Η στρατευμένη τέχνη στην Αντίσταση: οι εικαστικοί του ΕΑΜ

«Χρώματα» Αντίστασης και ελπίδας

«Απελευθέρωση», του Α. Τάσσου

 

Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας έδωσαν χρώμα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. «Σμίλεψαν» τον αγώνα για λευτεριά, «χάραξαν» τα όνειρά μας για μια Ελλάδα σοσιαλιστική. Μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, αγωνίστηκαν μαζί με το λαό, γράφοντας λαμπρές σελίδες μνήμης και ιστορίας. Στο πλάι του Κόμματος, εμπνεύστηκαν από τους αγώνες του και τα ιδανικά του.

Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης, η δημιουργία του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της τέχνης. Την περίοδο αυτή για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία. Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, αυτή την περίοδο έγινε η κύρια κατεύθυνση.

Γύρω της συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών και δημιουργήθηκαν πολλά έργα, που έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με τον πολιτικό αγώνα. Παλιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, ανώνυμοι και επώνυμοι, εξέφρασαν, με τα «όπλα» που διέθεταν, τη δυστυχία και τον πόνο, τον αγώνα, αλλά και την πίστη τους για ένα καλύτερο αύριο.

Οι Γιώργος Φαρσακίδης, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, Μέμος Μακρής, Λουκία Μαγγιώρου, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Βάλιας Σεμερτζίδης, Α. Τάσσος, Κώστας Γραμματόπουλος, Αννα Κινδύνη, Γιάννης Στεφανίδης, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Γιώργος Σικελιώτης, Γ. Βελισσαρίσης και πολλοί άλλοι ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του. Ξεχωριστή θέση κατέχει η δημιουργία του Αντώνη Πρωτοπάτση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σκιτσάρει για το «Ριζοσπάστη» τη «Μάχη» και την «Ελεύθερη Ελλάδα». Τα σχέδιά του αυτά αποτύπωσαν φιγούρες και γεγονότα σημαντικά όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για τη δραματική περίοδο αυτού του τόπου, που συνοδεύτηκε με τις εκτοπίσεις και την εξόντωση των αγωνιστών της Αντίστασης από το μετεμφυλιακό κράτος (και παρακράτος) της Δεξιάς.

Το «σχολειό» του Κεφαλληνού
 

Λεπτομέρεια από το έργο «Διαδήλωση Κατοχής», του Β. Σεμερτζίδη

Πιστός στις αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Τάσσος Αλεβίζος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική, πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στο «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές – λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού.

Μέσα σ’ αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του ’30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».

Σε διαφορετικό ύφος κινείται η δημιουργία της Βάσως Κατράκη. Μαθήτρια και εκείνη του Γ. Κεφαλληνού, δημιουργεί τα πρώτα της έργα κάτω από την επίδραση του δασκάλου της. Είναι ειδυλλιακά – λυρικά τοπία, απλοί καθημερινοί άνθρωποι των παιδικών της χρόνων. Γενικά, στο εργαστήρι του Κεφαλληνού έπνεε αέρας δημοκρατικής ελευθερίας και η συμβολή του εργαστηρίου του στάθηκε πατριωτική στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα.

«Τσαγκαρίνες», της Κατερίνας Χαριάτη – Σισμάνη

 

Οραματιστής κι αγωνιστής ο Γ. Κεφαλληνός, φιλοτέχνησε και εκείνος δεκάδες έργα, πλημμυρισμένα από το βαθύ ανθρώπινο πόνο, από τον πύρινο ποταμό της Κατοχής. Μερικά, μάλιστα, από το μαρτυρολόγιο που τ’ ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942), καταστράφηκαν από τους Γερμανούς.

