Βιβλίο: Ν. Μπογιόπουλος «Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε» (2011 – εκδ. Λιβάνη)

Μια κριτική του βιβλίου του Νίκου Μπογιόπουλου από την Ελευθεροτυπία:

«Η βαθύτερη αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων βρίσκεται στη βασική και ανίατη αντίθεση του καπιταλιστικού συστήματος: στην αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής, από τη μια μεριά, και στον ατομικό τρόπο ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, από την άλλη».

Συγγραφέας των ως άνω, ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος. Περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο του άρτι εκδοθέντος βιβλίου του με τίτλο «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε» και υπότιτλο «Οι υπαίτιοι της Κρίσης και το «χρέος» της ανατροπής τους – Μια ευγενική απάντηση στους πραιτωριανούς των ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ» (εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη).

Ο Νίκος Μπογιόπουλος συμμετέχει χρόνια στο δημόσιο διάλογο• με παρρησία και τόλμη παραθέτει τις απόψεις του και υπερασπίζεται με επιχειρήματα τη σοσιαλιστική του ιδεολογία είτε ως συντάκτης του «Ριζοσπάστη» είτε ως ενεργό μέλος του ΚΚΕ. Η εμπειρία του αυτή τον βοηθά να δει πίσω από τα φαινόμενα και να φέρει στο φως τα ψεύδη, αλλά και τη σήψη του καπιταλιστικού συστήματος. Ενα άλλο όπλο που διαθέτει στον «πόλεμο» της ιδεολογικής αντιπαράθεσης είναι η ευρεία μαρξική του παιδεία, η «αποκάθαρση» που επιχειρεί στο μαρξικό λόγο από τη διαστροφή που έχουν επιφέρει αστοί, αλλά και «αριστεροί» αναλυτές του.

Ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρος. Η διεθνής οικονομική κρίση δεν είναι προϊόν της κακής διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, όπως ανοήτως (σκοπίμως, όμως) ισχυρίζονται οι θιασώτες του• ούτε οφείλεται στα ανεπαρκή μέτρα διαφάνειας και ελέγχου στη διακίνηση των κεφαλαίων• ούτε, επίσης, στους αστρονομικούς μισθούς των golden boys και στελεχών των τραπεζών• ούτε στα φαινόμενα σκανδάλων και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος• ούτε, τέλος, σ’ εκείνους που βρήκαν ένοχο της κρίσης τον «καζινοκαπιταλισμό».

Η κρίση οφείλεται στη διακοπή του κύκλου αναπαραγωγής του κεφαλαίου, όταν δηλαδή τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια αδυνατούν να διαγράψουν τον κύκλο της διευρυμένης παραγωγής. «Η κρίση υπερπαραγωγής είναι το αναπόφευκτο φαινόμενο του καπιταλιστικού κύκλου παραγωγής και η δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής – κατανάλωσης (υπό οποιαδήποτε διαχείριση, κεϊνσιανή ή φιλελεύθερη, περιοριστική ή επεκτατική κ.λπ.) το αναγκαστικό παρακολούθημά της. Και τούτο διότι ποτέ η κατανάλωση δεν μπορεί να υπερκεράσει την παραγωγή…».

Με περισσή άνεση ο Ν. Μπογιόπουλος διαλύει τους μύθους των υπερασπιστών του καπιταλιστικού συστήματος, περί επικράτειας τάχα της αγοράς, ανάγκης να ιδιωτικοποιηθεί η δημόσια περιουσία και όλα όσα επιτάσσει το Μνημόνιο.
Ξεσκεπάζει το ρεσιτάλ ανηθικότητας («όλοι μαζί τα φάγαμε», «κοπρίτες»…) αναλύοντας διεξοδικά τα έργα και τις ημέρες των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, την απληστία, ασυδοσία, αυθαιρεσία του πολιτικού προσωπικού. Με ατράνταχτα στοιχεία αποδεικνύει ποιος, πού, πότε, πώς άρπαξε τον πλούτο της χώρας, βυθίζοντας στην ανέχεια, την ανεργία και την εξαθλίωση μεσαία, λαϊκά και μειονοτικά στρώματα.

