Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 18: Οι Εκλογές του 1946 (Α) Η Προϊστορία

Εισαγωγή

Οι «εκλογές» του 1946 είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της ιστορίας του εμφυλίου πολέμου. Οχι, βέβαια, γιατί έδωσαν οποιαδήποτε λύση στο ελληνικό ζήτημα. Ισα – ίσα, που το όξυναν στο έπακρο, αφού επρόκειτο για εκλογές βίας και νοθείας, για ψευδοεκλογές, μέσω των οποίων η ντόπια αντίδραση και οι ξένοι προστάτες της σκάρωσαν τη λαϊκή, δήθεν, νομιμοποίησή τους. Οι εκλογές του ’46 έχουν αποκτήσει ιστορικό ενδιαφέρον, λόγω του ότι απείχαν από αυτές, κυρίως, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ και επειδή μεταγενέστερα μεγιστοποιήθηκε στο έπακρο η σημασία τους και υποστηρίχτηκε ότι η αποχή ήταν λάθος καθοριστικής σημασίας, που, αν είχε αποφευχθεί, ίσως να μην είχε γίνει ο εμφύλιος. Η άποψη αυτή – ότι η αποχή ήταν λάθος καθοριστικής σημασίας – προωθήθηκε έμμεσα και συγκαλυμμένα σε Σώματα του ΚΚΕ, αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου (7η Ολομέλεια της ΚΕ και 3η Συνδιάσκεψη, 1950) από τον Μ. Παρτσαλίδη, ενώ έγινε επίσημη κομματική θέση στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος, το 1961. Στην Πολιτική Απόφαση του Συνεδρίου αναφέρεται: «Ο λαός ποθούσε και πάλευε να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα της δημοκρατικής αναγέννησης του τόπου με ομαλό, ειρηνικό τρόπο. Πραγματικά, υπήρχαν τότε ορισμένες δυνατότητες γι’ αυτό. Η μοναδικά, συνεπώς, σωστή πολιτική ήταν η συμμετοχή με όλες τις δυνάμεις στις εκλογές… Η καθοδήγηση του Κόμματος, όμως, εκτιμώντας λαθεμένα την κατάσταση και τις διαθέσεις των μαζών, οδηγήθηκε στην ένοπλη πάλη, στην οποία έσπρωχναν οι Αγγλοι ιμπεριαλιστές, χωρίς να εξαντλήσει τις δυνατότητες για ειρηνική εξέλιξη και χωρίς να έχουν πειστεί οι μάζες ότι άλλος δρόμος από την ένοπλη πάλη δεν υπάρχει. Η αποχή από τις εκλογές αποτελεί λάθος καθοριστικής σημασίας, με βαρύτατες συνέπειες για το Κόμμα και το δημοκρατικό κίνημα» (Ντοκουμέντα 8ου Συνεδρίου, εκδόσεις ΠΛΕ, σελ. 155 – 156).

Αλλά και ορισμένοι παράγοντες της άρχουσας τάξης και, βέβαια, πολλοί μικροαστοί ιστοριογράφοι διόγκωσαν τη σημασία της αποχής, αποδίδοντας έτσι, μέσω αυτής της πολιτικής επιλογής, τουλάχιστον, συνυπευθυνότητα στο ΚΚΕ για τον Εμφύλιο. Το κοινό σημείο που ενώνει αυτές τις κρίσεις βρίσκεται στην εκτίμηση πως μέσω αυτών των εκλογών – ακόμη κι έτσι όπως έγιναν – ήταν δυνατό να ομαλοποιηθούν τα πράγματα στη χώρα και να ανοίξει ο δρόμος, για προοδευτικές εξελίξεις. Φυσικά, η πραγματικότητα δεν ήταν όπως θέλει να την παρουσιάσει η κυρίαρχη τάξη, αλλά ούτε και όπως την έκρινε το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Κι αυτό αποδεικνύεται μέσα από τα ιστορικά στοιχεία.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1946

Μια ιδιαίτερα διδακτική προϊστορία

Η αστικοδημοκρατική κοινοβουλευτική εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα είχε ανακοπεί πολύ πριν τον πόλεμο. Η δικτατορία του Μεταξά είχε βάλει τέρμα σε τέτοιου είδους διαδικασίες από τις 4/8/1936. Και ο αστικός πολιτικός κόσμος ενταφιάστηκε ουσιαστικά στη συνείδηση του ελληνικού λαού, όταν εγκατέλειψε τη χώρα στη μοίρα της, με την έναρξη της γερμανικής κατοχής. Από την άλλη, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΚΚΕ δημιούργησε στη χώρα μια καινούρια κατάσταση, στηριζόταν στη λαϊκή πλειοψηφία και ανέδειξε, ως μεταπολεμικό της όραμα, την Ελλάδα της λαϊκής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Τα φύτρα της νέας εξουσίας είχαν πάρει σάρκα και οστά στις ελεύθερες περιοχές της χώρας και τελικά, το Μάρτη του ’44, δίπλα στη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη, γεννήθηκε και η πρώτη Λαϊκή Κυβέρνηση, η κυβέρνηση των βουνών, η γνωστή ως Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) . Τον Απρίλη δε του ίδιου έτους, σε όλα τα χωριά και τις πόλεις της ελεύθερης Ελλάδας, ακόμη και στην κατεχόμενη σε ορισμένο βαθμό, πραγματοποιήθηκαν εκλογές – στις οποίες, μάλιστα, ψήφισαν για πρώτη φορά και οι γυναίκες – από τις οποίες αναδείχτηκαν 180 εθνικοσύμβουλοι. Ετσι, ο λαός, με το όπλο στο χέρι, δηλαδή πραγματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, απέκτησε τη δικιά του κυβέρνηση και τους δικούς του αντιπροσώπους.

