Το 28ο -και τελευταίο- Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης)

*
ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 28ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΣΕ
Επίκαιρα μηνύματα για το σήμερα
*
Ο Μπορίς Γιέλτσιν, ηγετική φιγούρα των αντεπαναστατικών δυνάμεων, αποχωρεί από την αίθουσα του Συνεδρίου. Νωρίτερα είχε δηλώσει ότι αποχωρεί από το ΚΚΣΕ

«Οταν προχωράς στη διασαφήνιση των αιτιών της επιτυχίας της αντεπανάστασης, σπρώχνεσαι από παντού στην έτοιμη απάντηση, ότι είναι δήθεν δουλειά του κυρίου Α ή του πολίτη Β, που «πρόδωσαν» το λαό. Αυτή η απάντηση, ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να είναι σωστή ή όχι, όμως σε καμιά περίπτωση δεν εξηγεί τίποτα, ούτε δείχνει πώς μπορούσε να συμβεί, ότι ο «λαός» επέτρεψε να τον προδώσουν.

Και είναι θλιβερό το μέλλον του πολιτικού κόμματος, εάν όλο του το κεφάλαιο συνίσταται στη γνώση μόνο εκείνου του γεγονότος, ότι ο τάδε άνθρωπος δεν αξίζει την εμπιστοσύνη».

(Φρ. Ενγκελς, «Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία»)

Πριν είκοσι χρόνια, στις 213 του Ιούλη 1990, πραγματοποιήθηκε το τελευταίο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ), ως κυβερνητικού κόμματος. Ηταν το 28ο Συνέδριο. Το γεγονός αυτό, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει μέχρι σήμερα, περικλείει πολλά επίκαιρα και χρήσιμα μηνύματα.
Ο οπορτουνισμός ως δύναμη καταστροφής

Το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ αποτέλεσε την τελευταία «πράξη» μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει νωρίτερα και τα τελευταία επεισόδιά της ήταν η λεγόμενη περεστρόικα, που αποδείχτηκε «όχημα της αντεπανάστασης», μέσα από τον έλεγχο του ΚΚΣΕ από την ομάδα Γκορμπατσόφ στο 27ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1986) και αργότερα στη 19η κομματική συνδιάσκεψη του ΚΚΣΕ. Γεγονότα, που, ωστόσο, έχουν τις ρίζες τους στο 20ό Συνέδριο, το οποίο με τις αποφάσεις του οδήγησε στην επικράτηση λαθεμένων αντιλήψεων, στην ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφορών και αντίστοιχα των δυνάμεων της αντεπανάστασης και στην κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Το να θυμηθούμε, λοιπόν, το 28ο Συνέδριο σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να υπενθυμίσουμε το πώς το κυρίαρχο στη Σοβιετική Ενωση Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά και η ίδια η Σοβιετική Ενωση καταστράφηκαν από το δεξιό οπορτουνισμό, που δεν αντιμετωπίστηκε κι εξελίχθηκε σε αντεπαναστατική δύναμη.

Οι οπορτουνιστές φρόντισαν την περίοδο της «περεστρόικα», με ωραίες φράσεις, περί «περισσότερης δημοκρατίας», δήθεν «ανθρώπινου και δημοκρατικού σοσιαλισμού», «πολιτικού πλουραλισμού» και «οικονομίας της σχεδιοποιημένης αγοράς», να οδηγήσουν τους Σοβιετικούς κομμουνιστές και το λαό προς τον καπιταλισμό «υπό την κόκκινη σημαία», παραπλανώντας τον. Ετσι, είναι χαρακτηριστικό πως στον απολογισμό της απερχόμενης ΚΕ προς το 28ο Συνέδριο εκθειάζονταν με καλυμμένο τρόπο τα δήθεν «πλεονεκτήματα» της καπιταλιστικής οικονομίας: «Στις συνθήκες της αγοράς ανοίγεται δυνατότητα ουσιαστικά να αποκαλυφθούν οι ανάγκες και να βρεθούν οι τρόποι της αποτελεσματικής ικανοποίησής τους». Ακόμη διαβεβαίωναν πως με την αγορά «οι εργαζόμενοι γίνονται πραγματικοί νοικοκύρηδες των μέσων παραγωγής και των αποτελεσμάτων της εργασίας τους». Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις, για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους, έκαναν τη λαθροχειρία να επικαλούνται τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εφαρμόστηκε από τον Λένιν μετά το τέλος του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, και η οποία συνιστούσε μια πολιτική προσωρινών εκχωρήσεων προς τον καπιταλισμό, αποσιωπώντας πως αυτές οι υποχωρήσεις ήταν προσωρινές κι επιβάλλονταν από τις ειδικές συνθήκες εκείνης της εποχής (καταστροφές του πολέμου, τεράστιο ποσοστό μικροκαλλιεργητών, κ.ά.), κατάσταση που βέβαια δεν είχε καμία σχέση με αυτή της Σοβιετικής Ενωσης της δεκαετίας του ’80.

