Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 43: Ο αγώνας του ΔΣΕ και οι πόλεις. Η 3η και 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ

Ο αγώνας του ΔΣΕ και οι πόλεις

Πώς εκτιμούσε η καθοδήγηση του ΚΚΕ την κατάσταση

Meros50_Photo3_small.jpg

Ενα από τα κεντρικά και βασικά προβλήματα, που παρουσίασε ο ένοπλος αγώνας του ΔΣΕ, σ’ όλη τη διάρκειά του, ήταν η ενίσχυσή του από τα αστικά κέντρα της χώρας και ιδιαίτερα από τις μεγάλες πόλεις. Κι αυτό αφορούσε, όχι μόνο την ανάπτυξη των μαζικών – λαϊκών αγώνων, αλλά και την αύξηση των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού, με τη στρατολογία νέων μαχητών.

Οι πόλεις την περίοδο 1946 – 1949 δεν έπαιξαν το ρόλο που είχαν διαδραματίσει στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, γεγονός που οφείλεται κυρίως σε αντικειμενικούς λόγους και ιδιαίτερα στη μεγάλη έκταση της μοναρχοφασιστικής τρομοκρατίας, στα πογκρόμ κατά των λαϊκών αγωνιστών, των κομμουνιστών, αριστερών, δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτών των αστικών κέντρων, στις συλλήψεις, στις φυλακίσεις – κατά χιλιάδες – και στις εκτοπίσεις. Η ντόπια αντίδραση και οι ξένοι προστάτες και καθοδηγητές της, με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’47, τις μετέπειτα πολεμικές τους ενέργειες και το όργιο της τρομοκρατίας, κατάφεραν όχι μόνο να στενέψουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό την έξοδο αγωνιστών από τις πόλεις προς το βουνό αλλά και να αδειάσουν την ύπαιθρο από τον πληθυσμό της, στερώντας κι από ‘κει τις δυνατότητες που είχε ο ΔΣΕ για στρατολόγηση δυνάμεων. Αυτό ανάγκαζε το Δημοκρατικό στρατό να κάνει γρήγορες και μεγάλες διεισδύσεις στα πεδινά, να πλησιάζει στα αστικά κέντρα, ούτως ώστε να βρει δυνάμεις που θα τον ενίσχυαν.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι οι πόλεις, τουλάχιστον από τα μέσα του 1947, έπαψαν να έχουν το δυναμισμό που είχαν την περίοδο 1945 – 1946 και έως τους πρώτους μήνες του 1947, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δραστηριότητά τους ήταν μηδενική. Απλά, ήταν κάτω από τις απαιτήσεις, που έθεταν οι ανάγκες του ΔΣΕ και της σκληρής αναμέτρησης.

Το μεγάλο πρόβλημα της ενίσχυσης του αγώνα του ΔΣΕ από τις πόλεις, καθώς και η κάμψη των λαϊκών αγώνων σ’ αυτές, απασχόλησε την καθοδήγηση του ΚΚΕ, η οποία υπερέβαλε στις εκτιμήσεις της, εμφανίζοντας το όλο ζήτημα ως αποτέλεσμα των αδυναμιών και των ταλαντεύσεων του υποκειμενικού παράγοντα. Δηλαδή, των κομματικών δυνάμεων, που δρούσαν στα αστικά κέντρα. Ισως αυτή η υπερβολή και η μονομέρεια να εξηγείται με τις συνθήκες της εποχής, που επέβαλαν την απαίτηση να κατατίθεται στον αγώνα το μέγιστο των δυνάμεων που διέθεταν οι κομματικές δυνάμεις και οι λαϊκοί αγωνιστές. Εντούτοις, η μονομέρεια και η υπερβολή υπάρχουν στα κομματικά ντοκουμέντα, που ασχολούνται με τη δουλιά στις πόλεις και οφείλουμε να τις καταγράψουμε.

Η 3η Ο λομέλεια της ΚΕ

Στις αποφάσεις της, η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Σεπτέμβρης 1947) έκανε λόγο, για οπορτουνιστικές ταλαντεύσεις μέσα στο Κόμμα, γύρω από το ζήτημα της ένοπλης πάλης και υπογράμμιζε: «Παρόμοιες ταλαντεύσεις επίσης φρέναραν τη δουλιά της καθοδήγησης σε ορισμένες οργανώσεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη) σχετικά με τη σταθερή ανάπτυξη της λαϊκής αντίστασης. Αυτή η αναποφασιστικότητα και οι ταλαντεύσεις που εξηγούνται με ξένες επιδράσεις στις γραμμές του Κόμματος, στάθηκαν μέχρι σήμερα σοβαρό εμπόδιο στην πραγματοποίηση της κομματικής γραμμής. Η επιτυχία της γραμμής του ΚΚΕ σε σημαντικό βαθμό εξαρτάται από το γρήγορο και αποφασιστικό ξεπέρασμα αυτής της αναποφασιστικότητας και των ταλαντεύσεων».

Ακόμη, η Ολομέλεια διαπίστωνε «σοβαρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη της λαϊκής αντίστασης στις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Καβάλα κ. ά)» και καλούσε «τις κομματικές καθοδηγήσεις και όλα τα μέλη του Κόμματος σ’ αυτές τις πόλεις να ξεπεράσουν στο πιο σύντομο διάστημα αυτή την καθυστέρηση».

Τέλος, η ολομέλεια έθεσε τα εξής καθήκοντα στις οργανώσεις των πόλεων:

Να προταθεί στο κλιμάκιο του ΠΓ Αθήνας μέχρι το τέλος του Οκτώβρη να στρατολογήσει για το μέτωπο στα πλαίσια της γενικής επιστράτευσης του ΔΣΕ, 1.500 μέλη του Κόμματος από την Αθήνα, 600 από τον Πειραιά και 500 από τη Θεσσαλονίκη. Τους στρατολογημένους να τους κρατά οργανωμένους σε σχηματισμούς και να τους προετοιμάζει μέχρι τη στιγμή της εξασφάλισης της μεταφοράς τους. Να οργανώσει δρομολόγια για τη μεταφορά ανδρών από αυτές τις πόλεις. Να αποκαταστήσει την προσωπική ευθύνη των καθοδηγητών των κομματικών οργανώσεων για τη στρατολογία σ’ αυτές τις πόλεις.

