Οι Αποφάσεις του ΚΚΕ για τις αποκαταστάσεις του Νίκου Ζαχαριάδη, Νίκου Βαβούδη και Άρη Βελουχιώτη

Για την αποκατάσταση του Νίκου Ζαχαριάδη
Νίκος Ζαχαριάδης

Ο Νίκος Ζαχαριάδης, το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας Ζαχαριάδη, γεννήθηκε στην Αδριανούπολη στις 27 Απριλίου 1903. Επειδή ο πατέρας του μετακινιόταν, ως υπάλληλος του γαλλικού μονοπώλιου καπνού «Ρεζί», πήγε στο δημοτικό σχολείο σε διάφορες πόλεις (Σκόπια, Νικομήδεια) και την πρώτη τάξη του γυμνασίου στην Αδριανούπολη. Σε νεαρή ηλικία δούλεψε στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης και στα καράβια της Μαύρης Θάλασσας. Στην «Πανεργατική» της Κωνσταντινούπολης (αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση) λειτουργούσε πυρήνας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, του οποίου έγινε μέλος και στη συνέχεια γραμματέας. Το 1922 και 1923 πήγε ως ναυτεργάτης στη Σοβιετική Ενωση, όπου έγινε μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών. Το 1923 έγινε μέλος και του ΚΚ Τουρκίας. Το 1924 ήρθε στην Ελλάδα, έχοντας φοιτήσει στην ΚΟΥΤΒ (Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο των Εργαζομένων της Ανατολής). Δούλεψε στην ΟΚΝΕ Αθήνας και στη συνέχεια ως καθοδηγητικό στέλεχος στην ΟΚΝΕ Θεσσαλονίκης και στην Κομματική Οργάνωση. Το 1926 φυλακίστηκε στο Γεντικουλέ, από όπου απέδρασε. Το ίδιο διάστημα έγινε μέλος της ΚΕ της ΟΚΝΕ κι έπειτα ήρθε ως καθοδηγητής στην ΚΟ Πειραιά. Το 1927 έγινε γραμματέας της ΚΟ Θεσσαλίας. Το 1929 συνελήφθη, δραπέτευσε εκ νέου και φυγαδεύτηκε από το ΚΚΕ στη Σοβιετική Ενωση, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931 με απόφαση της ΚΔ. Κατά την παραμονή του στην ΕΣΣΔ έγινε μέλος του ΠΚΚ(μπ). Με βάση την κομματική του ταυτότητα, που εκδόθηκε από το ΚΚΕ το 1946, η κομματική του ηλικία υπολογίζεται από το 1921.Ο Νίκος Ζαχαριάδης, Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ από το 1931-1935 και Γενικός Γραμματέας της έως το 1956, ήταν ηγέτης αφοσιωμένος στην υπόθεση της εργατικής τάξης, στον προλεταριακό διεθνισμό, στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση.

Ηγήθηκε του Κόμματος σε συνθήκες σκληρής ταξικής πάλης, διώξεων, εκτελέσεων, δράσης των κρατικών εγχώριων και ξένων μυστικών υπηρεσιών κατά του ΚΚΕ, ακόμα και διάβρωσης των κομματικών του οργανώσεων στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά.

Είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του ΚΚΕ στα χρόνια 1931-1936, ενώ πρωτοστάτησε στη δημιουργία και στην ηρωική πάλη του ΔΣΕ (1946-1949), της κορυφαίας εκδήλωσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Εδειξε ακλόνητη επιμονή στην ανάγκη ύπαρξης και ενίσχυσης των παράνομων κομματικών οργανώσεων στα χρόνια 1949-1955, στο συνδυασμό της παράνομης με τη νόμιμη δράση.

Τον διέκριναν επαναστατική επαγρύπνηση, ταχύτητα στην ανάληψη πρωτοβουλιών, σθένος στην υπεράσπιση της γνώμης του. Ηταν λαϊκός ηγέτης, με διάθεση και πνεύμα ασυμβίβαστο, πρωτοπόρο και μαχητικό.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης έζησε κρατούμενος στα κάτεργα της 4ης Αυγούστου από το 1936 μέχρι το 1941, όταν η ελληνική κυβέρνηση τον παρέδωσε στους Γερμανούς κατακτητές. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Γκεστάπο της Βιέννης και από εκεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, μέχρι το Μάη του 1945. Πέρασε την εννιάχρονη δοκιμασία αλύγιστος.

Κρίνοντας ιστορικά όλη τη διαδρομή του ΚΚΕ στην περίοδο που ήταν ΓΓ της ΚΕ, εκτιμάμε την αδυναμία του Ν. Ζαχαριάδη να οδηγήσει έγκαιρα το ΚΚΕ σε ολοκληρωμένα συμπεράσματα σε σχέση με τις αντιφάσεις στη στρατηγική του κόμματος, με αδυναμίες προγραμματικής επεξεργασίας που βάρυναν αρνητικά στο Κόμμα κατά τη δεκαετία του 1940. Η ευθύνη του Νίκου Ζαχαριάδη εντοπίζεται κυρίως στην αδυναμία του να διαμορφωθεί πρόγραμμα στο 7ο Συνέδριο (1945), που θα ενσωμάτωνε την πείρα από την αντικειμενική εκτίμηση των λαθών (Συμφωνίες Λιβάνου, Καζέρτας, Βάρκιζας). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τις αντιφάσεις, καθυστερήσεις και λάθη οργάνωσης του αγώνα του ΔΣΕ. Βεβαίως, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη υπολογίζει ότι η στρατηγική του ΚΚΕ, όταν ήταν Γραμματέας και Γενικός Γραμματέας της ΚΕ ο Ν. Ζαχαριάδης, αντανακλούσε και τις αντιφάσεις της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Παράλληλα, εκτιμάμε ότι αν και ο Ν. Ζαχαριάδης είδε την αναγκαιότητα να διορθωθεί η στρατηγική του ΚΚΕ και το επιχείρησε το 1949 (5η Ολομέλεια) και το 1953 (Σχέδιο Προγράμματος), δεν τη θεμελίωσε με σωστή θεωρητική τεκμηρίωση, αφού στήριξε την αναγκαιότητα για αλλαγή της στρατηγικής στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων. Επίσης, παρά το γεγονός ότι συγκρούστηκε σε πολλά ζητήματα με την ηγεσία του ΠΚΚ (μπ)/ΚΚΣΕ, και ο ίδιος και η ΚΕ υποχώρησαν στις πιέσεις της, με αποτέλεσμα, το 1954, να αποσύρουν το Σχέδιο Προγράμματος.

Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956), που την συγκάλεσε η επιτροπή των έξι ΚΚ (ΕΣΣΔ, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας), πήρε την παρακάτω απόφαση για τον Νίκο Ζαχαριάδη: «…η καθοδήγηση του Κόμματος και πρώτα απ’ όλα ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ σ. Νίκος Ζαχαριάδης κάνουν σοβαρά πολιτικά λάθη σεχταριστικού χαρακτήρα. […] Για τα σοβαρά πολιτικά λάθη που έκανε ο σ. Ζαχαριάδης και για τη συστηματική από μέρους του παραβίαση των αρχών της εσωκομματικής δημοκρατίας, η Ολομέλεια έκρινε απαραίτητο να καθαιρέσει τον Νίκο Ζαχαριάδη από Γενικό Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ και να τον βγάλει από το Πολιτικό Γραφείο».

Η 7η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (18-24 Φεβρουαρίου 1957) αποφάσισε: «1) Καθαιρεί τον Ν. Ζαχαριάδη από την ΚΕ του ΚΚΕ. 2) Τον διαγράφει από το Κόμμα σαν αντικομματικό φραξιονιστικό αντιδιεθνιστικό, εχθρικό στοιχείο. 3) Η Ολομέλεια σημειώνει πως επειδή πολλές ενέργειες του Ν. Ζαχαριάδη, όπως π.χ. η υπόθεση Γουσόπουλου κλπ., ξεφεύγουν από το χαρακτήρα και τα πλαίσια των συνηθισμένων λαθών, θεωρεί ότι το κομματικό συμφέρον επιβάλλει να γίνει συστηματική και λεπτομερειακή παραπέρα έρευνα από το Κόμμα πάνω σ’ ολόκληρη τη ζωή και τη δράση του Ζαχαριάδη». Ως λόγοι της παραπάνω απόφασης προβλήθηκαν: «Η πολιτική γραμμή που επεξεργάστηκε και επέβαλε στο ΚΚΕ ο Ν. Ζαχαριάδης από το 1945 ήταν αριστερίστικη, σεχταριστική, τυχοδιωκτική. […] οδήγησε σε ήττα το ρωμαλέο ελληνικό δημοκρατικό κίνημα. […] Με τη γνωστή θέση του στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ του 1945 για τον «ελληνικό άξονα», αντικειμενικά δικαίωνε την επέμβαση των άγγλων ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα. […] καλλιεργούσε συστηματικά και επίμονα τον αντισοβιετισμό και αντιδιεθνισμό. […] επέβαλε στο ΚΚΕ ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς. […] με την εγκληματική στάση του στα ζητήματα της παράνομης δουλειάς […] είναι ο κύριος υπεύθυνος για τα χτυπήματα που έδωσε η Ασφάλεια στο ΚΚΕ».

Η καθαίρεση του Ν. Ζαχαριάδη και η διαγραφή του ήταν πράξεις άδικες. Η κατηγορία εναντίον του, για συνεργασία με τον εχθρό ήταν πράξη συκοφαντική, ενώ οι κατηγορίες για καλλιέργεια της προσωπολατρίας και για την εγκαθίδρυση στο ΚΚΕ ανώμαλου εσωκομματικού καθεστώτος αποτελούσαν προπέτασμα καπνού και πρόσχημα για να περάσει στην πλειοψηφία των μελών της ΚΕ και του Κόμματος η δεξιά οπορτουνιστική στροφή.

Τόσο η επιτροπή των έξι ΚΚ, όσο και οι παραπάνω Ολομέλειες της ΚΕ του ΚΚΕ αξιοποίησαν αντιφάσεις της πολιτικής του Κόμματος όταν ήταν Γενικός Γραμματέας ο Ν. Ζαχαριάδης, καθώς και λαθεμένες ενέργειές του, όπως οι άστοχες και άδικες κατηγορίες κατά στελεχών του ΚΚΕ για συνεργασία τους με τον ταξικό αντίπαλο.