Σήμερα, που γνωρίζουμε εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αυτής της δημαγωγικής προσπάθειας για τους λαούς της Σοβιετικής Ενωσης, που βιώνουμε ακόμη πιο έντονα τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, νιώθουμε πόσο απατηλά και ύπουλα ήταν εκείνα τα κηρύγματα του οπορτουνισμού.

Η εσωκομματική αντίδραση στη «θεραπεία του σοσιαλισμού με καπιταλισμό»

Πρέπει να πούμε πως δε συμφώνησαν όλοι οι Σοβιετικοί κομμουνιστές με τη γραμμή της «περεστρόικα». Στο 28ο Συνέδριο υπήρξαν κομμουνιστές που αντιστάθηκαν κι έδωσαν σκληρή μάχη με τον γκορμπατσοφισμό και οι οποίοι συσπειρώνονταν στο «Κίνημα της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας» καθώς και στη «Μαρξιστική πλατφόρμα». Εξ ονόματος της μειοψηφίας του Συνεδρίου έκαναν Δήλωση, στην οποία προειδοποιούσαν για τις αναπόφευκτες και καταστροφικές συνέπειες που θα είχε για το Κόμμα η «γραμμή» της αγοράς.

Η οπορτουνιστική ηγεσία του ΚΚΣΕ έκανε τα πάντα για να μην ακουστεί η φωνή αυτή. Δε διένειμαν στους αντιπροσώπους το σχέδιο του ψηφίσματος της μειοψηφίας. Δεν άφηναν να περάσει στο βήμα του Συνεδρίου ο αντιπρόσωπος του «Κινήματος Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας», Βίκτορ Τιούλκιν (σημερινός Α’ Γραμματέας του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας), με το πρόσχημα πως έχασαν την αίτηση για την ομιλία, την οποία συνυπέγραφαν 150 αντιπρόσωποι του Συνεδρίου. Και μετά την ομιλία του προσπάθησαν να αποσιωπήσουν και να υποτιμήσουν τη σημασία της. Η Δήλωση της μειοψηφίας διαβάστηκε τελικά από τον Β. Τιούλκιν στην προτελευταία συνεδρίαση της τελευταίας μέρας του Συνεδρίου. Εκεί οι κομμουνιστικές δυνάμεις του Συνεδρίου ευθέως αναφέρονταν στις συνέπειες του περάσματος στην οικονομία της αγοράς:

«Θεωρούμε αναγκαίο να προειδοποιήσουμε όλους τους κομμουνιστές της χώρας. Το ατόπημα του περάσματος στην αγορά ως γενικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς κεφαλαίων και της αγοράς εργατικής δύναμης, θα σημάνει την αναπόφευκτη διολίσθηση στην επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ενώ η βίαιη, και παρά τις αντικειμενικές διαδικασίες, θεραπεία του σοσιαλισμού με καπιταλισμό θα συνεπιφέρει όχι την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, αλλά την αναπόφευκτη πτώση τους, θα προκαλέσει την πλατιά κοινωνική διαμαρτυρία, θα οδηγήσει σε μεγάλα βάσανα το λαό. Σ’ ό,τι αφορά το Κομμουνιστικό Κόμμα, αυτό απλώς δε θα αντέξει τέτοια τραντάγματα και κανένας δε θα μπορέσει να υπερασπιστεί τους τελικούς σκοπούς του κινήματος».

