Οι Έλληνες εφοπλιστές που έσπασαν το εμπάργκο κατά του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική – ο ρόλος της ομογένειας στη στήριξη του καθεστώτος

Απαρτχάιντ: το βάρβαρο καθεστώς του ρατσισμού στη Ν. Αφρική

Δυστυχώς, η ομόθυμη αυτή αποδοκιμασία του απάνθρωπου καθεστώτος είναι κάπως όψιμη. Κατόπιν εορτής. Τότε που είχε σημασία η διεθνής απομόνωση της πολιτικής του απαρτχάιντ, οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις δεν διακινδύνευαν να κακοκαρδίσουν τους τόσο πλούσιους σε ορυκτά και χρυσό «συμμάχους» τους και πίσω από τις διαμαρτυρίες των ανθρωπιστικών οργανώσεων, αλλά ακόμα και του ΟΗΕ, διέκριναν παντού σοβιετικό δάκτυλο.
Το ζήτημα αυτό αφορά ιδιαίτερα και την Ελλάδα που επί μισό σχεδόν αιώνα κρυβόταν πίσω από το δάκτυλό της και, ενώ στα λόγια καταδίκαζε την απάνθρωπη καταπίεση της μαύρης πλειοψηφίας, δίσταζε να προχωρήσει σε οποιοδήποτε μέτρο που όχι μόνο θα στεναχωρούσε τους έλληνες ομογενείς στο Γιοχάνεσμπουργκ και το Κέιπ Τάουν, αλλά θα δυσκόλευε και τη δράση των δαιμόνιων συμπατριωτών μας (κυρίως εφοπλιστών), οι οποίοι συνηθίζουν να εκμεταλλεύονται με το αζημίωτο παρόμοιες «ευκαιρίες».

Οι ομογενείς και το καθεστώς

Οσα ακολουθούν δεν αναφέρονται στους δηλωμένους υπερασπιστές κάθε είδους ρατσιστικής διακυβέρνησης. Δεν αναφέρονται δηλαδή στα στελέχη της ακροδεξιάς και ειδικότερα του ΛΑΟΣ που από τα έντυπά τους και το κομματικό τους κανάλι έχουν κατ’ επανάληψη εξάρει τις αρετές του νοτιοαφρικανικού ρατσιστικού καθεστώτος. Δεν αναφερόμαστε λ.χ. στους συνεργάτες του Καρατζαφέρη Βίρλα και Μιχαλόπουλο, οι οποίοι όχι μόνο καταγγέλλουν τον κομμουνιστή ΜαντΒέλα, αλλά μιλούν για «υποτιθέμενο ρατσιστικό καθεστώς», το οποίο ίδρυσε ο «μεγάλος οραματιστής» Φερβούρντ (Τηλεάστυ, 20.6.02). Δεν μιλάμε ούτε για το άλλο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΑΟΣ, που έγραψε ολόκληρο βιβλίο για να μεταφέρει τις απόψεις του πρεσβευτή της Νότιας Αφρικής στην Ελλάδα και να καταγγείλει ως «τρομοκρατική οργάνωση» το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και να δικαιολογήσει τη φυλάκιση του Μαντέλα (Ιωάννης Γιαννάκενας, «Αναζητώντας την αλήθεια για τη Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής», εκδ. «Πρωτοβουλία»).

Το θέμα μας είναι οι υπόλοιποι, οι ευυπόληπτοι δημοκράτες όλου του πολιτικού φάσματος που άργησαν τόσο πολύ να αντιληφθούν ότι το απαρτχάιντ δεν είναι «άλλη μία μορφή δυτικού πολιτεύματος» αλλά ένα καθεστώς βίας, καταναγκασμού και αίματος, ενώ ο φυλακισμένος Μαντέλα δεν είναι «τρομοκράτης» αλλά άξιος ηγέτης ενός ολόκληρου λαού! Συνήθως για να δικαιολογηθεί η ήπια ή αντιφατική στάση των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στο απαρτχάιντ γίνεται επίκληση στα συμφέροντα και τις θέσεις των εκπροσώπων του ελληνισμού στην ίδια τη Νότια Αφρική. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ο αριθμός των ομογενών στη χώρα έφτασε τους 170.000 την περίοδο 1963-1975, όταν το καθεστώς προωθούσε τη λευκή μετανάστευση για να ανατρέψει τα πληθυσμιακά δεδομένα στη χώρα. Μετά την έκρηξη της αντίστασης του μαύρου πληθυσμού και την αιματηρή καταστολή του 1976 πολλοί έλληνες μετανάστες επαναπατρίστηκαν ή μετακόμισαν σε άλλη χώρα. Ο αριθμός των ομογενών περιορίστηκε σε 80.000. Ενα δεύτερο κύμα φυγής παρατηρήθηκε κατά τη μεταβατική περίοδο του 1990, όταν πολλοί λευκοί φοβήθηκαν ότι θα υποστούν την εκδίκηση της μαύρης πλειοψηφίας.