Η παραπάνω αποτίμηση του Ν. Ζαχαριάδη ως ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ γίνεται ως στοιχείο κρίσης της ωριμότητας και ικανότητας του ΚΚΕ στην καθοδήγηση της ταξικής πάλης σε ιδιαίτερα οξυμένες συνθήκες. Ωστόσο δεν παραβλέπονται οι αρνητικές επιδράσεις της ιδεολογικής κατάστασης και των πολιτικών επιλογών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ (9-13 Απριλίου 1964) ενέκρινε το πόρισμα της επιτροπής «για την υπόθεση του Νίκου Ζαχαριάδη» σύμφωνα με το οποίο πολλές από τις ενέργειες του Ν. Ζαχαριάδη «δημιουργούν σοβαρότατα ερωτηματικά για το πρόσωπό του σαν ύποπτο, εχθρικό και επικίνδυνο στοιχείο για το Κόμμα και το λαϊκό κίνημα […] οδηγούν αναπόφευκτα σε πράξεις που αντικειμενικά δεν προκαλούν μικρότερη ζημιά στο Κόμμα και στο λαϊκό κίνημα από τις πράξεις πρακτόρων του εχθρού». Το πόρισμα καταλόγιζε στο Ζαχαριάδη και ποινικές ευθύνες.

Τρία χρόνια αργότερα, η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (27-30 Ιουνίου 1967) συζήτησε νέο πόρισμα της Επιτροπής Κομματικού Ελέγχου (ΕΚΕ) και κατέληξε: «Από την εξέταση της υπόθεσης Ζαχαριάδη δεν βγαίνει ότι ο Ν. Ζαχαριάδης είναι πράκτορας του εχθρού». Κρίνεται ως απαράδεκτο το γεγονός ότι, αυτό το πόρισμα, παρότι είχε απαλείψει την κατηγορία του πράκτορα, ωστόσο άφηνε να αιωρείται η υποψία. Ο απαράδεκτος εξορισμός του στο Σοργκούτ, καθώς και όλη η εκεί μεταχείριση από την ηγεσία του ΚΚΣΕ, με τη σύμπραξη και της τότε καθοδήγησης του ΚΚΕ, δεν δικαιολογείται εξαιτίας της λαθεμένης ενέργειας του Ζαχαριάδη να απευθυνθεί στην ελληνική δικαιοσύνη για να δικαστεί.

Το ΚΚΕ επί της ουσίας έχει αποκαταστήσει τον Νίκο Ζαχαριάδη εδώ και πολλά χρόνια (μεταφορά και ταφή της σορού του στην Ελλάδα, δημοσιεύματα κ.ά.). Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ ακυρώνει όλες τις αποφάσεις της 6ης και της 7ης Ολομέλειας (1956 και 1957) σε βάρος του Νίκου Ζαχαριάδη, καθώς και τα πορίσματα του 1964 και του 1967. Αποφασίζει την πλήρη αποκατάστασή του στο ΚΚΕ.

16 Ιούλη 2011

Για την αποκατάσταση του Νίκου Βαβούδη
Νίκος Βαβούδης

Ο Νίκος Βαβούδης, στέλεχος του ΚΚΕ, γεννήθηκε στη Ρωσία. Ο πατέρας του καταγόταν από το Μανταμάδο της Λέσβου και η μάνα του ήταν Ρωσίδα. Μικρός ήρθε στο Μανταμάδο και όταν ενηλικιώθηκε πήγε στον Πειραιά όπου έγινε μέλος του ΚΚΕ και δούλεψε στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Εκλέχτηκε γραμματέας του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου Πειραιά. Αργότερα συνελήφθη και φυλακίσθηκε στις φυλακές της Αίγινας, απ’ όπου δραπέτευσε το 1934.Ο Βαβούδης πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας, ως αξιωματικός του Βαλκανικού Τάγματος «Δημητρώφ» των διεθνών Ταξιαρχιών, στο πλευρό του «Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας».

Μετά την ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας» ο Βαβούδης επέστρεψε στη Σοβιετική Ενωση. Συμμετείχε σε αποστολές στη Γιουγκοσλαβία παίρνοντας μέρος στον αγώνα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Το 1944 ήρθε στην Ελλάδα ως μέλος της σοβιετικής αποστολής που είχε επικεφαλής το συνταγματάρχη Ποπόφ. Παρέμεινε παράνομος στη διάρκεια του αγώνα του ΔΣΕ και μετά τη λήξη του, αναλαμβάνοντας κομματικές αποστολές.

Ο Νίκος Βαβούδης δούλεψε στο μηχανισμό των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα ως ασυρματιστής, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ με την έδρα της ΚΕ που βρισκόταν εκτός Ελλάδας.

Το Νοέμβριο του 1951, δυνάμεις της Ασφάλειας και του στρατού με επικεφαλής τον υπουργό Εσωτερικών Κ. Ρέντη εισέβαλαν στο σπίτι της Λυκούργου 39 στην Καλλιθέα, όπου έμενε η οικογένεια του Νίκου Καλούμενου, παράνομου στελέχους του ΚΚΕ. Εκεί, σε διαμορφωμένη κρύπτη, βρισκόταν και ο Νίκος Βαβούδης. Σύμφωνα με μαρτυρία, αλλά και με δημοσιεύματα στον Τύπο, ο Βαβούδης αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, για να μην πέσει στα χέρια της Ασφάλειας ζωντανός. Προηγουμένως έκαψε έγγραφα που βρίσκονταν στην κρύπτη. Εξέπνευσε την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο Αγία Ολγα της Ν. Ιωνίας, όπως ανακοίνωσε η αστυνομία.