Ομως, ορισμένες λαθεμένες επιλογές των ηγεσιών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ανέκοψαν και υπονόμευσαν τις προοπτικές, που ανοίγονταν από αυτές τις εξελίξεις. Σωστά επιδιώχθηκε η μεγαλύτερη ενότητα και συνεννόηση με τον παλιό πολιτικό κόσμο και τα αστικά κόμματα για την από κοινού αντιμετώπιση των κατοχικών δυνάμεων. Λάθος, όμως, ήταν οι απαράδεκτες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, που έγιναν στην επιδίωξη αυτού του σκοπού. Πολύ περισσότερο, που πολλοί από τους αστούς πολιτικούς και τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλέον τίποτε στη χώρα και λειτουργούσαν ως εμπροσθοφυλακή της εγγλέζικης ιμπεριαλιστικής πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε». Το ΕΑΜικό κίνημα, αν και είχε με το μέρος του τη λαϊκή πλειοψηφία, σύρθηκε μόνο του στο δόκανο των εχθρών του, τους παραχώρησε εξουσία που κατείχε και που αυτοί δεν είχαν – και δεν μπορούσαν αλλιώς να αποκτήσουν – και αρκέστηκε στην ελπίδα, κάνοντας την επιθυμία πραγματικότητα, ότι μετά την απελευθέρωση το ελληνικό ζήτημα θα έπαιρνε το δρόμο του, ως διά μαγείας και μέσω δημοκρατικών εκλογών. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής στάσης του ΕΑΜ και του ΚΚΕ οδήγησε στις Συμφωνίες του Λιβάνου, της Γκαζέρτας και – μετά τα Δεκεμβριανά – της Βάρκιζας. Αν μη τι άλλο – και πέρα από οποιεσδήποτε άλλες γνωστές και ορθές κριτικές – η πολιτική αυτή στάση ήταν επιεικώς μια εγκληματικά αφελής προσήλωση στις αστικοδημοκρατικές δοξασίες, που ουδέποτε επέδειξαν οι ίδιοι οι οπαδοί και οι πολιτικοί εκφραστές της αστικής δημοκρατίας. Ισα – ίσα που τα αστικά κόμματα – και οι ξένοι προστάτες τους – απέδειξαν στη συνέχεια πως τα θέσφατα της αστικής δημοκρατίας – όπως, π.χ., η διά των εκλογών έκφραση της λαϊκής βούλησης – δεν υπάρχουν για να λύνουν τα πολιτικά προβλήματα της χώρας. Αυτά τα λύνει – όπως τα λύνει – ο συσχετισμός δύναμης και η με κάθε πρόσφορο μέσο ταξική πάλη, ενώ οι εκλογές έρχονται, για να επιβεβαιώσουν και να δώσουν τυπική έκφραση στην όποια λύση έχει ήδη δοθεί.

Οι εκλογές στις Συμφωνίες Λιβάνου και Βάρκιζας

Στο Σύμφωνο του Λιβάνου, το θέμα των εκλογών αντιμετωπίστηκε γενικά, αν και φραστικά τού αποδόθηκε – όπως και στο δημοψήφισμα για τη λύση του πολιτειακού προβλήματος – επείγοντας χαρακτήρας. Στο πέμπτο κεφάλαιο του Συμφώνου, αναφέρεται: «Η λαϊκή ετυμηγορία επείγει διά την Ελλάδα, διότι δεν έχομεν ούτε λαοπρόβλητον κυβέρνησιν, ούτε οριστικόν πολίτευμα» («Επίσημα κείμενα ΚΚΕ», Εκδόσεις ΣΕ, τόμος 5ος, σελ. 400).

Επίσης ο Γ. Παπανδρέου, μιλώντας – στις 18/10/44, στην πλατεία Συντάγματος, στη μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση για την απελευθέρωση – ως πρόεδρος της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» – τόνισε για τις εκλογές και το δημοψήφισμα: «Η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως έχει απόφασιν να χωρίσει εις την ταχυτέραν δυνατήν ενέργειαν και δημοψηφίσματος και εκλογών Συντακτικής Συνελεύσεως, καθώς και δημοτικών και κοινοτικών εκλογών… Δεν ημπορούμεν να προχωρούμε με τα τεκμήρια του παλαιού παρελθόντος, τα οποία ευλόγως τίθενται υπό αμφισβήτηση. Το έθνος χρειάζεται οριστικόν πολίτευμα και λαοπρόβλητον κυβέρνησιν, ώστε ν’ αναληφθή μετά σταθερότητας η προσπάθεια της μεγάλης δημιουργίας του μέλλοντος» («Ντοκουμέντα της Αντίστασης», Εκδόσεις ΠΟΝΤΙΚΙ, σελ. 238).

Βέβαια, τα αστικά κόμματα και οι Αγγλοι δε βιάζονταν να προχωρήσουν σε εκλογικές διαδικασίες και δεν είχαν καμιά πρόθεση να μπουν σε τέτοιες περιπέτειες πριν καταφέρουν να αφοπλίσουν και να τσακίσουν το ΕΑΜικό και το λαϊκό, γενικότερα, κίνημα, πράγμα που σήμαινε πρωτίστως τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Η επιδίωξή τους αυτή, όπως ήταν επόμενο, οδήγησε στην ένοπλη σύγκρουση του Δεκέμβρη του ’44. Τριάντα τρεις μέρες κράτησε η μάχη της Αθήνας, με πρώτο αποτέλεσμα την ήττα του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα και τελικό τη Συμφωνία της Βάρκιζας, με την οποία – εκτός των άλλων – ο Λαϊκός Στρατός αφοπλίστηκε εξ ολοκλήρου και διαλύθηκε. Τελικά, βέβαια, η νίκη της αντίδρασης – αν και δεν είχε προέλθει μέσω των όπλων – ήταν πολλαπλάσια της αρχικής. Αλλά και μετά από αυτή την εξέλιξη, οι εκλογές και το δημοψήφισμα έμειναν διακήρυξη στα χαρτιά.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας προέβλεπε για το θέμα – στο άρθρο 9 – ότι: «Το ταχύτερον δυνατόν, πάντως δε εντός του τρέχοντος έτους, θα διεξαχθή εν πάση ελευθερία και γνησιότητα το δημοψήφισμα, το οποίο θα τερματίσει οριστικώς το πολιτειακόν ζήτημα, υποτασσομένων των πάντων εις την απόφασιν του λαού. Θα επακολουθήσουν δε ως τάχιστα και εκλογαί Συνταχτικής Συνελεύσεως διά την κατάρτισιν του νέου Συντάγματος της χώρας» («Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 5ος, σελ. 415 – 416).