Με το ζήτημα της κατάστασης στις πόλεις ασχολήθηκε και το 2ο Κλιμάκιο του ΠΓ, στη συνεδρίασή του στις 2/12/47. Στη σχετική απόφασή του τονίζεται: «Το 2ο Κλιμάκιο υπογραμμίζει ότι παραμένει βασικά αξεπέραστη η σοβαρή και επικίνδυνη καθυστέρηση που παρουσιάζει η ανάπτυξη της ολόπλευρης λαϊκής αντίστασης στις μεγάλες πόλεις… Πραγματοποιώντας οι κομματικές οργανώσεις των πόλεων μια αποφασιστική έξοδο μελών του Κόμματος και δημοκρατικών πολιτών, προς το βουνό, αναπτύσσουν ταυτόχρονα το μαζικό κίνημα στις πόλεις και δημιουργούν αμέσως σ’ αυτές εστίες ένοπλης αντίστασης».

Η 4η Ο λομέλεια της ΚΕ

Στη διάρκεια της μάχης του Γράμμου, στις 28 – 29 Ιούλη του ’48 συνήλθε η 4η ολομέλεια της ΚΕ η οποία στην πολιτική της απόφαση μεταξύ άλλων, διαπιστώνει για την κατάσταση στις πόλεις: «Η βασική και κύρια αδυναμία, που παρουσιάζει το ΚΚΕ, μέσα στις τόσο ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες, βρίσκεται στο ότι δεν κατορθώσαμε να συντρίψουμε την οπορτουνιστική συνθηκολόγηση και τις ταλαντεύσεις μέσα στις κομματικές οργανώσεις, πρώτ’ απ’ όλα των πόλεων… Η 4η Ολομέλεια διαπιστώνει, ότι η καθυστέρηση του κινήματός μας στις πόλεις αποτελεί μια απ’ τις πρωταρχικές και βασικές αδυναμίες μας. Οι κομματικές οργανώσεις και οι κομμουνιστές σε Αθήνα – Πειραιά – Θεσσαλονίκη – Βόλο – Καβάλα και σε άλλες μεγάλες πόλεις, δεν πραγματοποίησαν τα καθήκοντα που τους έβαλε η 3η Ολομέλεια (και το γράμμα του ΠΓ προς τις κομματικές οργανώσεις και τα μέλη του ΚΚΕ σε Αθήνα – Πειραιά – Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις της χώρας), όσο και οι κατοπινές κομματικές αποφάσεις».

Η αδυναμία των πόλεων να ανταποκριθούν στα καθήκοντα των καιρών και οι εκτιμήσεις της καθοδήγησης του ΚΚΕ για τις αιτίες αυτής της κατάστασης οδήγησαν στην καθαίρεση της καθοδήγησης της Κομματικής Οργάνωσης της Αθήνας τον Οκτώβρη του 1948. Η απόφαση για την καθαίρεση πάρθηκε από το ΠΓ της ΚΕ και στα βασικά της σημεία αναφέρει: «Παρά τη διάθεση όμως του αθηναϊκού λαού για πάλη και ενώ ο ΔΣΕ παλεύει σ’ όλη την Ελλάδα και ματαιώνει τα σχέδια του μοναρχοφασισμού και της αμερικανοκρατίας, καθυστερεί το μαζικό παλλαϊκό κίνημα και ο ένοπλος αγώνας στην Αθήνα. Οι αιτίες αυτής της καθυστέρησης βρίσκονται στο ότι η καθοδήγηση της ΚΟΑ, η Επιτροπή Πόλης, δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ και τα συγκεκριμένα καθήκοντα και τις υποδείξεις του ΠΓ της ΚΕ του, που με το ανοιχτό του γράμμα στις 30. 3. 48 «προς τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αθήνα» τονίζει: «Οι κομμουνιστές της πόλης πρέπει δίχως κανένα δισταγμό να ριχτούν με όλες τις δυνάμεις τους, επικεφαλής των πλατιών λαϊκών μαζών, στον ένοπλο αγώνα ενάντια στον ξένο κατακτητή». … Η καθοδήγηση της ΚΟΑ απομονώθηκε απ’ τη μάζα των μελών του Κόμματος και στάθηκε ανίκανη να οργανώσει και να καθοδηγήσει τόσο την καθημερινή πάλη των εργαζομένων για το μεροκάματο και το ψωμί όσο και τον ένοπλο αγώνα μέσα στην Αθήνα. Χρησιμοποιώντας δειλά και λιπόψυχα στοιχεία στη δουλιά της, έριξε την οργάνωση στο σεχταρισμό. Η καθοδήγηση της ΚΟΑ απέτυχε ολοκληρωτικά και μπαίνει φρένο στην παραπέρα δουλιά και ανάπτυξη της ΚΟΑ» (Βλέπε ολόκληρη την απόφαση: «Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 290 – 293).

Οπως θα διαπιστώνει και ο αναγνώστης, τόσο στην απόφαση της 4ης Ολομέλειας της ΚΕ, όσο και στην απόφαση του ΠΓ, που προαναφέραμε, για την ΚΟΑ, γίνεται λόγος για κάποιο γράμμα του ΠΓ, της 30/3/1948, που αφορούσε τη δουλιά στις πόλεις και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το γράμμα αυτό δεν έχει μέχρι σήμερα δημοσιευτεί. Τότε, το Μάρτη – Απρίλη του ’48, μεταδόθηκε από τον ραδιοσταθμό του ΔΣΕ και φυσικά διαβιβάστηκε στις οργανώσεις των πόλεων.

Επειδή όλα τα άλλα ντοκουμέντα στα οποία αναφερθήκαμε είναι δημοσιευμένα, συμπληρώνουμε το θέμα – για τη συμβολή των πόλεων στον αγώνα του ΔΣΕ και τις εκτιμήσεις του ΚΚΕ γύρω από αυτό – δίνοντας στη δημοσιότητα και αυτό το γράμμα του ΠΓ. Το ντοκουμέντο προέρχεται από τα αρχεία του ΚΚΕ και μας δόθηκε από το ιστορικό τμήμα της ΚΕ του Κόμματος. Η μη δημοσίευσή του στον 6ο τόμο των επίσημων κειμένων οφείλεται στο γεγονός, ότι εντοπίστηκε καθυστερημένα. Προσθέτουμε, τέλος, ότι η μορφή του κειμένου είναι ενιαία. Οι υπότιτλοι και οι υπογραμμίσεις που εμφανίζονται είναι δικές μας.

Το γράμμα προς τα μέλη του ΚΚΕ στις μεγάλες πόλεις

Ενα άγνωστο ντοκουμέντο: Το γράμμα του 2ου κλιμακίου του ΠΓ, στις 30/3/1948, προς τις ΚΟ των πόλεων

Meros50_Photo1_small.jpg

«Γράμμα προς τα μέλη του ΚΚΕ στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και σε όλες τις πόλεις.