Είναι αλήθεια ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ελληνικές κοινότητες της Νότιας Αφρικής ταυτίστηκαν απολύτως με το καθεστώς. Μιλώντας σε γεύμα του Πανελλήνιου Ελληνοαφρικανικού Συνδέσμου τον Ιούλιο του 1966 στην Αθήνα, ο επιτετραμένος της Νότιας Αφρικής εκφράστηκε με θερμά λόγια για το ρόλο του «νομοταγούς ελληνικού πληθυσμού» στη χώρα του και διαβεβαίωσε ότι «κατά τας εκτιμήσεις αμερολήπτων παρατηρητών, το 90% των ελληνικής καταγωγής νοτιοαφρικανών θετικώς υποστηρίζουν την πολιτικήν της κυβερνήσεώς μας».
Ο κ. Χάρβεϊ δεν είχε άδικο. Ενα χρόνο νωρίτερα, όταν η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου διανοήθηκε να διαθέσει μέσω του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών ποσό 1.000 (χιλίων) δολαρίων υπέρ των αγωνιζομένων για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, ξεσηκώθηκε όλη η ομογένεια. Σε συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε στις 20.7.1965 πολλοί ομιλητές της ελληνικής παροικίας του Κέιπ-Τάουν χαρακτήρισαν την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης ως απαράδεκτη. Διαμαρτυρία εξέδωσαν και οι Ελληνες της Πρετόρια, «οι οποίοι σημειωτέον τονίζουν ότι η απόφασις αυτή της ελληνικής κυβερνήσεως ενθαρρύνει τα ανατρεπτικά στοιχεία εις την Νότιον Αφρικήν. Αντίγραφα της εν λόγω διαμαρτυρίας πρόκειται να σταλούν εις τον βασιλέα των Ελλήνων, την ελληνικήν κυβέρνησιν και εις το υπουργείον Εξωτερικών της Νοτίου Αφρικής» («Το Βήμα», 22.7.1965).

Η ταύτιση με το απαρτχάιντ ήταν πρώτα απ’ όλα ταξική. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ο φυλετικός διαχωρισμός ήταν πρώτα απ’ όλα μια βαθιά τομή στον καταμερισμό εργασίας και ο λόγος της διατήρησής του ήταν ακριβώς η προστασία των οικονομικών και κοινωνικών προνομίων των λευκών. Το απαρτχάιντ υπήρξε εφαρμογή αποικιοκρατικού καθεστώτος στο εσωτερικό της ίδιας χώρας. Ο συντηρητικός έλληνας δημοσιογράφος Κώστας Καγκελάρης περιγράφει το 1986: «Τα σπίτια [των ομογενών] είναι άνετες εξοχικές κατοικίες, διαθέτουν μεγάλους κήπους, πισίνες, κτίσματα για το υπηρετικό προσωπικό, που είναι κυρίως μισθωτοί μαύροι και το απαραίτητο γκαράζ για δύο ή τρία αυτοκίνητα, ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας. Ενας μαύρος επίσης κηπουρός φροντίζει για την περιποίηση του κήπου και για τους πιο πολλούς Ελληνες ένας ακόμη για εξωτερικές δουλειές φροντίζει για τα ψώνια και φέρνει στο σπίτι τις εφημερίδες». Οσο για τις σχέσεις των ομογενών με τους μαύρους, τις περιγράφει με αφέλεια ή κυνισμό στο ίδιο βιβλίο ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ: «Είμαστε συμπαθείς στους μαύρους, γιατί τους έχουμε στην υπηρεσία μας και τους φροντίζουμε σαν να είναι μέλη της οικογένειάς μας».
Ηταν φυσικό, λοιπόν, οι Ελληνες να ταυτιστούν με το καθεστώς, γεγονός που, όπως γράφει ο Γιάννης Μαρκάκης, «αποδεικνύεται από τα σχόλια των ελληνόγλωσσων εφημερίδων, από τις ενέργειες των αξιωματούχων των κοινοτήτων και διάφορες χειρονομίες ομογενών, όπως τις χρηματικές δωρεές για τις νοτιοφρικανικές ένοπλες δυνάμεις, την απονομή βραβείου στον επικεφαλής των Σωμάτων Ασφαλείας μετά τις συνεχείς σφαγές των μαύρων διαδηλωτών το 1988 και τις έντονες και πικρόχολες διαμαρτυρίες εναντίον των ελληνικών κυβερνήσεων που συμμορφώθηκαν με τα μέτρα που έλαβαν τα Ηνωμένα Εθνη και η Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά εναντίον της Νότιας Αφρικής».

Ας μην ξαφνιαζόμαστε, λοιπόν, που ο πρόεδρος της ομοσπονδίας των ελληνικών κοινοτήτων Πέτρος Παΐζης υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του κυβερνητικού κόμματος ΑΝΡ, ενώ ο τελευταίος θιασώτης του απαρτχάιντ πρωθυπουργός Πίτερ Μπότα ευχαριστούσε «ιδιαιτέρως την ελληνική κοινότητα για την υποστήριξή της» την περίοδο πουκορυφωνόταν η προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να επιβάλει νέες κυρώσεις στη Νότια Αφρική (15.8.85).