Υπέρ της «Δήλωσης της μειοψηφίας» ψήφισαν 1.259 αντιπρόσωποι (δηλαδή το 34%) από τους παρόντες 3.685 αντιπροσώπους (Για την ιστορία: 2.012 αντιπρόσωποι ψήφισαν «κατά», 414 «λευκό», ενώ 160 αντιπρόσωποι δεν πήραν μέρος στην ψηφοφορία).

Η συνέχεια είναι γνωστή: Oι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις, που αντέδρασαν στην τελευταία φάση της προδοσίας, στο 28ο Συνέδριο του KKΣE, δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να την αποκαλύψουν και να οργανώσουν με επιτυχία την επαναστατική αντίδραση της εργατικής τάξης.

Σήμερα γνωρίζουμε πως όλες οι παραπάνω προβλέψεις, που διατυπώνονταν στη Δήλωσή τους σ’ εκείνο το Συνέδριο, επαληθεύτηκαν στο 100%. Το ίδιο το ΚΚΣΕ, αλλά και συνολικά η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκαν, γεγονός που συνοδεύτηκε με τεράστια βάσανα και δυστυχία όχι μόνο για τους λαούς εκείνων των χωρών που προήλθαν από την ΕΣΣΔ, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη, αφού η «πλάστιγγα» στο διεθνή συσχετισμό δύναμης έγειρε συντριπτικά υπέρ του ιμπεριαλισμού.

Πορεία παλινόρθωσης

Σε τελευταία ανάλυση, στο 28ο Συνέδριο το ΚΚΣΕ δεν ήταν πια κομμουνιστικό κόμμα. Δεν εξέφραζε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, είχε απαρνηθεί τη θεωρία του μαρξισμού – λενινισμού, ενώ «κομμουνιστικό» παρέμενε μόνο στην ονομασία. Πώς όμως έγινε κατορθωτός ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΚΣΕ, όπως εκδηλώθηκε από την οπορτουνιστική πλειοψηφία στο 28ο Συνέδριο; Το ερώτημα αυτό είναι αναγκαίο να τεθεί!

Στην πραγματικότητα η «κερκόπορτα» είχε ανοίξει μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τόσο μέσα στο ΚΚ, όσο και στους επιστημονικούς κύκλους υπήρχε σημαντική συζήτηση και διαπάλη για τους δρόμους ανάπτυξης του σοσιαλισμού. Στη σφαίρα της οικονομίας και για το ξεπέρασμα υπαρκτών προβλημάτων, συγκρούονταν με κάθε μέσο από τη μια οι δυνάμεις που επιδίωκαν την εμβάθυνση των σοσιαλιστικών σχέσεων κι από την άλλη εκείνες που υποστήριζαν το «δανεισμό» εργαλείων του καπιταλισμού και της αγοράς, όπως ο νόμος της αξίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, που τελικά αποτέλεσε συνέδριο κυριαρχίας της δεξιάς οπορτουνιστικής παρέκκλισης, σταδιακά υιοθετήθηκαν πολιτικές επιλογές που υποστήριζαν το ρεύμα των «οπαδών της αγοράς» ή αλλιώς των «αγοραίων». Ετσι σταδιακά διευρύνθηκαν οι εμπορευματοχρηματικές (δυνάμει καπιταλιστικές) σχέσεις, στο όνομα της διόρθωσης των αδυναμιών του Κεντρικού Σχεδιασμού και της διεύθυνσης των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων. Σημεία – «κλειδιά» αυτής της πορείας ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση του 1958 και η ανάλογη βιομηχανική του 1965, που αποδυνάμωσαν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Και πάλι εκ των υστέρων γνωρίζουμε σήμερα πως εκείνες οι απόψεις και μεταρρυθμίσεις όχι μόνο δεν έλυσαν προβλήματα, αλλά οδήγησαν στη διαφοροποίηση των εισοδημάτων και στη δημιουργία κοινωνικών στρωμάτων παρεμπόδισης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ετσι, π.χ., στη βιομηχανία, όπου είχαμε ως απόρροια των μεταρρυθμίσεων τη συγκέντρωση του «επιχειρησιακού κέρδους», που διαχειρίζονταν τα διευθυντικά στελέχη, δημιουργήθηκε το λεγόμενο σκιώδες κεφάλαιο. Αυτό ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο πλουτισμού από το επιχειρησιακό κέρδος, αλλά και της «μαύρης» αγοράς, εγκληματικών πράξεων σφετερισμού του κοινωνικού προϊόντος. Το «σκιώδες κεφάλαιο» επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφαλαίου στην παραγωγή, δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής, την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Oι κάτοχοί του αποτέλεσαν την κινητήρια κοινωνική δύναμη της αντεπανάστασης. Aξιοποίησαν τη θέση τους στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό. Αμεσα ή έμμεσα, επέδρασαν στο Κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και τον αντεπαναστατικό εκφυλισμό, που εκφράστηκε με την πολιτική της «περεστρόικα» και πέτυχε με την ανατροπή τη θεσμική κατοχύρωση των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η «κληρονομιά» του 28ου Συνεδρίου