Οι Εγγλέζοι, όμως, και οι ντόπιοι εντολοδόχοι τους γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν ξεμπερδέψει με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, ότι το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί, ότι η νίκη που πέτυχαν με τη Βάρκιζα δεν τους έδινε την πλειοψηφία ή την ανοχή του ελληνικού λαού. Ετσι συνέχισαν μονομερώς τον πόλεμο, εντείνοντας την πολιτική των διώξεων κατά των λαϊκών αγωνιστών, ενισχύοντας ανοιχτά τρομοκρατικές ομάδες που συγκροτούσαν φασιστικά στοιχεία, ακροδεξιές οργανώσεις και πρώην συνεργάτες των Γερμανών, ασκώντας μέσω αυτών των οργανώσεων και του κράτους τρομοκρατία κατά των λαϊκών δυνάμεων, με τελικό στόχο την οριστική συντριβή του ΕΑΜικού – κομμουνιστικού – δημοκρατικού κινήματος.

Πριν δούμε, όμως, τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, οφείλουμε να σταθούμε λίγο στις κυβερνητικές μεταβολές που γνώρισε η χώρα από την απελευθέρωση και ως τις εκλογές του ’46, έχοντας κατά νου ότι κυβέρνησαν τον τόπο, επί δύο σχεδόν χρόνια, μια σειρά κυβερνήσεις, από τις οποίες – εκτός ορισμένων εξαιρέσεων και για σύντομο χρονικό διάστημα – καμιά, ουσιαστικά, δεν είχε τη λαϊκή έγκριση, είτε με την πραγματική είτε με την αστικοδημοκρατική έννοια του όρου.

Και πάλι για τον Η. Τσιριμώκο

Μια επιστολή του Φ. Οικονομίδη

Ο Ηλ. Τσιριμώκος ανάμεσα στον Γ. Σιάντο και τον Ι. Σοφιανόπουλο, αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας

Meros20_Photo2_small.jpg

Από τον γνωστό δημοσιογράφο, ιστορικό ερευνητή και συγγραφέα Φοίβο Οικονομίδη λάβαμε επιστολή που αναφέρεται στο ρόλο του Τσιριμώκου στη Βάρκιζα, με αφορμή την παρέμβαση του Γ. Λεονταρίτη, που έχουμε δημοσιεύσει σε προηγούμενο φύλλο. Λόγω του περιορισμένου χώρου που διαθέτουμε θα περιοριστούμε στη δημοσίευση των κυριότερων σημείων της επιστολής, ευελπιστώντας στην κατανόηση του συγγραφέα της, τον οποίο και ευχαριστούμε για την παρέμβαση και τις αξιόλογες παρατηρήσεις του. Τα βασικά σημεία της επιστολής του Φ. Οικονομίδη έχουν ως εξής:

«Αγαπητέ κύριε διευθυντά,

Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα το ιστορικό άρθρο της εφημερίδας σας την Κυριακή 10 Νοεμβρίου, σχετικά με τη συμφωνία της Βάρκιζας και το ρόλο του Τσιριμώκου σ’ αυτή. Με το ίδιο ενδιαφέρον διάβασα και την απαντητική επιστολή του καλού συνάδελφου Γ. Λεονταρίτη στην έκδοση της εφημερίδας σας την περασμένη Πέμπτη (14 Νοεμβρίου) που προσπαθεί να αντικρούσει τη θέση του σχετικού άρθρου σας για τον Τσιριμώκο (Κυρ. 10/11/1996).

Από τη δική μου πλευρά, επειδή το σχετικό άρθρο σας βασίστηκε και σε ντοκουμέντα που παρατίθενται στο βιβλίο μου «Ελλάδα ανάμεσα σε δύο κόσμους» θα ήθελα να τονίσω ότι τα γραφόμενά σας είχαν ιστορική ακρίβεια, τεκμηριωμένη μάλιστα σε επίσημα αρχειακά έγγραφα. Το βιβλίο μου γράφτηκε μετά από προσωπική έρευνα στα βρετανικά αρχεία του Φόρεϊν Οφις και κάθε φορά που παρατίθενται, στις σελίδες του, σχετικά έγγραφα, πάντα συνυπάρχει η αντίστοιχη υποσημείωση που παραπέμπει στη σειρά και στον κωδικό αριθμό του ντοκουμέντου από όπου αντλήθηκε η πληροφορία, αναφερόμενη σχεδόν πάντα αυτούσια (λέξη προς λέξη).

Είναι αδύνατον κάποιος να πιστέψει ότι το Φόρεϊν Οφις ενημέρωνε τη βρετανική ηγεσία – τον πρωθυπουργό Ουίνστον Τσόρτσιλ και τον υπουργό Εξωτερικών Αντονι Ιντεν – κατά την παραμονή τους στη Γιάλτα με ψέματα ή «φαιδρά» στοιχεία. Ούτε είναι δυνατόν ο υπουργός Χ. Μακμίλαν και στη συνέχεια συντηρητικός πρωθυπουργός της Βρετανίας (την περίοδο 1957 – 1963), να γράφει ανακρίβειες ή ψευδείς πληροφορίες στο ημερολόγιό του, πληροφορίες που συμπίπτουν απόλυτα με εκείνες του Φόρεϊν Οφις την ίδια περίοδο.

Μήπως όμως ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, ο Ρέτζιναλντ Λίπερ, μετέδιδε ψευδείς πληροφορίες στην ηγεσία του; Ο Λίπερ, που ήταν ανώτατο στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του, φίλος και συνεργάτης του σερ Μπρους Λόκχαρντ, αρχηγού την περίοδο του πολέμου του PWE (Εκτελεστικό Πολιτικού Πολέμου), της κεντρικής βρετανικής οργάνωσης προπαγάνδας και μυστικών επιχειρήσεων, ήταν ποτέ δυνατόν να μεταδίδει ψευδείς πληροφορίες, στις αναφορές του προς τη βρετανική ηγεσία ή να ενημερώνει για φανταστικές δικές του προσωπικές συνομιλίες με διάφορα πρόσωπα;».

(Στη συνέχεια της επιστολής του ο Φ. Οικονομίδης παραθέτει το τηλεγράφημα του Λίπερ προς το Φόρεϊν Οφις, της 6/2/1945, με το οποίο ο Βρετανός πρεσβευτής ενημερώνει τους προϊσταμένους του για τη συνάντηση που είχε με το στενό συνεργάτη του Τσιριμώκου, Σ. Παπαπολίτη. Το τηλεγράφημα αυτό ο «Ριζοσπάστης» το αναδημοσίευσε από το βιβλίο του Φ. Οικονομίδη «Ελλάδα ανάμεσα σε δύο κόσμους», στο φύλλο της Τετάρτης 13/11/96, στα πλαίσια του αφιερώματος για το ΔΣΕ).