Διπλά εξαιρετικό, με πολυεπίπεδη ανάγνωση. Από τη μια είναι ένα θαυμάσιο αρχειακό corpus και από την άλλη μια διεισδυτική ανάλυση των νόμων της αγοράς που οδηγούν στο καπιταλιστικό αδιέξοδο και τη συνεπακόλουθη φρίκη του συστήματος.
Και, βεβαίως, έχει τη δική του οικονομική πρόταση, τον πανεθνικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας της χώρας, που «κλειδί» της είναι «η αλλαγή των ξεπερασμένων ιστορικά κοινωνικών σχέσεων ιδιοκτησίας, που καθορίζουν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα• προϋπόθεση είναι η απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και η μετατροπή της σε κοινωνική».
Ο μόνος δρόμος, υποστηρίζει, είναι ο σοσιαλισμός. Αλλως θα επικρατεί η (καπιταλιστική) βαρβαρότητα. Το βιβλίο τιμά, εκτός από το μεγαλείο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, τη δημοσιογραφία την ίδια».

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ (Ελευθεροτυπία, 16/7/2011)

Βιβλίο: «Ληστές και Επαναστάσεις»

του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα αγγλικά

Η μελέτη Bandits του  Έρικ Χομπσμπάουμ, που εκδόθηκε το 1969, αποτέλεσε ένα βιβλίο-σταθμό. Μέσα από τις σελίδες τους μια μεγάλη γκάμα κοινωνικών ληστών και των εξεγερμένων παράνομων προβάλλει ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορικής μελέτης (από τους βαλκάνιους χαϊδούκους και τους ινδούς δακοΐτες μέχρι τους μπαντίτι του ιταλικού Νότου, τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας, τους ρώσους ρασμπόινικι, τους συμμορίτες της Κίνας, τους μεξικανούς και τους περουβιανούς παράνομους, τους ληστές των ταξιδιωτών στην Ευρώπη και τους ντεσπεράντος της Άγριας Δύσης, τους αυστραλούς μπουσρέιντζερς, τους βραζιλιάνους κανγκασέιρος και τους απαλλοτριωτές τραπεζών), εγκαινιάζοντας ένα νέο ρεύμα στις ιστορικές σπουδές. Το 2000 κυκλοφορεί η τέταρτη, αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση του έργου, όπου ο συγγραφέας έχει λάβει υπόψη του τις νεότερες έρευνες αλλά και τις κριτικές που δέχτηκε.

Η νέα αυτή έκδοση μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το όγδοο κεφάλαιο του κλασικού αυτού έργου.

“Ενθέματα”

Ο Ντικ Τάρπιν, «κρυμμένος σε μια σπηλιά στο δάσος του Έπινγκ». Γκραβούρα του J. Smith.

O  ληστής πρέπει να διαλέξει αν θα γίνει κακοποιός ή επαναστάτης. Η κοινωνική ληστεία από τη φύση της αμφισβητεί, σε επίπεδο αρχής, την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων της ταξικής κοινωνίας και την πολιτική της λειτουργία, όποιοι και να ‘ναι οι συμβιβασμοί της με αυτά στην πράξη. Στο βαθμό που αποτελεί φαινόμενο κοινωνικής διαμαρτυρίας, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος ή εν δυνάμει υποκινητής της εξέγερσης.

