Έκδοση του ΚΚΕ για τα 70 χρόνια από το Δεκέμβρη του 1944: «Δεκέμβρης του ’44: Κρίσιμη ταξική σύγκρουση»

Το εξώφυλλο της έκδοσης

Το εξώφυλλο της έκδοσης

«Αυτή η έκδοση», σημειώνεται στον «Πρόλογο» του βιβλίου, «μελέτη συλλογικής προσπάθειας, πραγματοποιείται με αφορμή τα 70χρονα του Δεκέμβρη που συμπίπτουν με τα 96 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ (…) Η παρούσα εργασία, δίχως να θεωρεί ότι έχει εξαντλήσει το θέμα με το οποίο καταπιάνεται, προσεγγίζει το Δεκέμβρη πρωταρχικά αντλώντας συμπεράσματα από αυτόν, αλλά και από την ΕΑΜική πάλη στη διάρκεια της Κατοχής, τα οποία καταγράφονται κυρίως στην ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ), στο άρθρο για την αναδρομή σε ολόκληρο το 1944 (Διαλεχτή Πολυχρονίδου) και σε άλλα κείμενα του βιβλίου. Συμπεράσματα που ισχυροποιούν τη σύγχρονη πάλη για το σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα αναδεικνύει τον ηρωικό αγώνα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως περιεκτικά αποδίδεται κυρίως στα άρθρα για τις μάχες των 33 ημερών (Γιώργος Μαργαρίτης), στο Χρονικό του Δεκέμβρη (Αναστάσης Γκίκας) και στο άρθρο για την πάλη της γυναίκας ΕΑΜίτισσας (Φιλιώ Τόλια). Επιχειρεί επίσης να προσθέσει ορισμένες σημαντικές πλευρές στη μελέτη αυτού του μεγάλου και πολύπτυχου γεγονότος της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Ηδη, μια σειρά από τα περιεχόμενα της έκδοσης, αποτελούν έναυσμα για νέες και εκτεταμένες εργασίες σχετικά με εκείνες τις 33 ηρωικές ημέρες. Αναφέρονται τα άρθρα για τον πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων αυτή την περίοδο (Κώστας Σκολαρίκος), τις αστικές στρατιωτικές και πολιτικές οργανώσεις (Χάρης Ροζάκος) και για το ρόλο της διανόησης (Βασίλης Μόσχος).

Η παρούσα έκδοση απευθύνεται ιδιαίτερα στις νέες γενιές της εργατικής τάξης και γενικότερα στη νεολαία που βιώνει την καπιταλιστική βαρβαρότητα, με την πεποίθηση που αποπνέουν τα λόγια του Β. Ι. Λένιν: «Εμείς παλεύουμε καλύτερα από τους πατεράδες μας. Τα παιδιά μας θα παλεύουν ακόμα καλύτερα και θα νικήσουν».1»

Στην «Εισαγωγή» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: «Ο Δεκέμβρης του 1944, αποτελεί συνέχεια της πάλης του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην Κατοχή, του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στο οποίο ηγήθηκε το ΚΚΕ. Ηταν το προοίμιο της τρίχρονης εποποιίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), της κορυφαίας ταξικής σύγκρουσης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Η λαϊκή ένοπλη πάλη το Δεκέμβρη υπήρξε φαινόμενο μοναδικό σε όλη την καπιταλιστική Ευρώπη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως μοναδικός υπήρξε και ο αγώνας του ΔΣΕ. Η σύγκρουση του Δεκέμβρη πραγματοποιήθηκε σε διαφορετικές συνθήκες από εκείνες της τριπλής φασιστικής Κατοχής, σε μια φάση που ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε ακόμα τελειώσει, αν και η έκβασή του είχε κριθεί. Η γερμανική ιμπεριαλιστική μηχανή και τα συμμαχικά της κράτη βρίσκονταν σε απόλυτη υποχώρηση, ενώ ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε ακάθεκτος, έχοντας ήδη παίξει καθοριστικό ρόλο στη συντριβή του φασισμού στην ευρωπαϊκή σκηνή του πιο αιματηρού πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα. Η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, που εξ αντικειμένου διαπερνούσε την ελληνική κοινωνία και τα προηγούμενα χρόνια, το Δεκέμβρη πρόβαλε με μεγαλύτερη οξύτητα, καθώς είχε φύγει από τη μέση ο παράγοντας της ξένης Κατοχής. Στις μάχες των 33 ημερών πρωταρχικά αναδείχτηκαν η μαζική οργάνωση και αυτενέργεια, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη και η πολιτική επαγρύπνηση, μαζί με την αυτοθυσία σ’ έναν αγώνα που δόθηκε με πρωταγωνιστή την εργατική τάξη και το κόμμα της, το ΚΚΕ (…)