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ κατάγγειλε τον Βαβούδη ως πράκτορα του εχθρού. Μέσω του Ρ/Σ «Ελεύθερη Ελλάδα» υποστήριξε ότι ο Ν. Βαβούδης δε σκοτώθηκε, αλλά φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Τη θέση αυτή στήριξε στο ότι ο Βαβούδης δεν κατέστρεψε τον κρυπτογραφικό κώδικα, αν και κατέστρεψε άλλα χαρτιά. Επίσης κατήγγειλε ότι ήταν ψεύτικος ο ισχυρισμός της αστυνομίας ότι ο Βαβούδης μεταφέρθηκε στη Ν. Ιωνία. Και αυτό γιατί ανάμεσα στην Καλλιθέα και στη Ν. Ιωνία υπήρχαν δεκάδες νοσοκομεία και λογικά η Ασφάλεια, που τον ήθελε ζωντανό για να τον ανακρίνει και να τον δικάσει, έπρεπε να τον μεταφέρει στο πλησιέστερο.

Η κατηγορία κατά του Ν. Βαβούδη δεν τεκμηριώνεται σε αποφάσεις ή άλλα κομματικά ντοκουμέντα. Στην καθοδήγηση του ΚΚΕ υπήρχε πολύ θετική εκτίμηση για το Βαβούδη, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ (Οκτώβριος 1950) να εξετάσει σε επόμενη Ολομέλεια το ενδεχόμενο πρόσληψης στην ΚΕ του Ν. Βαβούδη – μαζί και με άλλα στελέχη του Κόμματος – ως αναπληρωματικό μέλος της.

Στη διαμόρφωση λαθεμένης εκτίμησης για το Ν. Βαβούδη – καθώς και για άλλα στελέχη του Κόμματος που δούλευαν στον παράνομο μηχανισμό – εκτός από λαθεμένες εκτιμήσεις για γεγονότα συνέβαλαν και γνώμες στελεχών του Κόμματος που βρίσκονταν στην Ελλάδα.

Μετά την 6η Ολομέλεια της ΚΕ και την καθαίρεση του Ν. Ζαχαριάδη, η λαθεμένη εκτίμηση του ΠΓ για το Ν. Βαβούδη αποδόθηκε στο λεγόμενο «ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς», στην «έξαλλη πολιτική» της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η λαθεμένη εκτίμηση για το Νίκο Βαβούδη διαμορφώθηκε μέσα σε ένα κλίμα όπου:

  • Η αντιπαράθεση με τον ταξικό εχθρό ειδικά σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, η πείρα από προσπάθειες διείσδυσης του ταξικού αντιπάλου σε κρίκους της οργανωτικής δομής του ΚΚΕ, απαιτούσε αίσθημα αυξημένης επαγρύπνησης και περιφρούρησης από τα στελέχη του Κόμματος.
  • Η διαπάλη στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα με οπορτουνιστικές τάσεις συνδέθηκε και με προσπάθειες ανάπτυξης αντεπαναστατικής δραστηριότητας από δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, γεγονός που ενισχύθηκε από το ρόλο και τη στάση του Τίτο και της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας.
  • Η πολιτική καχυποψία τροφοδοτούνταν και από προβοκατόρικες φήμες που διέδιδε η ίδια η Ασφάλεια και κατασκευασμένα σενάρια, με σκοπό να σπείρει σύγχυση και αμφιβολίες για στελέχη του Κόμματος. Αυτό το κλίμα επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι η Ασφάλεια δεν έδωσε τη σορό του Νικου Βαβούδη, ούτε έγινε γνωστό το μέρος της ταφής του.

Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (18-24 Φεβρουαρίου 1957) ανέθεσε σε κομματική επιτροπή την εξέταση της υπόθεσης Βαβούδη, η οποία εκτίμησε την ανάγκη αποκατάστασής του.

Το 1958, το ΠΓ διαμόρφωσε σχέδιο απόφασης προς την 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ για την αποκατάσταση του Ν. Βαβούδη και άλλων στελεχών. Το σχέδιο απόφασης υπογράμμιζε όσον αφορά το Ν. Βαβούδη:

«Ολη η ιστορία του Νίκου Βαβούδη και όλα τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι ο Βαβούδης ήταν από τους πιο αφοσιωμένους αγωνιστές. Τη ζωή του την διακινδύνεψε πολλές φορές και πάντοτε με την ψυχραιμία και τη σεμνότητα που διακρίνει τους ήρωες […] Η VIII ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ αποκαθιστά την τιμή του Νίκου Βαβούδη που οι εχθροί του ΚΚΕ προσπάθησαν να συκοφαντήσουν»*.

Από τα πρακτικά της 8ης Ολομέλειας, αλλά και της 9ης επίσης το 1958, δεν φαίνεται να συζητήθηκε το θέμα, ωστόσο στο περιοδικό «Νέος Κόσμος» (Μάρτιος 1962) δημοσιεύτηκε άρθρο μέλους του τότε ΠΓ, το οποίο ανέφερε:

«Η ΚΕ ακύρωσε αποφάσεις της παλιάς καθοδήγησης για διαγραφή ή καθαίρεση μελών της ΚΕ, που αποδείχτηκαν αβάσιμες και αδικαιολόγητες. Ταυτόχρονα αποκατέστησε τη μνήμη των συντρόφων […] Ν. Βαβούδη […] κ.ά.».

Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρξε επίσημη αποκατάσταση του Ν. Βαβούδη και η απαράδεκτη εκκρεμότητα παρέμεινε επί δεκαετίες.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αναγνωρίζει την ηρωική ιστορία του Ν. Βαβούδη στο ΚΚΕ και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και αποφασίζει την πλήρη αποκατάστασή του.

16 Ιούλη 2011

* Αρχείο ΚΚΕ – έγγραφο 115906, Σχέδιο εισήγησης στην 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ για την αποκατάσταση μελών της ΚΕ, 1/1958, Εκθεση, για το θέμα, προς ΚΕ του ΚΚΕ.