Αγαπητοί σύντροφοι,

Το 2ο κλιμάκιο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, με βάση τις πληροφορίες που πήρε για την κατάσταση που επικρατεί στις μεγάλες πόλεις Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη διαπιστώνει ότι παρά την προσήλωση, που δείχνουν οι πλατιές λαϊκές μάζες στον αγώνα του ΔΣΕ, οι κομματικές οργανώσεις και οι κομμουνιστές στις πόλεις δεν εκπληρώνουν το καθήκον τους απέναντι στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και τον ένοπλο αγώνα του στρατού μας. Το 2ο κλιμάκιο του ΠΓ διαπιστώνει ακόμη ότι οι οργανώσεις και οι κομμουνιστές στις πόλεις αυτές δεν πραγματοποίησαν την απόφαση της 3ης Ολομέλειας της ΚΕ για κινητοποίηση και συμμετοχή τους στον ένοπλο αγώνα. Οι οπορτουνιστικές ταλαντεύσεις και οι δισταγμοί, που η 3η ολομέλεια καταδίκασε δεν ξεπεράστηκαν ακόμα και εξακολουθούν να αποτελούν αποφασιστικό φρένο που εμποδίζει τους κομμουνιστές και τα πλατιά λαϊκά στρώματα απ’ τις πόλεις αυτές να πάρουν δραστήριο μέρος στον ένοπλο αγώνα.

Ηττοπαθείς αντιλήψεις

Σε πολλές καθοδηγήσεις και κομματικά μέλη στις πόλεις επικρατεί ο φόβος για τη ζωή τους, τη στιγμή που ο Λαός και ο ΔΣΕ τόσες θυσίες δίνουν, ενώ απ’ την άλλη μεριά ο μοναρχοφασισμός εκτελεί δεκάδες δημοκρατικούς πολίτες στις πόλεις, που πιάνονται δίχως καμιά αντίσταση. Μέσα στις κομματικές οργανώσεις στις πόλεις βρίσκουν απήχηση ηττοπαθείς και ξένες προς εμάς αντιλήψεις που δείχνουν έλλειψη πίστης στη δύναμη του Λαού και στο νικηφόρο τέλος του αγώνα μας, πράγμα που μειώνει και παραλύει τη μαχητική τους επίδοση. Ακόμα, πολλά μέλη και στελέχη μας στις πόλεις γίνονται ουρά σε αντιλήψεις που καλλιεργούνται σε ορισμένα λαϊκά στρώματα ότι «θα ‘ρθει ο Μάρκος να μας ελευθερώσει», πράγμα που σπέρνει την παθητικότητα και την αδράνεια στις γραμμές μας. Υπάρχουν, επίσης, κομμουνιστές και στελέχη του ΚΚΕ που είναι προσηλωμένα ακόμα σε αυταπάτες νομιμοποίησης και συμβιβασμού με το μοναρχοφασισμό, πράγμα που φέρνει στη συνθηκολόγηση και στην υποταγή μπροστά στον εχθρό, υποσκάπτει το δικό μας αγώνα και βοηθά τον μοναρχοφασισμό. Οι κομμουνιστές, τα μέλη και τα στελέχη μας στις πόλεις πρέπει να καταλάβουν και να πείσουν και τον εργαζόμενο λαό ότι η νίκη θα ‘ναι αποτέλεσμα της δουλιάς και του ένοπλου αγώνα που θα κάνει ο κάθε δημοκρατικός και πατριώτης της χώρας στις πόλεις και τα χωριά, όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες, ολόκληρος ο Λαός σε ολόκληρη τη χώρα. Το κόμμα μας καταδικάζει σαν προδοσία κάθε δισταγμό και ταλάντευση σχετικά με τον ένοπλο αγώνα, που είναι σήμερα το μοναδικό και αποφασιστικό μέσο για να συντρίψουμε το μοναρχοφασισμό, να απαλλάξουμε τον τόπο απ’ τους Αμερικανοάγγλους ιμπεριαλιστές, για να σώσουμε το Λαό και χώρα μας. Οποιος κομμουνιστής δεν το καταλαβαίνει αυτό και δεν παίρνει μέρος στον ένοπλο αγώνα αυτός είναι προδότης και δεν έχει θέση στο ΚΚΕ.

Τι πρέπει να κάνουν οι κομμουνιστές στις πόλεις

Οι κομμουνιστές στις πόλεις πρέπει δίχως κανένα δισταγμό να ριχτούν με όλες τις δυνάμεις τους και επικεφαλής των πλατιών λαϊκών μαζών στον ένοπλο αγώνα. Οι κομματικές οργανώσεις και οι κομμουνιστές στις πόλεις πρέπει: α) Να οργανώσουν με όλα τα μέσα τη μαζική έξοδο στο βουνό χιλιάδων εργαζομένων για το ΔΣΕ. β) Κάθε κομμουνιστής στις πόλεις πρέπει να οργανώσει μια μαχητική πεντάδα από οπαδούς μας για τον ένοπλο αγώνα. γ) Η κύρια και βασική δουλιά των οργανώσεων και των κομμουνιστών στις πόλεις είναι να οργανώσουν την έξοδο απ’ τις πόλεις για το ΔΣΕ και τον ένοπλο αγώνα μέσα στις πόλεις. δ) Κάθε κομμουνιστής που μένει στην πόλη με τη μαχητική ομάδα του παίρνει ενεργό μέρος στον ένοπλο αγώνα μέσα στις πόλεις και στη σαμποταριστική δουλιά σε όλες τις επιχειρήσεις, στα εργοστάσια, στα καταστήματα, στις υπηρεσίες, στις συγκοινωνίες, στους στρατιωτικούς σχηματισμούς, παντού όπου βρίσκεται και κινείται ο εχθρός. Κάθε κομμουνιστής και οπαδός της Λαϊκής Δημοκρατίας είναι στρατιώτης του ΔΣΕ οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, όπου και αν δουλεύει και αν ακόμα δεν έχει σύνδεση με την οργάνωσή του. Οργανώνει μόνος του την ομάδα του, πολεμά με όλα τα μέσα τον εχθρό και συντονίζει τη δράση του με τη δράση των άλλων μονάδων μας μέσα στην πόλη και με τον αγώνα του ΔΣΕ. Οποιος καθοδηγητής είτε στέλεχος δεν αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στον ένοπλο αγώνα και δεν οργανώνει τον αγώνα αυτόν με όλα τα μέσα δεν μπορεί να ‘χει σχέση με το ΚΚΕ και πρέπει να χαρακτηριστεί σαν προδότης. Το σύνθημα για κάθε δημοκρατικό και πατριώτη, για ολόκληρο το λαό και πρώτα απ’ όλα για τους κομμουνιστές είναι ένα: Ολοι στ’ άρματα – Ολα για τη Νίκη.