Ως προς αυτό διαφέρει ριζικά από το συνηθισμένο υπόκοσμο του εγκλήματος, απέναντι στον οποίο είχαμε ήδη κάποιες ευκαιρίες να τον αντιπαραβάλλουμε. Ο υπόκοσμος (όπως υποδηλώνει και η ονομασία του) είναι μια αντι-κοινωνία, που υφίσταται αντιστρέφοντας τις αξίες του «φυσιολογικού» κόσμου, κατά τα άλλα όμως παρασιτεί σε βάρος του. Ένας επαναστατικός κόσμος είναι κι αυτός «φυσιολογικός» κόσμος, με εξαίρεση ίσως κάποιες ιδιαίτερα αποκαλυψιακές στιγμές, οπότε ακόμα και οι αντικοινωνικοί κακοποιοί παρουσιάζουν παροξυσμό πατριωτισμού ή επαναστατική έξαψη. Επομένως, για τον αληθινό υπόκοσμο, οι επαναστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασυνήθιστα καλές ευκαιρίες για εγκλήματα. Δεν υπάρχουν εν­δείξεις ότι ο ιδιαίτερα πλούσιος υπόκοσμος του Παρισιού προ­μήθευσε αγωνιστές ή οπαδούς στις γαλλικές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, μολονότι το 1871 οι πόρνες ήταν σα­φώς υπέρ της Κομμούνας: αλλά, ως τάξη, ήταν μάλλον θύματα εκμετάλλευσης παρά εγκληματίες. Οι εγκληματικές συμμορίες που μάστιζαν την ύπαιθρο της Γαλλίας και της Ρηνανίας μετά το 1790 δεν ήταν επαναστατικά φαινόμενα αλλά συμπτώματα κοινωνικής αταξίας. Ο υπόκοσμος μπαίνει στην ιστορία των ε­παναστάσεων μόνο στο βαθμό που οι classes dangereuses ζουν πλάι στις classes laborieuses, ιδιαίτερα σε μερικές συνοικίες της πόλης, και επειδή οι αρχές αντιμετωπίζουν τους εξεγερμένους ως εγκληματίες και παράνομους — σε επίπεδο αρχής, όμως, η διάκριση είναι ξεκάθαρη.

Οι ληστές, από την άλλη, μοιράζονται τις αξίες και τις επι­διώξεις του αγροτικού κόσμου και, σαν παράνομοι και στασια­στές, είναι συνήθως ευαίσθητοι στα επαναστατικά του ξεσπά­σματα. Ως άνθρωποι που έχουν ήδη κερδίσει την ελευθερία τους μπορεί να περιφρονούν συνήθως την αδρανή και παθητική μά­ζα, ακριβώς όμως σε στιγμές επανάστασης αυτή η παθητικότη­τα εξαφανίζεται. Πολυάριθμοι χωρικοί γίνονται, ληστές. Στους ουκρανικούς ξεσηκωμούς του 16ου και 17ου αιώνα, οι αγρότες δήλωναν κοζάκοι. Το 1860-1861 οι αγροτικές αντάρτικες μονά­δες συγκροτήθηκαν γύρω από ληστρικές συμμορίες, και με α­νάλογο τρόπο: οι τοπικοί αρχηγοί συμμοριών τράβηξαν κοντά τους, μαζικά, αποστρατευμένους στρατιώτες των Βουρβώνων, λιποτάχτες, όσους ήθελαν ν’ αποφύγουν τη στρατιωτική θητεία, δραπέτες φυλακών, ανθρώπους που φοβούνταν διώξεις για πράξεις κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη γαριβαλδινή απε­λευθέρωση, χωρικούς και ορεσίβιους που γύρευαν ελευθερία, εκδίκηση, λάφυρα, ή έναν συνδυασμό όλων αυτών. Όπως η συ­νηθισμένη παράνομη συμμορία, οι μονάδες αυτές προσπάθησαν αρχικά να συγκροτηθούν στα περίχωρα των οικισμών απ’ όπου αντλούσαν τα μέλη τους, να εγκαταστήσουν μια βάση στα κοντινά βουνά ή δάση, και ξεκίνησαν τη δράση τους με ενέργειες που δύσκολα ξεχώριζαν από τις πράξεις των κοινών ληστών. Μόνο που το κοινωνικό πλαίσιο ήταν τώρα διαφορετικό. Στη μειοψηφία των ανυπόταχτων είχε προσχωρήσει τώρα και η πλειοψηφία. Κοντολογίς, για να παραθέσουμε έναν ολλανδό μελετητή της Ινδονησίας, σε τέτοιες στιγμές «η ληστρική συμμορία συσχετίζεται με άλλες ομάδες και εκδηλώνεται με αυτό το προσωπείο, ενώ ομάδες που ξεκίνησαν με πιο έντιμα ιδανικά παίρνουν ληστρικό χαρακτήρα». […]