Μπορούσαν, άραγε, το ΕΑΜ – ΚΚΕ να καταλάβουν την εξουσία τις μέρες της απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτώβρη 1944); Παρότι η Ιστορία δε γράφεται με υποθετικά σχήματα, η κατάκτηση της εργατικής εξουσίας προϋπέθετε σε βάθος διαχωρισμό των ΕΑΜικών δυνάμεων από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους των «συμμάχων» και της κυβέρνησης Παπανδρέου, γεγονός που θα όξυνε πολύ περισσότερο την ταξική πάλη. Προϋπέθετε ακόμα αναδιάταξη των συμμαχιών μέσα στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ σε βάση επαναστατική και μετατροπή των φύτρων εξουσίας (λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη) σε όργανα της επαναστατικής δράσης. Ακόμα: Επρεπε να προετοιμαστεί το Κόμμα και ισχυρές λαϊκές δυνάμεις για την εφαρμογή σχεδίου κατάληψης της Αθήνας, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτό, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη δράση και συγκέντρωση δυνάμεων για την κατάληψη και άλλων βασικών κέντρων της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης. Το Κόμμα μας ήταν ιδεολογικά – πολιτικά ανέτοιμο για να διαμορφώσει τέτοιες εξελίξεις (…) Αμέσως μετά το 7ο Συνέδριο της ΚΔ και πριν από το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, η 4η Ολομέλεια της ΚΕ (27-28 Σεπτεμβρίου 1935) αποφάσισε ότι: «…το ΚΚΕ συνεργάζεται όχι μόνο με τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα (…) αλλά και όλα τα άλλα κόμματα (…) που στέκονται σε μια ελάχιστη δημοκρατική – αντιφασιστική βάση (…) όπως των Φιλελευθέρων»2. Είχε προηγηθεί η απόφαση της ΚΕ (Αύγουστος 1935), η οποία έθετε το στόχο για…»το σχηματισμό αντιφασιστικής – δημοκρατικής κυβέρνησης», με τη συμμετοχή του ΚΚΕ. Η ουσία του 6ου Συνεδρίου, όπως και της 4ης Ολομέλειας ήταν: Μέσα από την πάλη κατά του μοναρχοφασισμού, στη δημοκρατική επανάσταση και μετά στο σοσιαλισμό. Το ΚΚΕ αντιμετώπισε και το Δεκέμβρη με βάση την παραπάνω στρατηγική (…)

Το βαθύτερο αντιφατικό γεγονός ήταν ότι το ΚΚΕ, όντας καθοδηγητής της ένοπλης λαϊκής πάλης, συμμετείχε σε μια αστική κυβέρνηση με πολιτικό στόχο την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη ως μεταβατική στην πάλη για το σοσιαλισμό. Τέτοια εξέλιξη ήταν ανεδαφική. Η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, όπως είχε διαμορφωθεί προς το τέλος της Κατοχής, προϋπέθετε ταξική σύγκρουση, αιματηρή τρομοκρατία εκ μέρους της αστικής τάξης, ανεξάρτητα πόσο το συνειδητοποιούσε το ίδιο το Κόμμα. Ετσι και στις δύο πλευρές υπήρχαν χιλιάδες νεκροί και τεράστιες υλικές καταστροφές, ταυτόχρονα με το όργιο της πτωματολογίας και της προβοκάτσιας που οργάνωσαν οι Βρετανοί και οι εγχώριοι κρατικοί μηχανισμοί. Ποια ομαλότητα ήταν δυνατό να έρθει, για παράδειγμα, μετά από το δολοφονικό όργιο των οργάνων της αστικής τάξης, των λαομίσητων Ταγμάτων Ασφαλείας, εναντίον χιλιάδων αγωνιστών, ακόμα και ανθρώπων που δεν είχαν ενεργή ανάμιξη στην οργανωμένη πάλη; Αλλωστε, ο αστικός πολιτικός κόσμος που αντιστεκόταν στους κατακτητές παίρνοντας το μέρος της βρετανικής πλευράς, συνέδεε την απελευθέρωση με τη διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Παρέμεινε αταλάντευτος σε αυτήν τη θέση, ακόμα και τότε που δεν μπορούσε ούτε στην Αθήνα να έρθει από την Αίγυπτο δίχως τον εγγλέζικο στρατό και τους συμβιβασμούς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Το ΚΚΕ αντιμετώπισε τον ένοπλο αγώνα των 33 ημερών ως μέσο επίτευξης ενός στόχου που δεν έβγαινε από το πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ομως η ταξική πάλη έχει τους δικούς της αδήριτους νόμους (…).