Αλλο δρόμο δεν έχουμε

Μιμηθείτε όλοι το παράδειγμα των παλικαριών της Θεσσαλονίκης, που χτυπάν το δολοφόνο μέσα στη σφηκοφωλιά του και κάντε εκατό φορές περισσότερα. Είναι αίσχος για τους κομμουνιστές να αφήνουν να τους πιάνουν για να τους εκτελέσουν ή να δέχονται παθητικά να τους σκοτώνουν στους δρόμους, χωρίς να υπερασπίζονται τη ζωή τους και την υπόθεση του Λαού με το ντουφέκι στο χέρι, σκοτώνοντας αυτοί τους δολοφόνους τους. Την πίστη του στο Λαό, στην Ελλάδα, στο ΚΚΕ ο καθένας σήμερα μπορεί να την αποδείξει μόνο με έργα: με το ντουφέκι και το δυναμίτη στο χέρι, με τον ένοπλο αγώνα μέχρι τη νίκη. Αλλο δρόμο δεν έχουμε. Οι ξένοι ιμπεριαλιστές και ο μοναρχοφασισμός άρχισαν κι όλας και ετοιμάζουν για το άμεσο μέλλον καινούριες εκστρατείες, για να συντρίψουν το λαϊκοδημοκρατικό μας κίνημα, για να αλυσοδέσουν τελειωτικά την πατρίδα μας. Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Ο αγώνας θα ‘ναι σκληρός, πιο σκληρός από κάθε άλλη φορά. Η νίκη θα ‘ναι οπωσδήποτε με το μέρος μας, όταν ο κάθε κομμουνιστής, σε όποιο μέρος και αν βρίσκεται, κάνει το καθήκον του, επικεφαλής των δημοκρατικών μαζών.

Το γράμμα μας αυτό πρέπει να διαβαστεί απ’ όλα τα μέλη του ΚΚΕ και να μπει στις οργανώσεις του σ’ όλες τις πόλεις.

Με επαναστατικό λαϊκό χαιρετισμό.

Ν. Ζαχαριάδης, Μ. Βαφειάδης, Γ. Ιωαννίδης, Β. Μπαρτζιώτας, Π. Ρούσσος, Λ. Στρίγκος, Δ. Βλαντάς.

30/3/48″.

Μια περισσότερο αντικειμενική προσέγγιση

Meros50_Photo2_small.jpg

Ενα χρόνο αργότερα, όμως, το Κόμμα προχωρά σε πιο αντικειμενικές και ρεαλιστικότερες εκτιμήσεις για τη δουλιά στις πόλεις. Χαρακτηριστικό, σχετικά μ’ αυτό, είναι το άρθρο, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος του Σεπτέμβρη του περιοδικού «Δημοκρατικός Στρατός» (τ. 9, 1949), που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έκδοση του «Ριζοσπάστη». Είναι το κεντρικό άρθρο του τεύχους, με τίτλο «Η εξέλιξη της κατάστασης και καθήκοντα του ΔΣΕ» και είναι ανυπόγραφο (συγγραφέας του ενδεχόμενα ήταν ο Γ. Ζαχαριάδης, γραμματέας τότε της ΚΕ του Κόμματος). Για την πλέον ολοκληρωμένη εικόνα του αναγνώστη μας, στο κρίσιμο αυτό ζήτημα της εποχής εκείνης, δημοσιεύουμε ολόκληρο το μέρος του άρθρου, που αφορά τη δουλιά στις πόλεις:

«Ενας παράγοντας που επέδρασε αρνητικά στην πορεία της δεύτερης εθνικής μας αντίστασης και στη δράση του ΔΣΕ είναι η κατάσταση στις πόλεις. Οπως είναι γνωστό, δεν κατορθώσαμε να βγάλουμε πολλούς αντάρτες απ’ τις πόλεις κι αυτό συντέλεσε στο να μη δημιουργήσουμε τις απαραίτητες στρατηγικές εφεδρείες.

Στην πρώτη χιτλεροφασιστική κατοχή, οι πόλεις, με επικεφαλής την Αθήνα και τον Πειραιά, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο. Η ένοπλη πάλη του ΕΛΑΣ στα βουνά συνοδευόταν από ένα μαζικό κίνημα στις πόλεις για την επιβίωση και ενάντια στη χιτλερική επιστράτευση και με τη δράση των ανταρτών στις πόλεις.

Στη δεύτερη αμερικανοαγγλική κατοχή προσπαθήσαμε να κάνουμε το ίδιο στις πόλεις. Αυτό ήταν σοβαρό λάθος. Οι πόλεις δεν μπορούσαν, για λόγους που έχουν σχέση με το χαρακτήρα του αγώνα στη δεύτερη κατοχή (εμφύλιος πόλεμος), να αναπτύξουν μαζικό κίνημα και ένοπλη δράση, όπως στην πρώτη κατοχή. Τότες ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του κινήματος ξεσήκωσε στην πόλη όλα τα στρώματα του πληθυσμού, εκτός από μερικούς εθνοπροδότες. Η αμερικανοκρατία δημιούργησε στη δεύτερη κατοχή ένα γερό αστυνομικό μηχανισμό μέσα στις πόλεις και με τα αδιάκοπα χτυπήματα (δεκάδες χιλιάδες φυλακισμένοι και εξόριστοι, αδιάκοπες θανατικές καταδίκες, βασανιστήρια, προδοσίες, κλπ.) κατόρθωσε να αδυνατίσει το κίνημά μας μέσα στις πόλεις. Επίσης, με τα μέτρα που πήραν οι Αμερικανοί, για το τράβηγμα του αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις, μπόρεσαν να δυναμώσουν περισσότερο τα αστυνομικά μέτρα μέσα σ’ αυτές. Ο μοναρχοφασισμός δεν κατόρθωσε να καταχτήσει ιδεολογικά τις μάζες του εργαζόμενου λαού. Ομως, με τα μέτρα του μπόρεσε να εμποδίσει τη δράση τους, για την ενίσχυση του αγώνα του ΔΣΕ.

Το λάθος το δικό μας είναι ότι νομίσαμε πως οι πόλεις μπορούσαν να παίξουν το ρόλο τους της πρώτης κατοχής. Ενώ έγκαιρα έπρεπε να βγάλουμε από τις πόλεις και την ύπαιθρο ένα μεγάλο μέρος των στελεχών μας (τουλάχιστον αυτούς που ο μοναρχοφασισμός τους έριξε στις φυλακές και τα ξερονήσια), να τον τοποθετήσουμε στον κατάλληλο χώρο – και υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες – και στην κατάλληλη στιγμή να τους χρησιμοποιήσουμε. Ετσι θα λύναμε απ’ την αρχή το πρόβλημα των εφεδρειών.