«Ο καθένας βέβαια – συνεχίζει στην επιστολή του ο Φ. Οικονομίδης – απέναντι στα γεγονότα, έχει δικαίωμα να δίνει τη δική του ερμηνεία, κάτι που είναι κατανοητό και σεβαστό. Κάποιος μπορεί να υποστηρίζει ότι οι «ελιγμοί» του Τσιριμώκου στη Βάρκιζα εμπνέονταν από αγαθές προθέσεις, όμως τα γεγονότα καθ’ αυτά δεν μπορεί να τ’ αμφισβητεί…

Οταν μελετούσα τα σχετικά ντοκουμέντα για τον Τσιριμώκο, έκανα αυθόρμητα ένα συνειρμό (ίσως σωστό, ίσως λάθος). Είπα στον εαυτό μου: Τώρα αντιλαμβάνεσαι πολύ καλύτερα γιατί το καλοκαίρι του 1965 ανέτρεψε το παλάτι έναν παραδοσιακό αντικομμουνιστή δημοκράτη, τον Γ. Παπανδρέου, και έδωσε εντολή σ’ ένα «συνοδοιπόρο» της Αριστεράς να σχηματίσει κυβέρνηση, τον Η. Τσιριμώκο. Η προσχώρηση του Τσιριμώκου στον ανακτορικό χώρο είχε προκαλέσει τότε τεράστια έκπληξη, τόσο στο χώρο της Αριστεράς όσο και στο χώρο της Ενωσης Κέντρου. Οι πιστές δυνάμεις στην Ενωση Κέντρου τον χαρακτήρισαν αποστάτη, το ίδιο και η Αριστερά. Ισως όμως αν γνώριζαν τα όσα είχαν διαμειφθεί στη Βάρκιζα να μην εκπλήσσονταν τόσο πολύ. Βέβαια και σ’ αυτή την περίπτωση ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η αποχώρηση του Τσιριμώκου από την Ενωση Κέντρου και η συμπόρευσή του με το παλάτι υπαγορευόταν από αγαθές προθέσεις. για το καλό της Ελλάδας.

Ας κρίνει ο καθένας μας τα γεγονότα και ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Φοίβος Οικονομίδης».

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη

Πίσω στα περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 16: Η ανασυγκρότηση του λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ μετά την Βάρκιζα

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΑΡΚΙΖΑ

Η ανασυγκρότηση του λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ

Meros18_Photo1_small.jpg

Μετά τη Βάρκιζα, η ντόπια αντίδραση και οι Εγγλέζοι – που υποτίθεται ότι ήταν οι εγγυητές τήρησης της συμφωνίας – δεν πήραν κανένα μέτρο που να εξασφαλίζει την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη, την προστασία των ατομικών ελευθεριών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ισονομία. Επιβάλλοντας το δίκαιο του νικητή, εξαπόλυσαν ένα άγριο κυνηγητό σε βάρος των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, των δημοκρατικών πολιτών και των κομμουνιστών.

«Η κατάσταση στην Αθήνα – γράφει ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης – δεν ήταν καθόλου καλή. Οργανώσεις της Δεξιάς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τις συμφωνίες που έγιναν, ύστερα από την έξαλλη αρθρογραφία του Τύπου της Δεξιάς και την ανοχή της αστυνομίας ή μάλλον την ενθάρρυνσή τους, ενεργούσαν επιθέσεις εναντίον ατόμων της Αριστεράς, φθάνοντας έως την απαγωγή και την εξαφάνισή τους. Φυσικά εκτελούνταν κρυφά από τους τρομοκράτες της Δεξιάς και ιδιαίτερα της «Χ»» (Στ. Σαράφη: «Μετά τη Βάρκιζα», εκδόσεις ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, σελ. 21). Η κατάσταση αυτή έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Το ΚΚΕ και το μαζικό κίνημα έπρεπε να αναδιοργανωθούν και να ξαναβγούν δυναμικά στο προσκήνιο. Με το δύσκολο και σύνθετο αυτό έργο ασχολήθηκαν δύο Ολομέλειες της ΚΕ του Κόμματος, η 11η και η 12η, καθώς και το 7ο Συνέδριο.

Η αρχή της αναδιοργάνωσης

Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ

Η πρώτη προσπάθεια αναπροσαρμογής του ΚΚΕ στη νέα κατάσταση έγινε με την 11η Ολομέλεια της ΚΕ του που πραγματοποίησε τις εργασίες της στο διάστημα 5 – 10 Απρίλη του ’45. Εκεί συζητήθηκαν και λήφθηκαν αποφάσεις πάνω στα εξής θέματα:

– Η δράση του Κόμματος από την 10η Ολομέλεια και τα καινούρια καθήκοντά του στη νέα κατάσταση που είχε διαμορφωθεί.

– Η οργανωτική ανάπτυξη του Κόμματος και η προσαρμογή της οργανωτικής του πολιτικής στη νέα πραγματικότητα.

– Η σύγκληση του 7ου Συνεδρίου του Κόμματος.

    • Η εκλογή Πολιτικού Γραφείου.

Μια πρώτη αυτοκριτική προσέγγιση

Η εισήγηση, που έκανε ο Γ. Σιάντος πάνω στο πρώτο θέμα, δεν περιορίστηκε στην εξέταση της περιόδου από την 10η Ολομέλεια και μετά, αλλά συμπεριέλαβε συνοπτικά όλη την κομματική δουλιά από την έναρξη της κατοχής και μετά. Για την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και σ’ ό,τι αφορούσε την οργάνωση και ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, εκτιμήθηκε ότι η πολιτική του ΚΚΕ ήταν σωστή. «Είχαμε μια σωστή πολιτική – τόνισε ο Σιάντος – που μας σήκωσε στα μεσούρανα. Εσφαλμένη πολιτική γραμμή σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το τεράστιο κίνημα αντίστασης. Στην εφαρμογή της όμως, και στις πιο κρίσιμες καμπές κάναμε σοβαρά λάθη, αριστερά και δεξιά. Αυτά μας εμπόδισαν να φτάσουμε στη μεταπολεμική περίοδο με περισσότερα ατού για λαϊκές λύσεις». (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, εκδόσεις ΣΕ, τόμος Ε` σελ. 425).

