Κατίν: Όταν η Ιστορία πλαστογραφείται και κατασκευάζεται από την αρχή. Ο κομμουνισμός στο εδώλιο με πλαστά ντοκουμέντα

Κατίν: Οταν η Ιστορία πλαστογραφείται και κατασκευάζεται από την αρχή

Η «ανακάλυψη» των εγγράφων Κατίν

Οι Βίκτορ Ιλιούχιν, Σεργκέι Στρούγκιν και Βλαντισλαβ Σγουίντ εξετάζουν τα ντοκουμέντα και τα ειδικά εργαλεία πλαστογραφίας

16 Οκτωβρίου 1992. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ) βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου ήδη από τις 26 Μάη ως οργάνωση αντισυνταγματική. Επρόκειτο, βεβαίως, για μια δίκη σκοπιμότητας, η οποία στόχο δεν είχε απλά να θέσει το Κομμουνιστικό Κόμμα εκτός νόμου, αλλά και να το εξοντώσει πολιτικά και ηθικά στη συνείδηση του κόσμου, να διαγράψει την προσφορά και να αμαυρώσει τον ιστορικό του ρόλο στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.Τη μέρα εκείνη, λοιπόν, κατά τη συνεδρίαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, οι εκπρόσωποι της πλευράς του Μπ. Γιέλτσιν (εκ των πρωταγωνιστών της ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας και πρώτου Προέδρου της καπιταλιστικής πλέον Ρωσίας), Σ. Σαχράι και Α. Μακάροφ, ανακοίνωσαν στους συνηγόρους της υπεράσπισης την προσθήκη στα υλικά της υπόθεσης ορισμένων «μόλις εντοπισθέντων» στα Αρχεία, «άκρως απόρρητων» εγγράφων, τα οποία «αποδείκνυαν» την ευθύνη των ανώτατων καθοδηγητικών οργάνων του Κομμουνιστικού Κόμματος για τη δολοφονία των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν.

Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, τα έγγραφα αυτά «ανακαλύφθηκαν» σε σφραγισμένο φάκελο με την επονομασία «πακέτο Νο 1» και αφορούσαν: α) Ενα τετρασέλιδο κείμενο, με αριθμό 794/Β και ημερομηνία 5 Μαρτίου 1940, στο οποίο ο Λαϊκός Επίτροπος για τις Εσωτερικές Υποθέσεις Λ. Μπέρια πρότεινε στο ΠΓ της ΚΕ του ΚΚ(μπ) την εκτέλεση 25.700 Πολωνών αιχμαλώτων πολέμου, β) Το απόσπασμα από τα Πρακτικά της 13ης Συνόδου του Πολιτικού Γραφείου, με αριθμό Ρ13/144 και ημερομηνία επίσης 5 Μαρτίου 1940, όπου «εγκρινόταν» το αίτημα Μπέρια, και γ) Μια επιστολή του τότε επικεφαλής της KGB Α. Σεπέλιν προς τον Ν. Χρουστσόφ, με ημερομηνία 3 Μαρτίου 1959 και θέμα την καταστροφή των παραπάνω εγγράφων.

Δείγματα πλαστών σφραγίδων και υπογραφών που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή πλαστών ντοκουμέντων

Η υπεράσπιση έγειρε εξ αρχής ερωτήματα γύρω από τη γνησιότητα των εγγράφων (που συν τοις άλλοις προσκομίστηκαν ως φωτοαντίγραφα και όχι τα γνήσια), διαπιστώνοντας αμέσως μια σειρά από προβλήματα, παρατυπίες και λάθη στη σύνταξη, στον τρόπο γραφής, στις υπογραφές τους, κ.ο.κ. Μία από τις πλέον εξόφθαλμες ενδείξεις παραποίησης ήταν βεβαίως η πλήρης ταύτιση των ημερομηνιών των δύο πρώτων εγγράφων, πράγμα που ήταν αδύνατο. Ακολούθως, ζητήθηκαν τα πρωτότυπα, ώστε να υποβληθούν σε γραφολογικές εξετάσεις και να πιστοποιηθεί – ή μη – η γνησιότητά τους. Παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις για την επικείμενη προσκόμιση των «αυθεντικών» αρχειακών ντοκουμέντων, τα επίμαχα κείμενα δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Και βεβαίως το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν τα συμπεριέλαβε καν στην απόφασή του στις 30 Νοέμβρη 1992. Ούτε σε μια στημένη δίκη σκοπιμότητας δεν μπόρεσαν να σταθούν.Ούτε όμως η πολωνική κυβέρνηση έμεινε ικανοποιημένη. Εχοντας παραλάβει τα ίδια έγγραφα στις 14 Οκτωβρίου 1992 κατ’ εντολή του Γιέλτσιν και διά χειρός του αρχειοθέτη Π. Πιχόι, ζήτησε επίσης να της παρουσιαστούν τα πρωτότυπα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έχει συμβεί έως τις μέρες μας.

Το μόνο που έγινε, εν τέλει, ήταν η «διόρθωση» της ημερομηνίας του πρώτου εγγράφου (πρόταση Μπέρια). Ετσι, η 5η Μάρτη 1940 έγινε «…Μάρτης 1940» (χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία). Με αυτή τη μορφή περιελήφθη στον 6ο τόμο των υλικών της δίκης και με αυτή τη μορφή το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Ομως, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ούτε αυτή η «διόρθωση» υπήρξε αρκετή, ώστε να καλύψει τις ατασθαλίες των πλαστογράφων.

Τα προβλήματα των εγγράφων

Οι παρατηρήσεις μιας σειράς νομικών και ιστορικών – ερευνητών αναφορικά με τη φόρμα και το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, γεννούν ομολογουμένως πολλά ερωτήματα.

— Καταρχάς, για την πρόταση Μπέρια: Η έλλειψη συγκεκριμένης ημερομηνίας, από μόνη της, αποτελεί ιδιαίτερα ανορθόδοξη πρακτική για ένα ντοκουμέντο τέτοιας σημασίας. Ακόμη πιο σοβαρό όμως είναι το εξής. Περαιτέρω αρχειακή έρευνα έδειξε πως στα πρακτικά των εξερχομένων ντοκουμέντων της NKVD, τα έγγραφα 793/Β, 794/Β (αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει εν τω προκειμένω) και 795/Β είχαν καταχωρηθεί με ημερομηνία 29 Φλεβάρη 1940. Πώς γίνεται, λοιπόν, ένα έγγραφο, το οποίο είχε σταλεί (και επομένως συνταχθεί) τέλη Φλεβάρη, να αναγράφει «…Μάρτης 1940»;

— Το έγγραφο αυτό υποτίθεται πως επιδόθηκε από τον ίδιο τον Μπέρια στον Στάλιν κατά τη συνεδρίαση του ΠΓ στις 5 Μάρτη, στην οποία δήθεν έλαβε μέρος. Ομως στα πρακτικά των συναντήσεων εκείνης της ημέρας δεν εμφανίζεται ο Μπέρια. Ο τελευταίος συναντήθηκε με τον Στάλιν στις 27 Φλεβάρη και ξανά στις 7 Μάρτη, όχι όμως ενδιάμεσα.

— Αλλα λάθη αφορούν σημαντικές αποκλίσεις από την καθιερωμένη σύνταξη τέτοιων κειμένων (τα ντοκουμέντα της NKVD ακολουθούσαν αυστηρό πρωτόκολλο στον τρόπο γραφής τους). Αποκλίσεις που έχουν να κάνουν με τη διατύπωση του αιτήματος, τη θέση των υπογραφών, τον τρόπο της υπογραφής, κ.ά. Από το συγκεκριμένο κείμενο λείπουν επίσης τα αρχικά του δακτυλογράφου στην άνω αριστερή γωνία (τυπική πρακτική για έγγραφα της NKVD που γινόταν για ευνόητους λόγους ασφαλείας). Λείπουν μια σειρά χαρακτηριστικά ενός «άκρως απόρρητου» κειμένου, όπως π.χ. τα ονόματα όλων όσοι είχαν δει ή ήταν παραλήπτες του συγκεκριμένου εγγράφου, ο αριθμός των αντιγράφων, κ.ο.κ.

— Στο κείμενο υπάρχουν οι υπογραφές των μελών του ΠΓ Στάλιν, Βοροσίλοφ, Μολότοφ, Μικογιάν, Καλίνιν και Καγκάνοβιτς. Οι δύο τελευταίοι όμως δεν ήταν παρόντες στην 13η Σύνοδο του ΠΓ στις 5 Μαρτίου 1940, πώς λοιπόν θα μπορούσαν να έχουν υπογράψει;

— Η επιστολή του Σεπέλιν προς τον Χρουστσόφ είναι ομολογουμένως το πιο αδύναμο απ’ όλα τα ντοκουμέντα, αφού η προχειρότητα με την οποία γράφτηκε είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη. Δεν υπάρχουν ούτε υπογραφές, ούτε σφραγίδα της ΚΕ του ΚΚΣΕ, ούτε αριθμός πρωτοκόλλου, ούτε κάποια από τις συνήθεις ενδείξεις για τέτοιου είδους έγγραφα (π.χ. εμπιστευτικό, απόρρητο, κ.λπ.), ενώ η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚ(μπ) της 5ης Μάρτη του 1940 αναφέρεται ως απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ (ενώ τότε δεν ονομαζόταν ακόμη έτσι).

Ολες οι παραπάνω παρατηρήσεις αφορούν βεβαίως μόνο τα έγγραφα αυτά καθαυτά και όχι μια σειρά άλλα ζητήματα, που έχουν να κάνουν με σημαντικά προβλήματα στη διαδικασία λήψης τέτοιων αποφάσεων, τον τρόπο σύστασης μιας τρόικας, κ.ο.κ.