Η συνεργασία με το απαρτχάιντ

Θα ήταν όμως αδικία να ρίξουμε όλο το φταίξιμο στην ελληνική ομογένεια. Πίσω από τη διφορούμενη επίσημη ελληνική στάση κρύβονται κυρίως άλλες σκοπιμότητες οικονομικής φύσης. Σημείο καμπής για τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών αποτελούν οι συνομιλίες που είχε με τους νοτιοαφρικανούς αρμόδιους η ειδική εμπορική επιτροπή που στάλθηκε από την Ελλάδα στο Γιοχάνεσμπουργκ και την Πρετόρια το καλοκαίρι του 1965, εν μέσω των «Ιουλιανών» (26.7-5.8.1965). Χάρη στην ιδιότυπη σύνθεση της επιτροπής, όπου εκτός από τους εκπροσώπους του ΕΒΕΑ, της ΔΕΗ, των ΣΕΚ και της ΕΤΒΑ μετείχαν και δύο δημοσιογράφοι, έχουν δημοσιευτεί αναλυτικές περιγραφές του περιεχομένου αυτών των συναντήσεων. Ο ένας από τους δύο δημοσιογράφους της επιτροπής, ο Γιάννης Μαρίνος, ήταν ήδη τότε διευθυντής του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», ενώ ο δεύτερος, ο Ευάγγελος Ανδρουλιδάκης, διευθυντής σύνταξης της «Ναυτεμπορικής». Ο μετέπειτα ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Μαρίνος με διαδοχικά πρωτοσέλιδα άρθρα του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» υποστηρίζει θερμά τη συνεργασία Ελλάδας-Νότιας Αφρικής και προτείνει να εκμεταλλευτεί η χώρα μας την απομόνωση του απαρτχάιντ από τις περισσότερες χώρες. Η πρότασή του είναι να λειτουργήσει η Ελλάδα ως ενδιάμεσος σταθμός για να σπάσει το εμπορικό μποϊκοτάζ του ΟΗΕ: «Η Νότιος Αφρική, συνεπεία της γνωστής πολιτικής του φυλετικού χωρισμού, που εφαρμόζεται υπό της κυβερνήσεώς της, αντιμετωπίζει από τινος χρόνου την οργανωμένην πολεμικήν των πλείστων χωρών και μάλιστα όχι μόνον εις τον πολιτικόν, αλλά και εις τον οικονομικόν τομέα. […] Ανεξαρτήτως της απολύτου ή μη επιτυχίας του εν λόγω μποϊκοτάζ, γεγονός είναι ότι το εξωτερικόν εμπόριον της Νοτίου Αφρικής έχει αρχίσει να δυσχεραίνεται. […] Η χώρα μας εκρίθη ως ιδανική διέξοδος διά τα εξαγωγικά πλεονάσματα της Νοτίου Αφρικής. Οχι φυσικά μόνον διά της απορροφήσεώς των υπό της περιορισμένης ελληνικής αγοράς. Εκείνο που κυρίως έχει σημασία είναι προφανώς ότι η Ελλάς θα δύναται να αποτελέσει ένα ιδανικό σταθμό τράνζιτο για τα αφρικανικά προϊόντα, τα οποία επανεξαγόμενα μετά από μίαν ελαφράν τελικήν επεξεργασίαν ή συσκευαζόμενα καταλλήλως θα ήτο ευχερέστερον να διατεθούν όχι μόνον εις την ευρωπαϊκήν, αλλά και εις τας Μεσανατολικάς ακόμη αγοράς, ως ελληνικά πλέον προϊόντα» (12.8.1965).

Αυτό που προτείνεται είναι δηλαδή το «ξέπλυμα» των νοτιοαφρικανικών προϊόντων με ένα μικρό πέρασμα από την Ελλάδα για να πάρουν την ελληνική σφραγίδα και να μην υπάγονται πλέον στο εμπάργκο του ΟΗΕ. Εκείνη την περίοδο διπλωματικός εκπρόσωπος της χώρας μας στη Νότια Αφρική ήταν ο Πέτρος Μολυβιάτης, ενώ διευθυντής μάρκετινγκ του Νοτιοαφρικανικού Οργανισμού Εξωτερικού Εμπορίου ο ομογενής Μιχαήλ Φασουλάκης. Ο κ. Μαρίνος σε επόμενο άρθρο του επιμένει: «Η κυβέρνησις της Νοτίου Αφρικής πιέζεται από το οικονομικό μποϊκοτάζ των άλλων χωρών. Ακριβώς δι’ αυτό ευρίσκεται η Ελλάς εις ισχυράν διαπραγματευτικήν θέσιν» (19.8.1965).
Είναι φυσικό ότι οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν επί κυβερνήσεων αποστατών ευοδώθηκαν κατά την περίοδο της δικτατορίας και κορυφώθηκαν με τη συμφωνία αεροπορικής σύνδεσης των δύο χωρών μέσω της Ολυμπιακής.

Οι αποκλεισμοί και η Ελλάδα

Η θεωρία του κ. Μαρίνου βρήκε πρόθυμους υποστηρικτές ύστερα από λίγα χρόνια, όταν η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ προχώρησε σε αυστηρό εμπάργκο πετρελαίου εναντίον της Νότιας Αφρικής θεωρώντας ότι πρέπει να πιέσει με κάθε τρόπο για την άρση του απαρτχάιντ. Ηδη από το 1963 είχε τεθεί σε συζήτηση στο πλαίσιο του ΟΗΕ το ζήτημα των κυρώσεων κατά της Νότιας Αφρικής και ειδικότερα το εμπάργκο όπλων και πετρελαίου. Η πρώτη σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης πάρθηκε στις 12.12.79, με 123 ψήφους υπέρ, 7 κατά (Δυτική Γερμανία, ΗΠΑ, Βέλγιο, Βρετανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο και Καναδάς) και 13 αποχές (ανάμεσά τους Ελλάδα, Αυστρία, Ιαπωνία, Ιταλία). Πανομοιότυπες αποφάσεις παίρνονταν κάθε χρόνο στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με παρόμοιες τοποθετήσεις των κρατών. Πάντως το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν επικύρωσε ποτέ την απόφαση αυτή όπως ζητούσε επίμονα η Γενική Συνέλευση, ώστε να καταστεί υποχρεωτική για τα κράτη-μέλη. Αντιδρούσαν με βέτο οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία.
Δεν ήταν βέβαια μόνο το εμπάργκο πετρελαίου. Σε όλους τους τομείς που επιβλήθηκαν από τα αρμόδια όργανα του ΟΗΕ αποκλεισμοί, διαπιστώνουμε ότι πολλοί γνωστοί Ελληνες επέλεξαν να τους σπάσουν και βρέθηκαν έτσι στις μαύρες λίστες που δημοσίευε κάθε χρόνο ο διεθνής οργανισμός. Σε παρόμοιες λίστες καλλιτεχνών θα συναντήσουμε τη Νάνα Μούσχουρη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Νίκο Ξανθόπουλο και την Ελσα Βεργή, ενώ μεταξύ των αθλητών που επισκέφτηκαν τη Νότια Αφρική θα βρούμε τα ονόματα της Αγγελικής Κανελλοπούλου (τένις), του Β. Καρατζά (γκολφ) και των Δημήτρη Παπανδρέου και Κώστα Λω (μηχανοκίνητος αθλητισμός).