Για την πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα)
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ

Ο Αρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία. Το 1922 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και το 1925 μέλος του ΚΚΕ. Ως στρατιώτης οδηγήθηκε στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου. Μετά την απόλυσή του ανταποκρίθηκε σε διάφορες κομματικές χρεώσεις και διώχθηκε κατά καιρούς από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά εξορίστηκε στη Γαύδο και φυλακίστηκε στην Αίγινα (1938). Το 1939 μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα. Υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποφυλακίστηκε. Στη διάρκεια της Κατοχής βρέθηκε στην Αθήνα, όπου τον Ιούλιο 1941 συνδέθηκε με την ΚΕ, η οποία τον αποκατέστησε στο Κόμμα. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους του ανέθεσε να συγκροτήσει αντάρτικο στρατό. Αυτό το καθήκον ο Αρης το έφερε σε πέρας με τον καλύτερο τρόπο. Τον Μάη 1943 με τη δημιουργία του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ ανέλαβε καπετάνιος του.Ο Αρης Βελουχιώτης αντιτάχθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας και τη χαρακτήρισε λαθεμένη. Στο διάστημα Φεβρουάριος – Απρίλιος 1945 ανέλαβε με δική του ευθύνη πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση νέου αντάρτικου στρατού, παρά την αντίθετη απόφαση του ΚΚΕ.

Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (Απρίλιος 1945) διέγραψε τον Αρη και τον αποκήρυξε, δίχως να δώσει την απόφαση στη δημοσιότητα.

Στις 16 Ιουνίου 1945, την ημέρα που ο Αρης αυτοκτόνησε περικυκλωμένος από τον αστικό στρατό, στον «Ριζοσπάστη» δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση του ΠΓ που κατήγγειλε τον Βελουχιώτη, κάνοντας αναφορά και στην απόφαση της 11ης Ολομέλειας. Τρεις μέρες μετά την αυτοκτονία του, στις 19 Ιουνίου 1945, ο «Ριζοσπάστης» σε άρθρο με τίτλο «ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» έγραψε για τον Αρη: «Ο τόσο τραγικός θάνατος του Αρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες, αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Γιατί ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, θέση που αντικειμενικά εξυπηρετούσε την αντίδραση, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ξεχνάει κανείς ότι ο Αρης Βελουχιώτης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της Αντίστασης και από τους πρωταθλητές στην οργάνωση του αντάρτικου κινήματος…».

Μετά το θάνατο του Αρη και μέχρι την 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1950) το ΚΚΕ δεν είχε τοποθετηθεί εναντίον της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την αποκαλούσε «αναγκαίο ελιγμό».

Το Μάρτιο του 1962 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέος Κόσμος» άρθρο μέλους του τότε ΠΓ, στο οποίο γινόταν λόγος για αποκατάσταση σειράς στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσά τους και του Αρη. Το άρθρο ανέφερε:

«Η ΚΕ ακύρωσε αποφάσεις της παλιάς καθοδήγησης για διαγραφή ή καθαίρεση μελών της ΚΕ, που αποδείχτηκαν αβάσιμες και αδικαιολόγητες. Ταυτόχρονα αποκατέστησε τη μνήμη των συντρόφων […] Αρη Βελουχιώτη […] κ.ά.».

Σχετική απόφαση δεν έχει βρεθεί στο Αρχείο του ΚΚΕ.

Γενικότερα, από την αρχή της δεκαετίας του 1960 και περισσότερο μετά το παραπάνω δημοσίευμα, εκ μέρους του Κόμματος υπήρξαν πράξεις πολιτικής αποκατάστασης του Αρη, που ουσιαστικά απέρριπταν τις κατηγορίες σε βάρος του ως προβοκάτορα κ.ά.

Αυτό αποτυπώνεται και στον Α’ τόμο Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, που γράφει:

«Ο Αρης ζυμωμένος και ατσαλωμένος στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα αναδείχτηκε με την ηρωική δράση του, σε ατρόμητο πολεμιστή και σε γνήσιο λαϊκό ηγέτη. Η τραγική θυσία του συγκίνησε βαθιά τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και όλους τους πατριώτες»*.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Παράλληλα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δε δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας.

Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν.

16 Ιούλη 2011».

* 2 Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, Α’ τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 517.

Βλέπε επίσης:

Ομιλία της Γ.Γ. του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα στην εκδήλωση για την Αποκατάσταση του Νίκου Ζαχαριάδη

Η ανάπτυξη και δράση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ)

Τμήμα του Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αρκαδίας

 

«Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα,

το δίκιο και τη λευτεριά,

σ’ ακροβουνό και σε κοιλάδα,

πέτα πολέμα με καρδιά. Ω, ΕΛΑΣ!»

(από τον ύμνο του ΕΛΑΣ)

Στις 2 του Μάη 1943, συντελέστηκε ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας για το αντάρτικο κίνημα της Ελλάδας. Ηταν η ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου του Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, γεγονός που μετέτρεψε τον ΕΛΑΣ από αντάρτικη δύναμη σε στρατό ικανό ν’ απελευθερώσει τη χώρα. Βρισκόμαστε στο μέσο της χιτλερικής κατοχής και το αντάρτικο, με απόλυτα κυρίαρχη δύναμη τον ΕΛΑΣ, είχε ήδη φουντώσει απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Χιλιάδες νέοι και μεγαλύτεροι κατατάσσονται στην ψυχή του κινήματος.