Η δικαστική έρευνα διακόπτεται

Η δικαστική «εξέταση» των εγκληματικών ευθυνών για το Κατίν συνεχίστηκε στη Ρωσία και μετά τη λήξη της δίκης του ΚΚΣΕ. Τερματίστηκε όμως τον Σεπτέμβρη του 2004 λόγω «έλλειψης εγκλήματος»! Επίσης, το Μάρτη του 2005 ο Γενικός Στρατιωτικός Εισαγγελέας της Ρωσίας ακύρωσε τη συμφωνία με την Πολωνία, σύμφωνα με την οποία η πρώτη όφειλε να προσκομίσει στη δεύτερη όλα τα ντοκουμέντα σχετικά με την έρευνα της υπόθεσης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, μόλις 67 από τους 183 τόμους της διενεργηθείσας έρευνας μπόρεσαν να εξεταστούν. Οι υπόλοιποι θεωρήθηκαν ότι εμπεριείχαν «κρατικά μυστικά» και χαρακτηρίστηκαν απόρρητοι. Η υπόθεση έκλεισε άρον – άρον. Μόλις 22 νεκροί αναγνωρίστηκαν. Αφού η σοβιετική ενοχή ήταν «δεδομένη», γιατί σταμάτησε η δικαστική έρευνα; Γιατί εγκαταλείφθηκε τόσο απότομα μια διαδικασία που πήρε τόσα χρόνια και θα μπορούσε – ενδεχομένως – να δώσει τέλος στη σπέκουλα γύρω από το θέμα;

«Ζωντανοί νεκροί» και ομολογίες Γερμανών

Το 2006 εκδόθηκαν στην Πολωνία τα απομνημονεύματα ενός επιφανούς Πολωνού νομικού εν ονόματι Ρ. Μπεζάνεκ. Επρόκειτο για τον νο.1105 νεκρό στις λίστες των θυμάτων του Κατίν, που είχε προκύψει το 1943 από την «έρευνα» των Ναζί. Βεβαίως, ο Μπεζάνεκ, νεαρός υπολοχαγός τότε, δεν ήταν πουθενά πέριξ του Κατίν το 1940 (βρισκόταν στη πολωνική πόλη του Ράντομ), ούτε βεβαίως εκτελέστηκε από τους «κόκκινους». Τουναντίον, έζησε για πάρα πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Και όμως, σύμφωνα με τον πολωνικό Ερυθρό Σταυρό (που μετείχε στην «έρευνα» των Ναζί για το Κατίν), το «πτώμα» του Μπεζάνεκ είχε αναγνωριστεί και ταυτοποιηθεί, βάσει επαγγελματικών καρτών και άλλων εγγράφων που «βρέθηκαν» πάνω του (Αρχείο GARFEF.7021, op.114, 35). Και δεν είναι το μόνο «θύμα» του Κατίν που κατόπιν βρέθηκε ζωντανό (όπως π.χ. ο Ζίγκνιου Μποτούσκαγια, κ.ά.).

Τα απομνημονεύματα του Μπεζάνεκ ήρθαν απλά να μας υπενθυμίσουν για μια ακόμη φορά το εξής παράδοξο: Εφόσον η μαζική εκτέλεση των Πολωνών αξιωματικών έγινε μυστικά από τους Σοβιετικούς, σε μια επιχείρηση που προφανώς δεν ήθελαν ποτέ να μάθει κανείς, γιατί όλοι σχεδόν οι εκτελεσθέντες βρέθηκαν κατόπιν από τους Ναζί με όλα τους τα στρατιωτικά διακριτικά, με ένα σωρό έγγραφα, ταυτότητες, φωτογραφίες, επιστολές, κ.ο.κ. που «πιστοποιούσαν» την ταυτότητά τους; Μήπως η μαρτυρία αυτή ενισχύει την εκδοχή της κατασκευής του εγκλήματος από τους Ναζί; Ας θυμηθούμε και πάλι το δημοσίευμα των «New York Times» στις 19 Ιούνη 1945, όπου, ένας πρώην έγκλειστος του στρατοπέδου συγκέντρωσης Sachsenhausen της Γερμανίας παραδέχτηκε πως μετείχε στην «παραγωγή ψευδών ντοκουμέντων αναγνώρισης για τα πτώματα των μαζικών τάφων στο Κατίν».

Αξίζει να σημειωθεί πως, ένα χρόνο πριν τη δημοσίευση των απομνημονευμάτων του «ζωντανού – νεκρού» Μπεζάνεκ, το 2005, Ρώσοι ιστορικοί που μελετούσαν τα Κεντρικά Αρχεία του υπουργείου Αμυνας στο Ποντόλσκ, έκαναν γνωστή την ύπαρξη ενός ολόκληρου αρχείου με καταγεγραμμένες καταθέσεις Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι είχαν λάβει προσωπικά μέρος στη δολοφονία των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν (TSAMO, Αρχείο 35, op.11280, d.798, 1.175). Τίποτε από όλα αυτά βεβαίως δεν κρίθηκε άξιο αναφοράς από τα αστικά ΜΜΕ.

Νέες δηλώσεις και αποκαλύψεις

Με αφορμή την αναβίωση του «ενδιαφέροντος» για το Κατίν, που προκάλεσε η γνωστή ταινία του Βάιντα το 2008, ο Γιούρι Ζούκοφ, ένας εκ των πλέον γνωστών και σεβαστών ιστορικών της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας, δήλωσε σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, πως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τού ζητήθηκε να ερευνήσει τα Αρχεία του Προέδρου (όπου εμπεριέχονταν και ο επίμαχος «φάκελος Νο.1»), προκειμένου να βρει στοιχεία για τις δήθεν «εγκληματικές δραστηριότητες» του Κομμουνιστικού Κόμματος, ενόψει της δίκης του τελευταίου στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Στη διάρκεια της μελέτης αυτής των Αρχείων, του παρέδωσαν ένα πακέτο με 30 περίπου φωτοτυπίες ντοκουμέντων για διάφορα θέματα. Μεταξύ αυτών και μια μονοσέλιδη (όχι τετρασέλιδη, όπως εμφανίστηκε αργότερα) αναφορά – πρόταση του Μπέρια για την εκτέλεση 2 – 3 χιλιάδων (και όχι 25.700) Πολωνών αξιωματικών, ενόχων για εγκλήματα πολέμου και άλλα εγκλήματα. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αρχειοθετηθεί η εν λόγω αναφορά έδειχνε πως το αίτημα είχε τελικά απορριφθεί. Ωστόσο, εφόσον ήταν φωτοαντίγραφο, ο Ζούκοφ ζήτησε να του προσκομιστεί το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επρόκειτο για κόπια της γνήσιας πρότασης Μπέρια, η οποία εν συνεχεία «τροποποιήθηκε», προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς των Γιέλτσιν και λοιπών;

Ενα είναι σίγουρο: Το πόρισμα της ανεξάρτητης εγκληματολογικής έρευνας, που ξεκίνησε στις 5 Νοέμβρη 2007 και κατέληξε στις 31 Μάρτη 2009, έδειξε πως στο έγγραφο Μπέρια είχαν «δουλέψει» διαφορετικές γραφομηχανές, ενισχύοντας σημαντικά την εκδοχή της πλαστογραφίας. Συγκεκριμένα, στην έρευνα αυτή, που διενεργήθηκε από το Ειδικό Εγκληματολογικό Εργαστήριο «Μόλοκοφ Ε.Π.» (αρ. πορίσματος Νο 016/07-Ι), τονίζονταν μεταξύ άλλων πως «τα προαναφερθέντα σημάδια είναι σημαντικά, σταθερά και στο σύνολό τους αρκετά για να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι τα αποσπάσματα του δακτυλογραφημένου κειμένου, αποτύπωση του οποίου βρίσκεται στις ψηφιακές φωτογραφίες της πρώτης, δεύτερης και τρίτης σελίδας…και το απόσπασμα του δακτυλογραφημένου κειμένου, αποτύπωση του οποίου βρίσκεται στην ψηφιακή φωτογραφία της τέταρτης σελίδας του συγκεκριμένου Γράμματος τυπώθηκαν σε διαφορετικές δακτυλογραφικές ατομικές μηχανές…».

Βεβαίως, επρόκειτο για εγκληματολογική έρευνα που διεξήχθη σε ψηφιακές φωτογραφίες του επίμαχου εγγράφου και όχι επί του πρωτοτύπου. Γι’ αυτό και η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) συγκρότησε ειδική επιτροπή, ζητώντας πρόσβαση στα γνήσια ντοκουμέντα. Οι αρχές της απαγόρευσαν την πρόσβαση στα συγκεκριμένα έγγραφα, ενώ έθεσαν εμπόδια και σε οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση σχετικών με την υπόθεση υλικών. Οι κομμουνιστές όμως επέμειναν. Κατά τη διάρκεια της τακτικής συνεδρίασης της Κρατικής Δούμας στις 12 Φλεβάρη 2010 ο βουλευτής του ΚΚΡΟ (και πρώην Γενικός Εισαγγελέας της ΕΣΣΔ) Βίκτορ Ιλιούχιν κατέθεσε εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κόμματος αίτημα για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, με αντικείμενο την εις βάθος διερεύνηση της υπόθεσης Κατίν.