Η συμμετοχή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στην αστική κυβέρνηση του 1944 είναι απτό παράδειγμα πόσο ουτοπικός είναι ο ισχυρισμός ότι χάρη στη μαχητικότητα και τη συνέπεια του κομμουνιστικού κόμματος είναι δυνατό μια τέτοια κυβέρνηση να ακολουθήσει ένα φιλολαϊκό δρόμο ή -σε κάθε περίπτωση- να πάρει τουλάχιστον κάποια μέτρα υπέρ του λαού και ν’ ανοίξει σιγά σιγά το δρόμο για έναν ευνοϊκότερο συσχετισμό στην πάλη για το σοσιαλισμό. Αντίθετα με αυτή την αισιόδοξη προσμονή, η πείρα κι εκείνης της περιόδου διδάσκει ότι η συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις -σε πείσμα των πιο καλών προθέσεων- γίνεται φραγμός στη λαϊκή πάλη και οδηγεί σε πισωγύρισμα με αρνητικές επιπτώσεις για πολλά χρόνια (…)». Επίσης, υπογραμμίζεται σχετικά με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο: «Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, τους οποίους ποτέ δεν προκαλούν οι εργατικές – λαϊκές δυνάμεις, αποτελούν συνέχεια, με άλλα μέσα, με τα όπλα, της αντιλαϊκής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής που οι κυρίαρχες αστικές τάξεις, είτε είναι αμυνόμενες είτε είναι επιτιθέμενες, εφαρμόζουν και εφάρμοζαν και στην περίοδο της ειρήνης. Επομένως, το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα οφείλει να κάνει και στον πόλεμο (και μάλιστα πιο αποφασιστικά λόγω της κατάστασης), εκείνο που επιβάλλεται να κάνει και σε καιρό ειρήνης: Να χτυπήσει την αιτία της εκμετάλλευσης και του πολέμου, την καπιταλιστική εξουσία και τα μονοπώλια, που θυσιάζουν τους λαούς για τα κέρδη στο όνομα της υπεράσπισης της πατρίδας, άλλοτε με την ανεργία και την πείνα, άλλοτε και με τον πόλεμο. Η τέτοια πολιτική διαμορφώνει προϋποθέσεις για δίκαιη ειρήνη, δίχως προσαρτήσεις και παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων κάθε λαού, είτε είναι στην πλευρά των επιτιθέμενων είτε στην πλευρά των αμυνόμενων. Οσον αφορά την παραβίαση ή καταπάτηση της εθνικής ανεξαρτησίας από τα επιτιθέμενα καπιταλιστικά κράτη, την υπεράσπισή της πρέπει να την αναλάβει η εργατική τάξη και οι δυνάμεις του στρατού που θα περάσουν με το μέρος της. Σε κάθε χώρα υπάρχει η πατρίδα των εκμεταλλευτών και η πατρίδα αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση (…)».

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται, επίσης, ντοκουμέντα της περιόδου, μαρτυρίες σχετικά με την επιχείρηση ανατίναξης του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετάνια», καθώς και ονόματα νεκρών ΕΑΜιτών το Δεκέμβρη στην περιοχή της Αττικής.

1 Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τόμ. 23, σελ. 258, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1986
2 Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τόμ.4, σελ.246, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1968

Πηγή: Ριζοσπάστης, 14/9/2014

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 21: Οι Εκλογές του 1946 (Δ) Οι εκλογές-παρωδία

Οι εκλογές – παρωδία

Meros23_Photo3_small.jpg

Απ’ όσα έχουμε ήδη αναφέρει είναι προφανές πως η τακτική των Εγγλέζων και της ντόπιας αντίδρασης ήταν να εξαναγκάσουν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ σε υποταγή και συντριβή. Κι επειδή αυτό δεν έγινε κατορθωτό, επειδή το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα δεν αποδέχτηκε τη λογική του «σφάξε με αγά μ’ ν’ αγιάσω», η αγγλοκρατία ακολούθησε το δρόμο της μετωπικής σύγκρουσης, της προετοιμασίας, δηλαδή, της ένοπλης αντιπαράθεσης για να προωθήσει τα σχέδιά της. Στα πλαίσια αυτής της επιλογής, είχε κάθε λόγο να αδιαφορεί για το γεγονός ότι τα πράγματα στη χώρα οδηγούνταν σε έκρυθμες καταστάσεις και στο χείλος του εμφυλίου πολέμου.

Μέλημά τους – ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης – ήταν να νομιμοποιήσουν το αποτέλεσμα των εκλογών και να εξασφαλίσουν ότι το ποσοστό της αποχής θα ήταν ισχνό μέσα στο εκλογικό σώμα ή τουλάχιστον δε θα ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί. Για να πετύχουν δε αυτό το στόχο, έπραξαν ό,τι ήταν δυνατό. Μοίρασαν διπλά και τριπλά εκλογικά βιβλιάρια σε δικούς τους ανθρώπους, ενηλίκους και ανηλίκους. Φρόντισαν να εμφανίσουν εν ζωή και συνεπώς με δικαίωμα ψήφου πεθαμένους.

Η τρομοκρατία κατά των ΕΑΜιτών δε σταμάτησε ούτε στο ελάχιστο μέχρι τη μέρα των εκλογών και δίπλα σ’ αυτήν – όταν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ οριστικοποίησαν τη στάση τους για αποχή – προστέθηκαν και οι εκβιασμοί προς τους δημόσιους υπάλληλους να μην ακολουθήσουν την επιλογή της αποχής, γιατί διαφορετικά θα τους περίμενε η τιμωρία της απόλυσης. Είναι δε ενδεικτικό ότι, πέραν των γελοίων που γράφονταν καθημερινά στον Τύπο της εποχής πως «όσοι δεν ψηφίσουν δεν είναι Ελληνες», εκτοξευόταν ανοιχτά η απειλή ότι οι απέχοντες θα εντοπίζονταν μέσω του μετεκλογικού ελέγχου των εκλογικών βιβλιαρίων. Τέλος, για να αποκτήσει …διεθνές κύρος το εκλογικό αποτέλεσμα της βίας και της νοθείας, ο αγλοαμερικανικός ιμπεριαλισμός με τη συμμετοχή των Γάλλων – παρά την άρνηση της ΕΣΣΔ να συμμετέχει – έθεσε τις εκλογές κάτω από τον έλεγχο παρατηρητών του ΟΗΕ, τους οποίους ο λαός αποκαλούσε περιπαικτικά «κουκουβάγιες» από το σήμα της κουκουβάγιας που φορούσαν στο πέτο.

