποφασιστική επίθεση ενάντια στους κουλάκους. Γιατί δεν είχαμε τότε τη δυνατότητα να αντικαταστήσουμε την καπιταλιστική παραγωγή του κουλάκου με τη σοσιαλιστική παραγωγή των κολχόζ και των σοβχόζ.

Το 1926-1927 η ζηνοβιεφική – τροτσκιστική αντιπολίτευση προσπαθούσε επίμονα να επιβάλει στο κόμμα πολιτική άμεσης επίθεσης ενάντια στους κουλάκους. Το κόμμα δεν ακολούθησε τον επικίνδυνο αυτόν τυχοδιωκτισμό, γιατί ήξερε πως σοβαροί άνθρωποι δεν μπορούν να επιτρέψουν στον εαυτό τους να παίζουν με την επίθεση. Η επίθεση ενάντια στους κουλάκους είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν πρέπει να τη συγχέουμε με τις ρητορικές επιδείξεις ενάντια στους κουλάκους. Δεν πρέπει επίσης να τη συγχέουμε με την πολιτική των γρατσουνισμάτων των κουλάκων, που προσπαθούσε επίμονα να επιβάλει στο κόμμα η ζηνοβιεφική – τροτσκιστική αντιπολίτευση. Επιτίθεμαι ενάντια στους κουλάκους θα πει: Τσακίζω τους κουλάκους και τους εξαλείφω σαν τάξη. Εξω απ’ αυτούς τους σκοπούς η επίθεση είναι ρητορική επίδειξη, γρατσούνισμα, αερολογία και ό,τι άλλο θέλετε, εκτός από αληθινή μπολσεβίκικη επίθεση. Επιτίθεμαι ενάντια στους κουλάκους θα πει: Προετοιμάζομαι γι’ αυτή τη δουλειά και χτυπώ τους κουλάκους, μα τους χτυπώ έτσι που να μην μπορούν πια να ορθωθούν στα πόδια τους. Αυτό λέμε ακριβώς εμείς οι μπολσεβίκοι αληθινή επίθεση. Μπορούσαμε άραγε πριν από πέντε ή τρία περίπου χρόνια να επιχειρήσουμε μια τέτοια επίθεση με ελπίδες επιτυχίας; Οχι, δεν μπορούσαμε.

Πραγματικά, το 1927 ο κουλάκος παρήγαγε πάνω από 600 εκατομμύρια πούτια σιτηρά κι από το ποσό αυτό πρόσφερε στην αγορά, εκτός από τις ποσότητες που πουλήθηκαν στην ίδια την ύπαιθρο, περίπου 130 εκατομμύρια πούτια. Η δύναμη αυτή ήταν αρκετά σοβαρή και δεν μπορούσαμε να μην την υπολογίζουμε. Και πόσα παρήγαγαν τότε τα κολχόζ και τα σοβχόζ μας; Περίπου 80 εκατομμύρια πούτια και απ’ αυτά έβγαλαν στην αγορά (εμπορεύσιμα σιτηρά) περίπου 35 εκατομμύρια πούτια. Κρίνετε μόνοι σας, αν μπορούσαμε τότε να αντικαταστήσουμε την παραγωγή του κουλάκου και τα εμπορεύσιμα σιτηρά του κουλάκου με την παραγωγή και τα εμπορεύσιμα σιτηρά των κολχόζ και των σοβχόζ μας; Είναι φανερό πως δεν μπορούσαμε.

Τι θα σήμαινε μέσα σε τέτοιες συνθήκες να επιχειρήσουμε αποφασιστική επίθεση ενάντια στους κουλάκους; Θα σήμαινε ότι θα αποτυχαίναμε στα σίγουρα, θα ενισχύαμε τις θέσεις των κουλάκων και θα μέναμε χωρίς ψωμί. Να γιατί δεν μπορούσαμε και δεν έπρεπε να επιχειρήσουμε τότε αποφασιστική επίθεση ενάντια στους κουλάκους, παρ’ όλες τις τυχοδιωκτικές ρητορικές επιδείξεις της ζηνοβιεφικής – τροτσκιστικής αντιπολίτευσης.