Είναι ασυνήθιστο να γίνει η ληστεία επαναστατι­κό κίνημα και να κυριαρχήσει σε αυτό. Όπως έχουμε δει, υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί, και τεχνικοί και ιδεολογικοί, που την κάνουν ακατάλληλη για κάτι παραπάνω από πρόσκαιρες ενέργειες λίγων δεκάδων ενόπλων, και η εσωτερική της οργάνωση δεν προσφέρει κανένα πρότυπο που να μπορεί να γενικευτεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμα και οι κοζάκοι, που ανέπτυξαν αρκετά μεγάλες και δομημένες μόνιμες κοινό­τητες, και πολύ σημαντικές κινητοποιήσεις για τις εκστρατείες τους, πρόσφεραν μόνο ηγέτες και όχι μοντέλα στις μεγάλες α­γροτικές εξεγέρσεις: τις καθοδήγησαν σαν «τσάροι του λαού», όχι σαν αταμάνοι. Η ληστεία είναι λοιπόν πιθανότερο να προ­σχωρήσει σε αγροτικές επαναστάσεις απλώς σαν μια όψη μιας πολύμορφης κινητοποίησης, και έχοντας συνείδηση ότι αποτε­λεί υποδεέστερη μορφή, με εξαίρεση ένα σημείο: προμηθεύει πολεμιστές και πολέμαρχους. Πριν την επανάσταση μπορεί να είναι, για να παραθέσω τα λόγια ενός άξιου ιστορικού της α­γροτικής αναταραχής στην Ινδονησία, «ένα χωνευτήρι απ’ όπου αναδύονται η θρησκευτική αναβίωση από τη μία και η εξέγερση από την άλλη». Όταν ξεσπάει η επανάσταση, οι ληστές μπορεί να σμίξουν με το γενικό χιλιαστικό ξεσηκωμό: «Οι ομάδες των Rampok ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, και γρήγορα τις ακο­λουθούσαν περιπλανώμενες ομάδες του πληθυσμού, κυριευμέ­νες από την προσδοκία ενός Μαχντί ή της χιλιετίας». (Πρόκει­ται για περιγραφή του γιαβανέζικου κινήματος μετά την ήττα των Γιαπωνέζων στα 1945). Ωστόσο, χωρίς τον αναμενόμενο Μεσσία, το χαρισματικό ηγέτη ή το «δίκαιο βασιλιά» (ή οποι­ονδήποτε που να διεκδικεί το στέμμα του), ή -για να παραμεί­νουμε στο ινδονησιακό παράδειγμα- τους εθνικιστές διανοού­μενους πίσω από τον Σουκάρνο, που προσκολλήθηκαν σ’ αυτό το κίνημα, τέτοια φαινόμενα είναι πιθανότερο να υποχωρήσουν αφήνοντας πίσω τους, το πολύ, κάποιες ενέργειες οπισθοφυλα­κής από ξεκομμένους αντάρτες.