Το αποτέλεσμα

Ετσι κύλησαν τα πράγματα, ώσπου ήρθε η 31η του Μάρτη. Την επιχείρηση δε της νοθείας επισφράγισε το γεγονός ότι ουδέποτε μετά τις εκλογές δόθηκε στη δημοσιότητα ο αριθμός των εγγεγραμμένων, ώστε να είναι κάπως προσδιορίσιμο το μέγεθος της αποχής. Γι’ αυτό και στις μελέτες που έχουν κυκλοφορήσει για την περίοδο εκείνη υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις από συγγραφέα σε συγγραφέα, όσον αφορά το μέγεθος του εκλογικού σώματος. (Βλέπε σχετικά: Ζ. Μεϋνώ: «Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», Εκδόσεις ΜΠΑ«ΥΡΟΝ, σελ. 78 και Ν. Ζιάγκου «Νέες σελίδες από τον εμφύλιο πόλεμο», εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ, τόμος Α` σελ. 102 – 106).

Από τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα προκύπτει ότι ψήφισαν 1.121.696 εκλογείς και τα έγκυρα ψηφοδέλτια ήταν 1.108.473. Οι εκλογές ήταν ανδροκρατούμενες, γιατί στις γυναίκες δεν είχε δοθεί δικαίωμα ψήφου. Η ποσοστιαία δε κατανομή των ψήφων και η κατανομή των εδρών – που τότε ήταν 354 – έχει ως εξής:

– Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων (Λαϊκό Κόμμα και συνεργαζόμενοι) : 55,12% και 206 έδρες.

– Εθνική Πολιτική Ενωσις (Φιλελεύθεροι του Σ. Βενιζέλου, Εθνικό Ενωτικό Κόμμα Π. Κανελλόπουλου και Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό του Γ. Παπανδρέου) : 19,28% και 68 έδρες.

– Κόμμα Φιλελευθέρων (Θ. Σοφούλης) : 14,39% και 48 έδρες.

– Εθνικό Κόμμα Ελλάδας (Ν. Ζέρβας) : 5,96% και 20 έδρες.

– Ενωσις Εθνικοφρόνων (Τουρκοβασίλης) : 2,94% και 9 έδρες.

– Ενωσις Αγροτικών Κομμάτων: 0,67% και 1 έδρα.

– Ανεξάρτητοι συνδυασμοί: 1,08% και 2 έδρες.

– Συνδυασμοί που δεν εκπροσωπήθηκαν στη Βουλή 0,56 % (Βλέπε: Ζ. Μεϋνώ, στο ίδιο σελ. 80).

Τι λάθος ήταν η αποχή;

Meros23_Photo2_small.jpg

Κλείνοντας την εξιστόρηση των γεγονότων που συνδέονται με τις εκλογές του ’46 και το δημοψήφισμα, οφείλουμε να σταθούμε περισσότερο στις κριτικές που ασκήθηκαν εκ των υστέρων για τις βασικές, τότε, επιλογές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Κατ’ αρχήν, είναι σωστή η εκτίμηση του 8ου Συνεδρίου ότι η αποχή ήταν «λάθος καθοριστικής σημασίας»; Απ’ όσα ήδη έχουμε πει, η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφώς αρνητική. Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού για να δεχτεί κανείς την εκτίμηση ότι επρόκειτο για λάθος καθοριστικής σημασίας, θα πρέπει προηγουμένως με ατράνταχτα στοιχεία να αποδείξει ότι μέσω των εκλογών ήταν δυνατή η ειρηνική δημοκρατική εξέλιξη στη χώρα, ήταν δυνατή η αδιάβλητη έκφραση της λαϊκής θέλησης, ήταν δυνατόν να γίνει σεβαστή από τους Αγγλους και την αντίδραση μια λαϊκή ετυμηγορία υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ήταν δυνατό να αποχωρήσουν τα βρετανικά στρατεύματα από την Ελλάδα και να αποκτήσει η χώρα την ανεξαρτησία της, ήταν δυνατό να πάρει τέλος ο μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος που ασκούσε το κράτος, οι Βρετανοί και οι μοναρχοφασιστικές συμμορίες, ήταν δυνατό να ανοίξει ο δρόμος προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Φυσικά τέτοιες δυνατότητες δεν υπήρχαν ούτε στο απειροελάχιστο. Γι’ αυτό και η κριτική του 8ου Συνεδρίου δεν μπορεί να σταθεί.