Η ώρα της απελευθέρωσης φαίνεται πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι πριν λίγους μήνες. Την ίδια περίοδο, σε παγκόσμιο επίπεδο, η πλάστιγγα γέρνει αποφασιστικά υπέρ των Συμμαχικών Δυνάμεων. Η μεγαλειώδης νίκη του σοβιετικού λαού και του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ σηματοδοτεί αυτήν ακριβώς την εξέλιξη. Το αίμα που χύθηκε στα ερείπια, δίπλα στο Βόλγα, δεν πήγε χαμένο. Μεταγγίστηκε στους σκλαβωμένους λαούς όλης της Ευρώπης. Ο Αξονας ηττήθηκε. Και εδώ, στην Ελλάδα, ο αγώνας εντάθηκε, με τους αγωνιστές για τη λευτεριά του λαού να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πάλης.

Στέφανος Σαράφης, Αρης Βελουχιώτης

 

Πώς, όμως, φτάσαμε στην ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου; Πώς είχε εξελιχθεί ο αντάρτικος αγώνας μέχρι τότε; Ποιες ήταν οι στρατιωτικές επιτυχίες και ποια ώθηση έδωσε στον αγώνα από την ίδρυσή του κι έπειτα; Ποιες πολιτικές και στρατιωτικές ανάγκες οδήγησαν στη δημιουργία του Στρατηγείου; Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.

Η ίδρυση του ΕΑΜ

Στις 27 του Σεπτέμβρη 1941, και όταν πια είχαν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια αναμονής κι είχε γίνει φανερό πως τα αστικά πολιτικά κόμματα δεν είχαν καμιά διάθεση να συνεργαστούν για την οργάνωση και ανάπτυξη ενός μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος – αντιθέτως, οι ηγέτες των αστικών κομμάτων είτε συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, είτε έφυγαν στη Μέση Ανατολή – τα μέχρι εκείνη τη στιγμή συνεργαζόμενα κόμματα προχώρησαν στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του ηρωικού ΕΑΜ. Τα κόμματα που αποτελούσαν το συνασπισμό ήταν το ΚΚΕ, το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας, η Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας. Το γεγονός αυτό, της ίδρυσης, δηλαδή, του ΕΑΜ, αποτέλεσε τομή για την ιστορία της πατρίδας μας, ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.

Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ

 

Το ΕΑΜ συνένωσε στις γραμμές του όλες τις λαϊκές οργανώσεις, είτε αυτές ήταν εθνικοαπελευθερωτικές, είτε επαγγελματικές. Η δημιουργία του Εργατικού ΕΑΜ, που προηγήθηκε της ίδρυσης του ΕΑΜ (η εργατική τάξη πρωτοπόρησε και εδώ), της Πανυπαλληλικής Επιτροπής, κλπ., έπαιξε σημαντικό ρόλο στην παραπέρα προώθηση του έργου του ΕΑΜ. Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού συσπειρώθηκε γύρω απ’ το ΕΑΜ στον τιτάνιο αγώνα της απελευθέρωσης της χώρας από τους ιμπεριαλιστές κατακτητές. Οι Οργανώσεις του ΕΑΜ έγιναν σχολείο δημοκρατικής – αγωνιστικής διαπαιδαγώγησης εκατοντάδων χιλιάδων πατριωτών. Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία ο λαός πήρε στα χέρια του την υπόθεση της λευτεριάς και της προκοπής του και εκφράστηκε αυτό με το έπος της Αντίστασης, όπως και στη συνέχεια με τον αντιιμπεριαλιστικό – διεθνιστικό αγώνα του ΔΣΕ, κορυφαία στιγμή της πάλης του λαϊκού επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα.

Το Στρατιωτικό Κέντρο Αντίστασης

Αμέσως μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, με απόφαση και της ηγεσίας του ΚΚΕ, συγκροτήθηκε στις αρχές Οκτώβρη 1941, στην Αθήνα, το Στρατιωτικό Κέντρο Αντίστασης (ΣΚΑ), με επικεφαλής τους κομμουνιστές μόνιμους αξιωματικούς Ν. Παπασταματιάδη και Θ. Μακρίδη. Το ΣΚΑ ανέλαβε να μελετήσει τα προβλήματα, σχετικά με την οργάνωση και τη διεξαγωγή της ένοπλης αντίστασης, καθώς και να συντονίσει όλες τις προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο στη δημιουργία και στο ρόλο του ΣΚΑ, μιας κι αυτό αποτέλεσε τον πρόδρομο – αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε έτσι – του ΕΛΑΣ.

Ηδη η Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή του ΕΑΜ, με διάγγελμα στις 10 του Οκτώβρη του 1941, προσανατόλιζε το λαό προς την ένοπλη αντίσταση προβάλλοντας σαν παράδειγμα τις πρώτες σοβαρές εκδηλώσεις ένοπλης πάλης που είχαν σημειωθεί σε Κρήτη, Μακεδονία και Θράκη.

Στιγμιότυπο από μάχη του ΕΛΑΣ

Στο κύριο άρθρο του πρώτου τεύχους της «Λαϊκής Επιθεώρησης», θεωρητικού οργάνου του ΚΚΕ, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του ’41, υπογραμμιζόταν: «Πρέπει να βάλουμε γερά οργανωτικά θεμέλια σε όλη την Ελλάδα, να ετοιμάσουμε τα μαχητικά μας τμήματα για την άμεση δράση, για τον παρτιζάνικο πόλεμο, για το πανεθνικό σαμποτάζ του ξένου φασισμού»1.