Σε ό,τι αφορά τα λάθη η Ολομέλεια εκτίμησε ότι τα σοβαρότερα – και μάλιστα δεξιού χαρακτήρα – λάθη ήταν οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Γκαζέρτας. Ιδιαίτερα για το Λίβανο τονίστηκε ότι «δεν ανταποκρίνονταν στο συσχετισμό δυνάμεων και δεν κατοχύρωνε όσο έπρεπε την πραγματοποίηση της εθνικής ενότητας και την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη από την επιβουλή της αντίδρασης». Για τα Δεκεβριανά η ολομέλεια εκτίμησε ότι έγιναν λάθη στρατιωτικά και πολιτικά αριστερού χαρακτήρα «που οφείλονται στην όχι σωστή εκτίμηση των διαθέσεων και του ρόλου της αγγλικής κυβέρνησης του κ. Τσόρτσιλ, στην υποτίμηση των δυνάμεων της αντίδρασης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, στην υπερεκτίμηση των δικών μας δυνατοτήτων και κυρίως στην έλλειψη, όσο χρειαζόταν, πολιτικής ευλυγισίας» (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, στο ίδιο, σελ. 256). Τέλος, η Συμφωνία της Βάρκιζας χαρακτηρίστηκε «συμφωνία ανάγκης.. ένα μίνιμουμ ελευθεριών για τη δράση» (στο ίδιο, σελ. 425).

Η δράση στις νέες συνθήκες

Σχετικά με τη νέα κατάσταση, που είχε διαμορφωθεί, η Ολομέλεια εξέτασε την εσωτερική κατάσταση της χώρας και τα λαϊκά προβλήματα που υπήρχαν, επισήμανε τον κίνδυνο αναβίωσης του εθνικισμού και του σοβινισμού και υπογράμμισε ότι «η παλινόρθωση της μοναρχίας αποτελεί τον πιο σοβαρό κίνδυνο διαιώνισης και όξυνσης του εσωτερικού διχασμού σε βάρος της ησυχίας, της ανοικοδόμησης του τόπου, της προόδου του πολιτισμού και της ευημερίας του ελληνικού λαού, σε βάρος των φιλικών σχέσεων της Ελλάδας με τις δημοκρατικές χώρες». Ακόμη καθορίστηκε ότι «βασικός πολιτικός σκοπός του ΚΚΕ είναι η πάλη για το ξερίζωμα του φασισμού, για την εξασφάλιση της δημοκρατικής εξέλιξης, για τη δημοκρατική αναγέννηση, για τη λαϊκή δημοκρατία» (στο ίδιο, σελ. 258). Για το ΕΑΜ τονίστηκε ότι πρέπει να προσεχτεί σαν κόρη οφθαλμού και να γίνει το παν, ώστε «να μην σπάσει», αλλά να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες με τη μετατροπή του σε πολιτικό συνασπισμό.

Στο θέμα της οργανωτικής ανασυγκρότησης του Κόμματος η Ολομέλεια τόνισε ιδιαίτερα την ανάγκη τήρησης των αρχών λειτουργίας του, τη συλλογικότητα, την κομματική δράση στις μάζες και την επαφή μ’ αυτές, τη ζωντανή λειτουργία των κομματικών οργανώσεων κ.ο.κ. Σε ό,τι αφορά το 7ο Συνέδριο αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί μέσα στο 1945. Τέλος, η Ολομέλεια εξέλεξε ΠΓ της ΚΕ αποτελούμενο από τους: Γ. Σιάντο, Γ. Ιωαννίδη, Γ. Ζεύγο, Μ. Παρτσαλίδη, Λ. Στρίγκο, Στ. Αναστασιάδη, Ν. Πλουμπίδη, Χρ. Χατζηβασιλείου, Β. Μπαρτζιώτα και αναπληρωματικό μέλος τον Π. Ρούσο.

Οι λαϊκές δυνάμεις ανασυντάσσονται

Η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ

Μετά την 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, την αποτυχία της προσπάθειας διάλυσης του ΕΑΜ και την ανασυγκρότηση του τελευταίου, με τη μετατροπή του σε πολιτικό συνασπισμό κομμάτων, όπου προστέθηκαν και νέες δυνάμεις, το μαζικό – λαϊκό κίνημα μπήκε σε μια νέα φάση ανασύνταξης και ανάπτυξης των δυνάμεών του. Σταθμός σ’ αυτή την πορεία αναμφισβήτητα υπήρξε ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς του ’45. Η κεντρική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο και υπήρξε για την ντόπια και ξένη αντίδραση μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά με δεκάδες προσυγκεντρώσεις, τραγουδώντας τα τραγούδια της αντίστασης και του αγώνα, κατευθύνθηκε προς το κεντρικό σημείο των εκδηλώσεων δίνοντας ένα ηχηρό ράπισμα στους αντιπάλους του και αποδεικνύοντας ότι ήταν και πάλι στο προσκήνιο των εξελίξεων. Στο χώρο του σταδίου η κυριαρχία των ΕΑΜιτών και των κομμουνιστών ήταν απόλυτη. Για ώρες ολόκληρες η πρωτεύουσα δονούνταν από τα συνθήματα «Κάπα – Κάπα – Εψιλον», «ΕΑΜ», «ΕΡΓΑΣ», καθώς κι εκείνα των άμεσων διεκδικήσεων για μια ανθρώπινη, ελεύθερη, δημοκρατική ζωή. Και το αποκορύφωμα έφτασε, όταν στις κερκίδες του σταδίου οι ομάδες των εργατών σχημάτιζαν με τα σώματά τους, σε γιγαντιαίες διαστάσεις τα τρία γράμματα της ελπίδας: Κ Κ Ε.

Νέα ώθηση προς τα μπρος

Στα τέλη Μάη του ’45 επέστρεψε στην Αθήνα, από το στρατόπεδο του Νταχάου, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Ν. Ζαχαριάδης. Η επιστροφή του σκόρπισε κύμα ενθουσιασμού στις λαϊκές μάζες. Ο λαός αναγνώριζε στο πρόσωπό του τον ηγέτη και αγωνιστή κατά του φασισμού και δεν είχε ξεχάσει το περίφημο γράμμα του, όταν κηρύχτηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.