Αλλά το εμπάργκο του πετρελαίου είχε ιδιαίτερο βάρος γιατί αποτελούσε πραγματική πίεση προς το καθεστώς. Και εδώ δυστυχώς είναι που μεγαλούργησαν οι συμπατριώτες μας. Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις του ειδικευμένου ανεξάρτητου γραφείου ερευνών SRB (Shipping Research Bureau), κατά την περίοδο 1979-1990 ελληνικές εταιρείες φέρονται αναμειγμένες σε τουλάχιστον 77 αποστολές μεταφοράς πετρελαίου προς τη Νότια Αφρική. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 το SRB διαπιστώνει ότι υπήρχαν αρκετές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων που φέρονται ότι ανέλαβαν μία μόνο παρόμοια αποστολή. Από το 1986 αυτές οι μεταφορές συγκεντρώνονται σε ορισμένους εφοπλιστικούς ομίλους και πολλαπλασιάζεται ο αριθμός τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ο όμιλος Λιβανού-Καρρά με 4 φορτία το διάστημα 1979-1985 και 12 μετά το 1986, ο όμιλος Λαιμού (2 και 12), Χατζηπατέρα (3 και 7), Κουλουκουντή (κανένα και 6) και Εμπειρίκου (κανένα και 4). Σε άλλη μελέτη ειδικά για την κρίσιμη περίοδο που κατέρρεε το απαρτχάιντ (1989-1991) το SRB διαπιστώνει ραγδαία αύξηση των ελληνικών φορτίων (49 σε σύνολο 122). Εδώ ξεχωρίζει ο όμιλος Εμπειρίκου (22 περιπτώσεις) και ακολουθούν οι Λιβανός-Καρράς (9 φορτία), Κουλουκουντής (7) και Χατζηπατέρας (5).

Στη μακρά λίστα αναφέρονται βέβαια και τα ονόματα άλλων γνωστών εφοπλιστικών ομίλων: Ωνάση, Λάτση, Αλαφούζου, Νομικού. Οσο για τα νούμερα, αυτά αφορούν μόνο τις βεβαιωμένες περιπτώσεις. Είναι σίγουρο ότι ο σχετικός κατάλογος είναι πολύ μεγαλύτερος, διότι οι μεταφορές αυτές γίνονταν κατά κανόνα με μεγάλη μυστικότητα, με μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο, με αλλαγές σημαίας και ονομασίας πλοίου, κ.λπ.
Αποκαλυπτική για τον τρόπο που αναμείχθηκε η χώρα μας στο σπάσιμο του εμπάργκο που είχε κηρύξει ο ΟΗΕ είναι το ναυάγιο του σούπερ τάνκερ «Σάλεμ» στα ανοιχτά των ακτών της Νότιας Αφρικής. Η υπόθεση θεωρείται μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη ναυταπάτη της ιστορίας. Ναυλωμένο από εταιρεία με έδρα τον Πειραιά και με έλληνα πλοίαρχο και πρώτο μηχανικό το «Σάλεμ» ναυάγησε τον Ιανουάριο του 1980 στα ανοιχτά της Δυτικής Αφρικής και έχασε υποτίθεται το φορτίο του. Οπως αποδείχτηκε είχε ξεφορτώσει πρώτα στο λιμάνι του Ντάρμπαν της Νότιας Αφρικής σπάζοντας το εμπάργκο και ναυάγησε για να καλυφτεί η απαγορευμένη πώληση και να αποζημιωθεί από την ασφαλιστική του εταιρεία.

Ειρωνεία της τύχης: το κρίσιμο διάστημα που κορυφωνόταν η προσπάθεια του ΟΗΕ να σκληρύνει τις κυρώσεις κατά του νοτιοαφρικανικού καθεστώτος, διευθυντής του Κέντρου Εναντίον των Φυλετικών Διακρίσεων (απαρτχάιντ) και αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Οργανισμού ήταν ένας Ελληνας, ο Σωτήρης Μουσούρης.

Πηγή: http://www.iospress.gr.