Η πιο θλιβερή κληρονομιά του 28ου Συνεδρίου είναι πως ο γκορμπατσοφικός οπορτουνισμός κι ιδιαίτερα η θεωρία του «σοσιαλισμού της αγοράς», η παραίτηση από την επαναστατική εργατική εξουσία (τη δικτατορία του προλεταριάτου) με την αποθέωση του λεγόμενου πολιτικού πλουραλισμού, παραμένει ακόμη ζωντανή και σήμερα εξακολουθεί να επηρεάζει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Οπως γράφει η εφημερίδα «Εργαζόμενη Ρωσία», του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΕΚΚ), «σήμερα γίνονται ακόμη αναφορές στη ρωσική ΝΕΠ, στην εμπειρία των «μεταρρυθμίσεων» της Κίνας κ.ά. Ταυτόχρονα σκόπιμα αγνοείται πως η εμπορευματική παραγωγή κάθε ώρα και κάθε στιγμή γεννά τον καπιταλισμό, και γι’ αυτό και η ΝΕΠ δεν ήταν μια κίνηση μπροστά, αλλά μια προσωρινή υποχώρηση για την ανασύνταξη των δυνάμεων καθώς και την παραπέρα όξυνση της διαπάλης με το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως πάντα επισήμαινε ο Β. Ι. Λένιν». Η εφημερίδα του ΚΕΚΡ ασκεί κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ), που εκθειάζει τη ΝΕΠ και τις επιτυχίες της κινεζικής οικονομίας, παραβλέποντας ότι εκεί επικρατούν πλέον οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, κάτι που, όπως έχει δηλώσει ο Βίκτορ Τιούλκιν, υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει το κυβερνητικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας στο ν’ ακολουθήσει το «άδοξο τέλος» του ΚΚΣΕ.

Η εφημερίδα του ΚΕΚΡ συνεχίζει: «Κάποτε ο Γκορμπατσόφ εξέφρασε τη λύπη του γιατί δεν μπόρεσαν σιγά σιγά κι αρμονικά να μεταφέρουν στο ΚΚΣΕ τις «κανονικές σοσιαλδημοκρατικές αξίες». Στο ΚΚΣΕ δεν μπόρεσαν να τις μεταφέρουν, ωστόσο το έργο του Γκορμπατσόφ ζει σε πολλά πράγματα και συνεχίζεται στην πρακτική του ΚΚΡΟ, που εγκατέλειψε τις θεωρητικές θέσεις για την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου και τάχτηκε υπέρ της οικονομίας της αγοράς». Στο στόχαστρο του ΚΕΚΡ βρίσκεται ακόμη ο ισχυρισμός στελεχών του ΚΚΡΟ πως δήθεν «η Ρωσία εξάντλησε τα περιθώριά της για επαναστάσεις». «Μα αν είναι έτσι, αυτό που απομένει μονάχα είναι να προσαρμοστούμε στο σύστημα», γράφει καυστικά η «Εργαζόμενη Ρωσία», που σχολιάζει ακόμη «τις προσπάθειες (στελεχών του ΚΚΡΟ) να αποδείξουν πως το ζήτημα δεν είναι στο χαρακτήρα της εξουσίας, αλλά στις προσωπικότητες που αναρριχήθηκαν στην εξουσία. Δεν ήρθαν οι κατάλληλοι, ενώ εάν θα έρχονταν οι «αληθινοί επαγγελματίες»…».