Η επιστροφή του Ζαχαριάδη συνοδεύτηκε με μια νέα ώθηση στη δουλιά του Κόμματος και του ΕΑΜικού κινήματος. Στις 17 Ιούνη του ’45 το ΠΓ έδωσε στη δημοσιότητα το Σχέδιο Προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας, το οποίο συζητήθηκε και εγκρίθηκε στη συνέχεια από τα κόμματα και τα όργανα του ΕΑΜ. Ετσι το κίνημα αποκτούσε συγκεκριμένους προγραμματικούς στόχους. Το σχέδιο αυτό μεταξύ άλλων υπογράμμιζε ότι «η Λαϊκή Δημοκρατία είναι η εξουσία που εκφράζει τη στενή μαχητική συμμαχία των εργατών, αγροτών, επαγγελματιών, βιοτεχνών, διανόησης… Είναι ένας καινούριος τύπος δημοκρατίας, όπου η εξουσία είναι στα χέρια του λαού, όπου σταματά η πολιτική καταπίεση από μέρους των εκμεταλλευτών». (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, τόμος ΣΤ` σελ. 24). Το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας συζητήθηκε και εγκρίθηκε και στην 12η Ολομέλεια της ΚΕ του Κόμματος που συγκλήθηκε στο διάστημα 25 – 27/6/1945. Εκεί συζητήθηκε επίσης η σχέση Λαϊκής Δημοκρατίας και σοσιαλισμού.

Η 12η Ολομέλεια

Πέραν του Προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας, η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ ασχολήθηκε, επίσης, με την τρέχουσα κατάσταση και τα καθήκοντα του Κόμματος όπου εισήγηση έκανε ο Ν. Ζαχαριάδης, καθώς και με τα ζητήματα σύγκλησης του 7ου Συνεδρίου (προετοιμασία – ημερήσια διάταξη κλπ.) όπου εισηγητής ήταν ο Γ. Ιωαννίδης.

Χαρακτηριστικό της εισήγησης του Ζαχαριάδη στην Ολομέλεια, αλλά και των αποφάσεων που αυτή πήρε, είναι το γεγονός ότι επιδιώχτηκε να προσανατολιστεί το Κόμμα στα προβλήματα, που είχε μπροστά του, αποφεύγοντας οποιαδήποτε τάση εσωστρέφειας που θα μπορούσε να του στοιχίσει. Ετσι ουσιαστικά έκλεισε οποιαδήποτε συζήτηση για αναζήτηση λαθών του παρελθόντος και επίρριψης ευθυνών για τη διάπραξή τους. Επρόκειτο σαφώς για μια πολιτική επιλογή, που ξεκινούσε από την εκτίμηση πως πιο σπουδαίο για το κίνημα δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν, αλλά τι πρόκειται να γίνει στο μέλλον. «Τι έφταιξε όμως και τα πράγματα πήγαν ζαβά;», αναρωτιόταν ο Ζαχαριάδης παρουσιάζοντας την εισήγησή του στην Ολομέλεια. Και απαντούσε: «Αδικα πασχίζουν, όσοι ψάχνουν να βρουν την αιτία σε μικρολάθη και στραβοτιμονιές στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Τέτοια λάθη είναι αναπόφευκτα σε μια τόσο μεγάλη πλατιά και πρωτότυπη προσπάθεια. Ομως αυτά δεν επηρέασαν την απόλυτα σωστή βασική γραμμή του… Ούτε ο Λίβανος φταίει. Γιατί και αν έλειπε, είτε και αν ήταν χειρότερος, η χάρτινη συμφωνία του δε θα μπορούσε ν’ αλλάξει τίποτε το ουσιαστικό στο δοσμένο συσχετισμό δυνάμεων μέσα στη χώρα» («ΚΚΕ: Δέκα χρόνια αγώνες, 1935 – 1945», σελ. 272).

Τι είχε φταίξει επομένως; Η Ολομέλεια υπογράμμισε ότι η κύρια αιτία για την κακοδαιμονία του τόπου ήταν η αγγλική επέμβαση και κατοχή. «Αυτού βρίσκεται η βασική αιτία για την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα στην Ελλάδα μετά το διώξιμο των Γερμανών – σημείωσε στην εισήγησή του ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Η Αγγλία δεν τίμησε το λαό μας, που τόσο αίμα έχυσε γι’ αυτήν. Δεν τίμησε τον ηρωικό ματοβαμμένο αγώνα, την περηφάνια και την αξιοπρέπειά του και βοήθησε μονάχα τους εσωτερικούς εχθρούς του» (στο ίδιο, σελ. 275). Στην Πολιτική Απόφαση της Ολομέλειας, με αφορμή τα Δεκεμβριανά, υπογραμμιζόταν επίσης: «Η αντίδραση εσωτερικά δε νίκησε, γιατί δεν έχει το λαό μαζί της… Την ήττα και την υποχώρησή μας την επέβαλαν όχι εσωτερικοί λόγοι… Μας την επέβαλε η ένοπλη παρέμβαση που έκαναν εξωελληνικοί παράγοντες» (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, τόμος ΣΤ`, σελ. 38)

Ωστόσο, η Ολομέλεια αποδέχτηκε τη «θεωρία» του Ν. Ζαχαριάδη για τους δύο πόλους. Σύμφωνα μ’ αυτή τη «θεωρία», που αναιρέθηκε αργότερα από το 7ο Συνέδριο, σωστή εξωτερική πολιτική θα ήταν εκείνη που θα κινιόταν ανάμεσα σε δύο πόλους: τον ευρωπαϊκό – βαλκανικό, με κέντρο τη Σοβιετική Ενωση, και το μεσογειακό, με κέντρο την Αγγλία, και θα επιδίωκε να αντισταθμίζει τις πιέσεις στη χώρα μας, πότε από τον έναν και πότε από τον άλλον. Με τη διατύπωση αυτή ταυτιζόταν ή τουλάχιστον εξισωνόταν η Σοβιετική Ενωση με την ιμπεριαλιστική Αγγλία, που έφερε τόσα δεινά στην Ελλάδα. Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι στην Πολιτική Απόφαση της 12ης Ολομέλειας, η Αγγλία χαρακτηρίζεται ακόμα «μεγάλος φίλος μας», δίπλα στη Σοβιετική Ενωση.