Ο Καρλ Μαρξ για τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού

Καρλ Μαρξ

Εισαγωγή

Η οικονομική κρίση στις καπιταλιστικές οικονομίες αναζωπύρωσε τις συζητήσεις, για το χαρακτήρα της, την αιτία της, την αντιμετώπισή της, τις μορφές διαχείρισής της, προκειμένου οι συνέπειες για το κεφάλαιο να είναι όσο γίνεται λιγότερο οδυνηρές. Αλλωστε, κρίση σημαίνει και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, επομένως και ενός τμήματος του κεφαλαίου. Το τελευταίο είναι υπερτιμημένο και πρέπει να έρθει στα ίσα του, αυτό θα το κάνει η κρίση, αλλά ταυτόχρονα ωθεί και στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Οδυνηρές, βεβαίως, είναι οι συνέπειες για την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα στα οποία ρίχνουν τα βάρη της κρίσης οι αστικές κυβερνήσεις. Οι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος, ανάμεσά τους και οι οπορτουνιστές, ανάγοντας την αιτία της οικονομικής κρίσης στη μορφή διαχείρισης, αφαιρούν ή συγκαλύπτουν το έδαφος στο οποίο εκδηλώνεται, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οπως και το γεγονός ότι η εκδήλωσή της είναι νομοτελειακή, αντικειμενικό γεγονός, πέρα και έξω από τη θέληση των ανθρώπων. Γιατί η αιτία της οικονομικής κρίσης βρίσκεται στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην ατομική – καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Ετσι εκδηλώνεται η τυχοδιωκτική πολιτική των οπορτουνιστών. Με τη συγκάλυψη της αιτίας της κρίσης, την εξαφάνιση της αντικειμενικότητας της εμφάνισής της, με προβολή πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού για την αντιμετώπισή της, συσκοτίζουν στη συνείδηση της εργατικής τάξης το δρόμο για την αντιμετώπιση της κρίσης σε όφελος των συμφερόντων της, που σημαίνει ταξική πάλη για την ικανοποίηση όλων των αναγκών της στη ρότα κατάργησης της αιτίας που δημιουργεί και αναπαράγει την κρίση, δηλαδή κατάργησης της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Που οδηγεί ευθέως στην αναγκαιότητα της κοινωνικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, άρα και στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, και στην αντικατάστασή της από την κοινωνική ιδιοκτησία. Δηλαδή, στην κατάργηση του καπιταλισμού και στο επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ετσι, αστοί αναλυτές, και ιδιαίτερα οι οπορτουνιστές, επικαλούνται τον Μαρξ για την ερμηνεία της κρίσης, αλλά τον αρνούνται ως προς το οριστικό ξεπέρασμά της. Πολύ περισσότερο, καλούν την εργατική τάξη από κοινού με τους καπιταλιστές να αντιμετωπίσουν την κρίση. Δηλαδή, οδηγούν στη διαιώνιση της υποταγής της στο κεφάλαιο.

Η υπερπαραγωγή
Πορτρέτο του Καρλ Μαρξ

Το καπιταλιστικό κράτος με την όποια παρέμβασή του, που υπάρχει και συνεχίζει, δεν μπορεί να αναιρέσει το αυθόρμητο στην καπιταλιστική παραγωγή, επομένως να βάλει τέρμα καταργώντας τον κύκλο της κρίσης. Την καπιταλιστική παραγωγή τη χαρακτηρίζει η αναρχία. Δεν μπορεί να υπάρξει γενικευμένη ρύθμιση και προγραμματισμός που να καταργήσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του συστήματος.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται ιδεολογική παρέμβαση και αποκάλυψη αστικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων, αθώωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Αυτές οι σχέσεις είναι η αιτία της κρίσης, η οριστική αντιμετώπιση της οποίας απαιτεί την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του. Το εξηγεί μιλώντας για την ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης («Κεφάλαιο», τ. 1ος), αλλά και με τη μελέτη της μετοχικής εταιρείας («Κεφάλαιο», τ. 3ος), αποδεικνύοντας ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, φτάνοντας στο ανώτατο όριό της, κάνει περιττούς τους καπιταλιστές, αφού μετατρέπονται σε απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, μην έχοντας καμιά σχέση με την οργάνωση της παραγωγής.

Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

Οι Μαρξ και Ενγκελς συζητάνε με εργάτες. Εργο του A. Venetsian, 1961

Ας δούμε πώς το παρουσιάζει. «Εξαλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό. Οι οικονομολόγοι, λοιπόν, που, όπως ο Ρικάρντο, θεωρούν απόλυτο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, νιώθουν εδώ ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του, και γι’ αυτό αποδίδουν το φραγμό αυτό όχι στην παραγωγή, αλλά στη φύση (στη διδασκαλία για την γαιοπρόσοδο). Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ’ έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του»

(«Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306).

 

Πώς και γιατί προάγει την υπερπαραγωγή; Οι καπιταλιστές παράγοντας για το κέρδος είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ίδια η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει τούς οδηγεί σ’ αυτό που σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέσα παραγωγής που αυξάνουν στον ίδιο χρόνο τη μάζα της παραγωγής εμπορευμάτων ακόμη και με λιγότερη χρησιμοποίηση εργατικής δύναμης, δηλαδή εργατών.

Ας δούμε πώς το δίνει ο Μαρξ.

«Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ωθεί στην ανάπτυξη του εργατικού πληθυσμού, ενώ δημιουργεί διαρκώς τεχνητό υπερπληθυσμό. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξεταζόμενη από την πλευρά της αξίας, επιβραδύνεται από το μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, και επιταχύνει έτσι τη συσσώρευση των αξιών χρήσης, η οποία με τη σειρά της επιταχύνει την πορεία της συσσώρευσης από άποψη αξίας.

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια.

Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφαλαίο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι’ αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο – απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας – έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ’ αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής»

(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 316).

 

Η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου οδηγεί στην κρίση.

Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η υπερπληθώρα κεφαλαίου

Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σημαίνει μείωση των εργατών, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο υπερπληθυσμός είναι οι άνεργοι. Η αναφορά στην αύξηση των αξιών χρήσης σημαίνει αύξηση της παραγωγής προϊόντων για πούληση στην αγορά που θα φέρει στους καπιταλιστές συσσώρευση κεφαλαίου. Εδώ δείχνει την τάση της απεριόριστης αύξησης της παραγωγής που απαιτεί την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Που έρχεται όμως σε αντίφαση με τον περιορισμένο σκοπό της παραγωγής, το κέρδος. Το ποσοστό του οποίου πέφτει. Ταυτόχρονα η πτώση του ποσοστού κέρδους που δεν αναπληρώνεται από τη μάζα του κέρδους δημιουργεί κεφάλαια που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στην παραγωγή. Τα οποία καταλήγουν στις τράπεζες (Πίστη) και αξιοποιούνται απ’ αυτές είτε στα κερδοσκοπικά παιχνίδια μέσω και Χρηματιστηρίου (μετοχές, αγυρτεία), είτε ως αναπασχόλητο κεφάλαιο, γιατί δεν μπορεί να επενδυθεί. Είναι συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της πτώσης του ποσοστού κέρδους που οδηγεί σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου με κομμάτι του που μένει αναξιοποίητο. Εχουμε επομένως υπερσσυσώρευση κεφαλαίου, που δεν μπορεί να μπει στην παραγωγή. Δηλαδή σημάδι κρίσης.

Σχετικά μ’ αυτό ο Μαρξ αναφέρει: «Με την πτώση του ποσοστού του κέρδους αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κεφαλαίου, που απαιτείται να διαθέτει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης για την παραγωγική χρησιμοποίηση της εργασίας, του κεφαλαίου που απαιτείται τόσο για την εκμετάλλευση της εργασίας γενικά, όσο και για να είναι ο ξοδεμένος εργάσιμος χρόνος, ο αναγκαίος για την παραγωγή των εμπορευμάτων χρόνος, και να μην ξεπερνάει ο χρόνος αυτός το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων. Και ταυτόχρονα αυξάνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου, γιατί, πέρα από ορισμένα όρια, ένα μεγάλο κεφάλαιο με μικρό ποσοστό κέρδους συσσωρεύεται πιο γρήγορα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγάλο ποσοστό κέρδους. Αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση οδηγεί από την πλευρά της, όταν φθάσει ένα ορισμένο επίπεδο, σε νέα πτώση του ποσοστού του κέρδους. Η μάζα των μικρών κατακερματισμένων κεφαλαίων ωθείται έτσι στο δρόμο των περιπετειών: κερδοσκοπία, πιστωτική αγυρτεία, απάτη με τις μετοχές, κρίσεις. Η λεγόμενη πληθώρατου κεφαλαίου αναφέρεται ουσιαστικά πάντα στην πληθώρα εκείνη κεφαλαίου, για το όποιο η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν ισοσταθμίζεται από τη μάζα του – και τέτοιες είναι πάντα οι νέες σχηματιζόμενες φρέσκες καταβολάδες του κεφαλαίου – ή αναφέρεται στην πληθώρα εκείνη που, με τη μορφή της Πίστης, θέτει στη διάθεση των επιχειρηματιών των μεγάλων κλάδων παραγωγής, τα κεφάλαια εκείνα που μόνα τους είναι ανίκανα για αυτοτελή δράση. Η πληθώρα αυτή του κεφαλαίου απορρέει από τις ίδιες συνθήκες, που γεννούν ένα σχετικό υπερπληθυσμό, και γι’ αυτό αποτελεί ένα φαινόμενο που συμπληρώνει αυτόν τον τελευταίο, παρ’ όλο που και οι δυο βρίσκονται σε αντιτιθέμενους πόλους, αναπασχόλητο κεφάλαιο στη μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη.

Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων – αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαβαίνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων – δε σημαίνει λοιπόν τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου»

(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 317).

Οι δυσκολίες αναπαραγωγής και οι τράπεζες

Στην κρίση λοιπόν υπάρχει συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορούν να επενδύσουν, σε συνδυασμό με αναξιοποίητο βιομηχανικό κεφάλαιο, δηλαδή δυσκολία συνέχειας της διευρυμένης αναπαραγωγής, με δεδομένο ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η παραγωγή, δηλαδή η πούληση εμπορευμάτων.

«Στη διάρκεια της ίδιας της κρίσης, όταν ο καθένας έχει κάτι να πουλήσει και δεν μπορεί να το πουλήσει, ενώ είναι υποχρεωμένος να πουλήσει για να μπορεί να πληρώσει, ακριβώς τότε είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά η μάζα, όχι του αναπασχόλητου κεφαλαίου, του κεφαλαίου που ζητάει να επενδυθεί, αλλά η μάζα του κεφαλαίου που δυσκολεύεται στο προτσές της αναπαραγωγής του, όταν είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά και η έλλειψη πιστώσεων (και γι’ αυτό είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά το προεξοφλητικό επιτόκιο των τραπεζιτών). Τότε μεγάλες μάζες του ήδη επενδυμένου κεφαλαίου είναι πράγματι αναπασχόλητες, γιατί σκαλώνει το προτσές αναπαραγωγής. Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες ύλες σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων. Δεν υπάρχει επομένως μεγαλύτερο σφάλμα από το να αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου. Τότε ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου, εν μέρει σε σχέση με την κανονική, για την ώρα όμως περιορισμένη, κλίμακα της αναπαραγωγής, εν μέρει σε σχέση με την ελαττωμένη κατανάλωση»

(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609).