Η κατάσταση χειροτέρεψε στις πόλεις απ’ τις αδυναμίες των στελεχών μας να προσαρμόσουν τη δουλιά τους στις καινούριες συνθήκες, απ’ τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις και την παθητικότητα, που επικράτησε σε ορισμένα απ’ αυτά (παράδειγμα η ΕΠ της ΚΟ Αθήνας που καθαιρέθηκε από το ΠΓ του Κόμματος), πράγμα που διευκόλυνε το μοναρχοφασισμό να κάνει καλύτερα τη δουλιά του στις πόλεις και να αδυνατίσει πολύ τη δράση μας».

Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του «Ρ»

Περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 41: Η πορεία των χιλίων αόπλων της Ρούμελης (Δεκέμβρης 1947-Γενάρης 1948)

Η πορεία των χιλίων αόπλων της Ρούμελης

Μια αδρή εικόνα των τεράστιων δυσκολιών και εμποδίων, που αντιμετώπιζε και έπρεπε να ξεπερνά ο ΔΣΕ, ιδιαίτερα στο κρίσιμο ζήτημα της άντλησης έμψυχων εφεδρειών και της ενίσχυσής του, δίνει η έκθεση για την πορεία των χιλίων αόπλων της Ρούμελης, που υπάρχει στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός» (έκδοση «Ρ», Α` τόμος, σελ. 155) και την οποία αναδημοσιεύουμε ολόκληρη:

I. Η οργάνωση της πορείας

«Σύμφωνα με διαταγή του Γ. Α. για αποστολή στη Μακεδονία χιλίων αόπλων, το Αρχηγείο Ρούμελης συγκρότησε μια ταξιαρχία αόπλων από την επιστράτευση, που έκανε στο διάστημα στο διάστημα 20 – 12 – 47 μέχρι τέλη Γενάρη 1948.

Οργανώσαμε τα έμπεδα στα χωριά Βράχα – Κλειστό – Χ/χλια. Συγκροτήσαμε τρία τάγματα και διοίκηση ταξιαρχίας με διοικητή το συναγ. Πουρναρά και ταγματάρχες τους συναγωνιστές Φρυσόμαλλο και Τσικαρδώνη, μόνιμους αξιωματικούς και το συναγ. Θησέα. Διμοιρίτες και λοχαγούς βάλαμε από τους μαθητές, που προορίζαμε για τη σχολή αξιωματικών του Γ. Α. Η κατανομή των μαχητών στα οργανικά τμήματα έγινε ύστερα από επιλογή και ισόμερη ποιοτική κατανομή. Η συμμετοχή της γυναίκας ήταν σημαντική. Ακολουθούσαν πάνω από 300 και τις κατανείμαμε μέσα στις ομάδες.

Οργανώσαμε πολύ γερά τη στρατιωτική και πολιτική δουλιά. Το βάρος μας στις λίγες μέρες στα έμπεδα έπεσε στη στρατιωτική τους εκπαίδευση, στην έντονη πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και στην ηθική τους προετοιμασία για την κίνηση.

Επίσης κάναμε όλες τις προετοιμασίες τροφοδοσίας για την περίοδο αναμονής και για την κίνηση. Ετσι από τις 18 – 2 έως 3 – 3 – 48, που περάσαμε τον Πηνειό, το τμήμα τροφοδοτήθηκε με δικά μας τρόφιμα. Επίσης φτιάσαμε για όλους γουρουνοτσάρουχα και εφεδρικά. Οργανώσαμε και τμήμα μηχανικού για πρόχειρες γεφυρούλες, φτιάξιμο δρόμων για πέρασμα ζώων, κλπ. Στην κίνησή μας προσέχαμε ιδιαίτερα τα παρακάτω: α) Πριν από κάθε άλμα μας, κάναμε σύσκεψη των στελεχών μέχρι διμοιρίτες, τους κατατοπίζαμε απ’ όλες τις πλευρές και κυρίως για την επαγρύπνηση κατά την πορεία. β) Καθορίσαμε για κάθε ώρα σιωπηρό προσκλητήριο, δηλαδή σ’ όλη την πορεία ήταν υποχρεωμένος ο διμοιρίτης ν’ αναφέρνει κάθε ώρα στο λοχαγό ότι βαδίζει κανονικά και έρχονται όλοι οι άνδρες του. γ) Προσπαθούσαμε κάθε τάγμα να έχει δυο συνδέσμους, ώστε, ξέροντας πού θα πάμε, να μπορεί να κινείται μόνο του, έστω κι αν έμενε λίγο πίσω. Καταργήσαμε το τηλέφωνο από στόμα σε στόμα και κάθε εντολή ή ειδοποίηση γινόταν με συνδέσμους. Είχαμε έφιππη ομάδα συνδέσμων, που κινούνταν μπρος – πίσω και παρακολουθούσε τον τρόπο κίνησης της φάλαγγας. δ) Ανάλογα με την ταχτική κατάσταση, δίναμε και το σχηματισμό της φάλαγγας στην πορεία, δηλαδή κατά τριάδες, τετράδες ή φάλαγγα κατ’ άντρα ή σε παράταξη διμοιριών. Αυτό καθοριζόταν ανάλογα με το έδαφος. Π.χ., όπου έπρεπε να κάνουμε γρήγορο πέρασμα δημόσιου δρόμου και μείωση της επιμήκυνσης της φάλαγγας, δίναμε σχηματισμό παράταξης. Αυτό έγινε στο δημόσιο δρόμο Λάρισας – Βόλου κλπ.».

II. Πέρασμα του κάμπου της Λάρισας

Meros48_Photo2_small.jpg

«Η κίνηση αρχίζει από το χώρο της Βράχας στις 18 – 2 – 48 κάτω από άσχημες καιρικές συνθήκες, με ενάμισι μέτρο χιόνι. Φτάσαμε στο Δερελί στις 19 – 2 – 48 το απόγευμα και μείναμε και την ημέρα της 20 – 2. Εκεί παραλάβαμε και τρεις εκατοντάδες άοπλους Θεσσαλούς, που τους εντάξαμε στα τρία τάγματα. Αυτό το υλικό, όμως, ήταν αδούλευτο, ηθικά και ψυχολογικά απροετοίμαστο για μια τέτοια κίνηση και μας έβλαψαν, γιατί έσπερναν την ηττοπάθεια και λιποταχτούσαν στο δρόμο.

Τη νύχτα της 20 προς 21 – 2 η φάλαγγα των αόπλων, μαζί μ’ ένα τμήμα συνοδείας, κινήθηκε από Δερελί και ύστερα από σύντονη πορεία, αφού διανύσαμε 45 χιλιόμετρα με δύο μόνο στάσεις, φτάσαμε τις πρωινές ώρες στο Ταμπακλί (Βλέπε το χάρτη).