Αναγκαία η εξαγωγή συμπερασμάτων

Το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να αντλήσει από το παρελθόν του, τόσο από μεγάλες νικηφόρες στιγμές, όσο και από τις προσωρινές ήττες, όπως ήταν η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, χρήσιμα διδάγματα και να μην επιτρέψει ιστορικές στιγμές όπως αυτή του 28ου Συνεδρίου.
(Αφιέρωμα του Ριζοσπάστη, 25/7/2010)

Μια άλλη ματιά στο Τείχος του Βερολίνου: τα πως, τα γιατί και οι ερμηνείες του σήμερα (2)

Μια άλλη ματιά στις φιέστες για την «πτώση του Τείχους»
Οι πρωτεργάτες των ανατροπών ήταν δικαιωματικά και τα τιμώμενα πρόσωπα, στις φιέστες που έγιναν στο Βερολίνο

Associated Press

Πολλά έχουν γραφτεί και ακουστεί όλες αυτές τις μέρες για το Τείχος του Βερολίνου και τις φιέστες για την πτώση του, που στηρίζουν την κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού από διάφορα αστικά επιτελεία και την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Υπάρχουν όμως και «φωνές» μίας πιο νηφάλιας προσέγγισης του θέματος, όπως φαίνεται από άρθρα σε εφημερίδες που κάνουν μια διαφορετική προσέγγιση στο θέμα. Εκτενή αποσπάσματα από αυτά τα άρθρα αναδημοσιεύουμε παρακάτω.

Γιατί ακριβώς γιορτάζουμε;

Με τίτλο «Γιατί ακριβώς γιορτάζουμε την πτώση του Τείχους του Βερολίνου;», ο Τάσος Θεοδωρόπουλος γράφει – ανάμεσα στ’ άλλα – στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα»:

«Επειδή, έτσι γενικά και αόριστα και πολύ πιο βολικά, για κάποιους άλλους, το γκρέμισμα του Τείχους και η επανένωση των δύο Γερμανιών συμβολίζουν τη νίκη της ελευθερίας έναντι του απολυταρχισμού; Σύμφωνα με ποιον ακριβώς; Και από πότε ο Ρόναλντ Ρίγκαν, εφόσον εκείνος υποτίθεται ότι κίνησε τα νήματα ως τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, ταυτίζεται ως πολιτικός με την έννοια της ελευθερίας; Και πώς ορθώθηκε το ρημάδι; Ετσι μονομερώς, μια μέρα είπαν οι Σοβιετικοί «ακούστε, κουκλίτσες μου, θα φτιάξουμε ένα σοβατεπί για να σας κόψουμε τον βήχα»;…

Και τελικά, τι ακριβώς ξέρουμε εμείς, ως πολίτες του δυτικού κόσμου, μέσα από τον αστικό Τύπο για όλα αυτά; Κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο απ’ όσα μάθαμε με ψεύτικους κορμοράνους μέσα στην πίσσα και πλαστογραφημένες ειδήσεις για το Βιετνάμ, τον Κόλπο, το Ιράκ, μέσα από κυρίαρχα ΜΜΕ που διαπλέκονται σε ένα τεράστιο φάσμα επιχειρηματικών και πολιτικών δραστηριοτήτων;

Μεγάλωσα σε μια φανατισμένη κομμουνιστική οικογένεια και συνήθισα, στη διάρκεια της εφηβείας μου, να αντιδρώ απέναντι σε όλα όσα αντιπροσώπευαν την άκα­μπτη κομματική λογική. Φτάνοντας όμως στο άλλο άκρο, την άκριτη αποδοχή μιας εκδοχής της Ιστορίας, γραμμένης κατά το δο­κούν και προοριζόμενης για μαζική κατανά­λωση και χειραγώγηση.