Αυτή η εκτίμηση αποκαλύπτει το γιατί οι κυβερνήσεις στηρίζουν οικονομικά τις τράπεζες. Ελλειψη πιστώσεων σημαίνει ότι λόγω κρίσης οι τράπεζες δε δανείζουν ή δε μεσολαβούν για τη συνέχιση του προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αφού υπάρχει υπερπαραγωγή, επομένως διακοπή της αναπαραγωγής, που σημαίνει κινδύνους αποπληρωμής δανείων, ενώ υπάρχει την ίδια ώρα αναξιοποίητο παραγωγικό κεφάλαιο. Υπάρχουν και οι κίνδυνοι να μην πραγματοποιηθούν πιστώσεις που έχουν ήδη δοθεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Εδώ οι τράπεζες πρέπει να στηριχτούν όχι μόνο από τυχόν τέτοιες ζημιές, αλλά και από ζημιές λόγω κερδοσκοπικών δικών τους παιχνιδιών στα Χρηματιστήρια. Από τη σκοπιά τους οι βιομηχανίες ζητούν πιστώσεις για να συνεχίσουν την παραγωγή, αλλά αφού διαπιστώνεται δυσκολία στην πούληση της παραγωγής τους δεν παίρνουν πιστώσεις για να τη συνεχίσουν. Και αυτό ακριβώς γιατί υπάρχει ήδη αδιάθετη παραγωγή.

Αυτό επίσης το δίνει ανάγλυφα ο Μαρξ, ως εξής: «Ας φανταστούμε ότι όλη η κοινωνία αποτελείται μονάχα από βιομηχάνους κεφαλαιοκράτες και από μισθωτούς εργάτες. Ας παραβλέψουμε σε συνέχεια τις διακυμάνσεις των τιμών, που εμποδίζουν μεγάλες μερίδες του συνολικού κεφαλαίου να αναπληρώνονται στις μέσες καταστάσεις τους και που λόγω της γενικής συνάρτησης του συνολικού προτσές αναπαραγωγής, έτσι όπως το αναπτύσσει ιδίως η Πίστη, πρέπει αναπόφευκτα να προκαλούν πάντα προσωρινά γενικά σταματήματα. Ας παραβλέψουμε επίσης τις φαινομενικές συναλλαγές και τις κερδοσκοπικές ανταλλαγές που τις προάγει το πιστωτικό σύστημα. Τότε μια κρίση θα μπορούσε να εξηγηθεί μονό με τις δυσαναλογίες της παραγωγής σε διάφορους κλάδους, και από τη δυσαναλογία ανάμεσα στην κατανάλωση των ίδιων των κεφαλαιοκρατών και στη συσσώρευσή τους. Οπως όμως έχουν τα πράγματα, η αναπλήρωση των επενδυμένων στην παραγωγή κεφαλαίων εξαρτιέται στο μεγαλύτερο μέρος τους από την ικανότητα κατανάλωσης των μη παραγωγικών τάξεων, ενώ η ικανότητα κατανάλωσης των εργατών περιορίζεται εν μέρει από τους νόμους του μισθού εργασίας, και εν μέρει από το γεγονός, ότι τους εργάτες τους απασχολούν τόσο καιρό μόνο, όσο καιρό μπορούν να απασχολούνται επικερδώς από την τάξη των κεφαλαιοκρατών. Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας.

Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πραγματική έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου, τουλάχιστον στα από κεφαλαιοκρατική άποψη αναπτυγμένα έθνη, παρά μόνο στην περίπτωση κακών εσοδειών, είτε των κύριων μέσων διατροφής, είτε των κυριότερων βιομηχανικών πρώτων υλών.

Σ’ αυτήν όμως την εμπορική Πίστη προστίθεται τώρα η καθεαυτό χρηματική Πίστη. Η αμοιβαία πίστωση των βιομηχάνων και των εμπόρων μπλέκεται με τα δάνεια σε χρήμα σ’ αυτούς από μέρους των τραπεζιτών και των δανειστών χρήματος. Κατά την προεξόφληση των συναλλαγματικών το δάνειο είναι μόνο ονομαστικό. Ενας εργοστασιάρχης πουλάει το προϊόν του έναντι μιας συναλλαγματικής και προεξοφλεί τη συναλλαγματική αυτή σε έναν bill-broker (μεσίτη συναλλαγματικών).Στην πραγματικότητα ο μεσίτης δανείζει μόνο την πίστωση του τραπεζίτη του, που με τη σειρά του δανείζει το χρηματικό κεφάλαιο των καταθετών του, οι όποιοι αποτελούνται από τους ίδιους τους βιομηχάνους και εμπόρους, αλλά και από εργάτες (μέσω των ταμιευτηρίων), από γαιοκτήμονες και από άλλες μη παραγωγικές τάξεις. Ετσι ο κάθε ατομικός εργοστασιάρχης ή έμπορος αποφεύγει την υποχρέωση να διατηρεί μεγάλο εφεδρικό κεφάλαιο, και την εξάρτησή του από τις πραγματικές χρηματικές επιστροφές. Από την άλλη μεριά, όμως, εν μέρει με τις συναλλαγματικές ευκολίες και εν μέρει με εκείνες τις εμπορευματικές συναλλαγές που έχουν μοναδικό σκοπό την παραγωγή συναλλαγματικών, όλο το προτσές περιπλέκεται τόσο, που μπορεί να εξακολουθεί με όλη την ησυχία της να υπάρχει επί πολύ ακόμα η επίφαση πολύ καλών εργασιών και εύκολων χρηματικών επιστροφών, όταν από καιρό πια οι επιστροφές γίνονταν στην πραγματικότητα εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων δανειστών χρήματος και εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων παραγωγών. Γι’ αυτό, ακριβώς άμεσα πριν από το κραχ, φαίνεται πάντα η επιχείρηση σχεδόν υπερβολικά υγιής. Την καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό μας την προσφέρουν λ.χ. οι «Reports on Bank Acts» του 1857 και 1858, όπου όλοι οι διευθυντές τραπεζών, οι έμποροι, με δυο λόγια όλοι οι καλεσμένοι εμπειρογνώμονες, με επικεφαλής τον λόρδο Οβερστον, αλληλοσυγχαίρονταν για την άνθηση και την υγεία των εργασιών – ακριβώς ένα μήνα προτού ξεσπάσει η κρίση, τον Αύγουστο του 1857. Και κατά περίεργο τρόπο ο Τουκ, σαν ιστοριογράφος κάθε κρίσης, στο έργο του «Ιστορία των τιμών», επαναλαμβάνει ακόμα μια φορά την αυταπάτη αυτή. Οι επιχειρήσεις είναι πάντα υγιέστατες και οι δουλειές ευδοκιμούν περίλαμπρα, ώσπου ακολουθεί με μιας η κατάρρευση»