Τα χρόνια της Αντίστασης έδωσαν νέα πνοή στη δημιουργία της Β. Κατράκη. Η εμφάνιση των Γερμανών, τα βασανιστήρια, οι πένθιμες νεκρικές πομπές, το λαϊκό δικαστήριο, γυναίκες και παιδιά, είναι μερικές από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου. Με τραγικότητα και εκφραστικότητα η Β. Κατράκη δεν προσπαθεί να πετύχει την ακριβή απεικόνιση των μορφών, στους τόπους εξορίας όπου κρατείται. Γι’ αυτήν ο άνθρωπος, η μητέρα, το παιδί, μετατρέπεται σε μια οικουμενική μορφή, που ενσαρκώνει όλο το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας και συμπόνιας.

Ο ζωγράφος των αγώνων

Τα χρόνια του πολέμου και το κίνημα της Αντίστασης έβαλαν τη σφραγίδα τους και στο έργο του Β. Σεμερτζίδη. Ο εθνικός ρομαντισμός και η διακοσμητικότητα, που χαρακτηρίζουν τη δουλιά του καλλιτέχνη στη δεκαετία του ’30, δίνουν τη θέση τους στην άμεση αίσθηση της πραγματικότητας. «Τα παιδιά της πείνας» (ολόκληρη σειρά 1941 – 1943), «1941», «Χειμώνας 1941», είναι μερικά από τα έργα αυτής της περιόδου. Τα περισσότερα είναι σειρές σχεδίων εκ του φυσικού. Βασικό για τον Β. Σεμερτζίδη είναι ένα έργο – ντοκουμέντο, ένα ευρύ πανόραμα της ίδιας της ζωής, μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και στα δεινά του, ενάντια στο θάνατο και στην καταστροφή. Μπορούμε να πούμε ότι ο Β. Σεμερτζίδης εγκαινίασε μια νέα ιδεολογική -καλλιτεχνική κίνηση. Μια κίνηση που στηρίχτηκε στην πείρα της Αντίστασης και αποτέλεσε την επαναστατική δημοκρατική κατεύθυνση στην ελληνική τέχνη των μεταπολεμικών χρόνων.

Οι εικαστικοί του ΕΑΜ
 

Αποψη στρατοπέδου της Γυάρου», έργο του Γ. Φαρσακίδη

Η δικτατορία του Μεταξά βρίσκει τον Χρ. Δαγκλή σπουδαστή, να συμμετέχει στην παράνομη δουλιά για την ανατροπή της. Ο δάσκαλός του, Γ. Κεφαλληνός, οργανώνει το εργαστήρι για τις παράνομες αφίσες. Μαζί του και ο Χρήστος Δαγκλής. Με την κήρυξη του πολέμου βρίσκεται στρατιώτης στην Κέρκυρα και φεύγει για τα Γιάννενα, όπου συμμετείχε στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ και στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Αγωνιστής». Το 1942, ο Χρ. Δαγκλής φεύγει για την Αθήνα. Ολο αυτό το διάστημα, αποσπασμένος στην ΕΠΟΝ, εργάζεται παράνομα στα οργανωτικά και παράλληλα χαράσσει ένσημα και άλλο παράνομο υλικό. Το Μάη του 1944 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο «κελί των μελλοθανάτων» στο Γουδί.

Ακολουθούν τέσσερις μήνες βαρβαρότητας και κτηνωδίας. Ο Δεκέμβρης του ’44 τον βρίσκει στη διαφώτιση της ΚΕ του ΕΑΜ. Το Μάη του 1946 και πάλι συλλαμβάνεται για «αντεθνική δράση» και ακολουθούν (έως τα τέλη του ’56), τα χρόνια της εξορίας. Στα σχέδιά του και στα χαρακτικά του μένει περισσότερο πιστός στην ανθρώπινη μορφή και στις σκηνές από τα βιώματα και τη ζωή των εξορίστων.

Στη Μακρόνησο και τον Αϊ – Στράτη ο ΕΠΟΝίτης Γ. Φαρσακίδης διδάχθηκε από τον Χρήστο Δαγκλή τα «μυστικά» της χαρακτικής τέχνης. Η χαρακτική του Γ. Φαρσακίδη απεικονίζει με λιτό και ωμό ρεαλιστικό ιδίωμα τα βιώματά του από τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του κατακτητή, αλλά και τις σκληρές συνθήκες της εξορίας. Τα θέματα των έργων του αντλούνται από τη ζωή και την αντίστασή του στο βουνό, στην πόλη και στην εξορία.

Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης βγήκε ο Δημήτρης Γιολδάσης στο βουνό και δούλευε στη διαφώτιση και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ΕΛΑΣ. Παράλληλα ζωγράφιζε και εικονογραφούσε μια αντιστασιακή σατιρική εφημερίδα. Μαζί με άλλους ζωγράφους, έκανε τοιχογραφίες με τους ήρωες του ’21 (δε σώθηκαν), στο κτίριο του Εθνοσυμβουλίου στις Κορυσχάδες. Μετά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη, αλλά γρήγορα αποφυλακίστηκε. Από το 1966 ο Δ. Γιολδάσης εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καρδίτσα και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το τοπίο του Θεσσαλικού κάμπου και τις δραστηριότητες του ανθρώπου.

Αταλάντευτα «στρατευμένοι»

Τέκνο μιας γενιάς σημαδεμένης, ο Μέμος Μακρής χαρακτηρίστηκε σαν ο σημαντικότερος από τους παραστατικούς Ελληνες γλύπτες. Ποιητής της ύλης, διεθνιστής καλλιτέχνης, μεγάλος δημιουργός, ακούραστος αγωνιστής της ειρήνης. Τα γλυπτά του κλείνουν μέσα τους την καρδιά και τις ελπίδες μας. Τα έργα του Μ. Μακρή, παραμένουν σύμβολα, όχι ενός ανθρώπου, αλλά μιας κοινωνικής δύναμης, του ήρωα λαού, που έχει μνήμη και ιδανικά, που μένει πιστός στο νόημα της αντίστασης στη φασιστική βαρβαρότητα και την καταπίεση κάθε παλιάς και νέας μορφής. Μέλος του Κόμματος, έλεγε χαρακτηριστικά «Δε μετανιώνω και δε λυπάμαι για τίποτα, απ’ όσα έκανα και πέρασα».

Ζωγράφος και χαράκτης, ο Δ. Μεγαλίδης, ύμνησε στα έργα του τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο αγωνιστή της λευτεριάς, τον άνθρωπο της βιοπάλης, που μοχθεί για την καθημερινή του επιβίωση στις σκληρές συνθήκες της σύγχρονης πραγματικότητας. Από πολύ νωρίς στρατεύτηκε στα ιδανικά της Αντίστασης και του αγώνα. Μαζί με τους δεκάδες καλλιτέχνες, που πάλεψαν με τα δικά τους όπλα τον κατακτητή και έγραψαν λαμπρές και ηρωικές σελίδες, ο Δ. Μεγαλίδης συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Καρπός αυτής της προσφοράς το μνημειώδες για τη νεότερη ελληνική ιστορία «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945» με προσωπογραφίες αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και συνθέσεις από την καθημερινή ζωή τους.

Αγέρωχη, γελαστή, ευαίσθητη και αδάμαστη. Η Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, ήταν η αγωνίστρια, που σ’ όλη της τη ζωή, ακούραστα, πάλεψε πλάι στο λαό μας, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, για ένα καλύτερο αύριο. Η γυναίκα, που ένωσε τη φωνή της με τις εκατοντάδες συνεξόριστές της στα κολαστήρια της Χίου, του Τρίκερι, της Μακρονήσου. Η ζωγράφος, που φώτισε με το χρωστήρα της μορφές του αγώνα, μορφές του έπους της Εθνικής Αντίστασης. Ο άνθρωπος, που το ήθος και η σεμνότητά της θα μείνει πολύτιμη κληρονομιά στους νεότερους.