Το πρωί της 22 – 2 ξεκινήσαμε με κατεύθυνση Καραντάου – Κάμπο Λάρισας – Μαυροβούνι. Την κίνηση αναγκαστικά την κάναμε ημέρα, γιατί τη νύχτα έπρεπε να μπούμε στον κάμπο της Λάρισας, να τον περάσουμε, και το πρωί να βγούμε στο Μαυροβούνι. Συνολικά, 24 ώρες σύντονη πορεία. Στο πέρασμα, μας βοήθησε και η πυκνή ομίχλη, καθώς επίσης και το χτύπημα του Αλμυρού, που ενεργούσε ταυτόχρονα το Αρχηγείο Θεσσαλίας.

Μόλις φτάσαμε στη σιδηροδρομική γραμμή Βόλου – Φαρσάλων, ο εχθρός μάς επιτέθηκε με τανκ, ιππικό και χωροφυλακο-ΜΑΥδες. Τους ανατρέψαμε σε μια ώρα, χωρίς η κύρια φάλαγγα να σταματήσει καθόλου την πορεία της. Η νύχτα μας βρήκε στο Καλό Νερό. Μέχρις εδώ η φάλαγγα είχε βαδίσει 10 ώρες, χωρίς στάση και με κανένα βραδυπορούντα, παρά τη λάσπη. Αφού κάναμε μια ώρα στάση, ετοιμάσαμε τη διάταξή μας για τη νυχτερινή κίνηση, μα και για την αντιμετώπιση του εχθρού, κυρίως στο δημόσιο δρόμο Λάρισας – Βόλου. Η φάλαγγα συνεχίζει την πορεία της.

Περάσαμε από την ενέδρα στο Καλό – Νερό και Μοσχοχώρι και πλησιάσαμε στον κάμπο κοντά στο δημόσιο Λάρισας – Βόλου. Ο εχθρός έπιασε θέσεις στο δημόσιο και 12 τανκ περιφέρονταν, ανεβαίνοντας μέχρι το ύψωμα. Προωθήσαμε τμήμα πεζικού και ιππικού σαν σταθερές πλαγιοφυλακές δεξιά και αριστερά του δημόσιου, που άρχισαν να χτυπιούνται με τα τανκ και άλλες εχθρικές δυνάμεις. Η κύρια φάλαγγα βαδίζει σε σχηματισμό παράταξης διμοιριών και με κινητή πλαγιοφυλακή δεξιά και αριστερά των αόπλων.

Περάσαμε το δημόσιο με ταχύτητα και βαδίζαμε προς τη λίμνη της Κάρλας. Μέχρι την Κέρλα, η φάλαγγα βαδίζει 6 ώρες με λάσπη μέχρι το γόνα. Τα μάχιμα τμήματα αντιμετώπισαν με ηρωισμό τανκ και τις λοιπές εχθρικές δυνάμεις, κατέστρεψαν 5 τανκ και προξένησαν και άλλες απώλειες στον εχθρό.

Στη μάχη, χάσαμε μόνο 7 άοπλους εξαφανισθέντες. Ο ηρωισμός των αόπλων είναι χωρίς προηγούμενο. Βαδίζουν αδιάκοπα μέσα στη λάσπες, άνω τα εχθρικά πυρά περνάνε πάνω από το κεφάλι τους. Μέσα στη λίμνη, βαδίζουν, επίσης, με το νερό μέχρι το γόνα επί 2 ώρες. Στις 9 το πρωί της 23/2, φτάνουμε στο χωριό Καλαμάκι του Μαυροβουνίου. Βαδίσαμε 13 ώρες χωρίς στάση και χωρίς βραδυπορούντες. Στο Καλαμάκι δεχτήκαμε πολύωρη αεροπορική επιδρομή με ασήμαντες απώλειες».

III. Προς τα Πιέρρια

Meros48_Photo3_small.jpg

«Στις 24/2 βαδίσαμε όλη τη μέρα και η φάλαγγα των αόπλων φθάνει στο χωριό Σκήτη. Τα τμήματα συνοδείας αποκρούουν εχθρική κίνηση από Αγυιά προς Ποταμιά, καταδιώκουν τον εχθρό και συλλαμβάνουν 10 αιχμαλώτους.

Στις 25/2 αντιμετωπίσαμε κίνηση ενός εχθρικού τάγματος, που ήρθε από τη Λάρισα και ενός της Αγυιάς στα υψώματα Ποταμιάς – Σκήτη. Ο εχθρός ανατράπηκε και καταδιώχθηκε μέχρι την Αγυιά, αφήνοντας 30 νεκρούς και 6 αιχμαλώτους.

Τη νύχτα της 25 προς 26/2 περάσαμε τον Αγιόκαμπο, φτάσαμε στην Αθανάτη και την άλλη νύχτα φτάσαμε στην Καρύτσα – Κισσάβου. Το πέρασμα του Πηνειού ήταν πολύ δύσκολο. Ο εχθρός με το αντιτορπιλικό του βρίσκεται μόνιμα εκεί, κατόρθωσε να βρει βάρκες στις εκβολές του Πηνειού, που δεν ήταν καλά φυλαγμένες και τις κατάστρεψε.

Στις 27/2, εχθρικό τμήμα που κινήθηκε από Λασποχώρι προς Τσαγέζι το ανατρέψαμε και το καταδιώξαμε. Χρειαστήκαμε τέσσερις μέρες για να φτιάξουμε τις βάρκες και για να στείλουμε σύνδεσμο στα τμήματα που βρίσκονταν στον Ολυμπο.

Στις 2/3 περάσαμε 410 άνδρες άοπλους μαζί με τα στελέχη, που όλοι τους πέρασαν καλά και τις πρώτες πρωινές ώρες της 3/3 έφτασαν στον Παντελεήμονα του νότιου Ολύμπου.

Τη μέρα της 3/3, μπάσαμε τους υπόλοιπους 750 άοπλους μέσα στις εκβολές του Πηνειού και τους καλύψαμε. Εκμεταλλευτήκαμε την απουσία του αντιτορπιλικού και αρχίσαμε μέρα το πέρασμα. Περάσαμε όλοι και βαδίσαμε προς το Παπαπούλι πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή. Στις 5 η ώρα το πρωί της 4/3 φθάσαμε στον Πλαταμώνα ύστερα από 15 ώρες συνεχή πορεία και προσπάθεια για το πέρασμα του Πηνειού.

Μόλις φθάσαμε στα υψώματα του Παντελεήμονα, ο εχθρός κατέλαβε το Νεζερό και την Καρυά και η θέση μας ήταν δύσκολη. Το μόνο που μας έμενε ήταν να ελιχθούμε από τον κάμπο της Λεπτοκαρυάς μεταξύ δρόμου Λιτόχωρου – Κατερίνης. Επιστροφή προς τον Κίσσαβο ήταν πια αδύνατη, γιατί ο εχθρός είχε πιάσει και κει όλα τα περάσματα.