(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609 – 611).

Επομένως, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναρχία στην παραγωγή, αφού οι καπιταλιστές δεν παράγουν για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας, των ανθρώπων. Ετσι παράγουν αλλά δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την παραγωγή, να πουλήσουν τα εμπορεύματα, και επέρχεται κρίση.

Η κρίση στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»

Σχετικά με την κρίση, οι Μαρξ και Ενγκελς, από το 1848, στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», μίλησαν για το αναπόφευκτό της, το νομοτελειακό της εκδήλωσής της, καθώς και ότι μέσα απ’ αυτήν ξεπροβάλλει η αναγκαιότητα αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό.

Ας το παρακολουθήσουμε μέσα από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», για την κρίση. Εχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία γιατί ενώ γράφτηκε το 1848 μιλά για το σήμερα.

Η επαναστατικοποίηση των εργαλείων και των σχέσεων παραγωγής

«Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Αντίθετα, η αμετάβλητη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τον πρώτο όρο ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις, με την ακολουθία τους οι καινούριες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται ν’ αντικρίσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους.

Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ’ όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν και εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούριες ανάγκες, που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Κι αυτό που γίνεται στην υλική παραγωγή γίνεται και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό κτήμα. Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις πολλές εθνικές και τοπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.

Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη και που αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δε θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους το λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο «κατ’ εικόνα της».

Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό του αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής. Οπως εξάρτησε την ύπαιθρο από την πόλη, έτσι εξάρτησε τις βάρβαρες και τις μισοβάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες, τους αγροτικούς λαούς από τους αστικούς λαούς, την Ανατολή από τη Δύση.

Η αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί τον κατακερματισμό των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συγκεντροποίησε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια».

(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 23-25).

Οι δυνάμεις που δεν τιθασεύονται

Σε άλλο σημείο του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», οι Μαρξ και Ενγκελς αναφέρουν:

«Μπρος στα μάτια μας συντελείται μια παρόμοια κίνηση. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος κάλεσε. Εδώ και δεκάδες χρόνια, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, που αποτελούν τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της. Αρκεί ν’ αναφέρουμε τις εμπορικές κρίσεις που με την περιοδική τους επανάληψη όλο και πιο απειλητικά αμφισβητούν την υπόσταση ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη είχαν δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δε χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι’ αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν από αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούριες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις.

Τα όπλα που χρησιμοποίησε η αστική τάξη για να ανατρέψει τη φεουδαρχία στρέφονται τώρα ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.

Ομως η αστική τάξη δε σφυρηλάτησε μονάχα τα όπλα που θα της φέρουν το θάνατο. Δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα χειριστούν αυτά τα όπλα, τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους.

Στο βαθμό που αναπτύσσεται η αστική τάξη, δηλαδή το κεφάλαιο, στον ίδιο βαθμό αναπτύσσεται και το προλεταριάτο, η τάξη των σύγχρονων εργατών που ζουν μονάχα τόσο όσο βρίσκουν δουλειά, και που βρίσκουν τόσο δουλειά όσο η δουλειά τους αυξάνει το κεφάλαιο. Αυτοί οι εργάτες που είναι αναγκασμένοι να πουλιούνται κομματάκι κομματάκι, είναι ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο εμπορικό είδος, και γι’ αυτό είναι εκτεθειμένοι σε όλες τις εναλλαγές του συναγωνισμού, σε όλες τις διακυμάνσεις της αγοράς».

(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 26-27).

Το αναπόφευκτο της νίκης του προλεταριάτου

Οι Μαρξ και Ενγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» υπογραμμίζουν επίσης: «Αντίθετα, ο σύγχρονος εργάτης, αντί ν’ ανυψώνεται με την πρόοδο της βιομηχανίας, βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά, πιο κάτω ακόμα κι από τις συνθήκες ζωής της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Ετσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια από αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δε συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία.

Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου. Η προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Η πρόοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών μέσα από το συναγωνισμό την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση. Ετσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το ίδιο το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν από όλα, η αστική τάξη παράγει τους ίδιους τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα»

(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 33-34).