Αντ’ αυτού, στις 28 Απρίλη 2010 τα περιβόητα «έγγραφα του Κατίν» αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο «κατ’ εντολήν» του ίδιου του Ρώσου Προέδρου. Η κίνηση αυτή, που χαιρετίστηκε μετά βαΐων και κλάδων, με πρωτοσέλιδα και βαρύγδουπους τίτλους, από σύσσωμο τον αστικό κόσμο, τα ΜΜΕ, κλπ., ήρθε για να αποστομώσει δήθεν τους επικριτές των ντοκουμέντων. Ομως επρόκειτο για τα ίδια ντοκουμέντα, που ήταν γνωστά από καιρό, οι ίδιες ψηφιακές φωτογραφίες που είχαν υποβληθεί σε εγκληματολογικές εξετάσεις, κ.ο.κ. Η εμφάνιση και εξέταση των πρωτοτύπων θα έλυνε μια για πάντα το ζήτημα. Γιατί, λοιπόν, η ρωσική κυβέρνηση αρνείται την πρόσβαση σε αυτά στους ειδικούς, στους μελετητές, στις εξεταστικές επιτροπές, στους ίδιους τους Πολωνούς που ακόμη τα αναζητούν;

Πρόσφατα, όμως, νέα στοιχεία και αποκαλύψεις ήρθαν στο φως, εγείροντας αμφιβολίες και προβληματισμούς, όχι μόνο για τα επίμαχα έγγραφα, αλλά και γενικά για το ποιόν, την αξιοπιστία των Ρωσικών Αρχείων.

Συγκεκριμένα, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 3 Ιούνη 2010, ο Βίκτορ Ιλιούχιν δήλωσε πως στις 25 και 26 Μάη ήρθε σε επαφή μαζί του ένας εκ των «πρωταγωνιστών» της πλαστογράφησης των ντοκουμέντων για το Κατίν – και όχι μόνο. Η καταγγελία δεν ήταν ανώνυμη (αν και για λόγους ασφαλείας ο καταγγέλλων ζήτησε να μην αποκαλυφθεί – προς το παρόν – το όνομά του), ούτε αόριστη. Υποδείχθηκαν συγκεκριμένες τοποθεσίες, κατονομάστηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ προς περαιτέρω επαλήθευση των λεγομένων του, ο καταγγέλλων προσκόμισε μια σειρά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ιστορικών «ντοκουμέντων», όπως φύλλα χαρτιού της δεκαετίας του 1940, πλαστές σφραγίδες, υπογραφές, κ.ά.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 συγκροτήθηκε, υπό την αιγίδα των Υπηρεσιών Ασφαλείας του τότε Προέδρου Μπ. Γιέλτσιν, μια ομάδα ειδικών, με σκοπό την πλαστογράφηση μιας σειράς εγγράφων σχετικών με σημαντικά γεγονότα της σοβιετικής περιόδου. Η ομάδα εργάστηκε αρχικά σε εγκαταστάσεις που στο παρελθόν ανήκαν στη ΚΕ του ΚΚΣΕ στο χωριό Ναγκόρνογιε (1991 – 1996), ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην περιοχή Ζαρέτσιε. Δίπλα στην ομάδα αυτή, όπου μετείχαν επίσης εκπρόσωποι των υπηρεσιών ασφαλείας και στελέχη του μηχανισμού του Προέδρου, δούλευε ακόμη μια επιτροπή από το 6ο Ινστιτούτο (Μολτσάνοφ) του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η «παραγγελία», τα κείμενα προς πλαστογράφηση ή κατασκευή, παρέχονταν από τους Π. Πιχόι (πρώην επικεφαλής των Ρωσικών Αρχείων), Μ. Πολταράνιν (από το περιβάλλον του Προέδρου) και Γ. Ρογκόζιν (αναπληρωτή αρχηγού της υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου). Η «παραγγελία» μπορεί να αφορούσε την εξολοκλήρου κατασκευή ενός εγγράφου ή την παραποίηση ήδη υπάρχοντος αρχειακού υλικού (με την προσθήκη κειμένου, υπογραφών, κ.ο.κ.). Εκατοντάδες χιλιάδες τέτοια ντοκουμέντα τροφοδοτήθηκαν στα επίσημα Αρχεία της Ρωσίας τα επόμενα χρόνια.

Ο καταγγέλλων δήλωσε πως, μεταξύ των εγγράφων με τα οποία καταπιάστηκε η ομάδα του και ο ίδιος προσωπικά, ήταν και το επίμαχο κείμενο της πρότασης Μπέρια. Το έγγραφο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία του Κρεμλίνου, τους δόθηκε το περιεχόμενο και εκείνοι ασχολήθηκαν με την «τεχνική» πλευρά του ζητήματος. Ο ίδιος πρόσθεσε την υπογραφή του Μπέρια, καθώς και τις υπογραφές των μελών του Πολιτικού Γραφείου. Προς υποστήριξη των λεγομένων του, παρουσίασε μια σειρά εντύπων της περιόδου, του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι), της Κεντρικής Επιτροπής, κ.ά., και μάλιστα υπογεγραμμένων. Πολλά από αυτά τα έντυπα ήταν κενά (με σκοπό να «συμπληρωθούν» αργότερα), ενώ στη φόρμα ταίριαζαν απόλυτα με τα επίμαχα ντοκουμέντα. Επίσης, παρουσίασε μια σειρά από σφραγίδες (του Κομμουνιστικού Κόμματος, του Λαϊκού Επιτροπάτου των Εσωτερικών και άλλων δομών του σοβιετικού κράτους) που χρησιμοποιήθηκαν στην πλαστογράφηση των κειμένων, ενώ εξήγησε και τον τρόπο τοποθέτησής τους σε ένα έγγραφο προκειμένου να φαίνονται γνήσιες.

Προσκόμισε δε ένα ολόκληρο αρχείο (Ειδικό Αρχείο 29, τόμος 7ος) με το χαρακτηρισμό «απόρρητο» και «δεν υπόκειται σε αποχαρακτηρισμό», το οποίο περιήλθε στα χέρια του στα πλαίσια της συμμετοχής του στην εν λόγω ομάδα (και σύμφωνα με τον Β. Ιλιούχιν πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είχε βρεθεί στην κατοχή του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο).

Τέλος, για την επιστολή Σελέπιν στον Χρουστσόφ (το 3ο επίμαχο έγγραφο της υπόθεσης), ο καταγγέλλων υπέδειξε ως συντάκτη του τον συνταγματάρχη Κλίμοφ, τονίζοντας πως μια απλή γραφολογική εξέταση του γραφικού του χαρακτήρα θα ήταν αρκετή, ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Δεσμεύτηκε δε, να προσκομίσει σύντομα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Η μάχη των συνειδήσεων συνεχίζεται

Ολα τα παραπάνω, είτε ληφθούν υπόψη ως αποδείξεις είτε απλά ως ενδείξεις, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη γνησιότητα των εγγράφων του Κατίν, που ομολογουμένως αποτελούν και το «βαρύ πυροβολικό» της επιχειρηματολογίας της άλλης πλευράς, που φέρει ως ενόχους του εγκλήματος τους Σοβιετικούς (πέραν των ισχυρισμών των Ναζί). Βεβαίως, όλα αυτά έρχονται απλά να προστεθούν στη μακρά λίστα των αποδεικτικών στοιχείων και ιστορικών πηγών, που αναδεικνύουν, όχι μόνο τον υπεύθυνο του εγκλήματος αλλά και τη διαχρονική σκοπιμότητα γύρω από την προπαγάνδα του Κατίν (βλέπε Εκθεση Burdenko, Πρακτικά της Δίκης της Νυρεμβέργης, σχετικές αναφορές στα αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας, ομολογίες Γερμανών στρατιωτικών που μετείχαν στο έγκλημα, κ.ά.).

Οταν η ρωσική κυβέρνηση ανάρτησε τις ψηφιακές φωτογραφίες των επίμαχων εγγράφων στο διαδίκτυο έγινε κυριολεκτικά σάλος στο ντόπιο και διεθνή Τύπο. Τι από τα παραπάνω είδατε να αναπαράγεται ως είδηση – ή απλά ως ερώτημα – για τη διατήρηση ορισμένων έστω προσχημάτων αντικειμενικότητας; Η απάντηση είναι απολύτως τίποτε. Οπως και κανένα ερώτημα δε διατυπώθηκε ποτέ για το γεγονός ότι η ρωσική κυβέρνηση αρνείται πεισματικά μέχρι και σήμερα να προσκομίσει τα γνήσια έγγραφα προς μελέτη και εξέταση από τους ιστορικούς ή άλλους εμπειρογνώμονες και ειδικούς. Γιατί; Διότι πολύ απλά ΔΕΝ τους ενδιαφέρει η ιστορική αλήθεια. Αυτή δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο σε αυτήν την υπόθεση. Η ουσία των εγγράφων έγκειται στους λόγους για τους οποίους πρωτο-«ανακαλύφθηκαν». Στη δίκη και καταδίκη του κομμουνισμού. Στην παραχάραξη και κατασκευή εκ νέου της Ιστορίας και της ιστορικής μνήμης του λαού, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών. Στη χρεοκοπία στη συνείδησή τους της σοσιαλιστικής προοπτικής, ιδιαίτερα τώρα, σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός, με αφορμή και την κρίση, αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά το πραγματικό, αποκρουστικό του πρόσωπο. Πρόκειται για μια πραγματική μάχη συνειδήσεων. Και έπεται συνέχεια…

Του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ*
*Ο Αναστάσης Γκίκας είναι Δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Ο αντικομμουνισμός στην ιστοριογραφία (ΙΙ): Κατίν

Κατίν: Από τον Γκαίμπελς στους κινηματογράφους

Η διαχρονικότητα ενός ψέματος

katin(προπαγανιστική αφίσα των Ναζί για το Κατίν)

«Εδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια-δυο βδομάδες» (Τζ. Γκαίμπελς για το Κατίν, «Απομνημονεύματα», 14 Απριλίου 1943)1.