Τώρα όμως; Πώς έχουν τώρα τα πράγματα; Τώρα στη χώρα μας έχουμε αρκετή υλική βάση για να χτυπήσουμε τους κουλάκους, να τσακίσουμε την αντίστασή τους, να τους εξαλείψουμε σαν τάξη και να αντικαταστήσουμε την παραγωγή τους με την παραγωγή των κολχόζ και των σοβχόζ. Είναι γνωστό ότι η παραγωγή σιτηρών των κολχόζ και των σοβχόζ το 1929 δεν ήταν μικρότερη από 400 εκατομμύρια πούτια (κατά 200 εκατομμύρια πούτια μικρότερη από τη συνολική παραγωγή των κουλάκικων νοικοκυριών το 1927). Είναι γνωστό ακόμα ότι το 1929 τα κολχόζ και τα σοβχόζ έδωσαν πάνω από 130 εκατομμύρια πούτια εμπορεύσιμα σιτηρά (δηλαδή περισσότερα απ’ όσα έδωσαν οι κουλάκοι το 1927). Είναι γνωστό, τέλος, ότι το 1930 η συνολική παραγωγή σιτηρών των κολχόζ και των σοβχόζ δε θα ‘ναι μικρότερη από 900 εκατομμύρια πούτια (δηλαδή θα ‘ναι μεγαλύτερη από τη συνολική παραγωγή των κουλάκων στα 1927), ενώ τα εμπορεύσιμα σιτηρά που θα δώσουν δε θα ‘ναι λιγότερα από 400 εκατομμύρια πούτια (δηλαδή θα ‘ναι ασύγκριτα περισσότερα απ’ όσα έδωσαν οι κουλάκοι στα 1927).

Να, σύντροφοι, πώς έχουν τώρα τα πράγματα.

Να τι αλλαγές συντελέστηκαν στην οικονομία της χώρας μας.

Οπως βλέπετε, τώρα έχουμε την υλική βάση για να αντικαταστήσουμετην παραγωγή του κουλάκου με την παραγωγή των κολχόζ και των σοβχόζ. Γι’ αυτό ακριβώς η αποφασιστική επίθεσή μας ενάντια στους κουλάκους σημειώνει τώρα αναμφισβήτητη επιτυχία.

Να πώς πρέπει να επιτιθέμαστε ενάντια στους κουλάκους, αν θέλουμε να μιλάμε για πραγματική και αποφασιστική επίθεση και όχι να περιοριζόμαστε σε κούφιες ρητορικές επιδείξεις ενάντια στους κουλάκους.

Να γιατί περάσαμε τον τελευταίο καιρό από την πολιτική του περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων στην πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης.

Καλά, και τι θα γίνει με την πολιτική της απαλλοτρίωσης των κουλάκων, μπορούμε να επιτρέψουμε την απαλλοτρίωση των κουλάκων στις περιοχές της συμπαγούς κολεχτιβοποίησης; – ρωτούν από δω και από κει. Γελοία ερώτηση! Δεν μπορούσαμε να επιτρέψουμε την απαλλοτρίωση των κουλάκων, όσο ακολουθούσαμε την άποψη του περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων, όσο δεν είχαμε τη δυνατότητα να περάσουμε σε αποφασιστική επίθεση ενάντια στους κουλάκους, όσο δεν είχαμε τη δυνατότητα να αντικαταστήσουμε την παραγωγή του κουλάκου με την παραγωγή των κολχόζ και των σοβχόζ. Τότε η πολιτική που δεν επέτρεπε την απαλλοτρίωση των κουλάκων ήταν αναγκαία και σωστή. Τώρα όμως; Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα έχουμε τη δυνατότητα να αναλάβουμε αποφασιστική επίθεση ενάντια στους κουλάκους, να τσακίσουμε την αντίστασή τους, να τους εξαλείψουμε σαν τάξη, και ν’ αντικαταστήσουμε την παραγωγή τους με την παραγωγή των κολχόζ και των σοβχόζ. Τώρα η απαλλοτρίωση των κουλάκων γίνεται από τις ίδιες τις φτωχομεσαίες μάζες που πραγματοποιούν τη συμπαγή κολεχτιβοποίηση. Τώρα η απαλλοτρίωση των κουλάκων στις περιφέρειες της συμπαγούς κολεχτιβοποίησης δεν είναι πια απλό διοικητικό μέτρο. Τώρα η απαλλοτρίωση των κουλάκων αποτελεί στις περιφέρειες αυτές συστατικό μέρος της ίδρυσης και της ανάπτυξης των κολχόζ. Γι’ αυτό είναι γελοίο και δείχνει έλλειψη σοβαρότητας το να επεκταθεί κανείς τώρα στο ζήτημα της απαλλοτρίωσης των κουλάκων. Οταν κοπεί το κεφάλι, δεν κλαίνε για τα μαλλιά.

Δεν είναι λιγότερα γελοία και μια άλλη ερώτηση: Αν μπορούμε ν’ αφήσουμε τον κουλάκο να μπει στο κολχόζ. Και βέβαια δεν μπορούμε να τον αφήσουμε. Δεν μπορούμε, γιατί είναι άσπονδος εχθρός του κολχόζνικου κινήματος.