Πρωτομάστορας και ποιητής της τέχνης της φωτογραφίας, ο Σπ. Μελετζής χαρακτηρίστηκε ως «φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης». Το έργο του τεράστιο, «μουσείο της εργατιάς, της αγροτιάς, των αγώνων του λαού, όλης της Ελλάδας». Κατέγραψε με το φακό του τα όνειρα, τις ελπίδες, τους αγώνες, τους καημούς και τις προσδοκίες των Ρωμιών, διασώζοντας μέχρι τις μέρες μας, σε άσπρο και μαύρο, μια Ελλάδα με πολλά χρώματα.

Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
Ενότητα:

Τέχνη και Κίνημα

Πάμπλο Πικάσο – ο κομμουνιστής

Η πολιτική διάσταση στο έργο και στη ζωή του Πικάσο

Η στράτευση του μεγάλου ζωγράφου στο επίκεντρο έκθεσης στην Τέιτ

The Guardian

Οι νεκρές φύσεις του Πικάσο είναι παράξενα ζωντανές. Ζωγράφισε κρανία, πολλά κρανία. Ζωγράφισε μαδημένα κοκόρια που έμοιαζαν περισσότερο με ανθρώπους που αγωνιούν πάνω σε πάγκο βασανιστηρίων παρά με πουλερικά έτοιμα για μαγείρεμα. Οταν τον ρώτησαν γιατί ζωγράφιζε τόσο πολλές εικόνες με φαγητά, κατσαρολικά και μαχαιροπίρουνα στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στο Παρίσι, είπε: «Ακόμα και μια κατσαρόλα μπορεί να φωνάξει!» Πεινούσε κι αυτός τότε, όπως όλη η Ευρώπη. Αρνιόταν όμως να πάρει επιπλέον κουπόνια για τρόφιμα και καύσιμα, αρνιόταν να «συνεργαστεί».

Η αίθουσα με τις νεκρές φύσεις στην έκθεση της Tate Liverpool «Picasso: Peace and Freedom» είναι ένα εντυπωσιακό σύνολο από πίνακες και γλυπτά. Μια κουκουβάγια σκαλωμένη στην πλάτη μιας καρέκλας μας κοιτάζει σαν αταβιστικό ανθρωποειδές μέσα από το γυμνό τοπίο του τελάρου. Μια μεγάλη μπρούντζινη νεκροκεφαλή μοιάζει με σκασμένη βολίδα κανονιού. Σου θυμίζει ότι στην τελευταία αυτοπροσωπογραφία του, ένα σχέδιο του 1973, της χρονιάς που πέθανε, ο Πικάσο είναι πιο πολύ νεκροκεφαλή παρά ζωντανό κεφάλι.

«Ενας πεθαμένος στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός από οποιονδήποτε πεθαμένο αλλού στον κόσμο», έγραψε ο Λόρκα, που δολοφονήθηκε από μπράβους του Φράνκο και που τα οστά του δεν έχουν ακόμα βρεθεί. Η διαμάχη για το άνοιγμα των μαζικών τάφων των νεκρών του εμφυλίου αποτελεί πολύ μεγάλο θέμα στην Ισπανία σήμερα – περισσότερο από ποτέ άλλοτε μετά τον θάνατο του Φράνκο, το 1975. Ο Πικάσο πέρασε σχεδόν τη μισή ζωή του εξόριστος στη Γαλλία μετά τον ισπανικό εμφύλιο. Αρνήθηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του όσο ήταν ζωντανός ο Φράνκο. Και, επειδή ήταν μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δεν του επιτράπηκε ποτέ να ταξιδέψει στην Αμερική.

Μέλος του κόμματος

Ωστόσο, παρά την παρακμή του Παρισιού κατά τη δεκαετία του ’50 και την άνοδο της Νέας Υόρκης στο κέντρο του καλλιτεχνικού κόσμου, ο Πικάσο ποτέ δεν νοιάστηκε ιδιαίτερα που δεν μπορούσε να πάει εκεί. Μαζί με πολλούς άλλους Γάλλους διανοούμενους και καλλιτέχνες, εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και παρέμεινε μέλος σε όλη τη ζωή του. Διοχέτευε χρήματα στο κόμμα και σε κομμουνιστικές εφημερίδες. Εδωσε ένα εκατομμύριο φράγκα σε απεργούς μεταλλωρύχους. Εκανε έργα, ιδίως σχέδια, για κομμουνιστικής εμπνεύσεως συνέδρια ειρήνης και αναρίθμητες άλλες υποθέσεις. Και ήταν –σπάνιο για Ισπανούς της γενιάς του– αντιρατσιστής.