Δεν αμφισβητώ τις μαρτυρίες των Ανατολικογερμανών για τα τεκταινόμενα της εποχής, αμφισβητώ όμως τη μονόπλευρη διάδοση ιστοριών με το ένα πόδι στην αλήθεια και το άλλο στο κατευ­θυνόμενο μύθευμα, που πρέπει να τις ενστερνιστώ μόνο και μόνο γιατί έτσι αποφά­σισαν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία.

Αμ­φισβητώ το τυχαίο ενός ασταμάτητου ντό­μινο στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 με τε­λικό στόχο τη διάλυση της ΕΣΣΔ, στο οποίο βασικοί παράγοντες και κινητήριος δύναμη δεν ήταν η λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά η εκ­μετάλλευση αυτής της δυσαρέσκειας από το Βατικανό, τη CIA και χίλιους άλλους παρόμοιους. Με τιμητική κατάληξη την αναζωπύρωση θρησκευτικών και τοπικιστικών φανατισμών, τον Εμφύλιο Πόλεμο και τη δι­αίρεση σε τεταρτημόρια ολόκληρων κρα­τών. Αυτά τα αιματοβαμμένα νέα σύνορα σε χώρες της Ευρώπης, όπως η Γιουγκοσλαβία, δεν υπολογίζονται σαν τείχος; Δεν χωρίζουν αδέρφια;

Σαν αντίλογο, μπορεί κάποιος να μου πει ότι, εκμεταλλεύσιμη από τρίτους ή όχι, η οργή των Ανατολικοευρωπαίων απέναντι στα καθεστώτα τους, εφόσον υπήρχε, αρκεί από μόνη της σαν αποδεικτικό στοι­χείο και κατηγορητήριο εναντίον των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων. Μονόπλευρη συλλογιστική με εφαρμογή μόνο στον έναν πόλο, αφού αν αυτό γίνεται δεκτό σαν αξίωμα, τότε το ίδιο πρέπει να εφαρμοστεί για τη λαϊκή δυσαρέσκεια ένεκα της κρίσης και της ανέχειας στην πλειονότητα των Δυτικοευρωπαίων. Πώς ακριβώς μετριέται μια ελευθερία, στα πλαίσια της οποίας αδυνατείς να εξασφαλίσεις τα απαραίτητα της διαβίωσης και της εκπαίδευσής σου;

Και τελικά, ποιου Τείχους το γκρέμισμα είναι σημαντικότερο; Του Τείχους – κατασκευή που διχοτομεί μια πόλη (ως άμεση συνέπεια της συμπεριφοράς ενός κράτους και της κατοπινής συμφωνίας των εκ διαμέτρου αντίθετων ιδεολογι­κά νικητών του πολέμου) ή του ταξικού τείχους, αυτού που ορθώνεται ανάμεσα σε ανθρώπους, χωρίζοντάς τους σε πολίτες δύο, τριών και τεσσάρων κατηγοριών επιπέδου ζωής και ευκαιριών;»…

Πανηγύρια και φιέστες

Με τίτλο «Πανηγύρια και φιέστες για το Τείχος», ο Θοδωρής Λάμπρος, BA Modern History, MA Mediterannean Studies, γράφει μεταξύ άλλων στην εφημερίδα «Πρώτη» της Ηλείας (11/11/2009):

«Οσοι είχατε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε τα προχθεσινά δελτία ειδήσεων, είδατε τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και φιέστες για την επέτειο των 20 χρόνων από την πτώση του «Τείχους» του Βερολίνου. Τα αισθήματα που αποκόμισα από τις εικόνες που παρακολούθησα στα δελτία των ειδήσεων, παρέπεμπαν σε ένα «πανηγύρι», ας μου επιτραπεί ο όρος, και μια πολυδιαφημιζόμενη φιέστα όπου ηγέτες ξένων κρατών και προσωπικότητες που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια παραβρέθηκαν και συμμετείχαν στις προχθεσινές εκδηλώσεις.