«Αισθήματα έκπληξης και μετάνοιας θα νιώσουν εκείνοι οι οποίοι, ενώ γνωρίζουν τόσο καλά την υπουλότητα και ιδιοφυΐα της προπαγανδιστικής μηχανής του Γκαίμπελς, πέφτουν θύματα της παγίδας που η ίδια έστησε» («The Times», 28 Απριλίου 1943, αντιδρώντας στην αβίαστη και άμεση υιοθέτηση της ναζιστικής προπαγάνδας από την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου).

«Υπολογίζουμε το ενδεχόμενο να πάμε την αντισοβιετική καμπάνια πολύ μακριά, αλλά αισθανόμαστε ότι δεν πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τη Γενική Συνέλευση (του ΟΗΕ) για ένα τόσο πολύτιμο προπαγανδιστικό σκοπό. Μπορούμε να αναδείξουμε τη σφαγή στο Κατίν…» (Ντοκουμέντα του US Department of State / Foreign Relations of the United States, «Σχέσεις ΗΠΑ-ΟΗΕ», τόμος ΙΙΙ, 1952-1954, σελ. 13).

«Η σφαγή στο δάσος του Κατίν υπήρξε μια εγκληματική πράξη ιστορικής εμβέλειας με μακρόχρονες πολιτικές συνέπειες» (Benjamin B. Fisher, Τμήμα Ιστορίας του Κέντρου Ερευνας Πληροφοριών της CIA, 14 Απριλίου 2007).

«Πολιτικοί και συγγενείς θυμάτων στην Πολωνία υπήρξαν οι πρώτοι που παρακολούθησαν την παγκόσμια πρεμιέρα του «Κατίν», μιας ταινίας για τη σοβιετική σφαγή 22.000 Πολωνών στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» (United Press International, 18 Σεπτεμβρίου 2007).

«Οι Πολωνοί ξαναζούν τη σφαγή στο Κατίν»! Με αυτό τον τίτλο η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» αναδημοσίευσε (στο φύλλο της 22-23 Σεπτεμβρίου 2007) το σχετικό άρθρο της γαλλικής «LE MONDE», βάζοντας υπέρτιτλο: «Τον Μάιο του 1940 η μυστική αστυνομία του Στάλιν εκτέλεσε εν ψυχρώ 22.000 Πολωνούς. Η νέα ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα ρίχνει αλάτι σε μια ανοιχτή πληγή».

Οπως διαβάζουμε στη συνέχεια, η εν λόγω ταινία, η οποία προβάλλεται ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες της Πολωνίας – προσεχώς και στην Ελλάδα – «φωτίζει ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια της ιστορίας της χώρας».

Πράγματι φωτίζει; ΄Η μήπως προάγει την ιστορική τύφλωση ως προϊόν μαζικής κατανάλωσης, αναπαράγοντας με όρους μεγάλης οθόνης ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα το οποίο αξιοποιήθηκε διαχρονικά εξίσου από όλες τις πολιτικές εκφάνσεις του αντικομμουνισμού, από το φασισμό ως την αστική «δημοκρατία», τις αντεπαναστατικές δυνάμεις στην Ανατολική Ευρώπη κλπ.;

Για να απαντήσουμε όμως επί της ουσίας στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν, εκεί που ξεκίνησαν όλα.

Ενας τελευταίος προπαγανδιστικός άσος στο μανίκι του Γκαίμπελς

Βρισκόμαστε στις 13 Απριλίου 1943. Περίπου δύο μήνες μετά τη συντριβή της φασιστικής στρατιωτικής μηχανής στο Στάλινγκραντ – που σηματοδότησε τη ριζική στροφή στον ρου του πολέμου – ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βερολίνου ανακοίνωσε την «ανακάλυψη» από την Wehrmacht (Βέρμαχτ) ενός μαζικού τάφου 3.000 Πολωνών αξιωματικών σε μια περιοχή στο δάσος του Κατίν, κοντά στο Σμολένσκ (στη συνέχεια ο αριθμός αυτός ανέβηκε στις 15.000 με 22.000-25.700, σύμφωνα με τη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού»!). Ενοχος αυτού του εγκλήματος: Ο εβραιομπολσεβικισμός. Το μήνυμα της ανακάλυψης που διατρανώθηκε σε όλους τους τόνους και με όλα τα μέσα: Ο κίνδυνος του προελαύνοντος κομμουνιστικού τέρατος, το οποίο απειλούσε πλέον να πατήσει το πόδι του στις περιοχές του δυτικού πολιτισμού.

Η σοβιετική «Πράβντα» απάντησε άμεσα και στις 19 του ίδιου μήνα έγραψε: «Εχοντας συνείδηση της οργής ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας για τις σφαγές που διέπραξαν σε βάρος ειρηνικών (σ.σ. φιλήσυχων) πολιτών και ιδιαίτερα Εβραίων, οι Γερμανοί προσπαθούν τώρα να εγείρουν το μίσος ευκολόπιστων ανθρώπων ενάντια στους Εβραίους. Γι’ αυτό τον λόγο εφηύραν μια ολόκληρη συλλογή από «Εβραίους κομισάριους», οι οποίοι, όπως ισχυρίζονται, συμμετείχαν στη δολοφονία των 10.000 Πολωνών αξιωματικών. Για τόσο έμπειρους παραχαράκτες δεν ήταν και δύσκολο να εφεύρουν ονόματα ανθρώπων, που ποτέ δεν υπήρξαν – Λεβ Ρίμπακ, Αβραάμ Μπορίσοβιτς, Πάουλ Μπροντνίσκι, Χάιμ Φίνμπεργκ. Αυτά τα πρόσωπα δεν υπήρξαν ποτέ, είτε στο «Παράρτημα Σμολένσκ της OGPU» είτε σε κανένα άλλο τμήμα της NKVD (σ.σ. όργανα του σοβιετικού κράτους που κατηγορήθηκαν για το έγκλημα)». Ακόμα και αναλύσεις της CIA αναγνώρισαν το «ελάττωμα» στην επιχειρηματολογία των Ναζί περί «εβραιομπολσεβικικών σφαγών», παραδεχόμενοι το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα των θυμάτων ήταν Πολωνοί εβραϊκής καταγωγής2. Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Οπως ήδη αναφέραμε, ο ίδιος ο Γκαίμπελς, σε καταχώριση στο ημερολόγιό του (14 Απριλίου 1943), εξέφρασε την πεποίθηση ότι η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προπαγανδιστικής εκμετάλλευσης για τουλάχιστον «μια-δυο βδομάδες». Σε μια άλλη καταχώριση με ημερομηνία 8 Μαΐου 1943 ανέφερε πως «δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες… Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε». Και όμως, έξι δεκαετίες και πλέον μετά, η προπαγάνδα του Γκαίμπελς καλά κρατεί…

«Διεθνής διάσταση»

Επιδιώκοντας να προσδώσουν διεθνή διάσταση και «αντικειμενικότητα» στα αποτελέσματα της «έρευνας», οι ναζιστικές αρχές ενσωμάτωσαν στο εγχείρημα τον Πολωνικό Ερυθρό Σταυρό (ο ίδιος ο Ερυθρός Σταυρός, αν και εκλήθη, αρνήθηκε να συμμετάσχει), καθώς και μια 12μελή «Διεθνή Επιτροπή», οι οποίοι και επικύρωσαν τα πορίσματα αυτής. Αξίζει να σημειωθεί πως η πολυεθνική σύνθεση της Επιτροπής αποτελεί ακόμα και σήμερα επιχείρημα στο οπλοστάσιο του ιστορικού αναθεωρητισμού κατά των Σοβιετικών. Επιχείρημα που σημειωτέον διατυπώθηκε για πρώτη φορά από την ομάδα υπεράσπισης των Ναζί στις Δίκες της Νυρεμβέργης.

Προφανώς το γεγονός ότι όλα τα μέλη της προέρχονταν από κράτη – δορυφόρους του Γ΄ Ράιχ (πλην της Ελβετίας) δε θεωρήθηκε ούτε τότε, ούτε και σήμερα, άξιο προβληματισμού. Ούτε το ότι η Επιτροπή παρέμεινε στο χώρο μόλις δύο μέρες εξετάζοντας 9 (!) προεπιλεγμένα από τους Ναζί πτώματα προτού συντάξει την έκθεσή της. ΄Η το γεγονός ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες στη λεγόμενη «Διεθνή Επιτροπή», όπως ο Τσεχοσλοβάκος καθηγητής της ιατροδικαστικής F. Hajek ή ο Βούλγαρος ιατροδικαστής M. Markov ανακάλεσαν αργότερα, καταθέτοντας ότι τα πορίσματα ήταν προκατασκευασμένα και υπεγράφησαν υπό καθεστώς πίεσης και φόβου (ο τελευταίος μάλιστα κατέθεσε σχετικά ως μάρτυρας κατηγορίας στις Δίκες της Νυρεμβέργης). Ακόμα και ο Τσόρτσιλ είχε δηλώσει στις 24 Απριλίου 1943 πως «είμαστε οπωσδήποτε αντίθετοι σε κάθε υποτιθέμενη «έρευνα» που θα διεξαγόταν από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ή οιονδήποτε άλλο οργανισμό από οιαδήποτε άλλη περιοχή υπό γερμανική κυριαρχία. Μια τέτοια έρευνα θα ήταν απάτη και τα συμπεράσματά της προϊόν τρομοκρατίας»3. Αυτά βέβαια ειπώθηκαν τότε. Ωστόσο, δε θα περάσει πολύς χρόνος ωσότου το Κατίν μεταφερθεί από το προπαγανδιστικό οπλοστάσιο των Ναζί σε εκείνο του «ελεύθερου κόσμου».