Αλλωστε η κριτική αυτή όπως διατυπώθηκε είναι πλήρως αντιφατική: Κάνει λόγο για λάθος καθοριστικής σημασίας αλλά αναγνωρίζει δύο δυνατότητες εξέλιξης των πραγμάτων στην Ελλάδα του ’46: Τη δυνατότητα δημοκρατικής αναγέννησης της χώρας με ειρηνικό τρόπο μέσω εκλογών και τη δυνατότητα να λυθεί το ελληνικό ζήτημα μέσω των όπλων. Κι ενώ οι δυνατότητες είναι δύο, μόνο αυτή που σχετίζεται με τις εκλογές χαρακτηρίζεται καθοριστικής σημασίας, προφανώς για να μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι το λάθος της αποχής. Η προπαγάνδα των ψευδαισθήσεων

Ορισμένοι επίσης ιστοριογράφοι της εποχής, όπως ο Φοίβος και ο Σόλωνας Γρηγοριάδης, ο Τ. Βουρνάς και άλλοι, προβάλλουν τις εκτιμήσεις του 8ου Συνεδρίου, κατακεραυνώνουν την επιλογή της αποχής χρεώνοντάς την αποκλειστικά στο Ζαχαριάδη, υπολογίζουν το μίνιμουμ ποσοστό που θα έπαιρνε το ΕΑΜ αν κατέβαινε στις εκλογές, προσθέτουν δίπλα σ’ αυτό το ποσοστό του Κέντρου και νάτη η δυνατότητα δημοκρατικών εξελίξεων, διότι δε θα σχημάτιζε – λένε – η Δεξιά αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και λοιπόν; Μήπως πριν τη Δεξιά δεν ήταν το Κέντρο στα πράγματα; Μήπως δεν εκτέλεσε πιστά τις επιταγές των Εγγλέζων; Μήπως δεν κυβερνούσε τη χώρα τον Δεκέμβρη του ’44, μήπως δεν ανέχτηκε τη μοναρχοφασιστική τρομοκρατία; Μήπως δεν οργάνωσε τις νόθες εκλογές; Ποιες αντιστάσεις προέβαλε το Κέντρο ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι θα τασσόταν έστω και μερικώς στο πλευρό του ΕΑΜ και θα εμπόδιζε το μοναρχοφασιστικό όργιο που συνεχίστηκε και εντάθηκε μετά τις εκλογές; Ψευδαισθήσεις μπορεί να έχει κανείς, αλλά τα γεγονότα δεν μπορούν να σκεπάζονται από συνειδητά, σκόπιμα ή ασυνείδητα, μη σκόπιμα ονειροπολήματα.

Ο χαρακτήρας του λάθους

Ηταν, όμως, λάθος η αποχή από τις εκλογές; Αναμφισβήτητα ναι. Οχι όμως λάθος καθοριστικής σημασίας, αλλά λάθος τακτικής. Δε θα ήταν λάθος αν η ηγεσία του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος είχε αποφασίσει το άμεσο και ολοκληρωτικό πέρασμα των λαϊκών δυνάμεων στις ένοπλες μορφές πάλης. Αν υπήρχε τέτοια απόφαση, αν υπήρχε επιλογή της άμεσης λύσης του ελληνικού ζητήματος μέσω των όπλων, τότε η αποχή θα ήταν η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Από τη στιγμή, όμως, που τέτοια απόφαση δεν υπήρξε και από τη στιγμή, που το ΚΚΕ – με τις αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας – προσανατόλισε το κίνημα και στον ένοπλο αγώνα, χωρίς να εγκαταλείπει τη μαζική πολιτική ειρηνική πάλη, από τη στιγμή που επέλεξε το σταδιακό τρόπο περάσματος στην «κριτική των όπλων», ώστε να κατανοήσουν ευρύτερες δυνάμεις την αναγκαιότητα αυτή, η συμμετοχή στις εκλογές ήταν επιβεβλημένη. Δεν μπορείς να εμμένεις στις ειρηνικές μορφές πάλης και ταυτόχρονα να αρνείσαι την αξιοποίηση του κοινοβουλίου για τους σκοπούς σου. Κι εδώ ταιριάζουν όσα λένε οι ιστοριογράφοι που προαναφέραμε, ότι δηλαδή με συμμετοχή του ΕΑΜ στις εκλογές η Δεξιά δε θα έπαιρνε αυτοδυναμία. Θα γινόταν συνεπώς εκ των πραγμάτων συμμαχία Δεξιάς – Κέντρου και το μπλοκ των αντιμαχόμενων δυνάμεων θα πρόβαλε ακόμη καθαρότερα. Αρα, η συμμετοχή στις εκλογές δε θα άνοιγε ειρηνικές δημοκρατικές εξελίξεις, αλλά θα διαμόρφωνε καλύτερες συνθήκες άμυνας και ιδιαίτερα, θα βοηθούσε να ξεσκεπαστεί σε όλη την έκτασή του το μπλοκ της αγγλοκρατίας, θα απεγκλώβιζε – στον ένα ή τον άλλο βαθμό – δυνάμεις υπέρ του ΕΑΜικού κινήματος, θα βοηθούσε καλύτερα να συνειδητοποιήσουν ευρύτερες μάζες το γεγονός, πως δεν υπήρχε άλλη διέξοδος πέραν της ένοπλης πάλης.