Εκδηλώσεις που είχαν ως βασικό στόχο να αμαυρώσουν και να διαστρεβλώσουν τον σοσιαλισμό που έζησαν για αρκετά χρόνια οι πολίτες της τότε Ανατολικής Γερμανίας και να δημιουργήσουν στον κόσμο την ιδέα ότι το καπιταλιστικό σύστημα και η ζωή στην ενωμένη πλέον Γερμανία δεν έχει καμιά μα καμιά σχέση με την ζωή στη τότε Ανατολική Γερμανία. Να δημιουργήσουν την εικόνα ότι όλα είναι ρόδινα στην ενωμένη πλέον Γερμανία, ότι οι πολίτες δεν έχουν προβλήματα, ανασφάλειες, φοβίες, εργασιακή ανασφάλεια, τρομοκρατία. Αυτή η εικόνα μου δημιουργήθηκε εμένα, του απλού Ελληνα, από τις προχθεσινές εκδηλώσεις για το «τείχος».

Χαρακτηριστική εικόνα της «φιέστας» που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο ήταν αυτή του Λεχ Βαλέσα, που ως ηγέτης του Συνδικάτου «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία επί χρόνια και με την αμέριστη αρωγή των υπηρεσιών της Δύσης, αλλά και του μακαρίτη πλέον Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’, αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του ιμπεριαλισμού εναντίον των σοσιαλιστικών χωρών. Αυτός έσπρωξε το πρώτο κομμάτι του τεράστιου «ντόμινο» από κουτιά ύψους 2,5 περίπου μέτρων που είχε στηθεί στο κέντρο του Βερολίνου μεταξύ της πλατείας Πότσνταμερ και της Ράιχστανγκ και σε μήκος 1,5 χιλιομέτρου που συμβόλιζε την κατάρρευση του «σιδηρού παραπετάσματος».

Στο Βερολίνο βρέθηκαν επίσης ηγέτες κρατών όπως ο Βρετανός Πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, ο Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, ο Ρώσος Πρόεδρος Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, καθώς και η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον. Η Γερμανίδα Καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ, ο Λεχ Βαλέσα, ο πρωτεργάτης κατ’ εμέ της αντεπανάστασης στην πρώην Σοβιετική Ενωση Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και ο πρώην ηγέτης της Ουγγαρίας Μίκλος Νέμετς διέσχισαν συμβολικά την γέφυρα Μπορνχόλμερ στο πρώτο σημείο ελέγχου που άνοιξε μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος δήλωσε απερίφραστα ότι τα ιστορικά γεγονότα του 1989 «ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορίας καταπίεσης», ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ που έκανε δυνατή την αλλαγή στην Ανατολική Γερμανία.

Το πιο κωμικοτραγικό όμως στοιχείο, φίλοι αναγνώστες και αναγνώστριες, ήρθε από την Αμερικανίδα Υπουργό Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον η οποία σε δηλώσεις της για την επέτειο των 20 χρόνων από την πτώση του «τείχους» είπε τα εξής: «Πρέπει να διαμορφώσουμε μια ακόμα πιο δυνατή συνεργασία για να ρίξουμε τους τοίχους του 21ου αιώνα και για να αντιμετωπίσουμε αυτούς που κρύβονται πίσω τους: βομβιστές, καμικάζι, εκείνους που δολοφονούν και τραυματίζουν κορίτσια που η μόνη τους επιθυμία είναι να πάνε στο σχολείο, ηγέτες που επιλέγουν την δική τους μοίρα από την μοίρα των άλλων».

Τι θράσος, αλήθεια, από την Αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών όταν η χώρα της με τις πολιτικές της αιματοκύλησε ανθρώπινες ζωές στην πρώην Γιουγκοσλαβία σκοτώνοντας αμάχους, παιδιά και αθώα κοριτσάκια. Μόνο που κι εκείνα, κυρία Κλίντον, είχαν ως μοναδική επιθυμία να πηγαίνουν σχολείο για να μάθουν γράμματα αλλά οι πιλότοι των ΗΠΑ τούς έριχναν βόμβες κοπτόμενοι για το καλό της χώρας.

Οταν οι ΗΠΑ επίσης πραγματοποιούσαν τις επεμβάσεις τους στο Ιράκ, δήθεν για να το προστατέψουν από τον δικτάτορα Σαντάμ που και αυτόν τον «ξέκαναν» με τον πιο άνανδρο και χείριστο τρόπο. Αλλά βέβαια κανείς δεν λέει για τα μεγάλα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και άλλα πολλά. Για όλα, βλέπετε, φταίει ο σοσιαλισμός»…