Η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση υιοθετεί τη ναζιστική εκδοχή – Η αντίδραση των Σοβιετικών

Ηδη από την επομένη κιόλας της ανακοίνωσης του Ραδιοφώνου του Βερολίνου, η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του στρατηγού Σικόρσκι είχε αποδεχτεί πλήρως τα συμπεράσματα των Ναζί αναφορικά με τη σοβιετική ενοχή. Το ίδιο έτος δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο από τον Πολωνό κόμη Geoffrey Potocki de Montalk το «Μανιφέστο του Κατίν», που επίσης κατηγορούσε τους Σοβιετικούς για τη σφαγή. Η στάση αυτή των Πολωνών εμιγκρέδων να αποδεχτούν τόσο αβίαστα τη γερμανική προπαγάνδα προκάλεσε ακόμα και την αντίδραση του αστικού Τύπου της Αγγλίας (βλέπε απόφθεγμα των «Times» στην εισαγωγή). Ο Αμερικανός καθηγητής G. Furr είναι πιο κατηγορηματικός: «Η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν οι Ναζί έσφαζαν τους Πολωνούς σε τεράστιους αριθμούς, επέλεξανε να πιστέψουν την εκδοχή των Ναζί!

Ουδέποτε έθεσαν ερωτήματα γύρω από την ιστορία των Ναζί. Απλά την αποδέχτηκαν. Αν πραγματικά νοιάζονταν για αυτούς τους ανθρώπους, γιατί να το κάνουν αυτό;

Επραξαν κατ’ αυτό τον τρόπο γιατί υπήρξαν πολύ πιο εχθρικοί έναντι των Σοβιετικών απ’ ό,τι υπήρξαν ποτέ για τους Γερμανούς. Η πολωνική κυβέρνηση ήταν οι ίδιοι φασίστες»4.

Η σοβιετική κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα και στις 25 Απρίλιου 1943 ο λαϊκός επίτροπος επί των Εξωτερικών Υποθέσεων Β. Μολότοφ επέδωσε στον Πολωνό απεσταλμένο Ρόμερ κείμενο, στο οποίο τόνιζε μεταξύ άλλων: «Η εχθρική προς τη Σοβιετική Κυβέρνηση συκοφαντική εκστρατεία που άρχισαν οι Γερμανοί φασίστες με το ζήτημα των από τους ίδιους διαπραχθέντων φόνων Πολωνών αξιωματικών στην περιοχή Σμολένσκ στο κατεχόμενο από τα γερμανικά στρατεύματα έδαφος, υποστηρίχθη εξ αρχής από την Πολωνική Κυβέρνηση και με κάθε τρόπο υποδαυλίζεται από τον πολωνικό Τύπο. Η Πολωνική Κυβέρνηση όχι μόνο δεν απέκρουσε την ελεεινή συκοφαντία κατά της ΕΣΣΔ, μα ούτε καν θεώρησε αναγκαίο να απευθύνει προς τη Σοβιετική Κυβέρνηση μια οιαδήποτε ερώτηση ή διευκρίνιση για το ζήτημα αυτό…

…Την εποχή που οι λαοί της Σοβιετικής Ενωσης χύνουν το αίμα τους σε τραχείς αγώνες με τη χιτλερική Γερμανία και με σκληρές μάχες κατορθώνουν τη συντριβή και την ήττα του κοινού εχθρού του ρωσικού και του πολωνικού λαού και την απελευθέρωση όλων των φιλελεύθερων δημοκρατικών χωρών, η Πολωνική Κυβέρνηση για να εξευμενίσει την τυραννία του Χίτλερ καταφέρνει το προδοτικό χτύπημα κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Η Σοβιετική Κυβέρνηση γνωρίζει πως η εχθρική αυτή εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ενωσης διεξάγεται από την Πολωνική Κυβέρνηση η οποία αποβλέπει με τη χρησιμοποίηση της χιτλερικής συκοφαντίας να ασκήσει πίεση κατά της Σοβιετικής Κυβέρνησης με σκοπό να της αποσπάσει εδαφικές παραχωρήσεις και να σφετεριστεί μέρος της σοβιετικής Ουκρανίας, της σοβιετικής Λευκορωσίας και της σοβιετικής Λετονίας»5.

Η Επιτροπή Burdenko και η αποδόμηση του ναζιστικού ψέματος

Με την απελευθέρωση της περιοχής από τον Κόκκινο Στρατό το Σεπτέμβριο του 1943 συστάθηκε μια ειδική επιτροπή υπό τον ακαδημαϊκό N. Burdenko προκειμένου να ερευνήσει το ζήτημα. Το πόρισμα της Επιτροπής ολοκληρώθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 1944 και αντέκρουε ένα προς ένα όλα τα σημεία της γερμανικής έρευνας. Ενδεικτικά, μπορούμε να σταθούμε στα εξής6:

·Αναφορικά με τη θέση των μαζικών τάφων: Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν ότι το δάσος του Κατίν ήταν μια απομονωμένη περιοχή που χρησίμευε ως τόπος εκτελέσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα, όμως, το Κατίν υπήρξε ένας πολυσύχναστος χώρος, τον οποίο οι ντόπιοι κάτοικοι επισκέπτονταν συχνά ως τόπο αναψυχής και διακοπών. Ειδικότερα, η ακριβής περιοχή όπου ανακαλύφθηκαν οι τάφοι αποτελούσε δημοφιλή προορισμό για τους Πιονιέρους για θερινές κατασκηνώσεις. Βρισκόταν δε μόλις λίγα μέτρα από την εθνική οδό Σμολένσκ – Βιτέμπσκ, την οποία διέσχιζαν χιλιάδες άνθρωποι σε καθημερινή βάση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν μια τέτοια περιοχή να αποτελεί τόπο μαζικών εκτελέσεων και τάφων; Ηταν δυνατό να μην το αντιληφθεί κανείς; Τουναντίον, με την έλευση των γερμανικών στρατευμάτων, το δάσος του Κατίν έκλεισε για τον κόσμο προκειμένου να «φιλοξενήσει» τις στρατιωτικές μονάδες που φρουρούσαν την περιοχή.

·Οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο των εκτελέσεων είχαν παραχθεί στη Γερμανία (γεγονός που επιβεβαιώνεται, όπως είδαμε νωρίτερα, και από τις ημερολογιακές καταχωρίσεις του Γκαίμπελς).

Το δε διαμέτρημά τους δεν ανταποκρινόταν σε κανέναν τύπο όπλου που παρήγε η Σοβιετική Ενωση. Τα χέρια των εκτελεσθέντων ήταν δεμένα με σκοινί που επίσης δεν παραγόταν τότε στην ΕΣΣΔ.

·Στα πτώματα βρέθηκαν έγγραφα, επιστολές, αποδείξεις, κ.ά. με ημερομηνίες που έπονταν της γερμανικής εισβολής (οι Γερμανοί είχαν ισχυριστεί πως οι Σοβιετικοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς αξιωματικούς την Ανοιξη του 1940). Αξίζει να σημειωθεί και πως στην ίδια τη Γερμανική Εκθεση Amtliches Material zum Massenmord von Katyn (Berlin: Zentralverlag der NSDAP, Franz Eher Nachf. G. m.b. H., 1943) αναπαράγεται στη σελίδα 330 ένα έγγραφο από πτώμα στο Κατίν με καταχωρημένη ημερομηνία «20 Οκτωβρίου 1941», όταν δηλαδή η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή εδώ και μήνες.7

·Επιπλέον, η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε πως ο βαθμός αποσύνθεσης των θυμάτων δε δικαιολογούσε τους γερμανικούς ισχυρισμούς. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν και από την αμερικανική αποστολή (από την Πρεσβεία των ΗΠΑ στη Μόσχα) που παρευρίσκονταν στην έρευνα. Ο Βρετανός ιστορικός G. Roberts παραθέτει στο έργο του «Stalin’s Wars» ορισμένα αποσπάσματα από τα ιδιωτικά έγγραφα του Πρέσβη Harriman. Στην υποσημείωση αρ. 29, σελ. 400 ο Roberts καταγράφει τον Harriman να συνοψίζει τα συμπεράσματα της κόρης του (που μετείχε στην αποστολή) ως εξής: «Από τα αποδεικτικά στοιχεία γενικά και από την κατάθεση, η Kathleen και το μέλος της Πρεσβείας πιστεύουν ότι σε κάθε περίπτωση η σφαγή πραγματοποιήθηκε από τους Γερμανούς». Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι παρατηρήσεις της Kathleen Harriman αναφορικά με το πόσο «φρέσκα» φαίνονταν τα πτώματα, στοιχείο που αποτέλεσε μείζον ζήτημα και για την Επιτροπή Burdenko. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Γερμανών τα πτώματα βρίσκονταν θαμμένα επί τρία ολόκληρα καλοκαίρια, όταν το υπέδαφος ήταν ζεστό και η αποσύνθεση θα υπήρξε ραγδαία. Αντίθετα, οι Σοβιετικοί συμπέραναν πως οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς το Φθινόπωρο του 1941, οπότε βρίσκονταν θαμμένοι μόνο ένα καλοκαίρι (1942)8.

Δεκάδες μάρτυρες κατέθεσαν στην Επιτροπή, μεταξύ των οποίων και ορισμένοι οι οποίοι είχαν καταναγκαστεί από την Γκεστάπο να υπογράψουν ως «μάρτυρες» στη Γερμανική έκθεση. Ωστόσο, η Εκθεση Burdenko θα απορριφθεί εν συνεχεία στο σύνολό της από την αστική ιστοριογραφία ως «σοβιετικό προπαγανδιστικό κατασκεύασμα», ενώ αντίστοιχα τα συμπεράσματα του ναζιστικού πορίσματος θα υιοθετηθούν ασυζητητί.