Φυσικά, η συμμετοχή στις εκλογές θα ‘πρεπε οπωσδήποτε να συνδυαστεί με την έντονη και αποφασιστική καταγγελία των αντιδημοκρατικών και απαράδεκτων συνθηκών, μέσα στις οποίες διεξάγονταν και με τρόπο τέτοιο, που δε θα νομιμοποιούσε την ολοφάνερη προοπτική του νόθου αποτελέσματος. Ισως η τελική απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για συμβολική κάθοδο στις εκλογές να ήταν η πιο σωστή. Ομως ποτέ δεν εφαρμόστηκε για να γνωρίζουμε πώς θα μεταφραζόταν στην πράξη. Τέλος, οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι η συμμετοχή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στο δημοψήφισμα ήταν πράξη επιεικώς ακατανόητη. Πολύ περισσότερο δε που απείχαν από τις εκλογές.

Αν θα ήθελε κάποιος να βγάλει ένα σύντομο συμπέρασμα για τις επιλογές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ εκείνη την περίοδο, θα πρέπει να σημειώσει την αντιφατικότητα της πολιτικής τους. Ιδιαίτερα για το ΚΚΕ οφείλουμε να πούμε ότι πατώντας τότε σε δύο βάρκες, εμμένοντας στις ειρηνικές μορφές πάλης και ενισχύοντας δειλά τον ένοπλο αγώνα, ήταν δέσμιο των αντιφάσεων της πολιτικής του, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην προλαβαίνει τις εξελίξεις, να μην έχει προετοιμαστεί επαρκώς για να τις αντιμετωπίσει, να μην είναι σε θέση να υπολογίσει με ακρίβεια το συσχετισμό δυνάμεων και τις διαθέσεις του αντιπάλου και συνεπώς να μην επιλέγει πάντοτε τη σωστότερη τακτική, να μην μπορεί να προσδιορίσει τα ιδιαίτερα καθήκοντα της εκάστοτε ιστορικής στιγμής και φυσικά το πόσο επείγοντα χαρακτήρα είχαν. Οι αιτίες αυτής της κατάστασης και της αντιφατικότητας της πολιτικής του Κόμματος δεν μπορούν εύκολα να αναζητηθούν και φυσικά δεν είναι θέμα του παρόντος. Οφείλουμε όμως όταν τις αναζητούμε να παίρνουμε υπόψη τον εσωτερικό και διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, την κατάσταση μέσα στο Κόμμα και το χαρακτήρα που είχε ο ΕΑΜικός πολιτικός συνασπισμός κλπ. Γι αυτά όμως θα μιλήσουμε με άλλη ευκαιρία.

Το δημοψήφισμα του 1946

Αμέσως μετά τις εκλογές, η ντόπια και ξένη αντίδραση πέρασε ολοκληρωτικά στην επίθεση. Η τρομοκρατία πήρε τεράστιες διαστάσεις. Οι φόνοι, οι ξυλοδαρμοί, οι βιασμοί, οι καταστροφές περιουσιών, οι λεηλασίες και όλα τα …ευγενή ανδραγαθήματα των μοναρχοφασιστικών συμμοριών και του κράτους ήταν καθημερινό θέμα στον Τύπο της εποχής. Αυτά, όμως, δεν ήταν αρκετά για τους ιθύνοντες. Γι’ αυτό κι από τα πρώτα μέτρα που πήραν ήταν να νομιμοποιήσουν την τρομοκρατία, καθιστώντας την πλέον κρατική υπόθεση. Στις 6/6/1946 κατατέθηκε στη Βουλή το πρώτο νομοσχέδιο εκτάκτων μέτρων, το οποίο και ψηφίστηκε στις 17/6. Είναι το γνωστό Γ` Ψήφισμα. Βάσει αυτού του ψηφίσματος, καταργούνταν στην ουσία τους τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών, δινόταν το δικαίωμα στην αστυνομία να περιορίζει την κυκλοφορία, θεσπιζόταν η ποινή του θανάτου για πράξεις κατά της δημόσιας ασφάλειας, απαγορευόταν η απεργία κ.ο.κ.

Πέθανε ο Χίτλερ;

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος, που σχολίασε το Γ` ψήφισμα, πριν ψηφιστεί από τη Βουλή, η εφημερίδα «Μάχη» του κόμματος των Σβώλου – Τσιριμώκου. Συγκεκριμένα, έγραφε: «Το άρθρο 10 του νομοσχεδίου είναι μνημείο αστυνομικής αυθαιρεσίας. Μπορούν οι χωροφύλακες να ενεργούν στα σπίτια των Ελλήνων «ερευνώντας μέρας τε και νυκτός», ν’ απαγορεύουν την κυκλοφορία των πολιτών και να προβαίνουν εις «πάσαν πράξιν, σκοπούσαν την άμυναν, ασφάλειαν και κοινήν ησυχίαν».

Πέθανε πραγματικά ο Χίτλερ;

Και δεν αρκεί να παίρνουν αυτά τα δικαιώματα οι χωροφύλακες. Τιμωρούνται με θάνατο όσοι επιζήσουν από τη δική τους «πάσαν πράξιν» και αμυνθούν ή τους χτυπήσουν ή τιμωρήσουνε σκληρά τη σκληρότητά τους. Ο Μέγας Θεός Χωροφύλακας θα ρυθμίζει πια ανεξέλεγκτα τη φτωχιά μας ζωή.