Τον Οκτώβρη – Νοέμβρη του 1941, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ έστειλε τον Θανάση Κλάρα (σ.σ.: πρόκειται για τον Αρη Βελουχιώτη) στην περιοχή της Ρούμελης για να μελετήσει την κατάσταση και τις δυνατότητες για την οργάνωση ένοπλου αγώνα. Οταν το Δεκέμβρη ο Θ. Κλάρας επέστρεψε στην Αθήνα, υπέβαλε έκθεση με τις διαπιστώσεις και τις προτάσεις του για την οργάνωση αντάρτικου κινήματος στη Ρούμελη. Η έκθεση εγκρίθηκε από την ΚΕ του ΚΚΕ.

Να σημειωθεί πως, στο μεταξύ, σε διάφορες περιοχές της χώρας, είχαν ήδη εμφανιστεί ένοπλες ομάδες. Για παράδειγμα, το Δεκέμβρη του ’41, στον Παρνασσό, εμφανίστηκε 10μελής ένοπλη αντάρτικη ομάδα μ’ επικεφαλής καταδιωκόμενους κομμουνιστές του χωριού Χρισσό Αμφισσας. Στην περιοχή της Αρτας, ιδρύθηκε η μυστική στρατιωτική οργάνωση «ΕΛΛΑΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» από νέους αξιωματικούς.

Η ίδρυση και η αποστολή του ΕΛΑΣ
 

Η 8η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που συνήλθε το πρώτο 10ήμερο του Γενάρη του 1942, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την οργάνωση του ανταρτοπόλεμου. Επίσης, διατυπώνονταν οι άμεσοι και απώτεροι σκοποί του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Παράλληλα, τονιζόταν: «Ο εθνικοαπελευθερωτικός ανταρτοπόλεμος έχει πρωτεύουσα σημασία για την απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Οι κομμουνιστές πρέπει να οργανώσουν, να μαζικοποιήσουν και να επεκτείνουν το αντάρτικο κίνημα στην ύπαιθρο, να περιφρουρήσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό του χαρακτήρα».

Αντάρτες του ΕΛΑΣ, με το φλάμπουρο του ΚΚΕ ν’ ανεμίζει

Μέσα στο Γενάρη του 1942, οι Κεντρικές Επιτροπές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ συμφώνησαν να κάνουν επίσημα γνωστή την απόφασή τους για τη δημιουργία του νέου στρατού της Εθνικής Αντίστασης. Το όνομά του έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα στην Ιστορία του τόπου: Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ).

Ο Αρης Βελουχιώτης στάλθηκε οριστικά στο βουνό για ν’ αρχίσει την οργάνωση του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη.

Στις 16 του Φλεβάρη 1942, κυκλοφόρησε πλατιά η Ιδρυτική Προκήρυξη του ΕΛΑΣ. Σ’ αυτή διατυπώνονταν οι σκοποί του λαϊκού στρατού, που ήταν: 1) Αγώνας για την απελευθέρωση της χώρας από τους ξένους κατακτητές, 2) περιφρούρηση των κατακτήσεων του λαού και των ελευθεριών του εναντίον κάθε επιβουλής και 3) εξασφάλιση της τάξης μέχρι τη διεξαγωγή εκλογών, ώστε ο λαός να μπορεί να εκφράσει πραγματικά ελεύθερα τη θέλησή του2.

 

Ο ΕΛΑΣ έπρεπε να γίνει λαϊκός απελευθερωτικός στρατός, το ένοπλο τμήμα του λαού, υπερασπιστής της ζωής και της περιουσίας του, ικανός ν’ απελευθερώσει τη χώρα από τους κατακτητές. Η τακτική του ΕΛΑΣ προέβλεπε την όσο το δυνατό πιο συντονισμένη διεξαγωγή του ανταρτοπόλεμου και τη βαθμιαία ανάπτυξή του σε παλλαϊκό πόλεμο κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους. Τη συνεχή απασχόληση και φθορά του εχθρού. Τη διεύρυνση των ελεύθερων περιοχών και τη μετατροπή τους σε σταθερότερες βάσεις εξόρμησης του ΕΛΑΣ, με στόχο τη μεταφορά του πολέμου όλο και πιο κοντά στα κύρια αστικά κέντρα και τις βασικές συγκοινωνιακές αρτηρίες του εχθρού3.

Πορεία ανταρτών του ΕΛΑΣ στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας

Από τις 15 του Μάη 1942, ο Αρης Βελουχιώτης άρχισε να οργανώνει ομάδες του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη με πρώτο πυρήνα τις ενωμένες ανταρτοομάδες Δομοκού και Πύργου Φθιώτιδας. Ηδη, όπως είδαμε, τέτοιες ομάδες είχαν αρχίσει να σχηματίζονται και μια απ’ τις πρώτες περιοχές όπου βγήκαν αντάρτες ήταν στην κορυφή Μπουχέτσι. Με την αύξηση της δύναμης των ανταρτοομάδων, αρκετές από αυτές μετατράπηκαν σε συγκροτήματα με 30 – 100 μαχητές το καθένα. Δημιουργήθηκαν υπαρχηγεία και στη συνέχεια αρχηγεία ανά ορεινό όγκο, με αποστολή να συντονίζουν τη δράση, να καθοδηγούν τα συγκροτήματα και τις ανταρτοομάδες του ΕΛΑΣ. Παράλληλα, δημιουργήθηκε Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη και Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία.