Από το οπλοστάσιο των ναζί στο οπλοστάσιο της «δημοκρατίας»…

Μέχρι και το 1945 διπλωματικά έγγραφα των ΗΠΑ αναφέρονταν στην υπόθεση Κατίν ως «προπαγάνδα των Ναζί»9.

Στις 19 Ιουνίου του 1945, οι «New York Times», δημοσίευσαν μια ανταπόκριση από τη Στοκχόλμη με τίτλο «Η ιστορία με τους τάφους του Κατίν χαρακτηρίστηκε μαύρη απάτη». Το άρθρο βασιζόταν στις καταθέσεις του τελευταίου επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών (κατασκοπίας) των SS, Walter Schellenberg, σε ανακρίσεις των Συμμάχων, και συγκεκριμένα έγραφε:

«Στοκχόλμη, Σουηδία, Ιούνιος 28 – Η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατίν, που προκάλεσε το παγκόσμιο αίσθημα πριν δύο χρόνια, υπήρξε μια προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ ώστε να προκληθεί ρήγμα μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών Συμμάχων, αναφέρει μια έκθεση που λάβαμε μέσω ειδικών καναλιών και επιβεβαιώνεται από ένα μήνυμα από το Οσλο απόψε. Ανακοινώθηκε πως ένας στενός συνεργάτης του Χίμλερ, ο αρχηγός μονάδας των SS Schellenberg, κατέθεσε αυτή την απίστευτη πληροφορία κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης στο Αρχηγείο των Συμμάχων στη Γερμανία την περασμένη Τρίτη…

…Απόψε, λάβαμε από το Οσλο μια έκθεση που επιβεβαιώνει τα παραπάνω, κατά την οποία ο Eric Johansen – ένας φυλακισμένος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Sachsenhausen της Γερμανίας που πρόσφατα επαναπατρίστηκε – καταθέτει μια ενδιαφέρουσα ιστορία αναφορικά με τη γερμανική παραγωγή ψευδών ντοκουμέντων αναγνώρισης για τα πτώματα των μαζικών τάφων στο Κατίν.» Στον ίδιο τόνο και η γερμανική εφημερίδα «Nordwest – Nachrichten», που εκδιδόταν στη βρετανική ζώνη κατοχής, η οποία δημοσίευσε στο φύλλο της 4ης Ιανουαρίου 1946 (έτος 2ο, αρ. φύλλου 1) πρωτοσέλιδο με τίτλο: «Ετσι ήταν το Κατίν. Μαζική δολοφονία στην Πολωνία αποκαλύφθηκε ως ναζιστικό έγκλημα». Σύντομα, όμως, τα πράγματα θα λάμβαναν άλλη τροπή… Το 1946, ο επικεφαλής της Σοβιετικής Εισαγγελίας στις Δίκες της Νυρεμβέργης, Roman A. Rudenko, πρότεινε να συμπεριληφθεί σε αυτές και η υπόθεση του Κατίν, με το σκεπτικό πως αποτελούσε «μια από τις σημαντικότερες εγκληματικές πράξεις για την οποία ευθύνονται εγκληματίες πολέμου…». Ωστόσο, η αμερικανική και βρετανική πλευρά αρνήθηκαν να στηρίξουν το αίτημα, περιορίζοντας τη διαδικασία της ανάκρισης σε έξι μόλις καταθέσεις (3 υπέρ της σοβιετικής ενοχής και 3 υπέρ της ναζιστικής) μπλοκάροντας ουσιαστικά την εκδίκαση της υπόθεσης10.

Για ποιο λόγο η Σοβιετική Ενωση να θέσει την υπόθεση στην αρμοδιότητα ενός διεθνούς δικαστηρίου τη στιγμή που υποτίθεται ότι πάσχιζε να συγκαλύψει την «ενοχή» της, διεξάγοντας έρευνες που χαρακτηρίστηκαν παρωδία και κατασκευάζοντας Εκθέσεις που απορρίφθηκαν ως χαλκευμένες; Γιατί να μπλοκάρουν οι «Σύμμαχοι» τη διαδικασία;

Οι Δίκες της Νυρεμβέργης μπορεί να μην κατέληξαν σε απόφαση για το Κατίν αυτό καθαυτό, ανέδειξαν, ωστόσο, ορισμένα επιμέρους στοιχεία που σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με την υπόθεση: Πρώτον, έφεραν στο φως έγγραφα που αποτύπωναν την πολιτική των ναζί έναντι των Πολωνών και έκαναν λόγο για προσχεδιασμένες «εκτελέσεις χιλιάδων» αντιπροσώπων της πολωνικής ελίτ (γιατρών, διανοούμενων, κλπ. – οι αξιωματικοί του πολωνικού στρατού, όπως αυτοί που εκτελέστηκαν στο Κατίν, προέρχονταν αποκλειστικά από τέτοια στρώματα) με σκοπό τη μετατροπή της Πολωνίας σε αγροτική αποικία «σκλάβων της Μεγάλης Γερμανικής Παγκόσμιας Αυτοκρατορίας»11.

Το δεύτερο έχει να κάνει με την εκδίκαση της υπόθεσης του «Γκέτο της Βαρσοβίας». Τον Απρίλη του 1943 οι ναζιστικές αρχές αποφάσισαν να «ξεμπερδέψουν» με τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης. Στο εγχείρημα αυτό, προσπάθησαν να παρασύρουν και Πολωνούς από τις λεγόμενες «Αριες συνοικίες», προβάλλοντας ως «κίνητρο» τις «τρομοκρατικές ενέργειες» των αντιστασιακών της Βαρσοβίας και τα «εγκλήματα του εβραιομπολσεβικισμού» στο Κατίν. Ωστόσο, η προπαγάνδα δεν επέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Εκπληκτος, ο Γερμανός διοικητής των SS στην έκθεσή του στο Βερολίνο, ανέφερε πως κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του γκέτο, «οι μονάδες μας δέχτηκαν πυρά ξανά και ξανά απ’ έξω από το γκέτο, από το Αριο τμήμα της Βαρσοβίας. Ομάδες εφόδου επιτέθηκαν αμέσως στις εν λόγω περιοχές πετυχαίνοντας τη σύλληψη 35 Πολωνών συμμοριτών, κομμουνιστών, οι οποίοι εξολοθρεύτηκαν χωρίς αναβολή. Σήμερα επαναλήφθηκε το ίδιο και θεωρήσαμε απαραίτητο να εκτελέσουμε και άλλους συμμορίτες, οι οποίοι πέφτοντας από τις σφαίρες ζητωκραύγαζαν «Ζήτω η Πολωνία!», «Ζήτω η Σοβιετική Ενωση!»12 Αυτούς τους πραγματικούς ήρωες επιχειρούν σήμερα οι ποικιλόμορφοι θιασώτες του ιστορικού αναθεωρητισμού να καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου…

Το 1951 – 1952, με αφορμή τον πόλεμο της Κορέας, συστάθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ η Επιτροπή Madden (υπό τον Ρεπουμπλικανό R. J. Madden), η οποία κατέληξε στο «συμπέρασμα» πως οι Πολωνοί αξιωματικοί δολοφονήθηκαν από τους Σοβιετικούς και πρότεινε την παραπομπή της ΕΣΣΔ στο Διεθνές Δικαστήριο. Ανάμεσα σε εκείνους που κατέθεσαν στην Επιτροπή ήταν και ο Dr. Otto Stahmer, σύμβουλος του Γκέρινγκ (του νο. 2 στην ιεραρχία των ναζί) στις Δίκες της Νυρεμβέργης! Η όλη υπόθεση θεωρήθηκε μεταξύ άλλων και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για προπαγανδιστική δουλειά στους Αμερικανούς πολίτες πολωνικής ή άλλης ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής που έως τότε στήριζαν παραδοσιακά το κόμμα των Δημοκρατικών.13

Το Κατίν καταλαμβάνει από τότε περίοπτη θέση στο οπλοστάσιο του ιμπεριαλισμού. Σε έκθεση του υπουργείου των Εσωτερικών των ΗΠΑ (State Department) με την ένδειξη «Απόρρητος» και ημερομηνία 7 Ιουλίου 1952, ξεδιπλώνονται συνοπτικά οι συνομιλίες ΗΠΑ – Βρετανίας για τη χάραξη κοινής στρατηγικής στον ΟΗΕ. Στο κείμενο αυτό, εκτός από τη σημασία της χρησιμοποίησης της «ομπρέλας του ΟΗΕ» προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ΝΑΤΟ, αναφέρεται και η ανάγκη αξιοποίησης του Οργανισμού για αντισοβιετική προπαγάνδα. Ενα από τα δύο ζητήματα που «προσφέρονται» για το σκοπό αυτό δεν είναι άλλο από το Κατίν. Η πρόταση για «χρήση διαφόρων οργάνων του ΟΗΕ ως πλατφόρμες προπαγάνδας για τη Δύση», με την προώθηση «προβλημάτων» όπως η «σφαγή στο Κατίν», επαναλαμβάνεται και σε εμπιστευτικό έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.14