Γιατί όλα αυτά; Γιατί ως εκεί;

Η όλη οικονομία του ψηφίσματος το δείχνει. Πρέπει να μη μείνει ίχνος ελευθερίας. Πρέπει να στραγγαλιστούν ολότελα οι λαϊκές ελευθερίες. Πρέπει να εμποδισθή κάθε λαϊκή εκδήλωση. Πρέπει να μην υπάρχουν πολίτες που έχουν δικαιώματα, αξιώσεις, ιδανικά, τραγούδια, ορμή. Πρέπει να υπάρχουν σκυφτοί ραγιάδες και τούτο το καλοκαίρι, για να μπορέσει να ξανάρθη ο μετανάστης τύραννος την 1η Σεπτεμβρίου. «Αι εν υπαίθρω δημόσιαι συγκεντρώσεις φέρουσι εν εαυταίς το σπέρμα της στάσεως…». Και πρέπει να σκοτωθή το σπέρμα αυτό, σπέρμα Δημοκρατίας και Προόδου. Σπέρμα ανυπακοής, σπέρμα άμυνας εναντίον της βίας, σπέρμα κλονισμού μιας τυραννικής κρατικής εξουσίας.

Πρέπει να υπάρξουν σκυμμένοι ραγιάδες στο δρόμο, στο σπίτι. Και στη δουλειά. Γι’ αυτό και η απεργία στους μεγάλους κλάδους της παραγωγής γίνεται ποινικό αδίκημα! Γιατί πρέπει προπαντός να χτυπηθή, να υποταγή, να λυγίση η πρωτοπόρα εργατική τάξη, που έχει στα χέρια της το ισχυρό όπλο της απεργίας ενάντια στην εκμετάλλευση, στην αυθαιρεσία και τη βία – για να προφυλαχτή η ακεραιότητα, η ασφάλεια της χώρας και ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ. Πέθανε πραγματικά ο Χίτλερ;..».

Δημοψήφισμα με στρατοδικεία

Αμέσως μετά την έγκριση από τη Βουλή του Γ` Ψηφίσματος, στήθηκαν στη χώρα τα πρώτα 11 στρατοδικεία, των οποίων οι αποφάσεις ήταν τελεσίδικες. Επίσης καθιερώθηκαν οι συλλήψεις, οι εκτελέσεις, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Συστηματική υπήρξε και η εκκαθάριση του στρατού από αριστερά, προοδευτικά, ΕΑΜίτικα στοιχεία. Κράτος και συμμορίες είχαν γίνει ένα, στην προσπάθεια εξόντωσης του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Ανάμεσα δε στα θύματα του μοναρχοφασιστικού οργίου ήταν και ο δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» Κ. Βιδάλης, ο οποίος, ευρισκόμενος στη Θεσσαλία για ρεπορτάζ, δολοφονήθηκε από τη συμμορία του Σούρλα, 15 μέρες πριν το δημοψήφισμα.

Η χώρα οδηγήθηκε στο δημοψήφισμα – την 1η Σεπτέμβρη του ’46 – υπό το κράτος του τρόμου. Κι όπως ήταν φυσικό, πέραν της τρομοκρατίας, βοήθησε και η νοθεία, ώστε η μέρα να γίνει νύκτα και ο θεσμός της βασιλείας να αποκτήσει τη …λαϊκή έγκριση με 68,3% υπέρ. Ετσι, ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ επέστρεψε στην Ελλάδα στις 26/9/1946.

Στο Δημοψήφισμα έλαβε μέρος και ο ΕΑΜικός πολιτικός συνασπισμός, γεγονός που είναι το λιγότερο ακατανόητο, αφού, ως πολιτική πράξη, σ’ εκείνες τις συνθήκες δεν είχε να προσφέρει τίποτε περισσότερο εκτός της νομιμοποίησης ενός προκατασκευασμένου αποτελέσματος.

Το μέγεθος της αποχής και το περίφημο 9,3%

Meros23_Photo1_small.jpg

Στις εκλογές δεν πήραν μέρος το ΕΑΜ, το ΚΚΕ και μια σειρά κόμματα του Κέντρου. Συνεπώς, μένει ανοιχτό το ερώτημα «πόσο ήταν το μέγεθος της αποχής;». Η διεθνής επιτροπή παρατηρητών του ΟΗΕ, οι επονομαζόμενοι από τον λαό «Κουκουβάγιες», έσπευσαν να εκτελέσουν τις εκ των προτέρων διαταγές των αφεντικών τους, εμφανίζοντας την αποχή της Αριστεράς σχεδόν μηδαμινή. Πώς το κατάφεραν; Φυσικά δεν έκαναν κανέναν έλεγχο στους εκλογικούς καταλόγους. Γνώριζαν περί τίνος επρόκειτο. Εκαναν όμως… γκάλοπ στους δρόμους, σε πόλεις και χωριά και ρωτούσαν τους περαστικούς αν ψήφισαν ή όχι. Από τις απαντήσεις που πήραν έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η αποχή για πολιτικούς λόγους – η αποχή δηλαδή κυρίως των ΕΑΜιτών και των κομμουνιστών – ήταν 9,3 %!!! Το… αποτέλεσμα μάλιστα αυτό – μαζί με κρίσεις ότι οι εκλογές ήταν έντιμες – το έγραψαν και στην έκθεσή τους – που δημοσιεύτηκε σε περίληψη στις 12/4/46 – για να υπάρχει προφανώς και έγγραφη απόδειξη της γελοιότητας. Και η γελοιότητα αυτή κατέρρευσε στη συνέχεια, όταν η ίδια η διεθνής επιτροπή του ΟΗΕ προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιούργησε και με νέες εκτιμήσεις της δέχτηκε ότι αν η Αριστερά συμμετείχε στις εκλογές θα έπαιρνε 20 με μάξιμουμ 25%. (Φ. Γρηγοριάδης: «Το δεύτερο αντάρτικο», τόμος 3ος, σελ. 674).