Η πολιτική διάσταση του Πικάσο ποτέ δεν αμφισβητήθηκε, αν και συχνά παραμερίστηκε από την προβεβλημένη εικόνα του καλλιτέχνη ως πρωτεϊκής ιδιοφυΐας και πριαπικού τέρατος. Ηταν ένας άνθρωπος του καιρού του, διαμορφωμένος από την ανατροφή του, τη φιλοδοξία και το ταλέντο του (τον κατείχε όπως κι εκείνος το κατείχε), καθώς και από τα γεγονότα που έζησε. Η «Γκερνίκα», με θέμα την καταστροφή της αρχαίας βασκικής πρωτεύουσας το 1937 από γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά, παραμένει η πιο φημισμένη δήλωση απέχθειας του Πικάσο προς τον φασισμό. Ομως, ο πόλεμος και η οδύνη είναι μόνιμα στη θεματολογία του. Τα μαύρα, τα άσπρα και τα γκρίζα της «Γκερνίκα», αδρά σαν πρωτοσέλιδες ειδήσεις, ξαναεμφανίστηκαν σε έργα όπως η «Σφαγή στην Κορέα», το 1951, ή το περίφημο «Οστεοφυλάκιο», που ανήκει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και είναι το έργο με το οποίο ανοίγει η έκθεση στο Λίβερπουλ.

«Η ζωγραφική δεν είναι για να διακοσμούμε σπίτια», έγραψε το 1943. «Είναι ένα εργαλείο αμυντικού και επιθετικού πολέμου ενάντια στον εχθρό». Ο Πικάσο ασχολήθηκε με το «Οστεοφυλάκιο» για μεγάλο διάστημα, μεταξύ 1944 και 1945, παρά το γεγονός ότι το έργο φαίνεται αδρό και μισοτελειωμένο. Είναι ένα απατηλά περίπλοκο και πλούσιο έργο, με εκπληκτική ένταση ανάμεσα στο θέμα του και τον τρόπο απεικόνισής του – η σφαγμένη οικογένεια σωριασμένη κάτω από το τραπέζι της κουζίνας. Οσο το κοιτάζεις, τόσο μπλέκεσαι μέσα του. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε αρχικά το έργο από ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε τον φόνο μιας οικογένειας στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Το φάντασμα των «Συμφορών του πολέμου» του Γκόγια τριγυρνάει μέσα στην ακινησία των νεκρών σωμάτων. Ενα χέρι εξέχει προς τα πάνω, σε νεκρική ακαμψία, απλωμένο στο πουθενά.

Το υλικό

Εκτός από πίνακες, η έκθεση είναι γεμάτη πόστερ, επιστολές, αντίγραφα τηλεγραφημάτων από τον Φιντέλ Κάστρο και το σοβιετικό πολίτμπιρο. Η Λίντα Μόρις, η επιμελήτρια της έκθεσης, πέρασε χρόνια στα αρχεία συγκεντρώνοντας υλικό. Υπάρχουν φωτογραφίες του Πικάσο να παρακολουθεί ένα συνέδριο ειρήνης στην Πολωνία? ο Πικάσο με Σοβιετικούς αξιωματούχους? ο Πικάσο να κοιτάζει μια φωτογραφία του Στάλιν.