Οι ληστές δυσκολεύονται περισσότερο να αφομοιωθούν σε σύγχρονα κινήματα κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης που δε στρέφονται, κατά κύριο λόγο, ενάντια σε ξένους. Όχι πάντως επειδή έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να κατανοήσουν, τουλάχιστον καταρχήν, τα συνθήματα για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, για γη και ελευθερία, για δημοκρατία και κομμουνισμό, αν αυτά διατυπωθούν σε γλώσσα που να τους είναι οικεία. Απεναντίας, αυτά τους φαίνονταν προφανείς αλήθειες και το μόνο που τους εντυπωσίαζε ήταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που μπορούσαν να τις εκφράσουν με τις σωστές λέξεις. «Η αλήθεια γαργαλάει του καθενός τα ρουθούνια», λέει ο Σουρόβκοφ, ο άγριος κοζάκος, μόλις ακούει τον Ισαάκ Μπαμπέλ να διαβάζει κάποιο λόγο του Λένιν απ’ την Πράβδα. «Το θέμα είναι πώς να την ξεδιαλέξεις απ’ το σωρό. Τούτος όμως πάει κατευθείαν απάνω της, σαν την κότα που τσιμπάει το σπυρί». Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι προφανείς αλήθειες συνδυάζονται με ανθρώπους της πόλης, μορφωμένους, μικροευγενείς, με την αντίθεση στο Θεό και στον τσάρο, δηλαδή με δυνάμεις συνήθως εχθρικές ή ακατανόητες για τους καθυστερημένους χωρικούς.

Ωστόσο, η σύνδεση μπορεί να γίνει. 0 μεγάλος Πάντσο Βίλλα στρατολογήθηκε από τους ανθρώπους του Μαδέρο στη Μεξι­κάνικη Επανάσταση κι έγινε ένας θαυμάσιος στρατηγός του ε­παναστατικού στρατού. Από όλους τους επαγγελματίες ληστές του δυτικού κόσμου, είναι ίσως εκείνος που είχε την πιο αξιο­πρόσεχτη επαναστατική σταδιοδρομία. Όταν τον επισκέφτη­καν οι απεσταλμένοι του Μαδέρο πείστηκε αμέσως, καθώς μά­λιστα ήταν ο μόνος τοπικός ληστής που εκείνοι ήθελαν να στρα­τολογήσουν στην υπόθεση, παρόλο που δεν είχε δείξει προηγου­μένως κάποιο ενδιαφέρον για την πολιτική. Ο Μαδέρο ήταν άν­θρωπος πλούσιος και μορφωμένος. Αν αυτός ήταν με τη μεριά του λαού, αυτό αποδείκνυε ότι ήταν ανιδιοτελής και η υπόθεση του αγνή. Άνθρωπος του λαού ο ίδιος κι άνθρωπος της τιμής, και καθώς μια τέτοια πρόσκληση τιμούσε την υπόληψή του στο χώρο της ληστείας, πώς μπορούσε να διστάσει να θέσει τους ά­ντρες του και τα όπλα τους στη διάθεση της επανάστασης;

Λιγότερο γνωστοί ληστές μπορεί να προσχώρησαν στην υ­πόθεση της επανάστασης για παρόμοιους λόγους. Όχι επειδή κατανοούσαν τις περιπλοκές της δημοκρατικής, σοσιαλιστικής ή αναρχικής θεωρίας (αν και η τελευταία έχει λίγες περιπλο­κές), αλλά επειδή η υπόθεση του λαού και των φτωχών ήταν αυτονόητα δίκαιη, και οι επαναστάτες αποδείκνυαν την αξιο­πιστία τους με την ανιδιοτέλεια, την αυτοθυσία και την αφοσίωσή τους — με άλλα λόγια με την προσωπική τους συμπερι­φορά. Να γιατί η στρατιωτική θητεία και η φυλακή, οι χώροι ό­που είναι πιο πιθανό να συναντηθούν σε συνθήκες ισότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ληστές και σύγχρονοι επαναστάτες, είδαν πολλές πολιτικές μεταστροφές. Τα χρονικά της σύγχρο­νης σαρδηνικής ληστείας παρουσιάζουν πολλά παραδείγματα.

Και να γιατί εκείνοι που το 1861 έγιναν αρχηγοί των υπέρ των Βουρβώνων συμμοριών ήταν συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν ακολουθήσει το λάβαρο του Γαριβάλδη, που έμοιαζε, μιλούσε και έπραττε σαν «αληθινός απελευθερωτής του λαού».

Αναδημοσίευση από τα «Ενθέματα»