Ο αντίλογος στην αντικομμουνιστική αυτή πολεμική προερχόταν πολλές φορές από φωνές που δε θα περίμενε κανείς. Οπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του Alexander Werth (1901 – 1969), γόνου εξόριστων τσαρικών εμιγκρέδων του Λονδίνου, ο οποίος διατέλεσε πολεμικός ανταποκριτής του BBC και των London Sunday Times στο Ανατολικό Μέτωπο, ενώ κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια υπήρξε ανταποκριτής της Guardian στη Μόσχα. Στο έργο του «Russia at War: 1941 – 1945» (Η Ρωσία σε πόλεμο: 1941 – 1945) που εκδόθηκε το 1964 (και επανακυκλοφόρησε το 1984 και το 2000 – Caroll & Graf edition, New York), ο Werth, κάθε άλλο παρά κομμουνιστής, διατύπωσε ξεκάθαρες ενστάσεις και προβληματισμούς αναφορικά με την εκδοχή της σοβιετικής ενοχής για το Κατίν. Ταυτόχρονα, επισήμανε την ομοιότητα της τεχνικής των μαζικών δολοφονιών στο Κατίν με τις αναρίθμητές άλλες περιπτώσεις που έλαβαν χώρα από την Γκεστάπο στις κατεχόμενες από τους ναζί περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης. Σε μια άλλη περίπτωση, ένας πρώην Γερμανός στρατιώτης που ζούσε στην περιοχή του Surrey της Αγγλίας, παρενέβη με επιστολή του σε συζήτηση που είχε ανοίξει μέσα από τις στήλες των «The Times» το 1971 σχετικά με το Κατίν, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Ως Γερμανός στρατιώτης, πεπεισμένος εκείνη την περίοδο για το δίκαιο της υπόθεσής μας, έλαβα μέρος σε πολλές μάχες και επιχειρήσεις κατά την εκστρατεία στη Ρωσία… Θυμάμαι καλά το θόρυβο όταν ξέσπασαν τα νέα το 1943 γύρω από την ανακάλυψη ενός αποτρόπαιου μαζικού τάφου κοντά στο Κατίν, μιας περιοχής που τότε απειλούνταν από τον Κόκκινο Στρατό.

Ο Τζόζεφ Γκαίμπελς, όπως δείχνουν τα ιστορικά στοιχεία, είχε εξαπατήσει πολλούς ανθρώπους. Αλλωστε, αυτή ήταν η δουλειά του, και λίγοι θα αμφισβητήσουν τη σχεδόν απόλυτη ικανότητά του σ’ αυτή. Αυτό που πραγματικά προκαλεί έκπληξη, ωστόσο, είναι ότι (σ.σ. η ικανότητα του Γκαίμπελς στην εξαπάτηση) μπορεί να εμφανίζεται ακόμα στις σελίδες των Times 30 χρόνια αργότερα. Γράφοντας εκ πείρας δε νομίζω ότι εκείνη την ύστατη στιγμή του πολέμου ο Γκαίμπελς κατάφερε να ξεγελάσει και πολλούς Γερμανούς στρατιώτες στη Ρωσία για το ζήτημα του Κατίν…Οι Γερμανοί στρατιώτες γνώριζαν πολύ καλά για τις εκτελέσεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού… εμείς, οι Γερμανοί στρατιώτες, γνωρίζαμε πως οι Πολωνοί αξιωματικοί δεν εξολοθρεύτηκαν από κανέναν άλλο παρά από τους δικούς μας».15

…στο οπλοστάσιο της αντεπανάστασης

Τη δεκαετία του 1980, το Κατίν αποτέλεσε ιδεολογικοπολιτικό επιχείρημα των δυνάμεων της αντεπανάστασης, τόσο στην Πολωνία όσο και στη Σοβιετική Ενωση. Τα γεγονότα και οι προβοκάτσιες προμήνυαν τα όσα θα επακολουθούσαν μετά τις ανατροπές. Ας σταθούμε ενδεικτικά μόνο σε ένα: Στις 30 του Οκτώβρη 1989, μετέβη στο Κατίν – με την άδεια και τις ευλογίες του Γκορμπατσόφ – πολυάριθμη αντιπροσωπεία Πολωνών, μελών μιας οργάνωσης με την επωνυμία «Οικογένειες των Θυμάτων του Κατίν», προκειμένου να επισκεφτεί το μνημείο που είχαν στήσει εκεί οι Σοβιετικοί. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Zbigniew Brzezinski (Μπρεζίνσκι), ο πρώην σύμβουλος για ζητήματα Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, μέλος τότε της Συμβουλευτικής Επιτροπής Διεθνών Πληροφοριών του Προέδρου Μπους (πατρός) και πρωταγωνιστικός παράγοντας στην αντικομμουνιστική εκστρατεία των Ηνωμένων Πολιτειών (με «πλούσιο» βιογραφικό που εκτείνεται από την πολύμορφη και ολομέτωπη υποστήριξη των Μουζαχεντίν στο Αφγανιστάν ως την ενεργό διαβρωτική – διαλυτική δουλειά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και ιδιαίτερα της Πολωνίας).

Οι συγκεντρωμένοι τέλεσαν λειτουργία και ανάρτησαν πανό με συνθήματα υπέρ της αντικομμουνιστικής πολωνικής οργάνωσης «Αλληλεγγύη». Ενας από τους «πενθούντες» τοποθέτησε μια πινακίδα που έγραφε «NKVD» καλύπτοντας τη λέξη «Ναζί», ώστε η επιγραφή στο μνημείο να φαίνεται ως εξής: «Στη μνήμη των Πολωνών αξιωματικών που δολοφονήθηκαν από τη NKVD το 1941». Στη συνέχεια, ο Μπρεζίνσκι έκανε δηλώσεις, οι οποίες μεταδόθηκαν με έμφαση και από τη σοβιετική τηλεόραση. Ανάμεσα σε άλλα είπε: «Είναι πολύ σημαντικό για μένα να ειπωθεί η αλήθεια (!) για το τι πραγματικά συνέβη, γιατί μόνο μέσω της αλήθειας μπορεί η νέα σοβιετική ηγεσία να αποστασιοποιηθεί από τα εγκλήματα του Στάλιν και της NKVD… Το γεγονός ότι η σοβιετική κυβέρνηση μου έδωσε τη δυνατότητα να βρίσκομαι εδώ – και οι Σοβιετικοί γνωρίζουν τις απόψεις μου – συμβολίζει τη ρήξη με το σταλινισμό που αντιπροσωπεύει η περεστρόικα»16.

Και το 1992 επήλθε επιτέλους η «απόλυτη» και «πέραν πάσης αμφιβολίας» «δικαίωση» των υποστηρικτών της σοβιετικής ενοχής με την παρουσίαση από τον Ρώσο Πρόεδρο Μπόρις Γιέλτσιν στον Πολωνό ομόλογό του Λεχ Βαλέσα αντιγράφων μιας σειράς αρχειακών «ντοκουμέντων» που «επιβεβαίωναν» τη δολοφονία των Πολωνών αξιωματικών από τις σοβιετικές αρχές (με την υπογραφή φυσικά του Ι. Β. Στάλιν). Περιλάμβαναν μεταξύ άλλων: α) Ενα κείμενο του Μπέρια στο οποίο πρότεινε την εκτέλεση 25.700 Πολωνών, β) ένα απόσπασμα από τη διαταγή του Πολιτικού Γραφείου για την εκτέλεση και γ) ένα σημείωμα του επικεφαλής της KGB Shelepin προς τον Χρουστσόφ σχετικά με την εκτέλεση 21.857 Πολωνών και την ανάγκη καταστροφής των σχετικών εγγράφων. Τα έγγραφα αυτά αποτέλεσαν έκτοτε το σημαντικότερο επιχείρημα του ιστορικού αναθεωρητισμού αναφορικά με το Κατίν. Το στοιχείο που παραλείπεται από όλες τις σχετικές προσεγγίσεις του θέματος είναι το εξής πολύ σημαντικό: Οτι η κύρια χρήση των εν λόγω εγγράφων ήταν άλλη. Πράγματι, τα συγκεκριμένα «ντοκουμέντα» είχαν προσκομιστεί (μόλις «εντοπισθέντα») από τη νομική ομάδα του Γιέλτσιν στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας προκειμένου να επισυναφθούν ως «πειστήρια» για την επιδιωκόμενη κήρυξη του ΚΚΣΕ ως «οργάνωσης αντισυνταγματικής».

Η υπεράσπιση εξέφρασε από την πρώτη στιγμή αμφιβολίες αναφορικά με την αυθεντικότητα των εγγράφων. Οι ενδείξεις που υποδείκνυαν πλαστογραφία ήταν πολλές: α) Η πλήρης ταύτιση των ημερομηνιών της αποστολής του κειμένου Μπέρια και της απόφασης του Πολιτικού Γραφείου (5 Μάρτη 1940). «Στην πρακτική των συνεδριάσεων του Πολιτικού Γραφείου δε συνέβη ποτέ κάτι παρόμοιο», αναφέρει ο Γιούρι Σλομπότκιν, ένας εκ των δύο μελών της υπεράσπισης που κλήθηκαν να δώσουν μια νομική εκτίμηση επί των εγγράφων. «Υπήρχε απόσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας της αποστολής του ενός ή του άλλου εγγράφου και της πρότασης να εξεταστεί κάποιο ζήτημα στη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου από την ίδια τη συνεδρίαση και δεν ήταν μικρότερη από 5-6 μέρες». β) Η απόφαση του ΠΓ είχε, μεταξύ άλλων, τις υπογραφές των Καγκάνοβιτς και Καλίνιν, οι οποίοι ωστόσο ήταν απόντες από τη 13η Σύνοδο του οργάνου το Μάρτη του 1940! γ) Πολλές λεπτομέρειες που αφορούν την «τυπική» σύνταξη των εν λόγω κειμένων ή τη διαδικασία λήψης παρόμοιων αποφάσεων υπήρξαν περιέργως παράτυπες (θέση υπογραφών, το γεγονός ότι το μόνο σώμα με την αρμοδιότητα να εξουσιοδοτήσει την υψίστη των ποινών ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ – τέτοια αιτήματα δεν υποβάλλονταν ποτέ στο ΠΓ, κλπ.). δ) Τα έγγραφα που κατατέθηκαν ήταν φωτοαντίγραφα. Τόσο στο Συνταγματικό Δικαστήριο, όσο και από την πολωνική πλευρά στη συνέχεια, ζητήθηκαν επίμονα τα πρωτότυπα. Ως τα σήμερα, τα κείμενα αυτά δεν έχουν κάνει την εμφάνισή τους. ε) Ο Shelepin αρνήθηκε γνώση του κειμένου που υποτίθεται πως φέρει την υπογραφή του. Τουναντίον, ερωτηθείς, δήλωσε πως οι γνώσεις του για το Κατίν την περίοδο που ήταν επικεφαλής της KGB περιορίζονταν στα εκάστοτε δημοσιεύματα του Τύπου…

Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι, χωρίς να αποδέχονται απαραίτητα τη σοβιετική εκδοχή των γεγονότων, παραδέχονται ταυτόχρονα πως «τέτοια έγγραφα δε θα γίνονταν ποτέ δεκτά σε ένα δικαστήριο» ως αποδεικτικά στοιχεία. Και όντως, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν τα συμπεριέλαβε στην απόφασή του στις 30 του Νοέμβρη 199217.