Αμέσως προωθήσαμε ανθρώπους να μαζέψουν πληροφορίες για την κίνηση του εχθρού στη Λεπτοκαρυά και στείλαμε μια διμοιρία να πιάσει τη διάβαση στο σταθμό Λεπτοκαρυάς. Δύναμη συνοδείας είχαμε μαζί μας ένα τάγμα Θεσσαλών που είχε 6 οπλοπολυβόλα ο κάθε λόχος του και 2 – 3 ντουφέκια ή κάθε ομάδα. Τη νύχτα της 4 – 5/3, περάσαμε χωρίς να συναντήσουμε εμπόδια από Παντελεήμονα, Κάμπο Λεπτοκαρυάς – δημόσιο Λιτοχωρίου – Κατερίνης και τις πρώτες πρωινές ώρες φτάσαμε στα υψώματα Λιτόχωρου μετά από 12 ώρες συνεχή πορεία.

Τη νύχτα της 5 – 6/3, κινηθήκαμε και φθάσαμε στη Λόκοβα και τη νύχτα της 6 – 7/3 περάσαμε το σανατόριο Πέτρας και φτάσαμε το πρωί στο ύψωμα Μόρνας. Από κει βαδίσαμε όλη σχεδόν τη μέρα και τη νύχτα και φτάσαμε στου Κόρακα τα Καλύβια. Από τις 3 – 9/3 που κινηθήκαμε από τον Κίσσαβο μέχρι τα Πιέρρια οι άνδρες δεν έφαγαν τίποτα εκτός από τέσσερα κατσαμάκια και σε 6 μέρες και τις 4 άλλες μέρες τούς δίναμε μόνο από 40 δράμια καλαμπόκι βραστό την ημέρα».

IV. Ο αγώνας στα Πιέρρια

Meros40_Photo1_small.jpg

«Τη νύχτα της 13 προς 14/3, παίρνοντας μαζί μας και το άλλο τάγμα αόπλων, που είχε περάσει πρώτο και μας βρήκε αυτή τη μέρα, κινηθήκαμε προς Λάπατα. Εδώ κατορθώσαμε να δώσουμε 100 δράμια πατάτα για συσσίτιο. Τη νύχτα της 14 προς 15 του Μάρτη, προχωρήσαμε από Λάπατα προς Τουμπανάρι. Από δω θα εξορμούσαμε να περάσουμε το δημόσιο Θεσσαλονίκης – Λάρισας προς τον Αμάρμπεη, τη νύχτα αυτή έκανε φοβερό κρύο και βοριάς. Η φάλαγγα με τα μεταγωγικά της κινούνταν αργά, με αποτέλεσμα να παγώσουν 10 άοπλοι και μερικοί από τους ενόπλους της 16ης ταξιαρχίας, που μας συνόδευε στο πέρασμα.

Ο εχθρός αντιλήφθηκε την κίνησή μας και αμέσως εκδηλώνεται. Πιάνει τη Λάβα – Σαραντάπορο – Βίγλα και συνέχεια το δημόσιο μέχρι τη γέφυρα της Βούρμπας και το Λιβάδι. Ταυτόχρονα, ενεργεί και καταλαμβάνει τα δυτικά αντερείσματα της Σιάπκας. Στις θέσεις που βρισκόμαστε αναγκαστήκαμε να περιμένουμε μέχρι τις 11 η ώρα τη νύχτα ένα τάγμα της 16ης, που είχε αδικαιολόγητα καθυστερήσει. Τώρα για να προχωρήσουμε από το Σαραντάπορο αποκλείονταν. Αν πάλι επιχειρούσαμε να περάσουμε δίπλα από το Λειβάδι, κοντά στη γέφυρα της Βούρμπας, βρισκόμαστε σε τέτοια μειονεκτική θέση, ώστε θα παθαίναμε μεγάλες ζημιές. Θα χάναμε σχεδόν στο σύνολό τους τους άοπλους, το βαρύ οπλισμό και θα είχε αρκετές απώλειες και το ένοπλο τμήμα. Ετσι, αποφασίσαμε να μην περάσουμε, να πιάσουμε θέσεις καλές στα Κουτσούπια και να αντιμετωπίσουμε το πέρασμα πάνω σε άλλη βάση. Τη νύχτα της 15 προς 16 κινηθήκαμε και φτάσαμε στα Κουτσούπια, όπου πήραμε διάταξη.

Τα πρωί ο εχθρός επιτέθηκε από Παληογράτσανο – Καστανιά και από Λειβάδι προς Κουτσούπια. Τον αποκρούσαμε προξενώντας του σοβαρές απώλειες. Η αεροπορία μάς βομβάρδιζε σκληρά επί 10 ολόκληρες ώρες. Οι εχθρικές επιθέσεις αποκρούστηκαν επίσης και στις 17 – 3. Αυτή τη μέρα ρίξαμε και ένα αεροπλάνο.

Μπροστά στην κατάσταση που διαμορφωνόταν, η μόνη λύση ήτανε να διαλύσουμε τη φάλαγγα των αόπλων και να τους συγχωνεύσουμε στα τμήματα των Πιερρίων και της 16ης ταξιαρχίας. Να αποκεντρωθούν τα τάγματα στα Πιέρρια, παίρνοντας διάταξη και σε περίπτωση μεγαλύτερης πίεσης να διεισδύσει το καθένα ξεχωριστά στο χώρο Β. και Ν. Ολυμπο – Λαφίνα μέχρι Αμάρμπεη. Την ίδια μέρα προχωρήσαμε στη συγχώνευση των αόπλων στα ένοπλα τμήματα.

Τη νύχτα όλα τα τάγματα κινήθηκαν καταλαμβάνοντας τις παρακάτω θέσεις: Ενα τάγμα τη θέση Πέντε Πύργοι – Γκίνη, άλλο τάγμα τους Αγιους Αθανάσηδες Καταφυγίου, άλλο τάγμα συνέχεια τα υψώματα απαγορεύοντας κίνηση από Βελβενδό, άλλο τάγμα στη Σαρακατσάνα και άλλο στου Παππά – χωράφι. Εν τω μεταξύ, επειδή το επισιτιστικό είχε φτάσει σε αδιέξοδο και ψοφούσαν και τα μουλάρια, αναγκαστήκαμε να τα σφάξουμε και έτσι τα τμήματα έφαγαν λίγο και κρατήθηκαν στα ποδάρια τους.