Εχει συνεπώς απόλυτο δίκιο ο Μεϊνό – και όχι μόνο αυτός βέβαια – όταν σημειώνει σχετικά με την κρίση των παρατηρητών του ΟΗΕ, ότι «οι εκλογές ήταν έντιμες»: «Αν ληφθή υπόψη η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας της επιτροπής, θα ήταν μεγάλη αφέλεια να δούμε στην παραχώρηση του πιστοποιητικού αυτού καλής δημοκρατικής διαγωγής κάτι διαφορετικό από ένα διάβημα που αποσκοπούσε να ενισχύση τη διεθνή θέση μιας κυβερνήσεως, την οποία είχαν εξ ολοκλήρου προσεταιρισθή οι αγγλοσαξονικές δυνάμεις» (Φ. Γρηγοριάδης: «Το δεύτερο αντάρτικο», τόμος 3ος, σελ. 79).

Το πραγματικό μέγεθος της αποχής

Το πραγματικό μέγεθος της αποχής που αντιστοιχούσε σε δυνάμεις κυρίως του ΕΑΜικού πολιτικού συνασπισμού (και που ο ΕΑΜικός – δημοκρατικός τύπος το υπολόγισε στο 53%) δεν είναι δυνατό – και δεν έχει, πλέον και τόση σημασία – να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Οχι μόνο γιατί δεν υπάρχει ακριβές στοιχείο για τους εγγεγραμμένους, (άλλωστε οι εκλογικοί κατάλογοι ήταν πλαστοί – με διπλοεγγραφές, τριπλοεγγραφές, και πεθαμένους που τους εμφάνιζαν ως ζωντανούς) αλλά και γιατί πολλοί ήταν εκείνοι που δεν είχαν γραφεί στους εκλογικούς καταλόγους, είτε γιατί δεν πρόλαβαν, είτε γιατί δεν ξεπέρασαν τα προσκόμματα που τους έβαζε ο κρατικός μηχανισμός, είτε γιατί ήταν καταδιωκόμενοι από τις φασιστικές συμμορίες, ενώ είχαν δικαίωμα ψήφου και υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να το κατοχυρώσουν. Αλλά κι αν ακόμη είχαμε τον αριθμό των εγγεγραμμένων και η εγγραφή των ΕΑΜιτών και προοδευτικών πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους γινόταν απρόσκοπτα, πάλι θα συναντούσαμε δυσκολία να εντοπίσουμε με ακρίβεια το μέγεθος της αποχής, αφού είχαν οργιάσει οι μέθοδοι της νοθείας. Δεν ήταν λίγα τα ανύπαρκτα πρόσωπα που εμφανίστηκαν ψηφοφόροι στις εκλογές, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν διπλοψηφίσει και τριπλοψηφήσει, χώρια αυτούς που ψήφισαν ενώ ήταν… πεθαμένοι. Τέλος, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι κυρίως στην ύπαιθρο, οπαδοί του ΕΑΜ και του ΚΚΕ οδηγήθηκαν στις κάλπες κάτω από το βάρος της τρομοκρατίας και του φόβου που αυτή δημιουργούσε, ενώ η θέλησή τους ήταν ακριβώς αντίθετη. Παρομοίως οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι εκβιασμοί που ασκήθηκαν στους δημόσιους υπαλλήλους ασφαλώς θα είχαν αποτέλεσμα. Συνεπώς, το ποσοστό της αποχής θα μπορούσε επακριβώς να προσδιοριστεί αν υπήρχαν όλες οι βασικές προϋποθέσεις για ελεύθερες και αδιάβλητες εκλογές. Αλλά τότε δε θα χρειαζόταν τέτοιος προσδιορισμός, γιατί δε θα υπήρχε η πολιτική επιλογή της αποχής. Το γεγονός δε ότι οι εκλογές ούτε έντιμες ήταν, ούτε αδιάβλητες, φανερώνει πως η δύναμη του ΕΑΜικού πολιτικού συνασπισμού ήταν αναμφισβήτητα πλειοψηφούσα στην ελληνική κοινωνία. Αν επρόκειτο για μια δύναμη της τάξης του 20 και 25% δε θα υπήρχε λόγος να γίνουν όσα έγιναν. Αλλά κι αν ακόμη τα ποσοστά του ΕΑΜ ήταν ακόμη μεγαλύτερα – αλλά πάντως μειοψηφικά – πάλι οι μέθοδοι του αντιπάλου θα ήταν διαφορετικές απ’ αυτές που ακολουθήθηκαν.

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη

Πίσω στα περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/