Κατίν: Όπλο του αντικομμουνισμού και του ιστορικού αναθεωρητισμού

Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν πτόησε την επιθετικότητα του ιστορικού αναθεωρητισμού. Οι υπέρμαχοι της «σοβιετικής ενοχής» συνεχίζουν την αντικομμουνιστική σταυροφορία τους, εξαπολύοντας μύδρους ακόμα και εναντίον όσων απλά τολμούν να ζητήσουν μια νηφαλιότερη, αντικειμενική και επιστημονική μελέτη των ιστορικών δεδομένων. Παραλληλίζονται με τους «αρνητές του Ολοκαυτώματος», χαρακτηρίζονται «λάτρεις του Στάλιν», κλπ. Υπάρχουν βέβαια και «όρια». Ετσι, όταν μια «νέα» μελέτη, βασισμένη σε αεροφωτογραφίες της Luftwaffe (Λουφτβάφε) και προηγούμενες «έρευνες» της CIA, βρέθηκε πρόσφατα σε τυπογραφείο της Πολωνίας, ο υπεύθυνος σύνταξης αρνήθηκε κατηγορηματικά να προχωρήσει στην εκτύπωση πλέον των 20 σελίδων με το αιτιολογικό – συν τοις άλλοις – ότι πρόδιδαν «σε απαράδεκτο βαθμό την υπογραφή της CIA»18.

Η ουσία του ζητήματος στην υπόθεση Κατίν δεν έχει να κάνει με την ιστορική έρευνα. Δεν έχει να κάνει με κάποια ανθρωπιστική ευαισθησία για περιπτώσεις εγκλημάτων πολέμου. Αλλωστε, όταν ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας ζήτησε το 1998 από τον Πολωνό υπουργό Δικαιοσύνης να διενεργηθεί επίσημη έρευνα γύρω από το θάνατο 83.500 Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου (κατά τον σοβιετο-πολωνικό πόλεμο του 1919-1921), οι οποίοι πέθαναν σε άθλιες συνθήκες σε πολωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, η πολωνική κυβέρνηση αρνήθηκε. Καμιά ευαισθησία δεν επέδειξαν οι απανταχού αστοί «ανθρωπιστές», που αντιμετώπισαν το θέμα με χλευασμό και ειρωνεία.

Η ουσία είναι αλλού. Την περίοδο 1989-1991, όταν στη Σοβιετική Ενωση είχε ξεκινήσει ήδη η αποδόμηση του σοσιαλιστικού παρελθόντος μέσω της ταύτισης κομμουνισμού και φασισμού, Χίτλερ και Στάλιν, υπήρξαν φωνές που προειδοποιούσαν πως η επιμονή της Πολωνίας στο ζήτημα του Κατίν υπέκρυπτε ένα βαθύτερο νόημα: «Οτι η Σοβιετική Ενωση δεν ήταν καλύτερη – ή ακόμα ότι ήταν χειρότερη – απ’ ό,τι η ναζιστική Γερμανία» και πως η ΕΣΣΔ υπήρξε «εξίσου υπεύθυνη» για το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου19!

Η άποψη ενός μη κομμουνιστή Αμερικανού ακαδημαϊκού είναι χαρακτηριστική. Γράφει ο Grover Furr:

«Ορίστε η άποψή μου: Κανείς δε νοιάζεται για το τι συνέβη στους Πολωνούς αξιωματικούς! Κανείς, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των Πολωνών.

Ακόμα, κανείς δε νοιάστηκε ποτέ, ακόμα και την περίοδο που συνέβη!…

…από τότε, η «Σφαγή του Κατίν» αποτέλεσε ένα ραβδί για να χτυπούνε τους Σοβιετικούς. Ακόμα είναι μια επιπλέον «απόδειξη» ότι «ο κομμουνισμός είναι κακό πράγμα»…

…Ηδη με αποκαλούν έναν παλιο-λάτρη του Στάλιν επειδή επιμένω στα αποδεικτικά στοιχεία, επειδή δεν προσκυνώ τον ναό ανειλικρινών αντικομμουνιστών ιστορικών των οποίων τα έργα αποτελούν ντροπή για το επάγγελμα του ιστορικού…

…Η «Σφαγή του Κατίν» δεν αποτελεί ένα ιστορικό ζήτημα -αποτελεί ένα ΟΠΛΟ… Το χρησιμοποιείς για να κάνεις πόλεμο «στην άλλη πλευρά», και μόνο αυτό»20.

Εν κατακλείδι. Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αναδείξει το εύρος της ιστορικής αποδόμησης στο οποίο προτίθεται να προβεί ο ιμπεριαλισμός στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής αναθεώρησης της ιστορικής μνήμης. Οι κομμουνιστές δε φοβούνται την αλήθεια. Τουναντίον, την αποζητούν με το ίδιο πάθος και τόλμη, με τα οποία ρίχνονται στις καθημερινές και διαχρονικές μάχες για την προάσπιση των λαϊκών – εργατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αντίστοιχα, όμως, και με τον ίδιο ζήλο, καταπολεμούν τη συκοφαντία και το ψέμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ολες οι αναφορές στα ημερολόγια του Τζ. Γκαίμπελς από την αγγλική μετάφραση: Goebbels J (1948) «The Goebbels Diaries (1942-1943)», μετάφραση Louis P. Lochner (New York: Doubleday & Company)

2. «Πράβντα» 19 Απρίλη 1943 και Fisher B «The Katyn Controversy: Stalin’s Killing Field»,

3. Ηλεκτρονικό άρθρο στον δικτυότοπο Κέντρου Μελέτης Πληροφοριών της CIA, 14 Απρίλη 2007 3. Βλέπε Fowler M (1985) «Winston S. Churchill. Philosopher and Statesman» (Lanham, MD: University Press of America) και Mukhin Y I (1995) «Katyn Detective» (Moskva: Firma Svetoton LTD)

4. Furr G. στο http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss-katyn041806r.html

5. Οπως αναδημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη», 10 Μάη 1943

6. Ολόκληρη η Εκθεση Burdenko μπορεί να βρεθεί εδώ: http://katyn.codis.ru/cccp054.htm

7. Οπως παρατίθεται στο Furr G., όπως πριν.

8. Roberts G «Stalin’s Wars» (New Haven: YaleUniversity Press) σελ.171-172 και 400

9. United States Department of State / Foreign relations of the United States: diplomatic papers: the Conference of Berlin (the Potsdam Conference), 1945, Volume II (1945), σελ. 803

10. Βλέπε Experts of Nuremberg Archives: Nikzor.org – 59ηΗμέρα, Πέμπτη, 14 Φλεβάρη 1946 και Conot R E (1984) «Justice at Nuremberg» (New York: Carol & Graf Publishers) σελ. 454

11. Ντοκουμέντο αρ. EC-344 (16), Πρακτικά Δικών Νυρεμβέργης, 14 Δεκέμβρη 1945, τόμος 3ος, σελ.576-581

12. Ντοκουμέντο αρ. 1061-PS, Πρακτικά Δικών Νυρεμβέργης, επισυναπτόμενο έγγραφο στον τόμο 3.

13. Fisher B, όπωςπρινκαι US Congress, House of Representatives, Select Committee on the Katyn Forest Massacre, 82d Congress, 1st and 2nd Session, 1951-1952, 7 parts (Washington, DC: US Government Printing Office, 1952)

14. Βλέπε United States Department of State / Foreign relations of the United States, 1952-1954. United Nations affairs, Volume III (1952-1954), σελ. 13 και 15

15. Οπωςπαρατίθεταιστο Rule E, «The Katyn Massacre», ηλεκτρονικήδημοσίευση (Ιούλης 2002), στο http://www.stalinsociety.org.uk/katyn.html

16. BBC News: Commemoration of Victims of Katyn Massacre, November 1, 1989και Associated Press: Brzezinski: Soviets Should Take Responsibility for Katyn Massacre, October 30, 1989

17. Βλέπε Γιούρι Σλομπότκιν «Κατίν: Πώς και γιατί οι χιτλερικοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς αξιωματικούς», στο «Ριζοσπάστη», 29/5/2005, Mukhin Y I (1995) όπως πριν, και G Furr στο http://holocaustcontroversies.blogspot.com/2007/03/andnow-for-something-not-completely.html

18. Fisher B, όπωςπριν.

19. Βλέπε Nina Tumarkin (1994) «The Living and the Dead: The Rise and Fall of the Cult of World War II in Russia» (New York: Basic Books) σελ.140

20. Furr G. στο http://chss.montclair.edu/english/furr/pol/discuss-katyn041806r.html

Του
Αναστάση Γκίκα
συνεργάτη του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