Την αποκέντρωση των αόπλων στα τάγματα και την κίνησή μας από πολλές κατευθύνσεις, αφού αφήναμε το βαρύ οπλισμό, έπρεπε να την είχαμε κάνει από τις 13/3 που ξεκινήσαμε για το πέρασμα, μια και διαπιστώσαμε ότι, αν μας έχουν πιάσει το Σαραντάπορο, θα ήταν δύσκολο να περάσει μια τέτοια βαριά φάλαγγα. Εδώ όμως μας ξεγέλασε το γεγονός ότι δεν παρατηρήσαμε καμιά εχθρική κίνηση.

Ο εχθρός συνέχισε και την άλλη μέρα την πίεσή του με την ενίσχυση πυροβολικού και αεροπορίας. Σκοπός του είναι να μας εξοντώσει. Τα τμήματά μας τον αντιμετωπίζουν με πείσμα και παλικαριά. Αλλά θα ήταν αδύνατο να τους κρατήσουμε περισσότερο από 2 – 3 μέρες ακόμα, γιατί δεν είχαμε πυρομαχικά, είχαμε αρρώστους, τραυματίες και άλλον κόσμο τον Πιερρίων, μικρά παιδιά, γέρους κλπ., γύρω στους 500. Το κρύο τσάκιζε τα τμήματα, το επισιτιστικό ήταν δύσκολο.

Σε σύσκεψη που έγινε με στελέχη του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας καταλήξαμε στο ότι μέσα σε δύο μέρες πρέπει ν’ αποκρύψουμε σε μικρές ομάδες τραυματίες και αρρώστους και τα τμήματα να κάνουν διείσδυση προς Β. Ολυμπο – Λαφίνα και προς Αμάρμπεη. Φυσικά, μια τέτοια κίνηση ήταν δύσκολη και υπήρχε πιθανότητα να ‘χουμε απώλειες. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ορισμένες ταλαντεύσεις σε μικρά στελέχη. Πάντως, στις 20/3 πήραμε την απόφαση να γίνει οπωσδήποτε η διείσδυση και έδωσα διαταγή στα δύο τάγματα Παλαιολόγου να είναι έτοιμα. Ανάλογα θα ελίσσονταν και τα άλλα τάγματα.

Πράγματι τη νύχτα της 20 προς 21/3 ξεκινήσαμε από την κορυφογραμμή Αρβανίτη – Φλάμπουρο και φτάσαμε το πρωί στα Κουτσούπια. Ο εχθρός αιφνιδιάστηκε, γιατί υπολόγιζε ότι οι χιονισμένες βουνοκορφές είναι αδιαπέραστες. Ο ίδιος είχε προσπαθήσει ν’ ανοίξει το χιόνι και δεν μπόρεσε, γιατί τότε ήταν μαλακό.

Από τον εχθρό γινήκαμε αντιληπτοί από κακό τρόπο κίνησης των τμημάτων, που δεν κινήθηκαν στις καθορισμένες ώρες. Είμαστε όμως σε πολύ πλεονεκτική θέση, γιατί τον είχαμε καβάλα. Ο εχθρός κινήθηκε με ταχύτητα για να βελτιώσει τις θέσεις του, φοβούμενος κύκλωση. Από την παγωνιά είχαμε περί τους 15 νεκρούς και λιποτάκτες».

V. Πέρασμα στα Χάσια

«Μόλις νύχτωσε, η φάλαγγα βαδίζει από Σιάπκα, δίπλα από Πύργο, δεξιά του Λειβαδιού, περνάει συνέχεια το δημόσιο δρόμο και βγαίνει στα υψώματα του Αμάρμπεη. Αντίσταση δε βρήκαμε πουθενά. Εδώ όμως πρέπει να ειπούμε ότι πολλά στελέχη μας δεν έπαιξαν το ρόλο, που απαιτούσαν οι κρίσιμες στιγμές αυτής της νύχτας. Ανώτερο στέλεχος της 16ης ταξιαρχίας, που το αφήσαμε να μαζεύει τους βραδυπορούντες, όχι μόνο δεν επέβλεψε σ’ αυτή τη δουλιά, αλλά άφηνε τους άντρες να σκορπάνε στα μαντριά, για να βρούνε φαΐ. Ετσι είχαμε περί τους 40 αγνοούμενους αόπλους και ένοπλους.

Η κατάσταση των μαχητών μας ήταν πολύ άσχημη. Η πείνα και η κούραση απερίγραπτη. 65 είχαν πρηστεί τα ποδάρια τους, αλλά παρ’ όλα αυτά ακολουθούσαν τη φάλαγγα μπουσουλώντας! Αυτό όμως δεν μπορούσε να συνεχίζεται για πολύ, γιατί εν τω μεταξύ άρχισαν οι αψιμαχίες με τον εχθρό. Κι εδώ πρέπει επίσης να σημειώσω ότι μερικά στελέχη δεν έδειξαν τη στοργή που χρειαζόταν και εγκατέλειψαν 10 απ’ αυτούς.

Τη νύχτα της 24 προς 25/3 κινηθήκαμε προς τη Σινοκερασιά (Αντιχασίων), νομίζοντας ότι δίπλα μας έχουμε τον Υψηλάντη. Κι αυτή τη βραδιά δε βαδίζει καλά η φάλαγγα. Κάνουν στάση πάνω στο δημόσιο Ελασσόνας – Δεσκάτης και σκορπούν σε μαντριά, γιατί πολλά στελέχη δεν ενεργούν δραστήρια να συγκρατήσουν τους άντρες.

Μόλις πήρανε διάταξη στη Σινοκερασιά ξημερώνοντας, παρατηρώ εχθρικό τάγμα στο Φλαμπουρέσι, εχθρό στην Τσούκα, τάγμα στο Διάσελο και ΜΑΫδες στην Ασπροκκλησιά. Τα τμήματα δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Τα οπλ/λα είχανε 50 σφαίρες. Ο εχθρός άρχισε την επίθεση στις 5 η ώρα. Ανατρέπει τα τμήματα Παλαιολόγου, γιατί τελείωσαν οι σφαίρες τους. Με τέσσερις ομάδ. νέων κρατάμε το ύψωμα Ασπροκκλησιάς, ενώ όλοι οι άλλοι συμπτύσσονται προς την Ανθρακιά.

Μέχρι το βράδυ συγκεντρώσαμε όλον τον κόσμο και τη νύχτα της 25 προς 26 βαδίσαμε και φτάσαμε στην Ανθρακιά, όπου βρήκαμε φιλικά τμήματα. Από Πιέρρια προς Χάσια χάσαμε 20 μαχητές στις μάχες. Μερικές δεκάδες χάθηκαν αδικαιολόγητοι μέσα στα μαντριά και ελάχιστοι μόνο λιποτάχτησαν.

Συνολικά βαδίσαμε, πολεμώντας 42 μέρες».

Περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/