Με άλλες αποφάσεις της η 12η Ολομέλεια της ΚΕ, μεταξύ άλλων, υπογράμμισε την ανάγκη για την εθνική ανεξαρτησία της χώρας, κάλεσε το λαό να αντιπαλέψει την αντίδραση, τον εθνικισμό και το σοβινισμό, στιγμάτισε το μοναρχοφασιστικό τρομοκρατικό όργιο και για την αντιμετώπισή του σημείωσε ότι επιβάλλεται άμεσα η οργάνωση της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, στο ίδιο, σελ. 34). Ακόμη η Ολομέλεια εκτίμησε ότι το κίνημα βρισκόταν σε άνοδο και με την πάλη του για κάθε ζήτημα, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, θα εξασφάλιζε ενότητα, τάξη, ησυχία, ειρήνη, δουλιά, αναδιοργάνωση της χώρας, πολιτισμό. Τέλος, η Ολομέλεια εξέλεξε 6μελές ΠΓ αποτελούμενο από τους Ν. Ζαχαριάδη, Γ. Σιάντο, Γ. Ιωαννίδη, Μ. Παρτσαλίδη, Β. Μπαρτζιώτα και Χρ. Χατζηβασιλείου.

Το κίνημα σε φάση αντεπίθεσης

Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ

Την πορεία ανόδου του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος μετά τη Βάρκιζα, αλλά κυρίως το πέρασμα σε μια νέα φάση, αυτή της αντεπίθεσης, σφράγισε με τις αποφάσεις του το 7ο Συνέδριο, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1-6 Οκτώβρη 1945, στην αίθουσα του κινηματογράφου ΤΙΤΑΝΙΑ, επί της οδού Πανεπιστημίου. Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ υπήρξε αναμφίβολα ένα από τα σπουδαιότερα συνέδρια στην ιστορία του Κόμματος. Απείχε από το προηγούμενο δέκα ολόκληρα χρόνια (το 6ο Συνέδριο είχε γίνει το Δεκέμβρη του 1935) κι ασχολήθηκε με μια περίοδο της κομματικής δράσης, που ήταν ταυτόχρονα η ηρωικότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας μετά την επανάσταση του 1821. Μια περίοδο αφύπνισης των λαϊκών δυνάμεων, που, ως προς την έκταση και τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, δεν είχε ιστορικό προηγούμενο.

Το έργο του Συνεδρίου δεν ήταν απλό. Και τούτο, διότι δεν είχε μόνο το παρελθόν να εξετάσει, ως θέμα του, αλλά και να χαράξει την πορεία του Κόμματος για το μέλλον. Να απαντήσει στα προβλήματα, που είχαν δημιουργηθεί, να εξοπλίσει πολιτικά και ιδεολογικά το Κόμμα και το λαϊκό κίνημα, απαντώντας στην καρδιά του ελληνικού ζητήματος: Στο τι, δηλαδή, προοπτικές και τι δυνατότητες είχε η χώρα και πώς μπορούσε με επάρκεια να ανταποκριθεί σ’ αυτές. (Για τις αποφάσεις του Συνεδρίου βλέπε: Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ, τόμος ΣΤ`, σελ. 72-128 και 396-430).

Θεματολογία και αποφάσεις του Συνεδρίου

Η ημερήσια διάταξη του Συνεδρίου περιλάμβανε τα εξής θέματα:

– Λογοδοσία της ΚΕ. Εισηγητής ο Γ. Σιάντος.

– Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα της λαϊκής δημοκρατίας. Εισηγητής ο Ν. Ζαχαριάδης.

– Το αγροτικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Εισηγητής ο Λ. Στρίγκος.

– Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Εισηγητής ο Μ. Παρτσαλίδης.

– Το Καταστατικό του ΚΚΕ. Εισηγητής ο Γ. Ιωαννίδης.

– Εκλογής ΚΕ και εκλογή Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του ΚΚΕ.

Το Συνέδριο χαιρέτισαν από τα σύμμαχα κόμματα στο ΕΑΜ, ο Αλκιβιάδης Λούλης εκ μέρους του Δημοκρατικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Στέλιος Κρητικάς εκ μέρους της Δημοκρατικής Ενωσης, ο Κ. Γαβριηλίδης εκ μέρους του ΑΚΕ, ο Γ. Πασσαλίδης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ο Ν. Γρηγοριάδης από τους Αριστερούς Φιλελεύθερους. Επίσης το Συνέδριο χαιρέτισαν με μηνύματά τους ο Χ. Πόλιτ Γραμματέας του ΚΚ Αγγλίας, ο Παλμίρο Τολιάτι Γραμματέας του Ιταλικού ΚΚ, ο Γκότβαλντ Πρόεδρος του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και το Γαλλικό ΚΚ. Το Συνέδριο ψήφισε τα παρακάτω ντοκουμέντα: Πολιτική Απόφαση. Διακήρυξη προς τον Ελληνικό Λαό. Απόφαση για το αγροτικό ζήτημα. Απόφαση για το Καταστατικό του Κόμματος. Απόφαση για το Πρόγραμμα. Στη θέση του ΓΓ του Κόμματος εκλέχτηκε παμψηφεί και απευθείας από το σώμα των συνέδρων ο Ν. Ζαχαριάδης.