Ολα αυτά είναι συναρπαστικά και τεκμηριώνουν την πολιτική στράτευση του Πικάσο και τη γενναιοδωρία του. Χάριζε βαλίτσες με χρήματα. Διαμαρτυρήθηκε για την εκτέλεση στην ηλεκτρική καρέκλα των Ρόζενμπεργκ, που είχαν κατηγορηθεί ότι έδωσαν μυστικά της αμερικανικής ατομικής βόμβας στους Σοβιετικούς. Και έκανε το μοναδικό του ταξίδι στη Βρετανία για να πάρει μέρος στο συνέδριο ειρήνης του Σέφιλντ το 1950? μόλις έφτασε στον σταθμό Βικτώρια, άνδρες της υπηρεσίας αλλοδαπών τον συνέλαβαν και τον κράτησαν για 12 ώρες.

Εκείνο που μετράει όμως είναι η ίδια η τέχνη (αν και με τον Πικάσο όλα μετράνε). Δεν πετούσε τίποτα, και σήμερα ακόμα και το πιο μικρό και πρόχειρο σχέδιο ή σημείωμα έχει αποκτήσει μαγική σημασία όπως και όταν ήταν ζωντανός. Οταν κάποτε ο ιδιοκτήτης ενός μικρού μπιστρό τον παρακάλεσε να κάνει ένα σχεδιάκι πάνω σε χαρτοπετσέτα, ο Πικάσο του απάντησε ότι ήθελε να πληρώσει το γεύμα του και όχι να αγοράσει το εστιατόριο. Και παρότι ήταν ο διασημότερος κομμουνιστής καλλιτέχνης στον κόσμο, αρνήθηκε να υπακούσει στη γραμμή του κόμματος και να στραφεί στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Για τους Σοβιετικούς κριτικούς του, παρέμεινε πάντα ένας παρακμιακός φορμαλιστής.

Εμπνευση, σχόλια, έμμεσες αναφορές

Είναι αδύνατον, επίσης, να πεις ακριβώς πόσο πολιτικά είναι κάποια από τα έργα του Πικάσο. Η ιδέα ότι οι παραλλαγές του Πικάσο πάνω στο φημισμένο έργο του Βελάσκεθ «Las Meninas» μπορεί να περιέχουν έμμεσες αναφορές στον Φράνκο και στην προσπάθειά του να προετοιμάσει τον Χουάν Κάρλος για διάδοχό του, δεν είναι ιδιαίτερα πειστική. Ηταν οι παραλλαγές του Πικάσο στον πίνακα του Ντελακρουά «Γυναίκες του Αλγερίου» αναφορά στον πόλεμο ανεξαρτησίας της Αλγερίας; Περισσότερο φαίνεται να είναι μια έκφραση θαυμασμού για έναν κλειστό κόσμο νωχέλειας και επίδειξης γυναικείας σάρκας. Από την άλλη μεριά, ο πίνακας του 1960 «Η αρπαγή των Σαβίνων», εμπνευσμένος από τον Πουσέν και τον Νταβίντ, μπορεί κάλλιστα να είναι ένα σχόλιο στην αμερικανική επεμβατικότητα και επιθετικότητα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ενα άλογο με τεράστιους όρχεις ποδοπατάει μια γυναίκα? ένα ανθρώπινο πόδι κλωτσάει μια γυναίκα που έχει πέσει από το ποδήλατό της. Ο Πικάσο δεν χρειαζόταν να εκσυγχρονίσει αυτές τις εικόνες προσθέτοντας καουτσουκένια κλομπ και σύννεφα δακρυγόνων. Οταν τον ρώτησαν για τις πολιτικές του απόψεις το 1968, ο καλλιτέχνης παρατήρησε ότι, αν ήθελε να απαντάει σε τέτοιες ερωτήσεις, θα άλλαζε επάγγελμα και θα γινόταν πολιτικός. «Αυτό, βέβαια, είναι αδύνατον», πρόσθεσε. Η τέχνη υπάρχει στον κοινωνικό κόσμο και είναι πολιτική είτε το θέλουμε είτε όχι. Ο Πικάσο έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα. Η τέχνη του ξεχωρίζει για τη δική της δημιουργική ελευθερία, και ήταν μια τέχνη που ποτέ δεν τον άφησε να ζήσει εν ειρήνη.