Το μέλλον της Ελλάδας

Το κύριο ζήτημα, που απασχόλησε το Συνέδριο, ήταν η διέξοδος στο ελληνικό ζήτημα, το οποίο είχε δραματικά περιπλέξει η ανοιχτή ένοπλη αγγλική επέμβαση, με αποτέλεσμα στην εξουσία να βρίσκονται οι αντιδραστικές δυνάμεις της χώρας, στηριγμένες αποκλειστικά στις βρετανικές λόγχες, ενώ η λαϊκή πλειοψηφία συσπειρωμένη γύρω από το ΕΑΜ επιθυμούσε και απαιτούσε τη λαϊκοδημοκρατική αναγέννηση της χώρας. Το Συνέδριο εκτίμησε ότι δύο ήταν οι δρόμοι για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη της χώρας. Από τη μια ο δρόμος που έδειχνε το μέτωπο της πλουτοκρατίας, της χρηματιστικής ολιγαρχίας, του δοσιλογισμού και της μοναρχοφασιστικής αντίδρασης. Το μέτωπο αυτό, που πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε μαύρο μέτωπο, στηριζόταν στη δύναμη του αγγλικού ιμπεριαλισμού, είχε ταυτότητα συμφερόντων μαζί του, δεν είχε λαϊκό έρεισμα, ήθελε να κρατήσει αναλλοίωτο το εκμεταλλευτικό καθεστώς στη χώρα και την εξάρτηση από τον ιμπεριαλισμό και στις συγκεκριμένες συνθήκες για να μπορέσει να επιβληθεί, δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει ούτε τις στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες. Από την άλλη πλευρά ήταν το μέτωπο της λαϊκής δημοκρατίας, που συσπειρωνόταν γύρω από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, αποτελούσε το πλειοψηφικό λαϊκό ρεύμα στη χώρα, αγωνιζόταν για την εθνική ανεξαρτησία, την ανεξάρτητη κοινωνικοοικονομική και πολιτική ανάπτυξη της χώρας, για την κατοχύρωση και τη διεύρυνση των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών, για ένα νέο τύπο δημοκρατίας με επικεφαλής την εργατική τάξη και τους συμμάχους της κι όλα αυτά ενταγμένα στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Η μεγάλη προσφορά του 7ου Συνεδρίου βρίσκεται στο γεγονός ότι κατάφερε να αποδείξει, με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, πως ήταν δυνατή η ανεξάρτητη, λαϊκοδημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας. Πέραν του εσωτερικού και διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, σημείο – κλειδί που έπρεπε να διευκρινιστεί ήταν το αν και ποιες δυνατότητες είχε η χώρα να αναπτύξει βαριά βιομηχανία. Το Συνέδριο απάντησε καταφατικά στο θέμα αυτό. Αξιοποιώντας στο έπακρο τα επιστημονικά πορίσματα διακεκριμένων προοδευτικών αλλά και αστών επιστημόνων, τίναξε στον αέρα τη θεωρία της «ψωροκώσταινας» και επέφερε συντριπτικό χτύπημα στη θεωρία της «μεγάλης ιδέας» και των σοβινιστικών βλέψεων, που προέβαλε η άρχουσα τάξη, με το επιχείρημα πως η χώρα, για να ξεφύγει από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη, έπρεπε να κατακτήσει νέα εδάφη και να μεγαλώσει την εσωτερική της αγορά.

Στο θέμα του Απολογισμού Δράσης της ΚΕ το Συνέδριο δεν εμβάθυνε πάνω στα λάθη και τις αδυναμίες της κομματικής ηγεσίας όσον αφορά την Εθνική Αντίσταση και το Δεκέμβρη του ’44. Οπως προκύπτει από τα ιστορικά στοιχεία αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι με την επιστροφή του από το Νταχάου ο Ν. Ζαχαριάδης – δεν εξετάζουμε ούτε το αν έπραξε ή όχι σωστά, ούτε το αν μπορούσε ή όχι να πράξει διαφορετικά – ενώ δεν είχε προσωπική ανάμειξη στα λάθη και τις αδυναμίες (επομένως δεν είχε προσωπικό όφελος από τη σιωπή γύρω από το θέμα), επιχείρησε να στρέψει την προσοχή του Κόμματος στην προσπάθεια ανασυγκρότησης και ανασύνταξης του λαϊκού κινήματος, αποφεύγοντας οποιασδήποτε μορφής συζήτηση που θα έσπρωχνε το Κόμμα στην εσωστρέφεια.

Τέλος το 7ο Συνέδριο πήρε σημαντικές αποφάσεις και καθόρισε καθήκοντα για όλους τους τομείς της κομματικής και μαζικής δουλιάς. Ως βασικό πολιτικό κρίκο της δράσης του Κόμματος προσδιόρισε τους μαζικούς αγώνες για τα προβλήματα και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Σχετικά με τη μοναρχοφασιστική τρομοκρατία, το Συνέδριο υπογράμμισε για την αντιμετώπισή της την ανάγκη της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας και τόνισε το αναφαίρετο δικαίωμα του λαού να αμυνθεί, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό τα ίδια μέσα, που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοί του.

Για τη διεθνή κατάσταση στα χρόνια 1946 – ’47

Σαρωτικές νίκες του ΕΡΓΑΣ

Ενδεικτικό της πορείας ανασυγκρότησης και ανόδου του μαζικού λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ στη μεταβαρκιζιανή περίοδο είναι η κατάσταση μέσα στο εργατικό – συνδικαλιστικό κίνημα. Παρά την κρατική παρέμβαση, αλλά και την επέμβαση των Αγγλων με την περιβόητη επιτροπή του Ουόλτερ Σιτρίν, που είχε φτάσει στη χώρα μας, για να βοηθήσει δήθεν στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Παρά το γεγονός, ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα στις 10 Γενάρη του ’45 επανέφερε στη ΓΣΣΕ, τους δοσίλογους και εργατοκάπηλους, σαν τον Χατζηδημητρίου και το Μακρή – χαρίζοντάς τους μάλιστα τη διοίκηση του ανώτατου συνδικαλιστικού φορέα των εργατών – παρά την τρομοκρατία, το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, δηλαδή ο Εργατικός Αντιφασιστικός Σύνδεσμος (ΕΡΓΑΣ) που έχει δημιουργηθεί το Μάρτη του ’45 και αποτελούσε τη συνέχεια του Εργατικού ΕΑΜ στη νέα περίοδο, πετυχαίνει μεγάλες νίκες. Ενδεικτικά είναι τα παρακάτω στοιχεία:

– Στην Αθήνα σε 168 συνδικάτα, όπου ψήφισαν 46.668 εργαζόμενοι ο ΕΡΓΑΣ συγκέντρωσε 33.500 ψήφους και οι υπόλοιπες παρατάξεις 13.168.

– Στον Πειραιά σε 80 συνδικάτα όπου ψήφισαν 20.300 εργαζόμενοι ο ΕΡΓΑΣ πήρε 16.539 ψήφους και οι άλλες παρατάξεις 2.860. Ακόμη, ο ΕΡΓΑΣ κέρδισε τις εκλογές σε όλα τα συνδικάτα του Αγρινίου και του Ηρακλείου Κρήτης, καθώς και σε 10 από τα 12 συνδικάτα της Λιβαδειάς όπου έγιναν εκλογές. Επίσης, σε αρχαιρεσίες που έγιναν στην Καλαμάτα, το Σεπτέμβρη του ’45, σε 31 συνδικάτα, στους 1.747 που ψήφισαν ο ΕΡΓΑΣ πήρε 1.556.

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη

Πίσω στα περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/