 

Αναπτύχθηκε η οργάνωση ομάδων του ΕΛΑΣ στις πόλεις και σε πολλά χωριά. Σημαντική άνοδο σημείωσε ο ΕΛΑΣ Αθήνας – Πειραιά. Στους 7 υποτομείς, στους οποίους είχαν χωριστεί οι δύο πόλεις, συγκροτήθηκαν 2 – 4 λόχοι στον καθένα. Στα τέλη του 1942, σε κάθε υποτομέα είχε συγκροτηθεί κι από ένα τάγμα. Η δύναμη του ΕΛΑΣ σε Αθήνα – Πειραιά ξεπερνούσε, τώρα, τους 1.600 μαχητές. Την ίδια περίοδο η δύναμη του μόνιμου κι εφεδρικού ΕΛΑΣ, σ’ όλη την Ελλάδα, πλησίαζε τους 6.000 μαχητές, απ’ τους οποίους οι 3.500 ανήκαν στο μόνιμο.

Πρώτες επιτυχίες

Μέχρι το Φθινόπωρο του 1942, η δράση του ΕΛΑΣ, λόγω της πυκνής εχθρικής κατοχής και της μικρής του δύναμης, ήταν περιορισμένη. Ωστόσο, από το Σεπτέμβρη του ’42, περνά σε εντονότερη δράση, εναντίον των στρατευμάτων κατοχής. Στη Ρικά, στο Κρίκελο, στη σιδηροδρομική γέφυρα Αξιού, στο χωριό Χρύσω, στο Μεταλλείο Πηγής, στο Μικρό Χωριό, δόθηκαν γερά χτυπήματα.

Αντάρτες του ΕΛΑΣ σε διάταξη ενέδρας

Στην ιστορία, όμως, έμεινε η μεγάλη επιτυχία του ελληνικού αντάρτικου κινήματος, που πραγματοποιήθηκε χάρη στον ΕΛΑΣ. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, τη νύχτα της 25ης προς 26 Νοέμβρη. Στην επιχείρηση, συμμετείχαν 150 αντάρτες του ΕΛΑΣ, μ’ επικεφαλής τον Αρη Βελουχιώτη, 60 αντάρτες του ΕΔΕΣ, μ’ επικεφαλής το συνταγματάρχη Ζέρβα και 12 Αγγλοι σαμποτέρ, οι οποίοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά της ιταλικής φρουράς που προστάτευε τη μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοπόταμου, κοντά στη Λαμία. Αφού εξουδετέρωσαν τη φρουρά, ανατίναξαν τη γέφυρα.

Η νίκη στο Στάλινγκραντ και οι επιπτώσεις της
 

Στις 19 Νοέμβρη 1942, ο Κόκκινος Στρατός, αφού μετά από σκληρές αμυντικές μάχες εξάντλησε τις επίλεκτες μεραρχίες των χιτλερικών και προκάλεσε δυσαναπλήρωτες απώλειες σε έμψυχο υλικό και πολεμικά μέσα, πέρασε σε αντεπίθεση βορειοδυτικά και νότια του Στάλινγκραντ. Στις 23 Νοέμβρη, τα Σοβιετικά στρατεύματα ενώθηκαν στην περιοχή του Καλάτς, ολοκληρώνοντας την κύκλωση 330 χιλιάδων στρατιωτών του γερμανικού και φασιστικού στρατού. Στις 2 Φλεβάρη 1943, η μάχη του Στάλινγκραντ τελειώνει με τη συντριβή των κυκλωμένων μεραρχιών του Αξονα. Σε όλη αυτή τη διάρκεια της μάχης του Στάλινγκραντ, ο εχθρός είχε απώλειες πάνω από 800 χιλιάδες άντρες. Στη διάρκεια της μάχης, ο φασιστικός συνασπισμός έχασε πάνω από το 1/4 των δυνάμεων που δρούσαν στο Ανατολικό Μέτωπο.

Σε αναγνώριση εδάφους

Η μεγαλειώδης νίκη του Σοβιετικού Στρατού στο Στάλινγκραντ, οι κατοπινές νίκες του στο Ανατολικό Μέτωπο – με κυριότερη αυτή του Κουρσκ, τον Ιούλη και Αύγουστο του 1943, που οριστικά έγειρε την πλάστιγγα της στρατιωτικής πρωτοβουλίας στον Κόκκινο Στρατό – σε συνδυασμό με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβρη του 1943, άσκησαν ευνοϊκότατη επίδραση στην άνοδο του απελευθερωτικού κινήματος και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα, δε, στην ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. Συνολικά, το κίνημα στην Ελλάδα, πέρασε σε μια καινούρια, ανώτερη, φάση.

Ενταση της δράσης του ΕΛΑΣ
 

Από τις αρχές του 1943, το ένοπλο κίνημα, ο ΕΛΑΣ, αναπτύσσεται ραγδαία. Στη Στερεά Ελλάδα, στη Θεσσαλία, στην Ηπειρο, στη Μακεδονία, στην Πελοπόννησο, στη Θράκη και στα νησιά, χιλιάδες είναι αυτοί που στρατολογούνται και πυκνώνουν τις γραμμές του λαϊκού στρατού. Από το Δεκέμβρη του 1942, μέχρι και το Μάη του 1943 – οπότε ιδρύεται το Γενικό Στρατηγείο – ο ΕΛΑΣ τριπλασιάζει τις δυνάμεις του. Ξεπερνά τους 12.000 μόνιμους αντάρτες.

Αντάρτες του ΕΛΑΣ στο Βελούχι

Η ανάπτυξη αυτή πραγματοποιείται ύστερα από σκληρές μάχες κατά των φασιστών κατακτητών. Οι επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών επεκτείνονται σε όλη τη χώρα. Οι αντάρτικες ομάδες καταφέρνουν αρκετά σοβαρά χτυπήματα, που είχαν σαν αποτέλεσμα τη διαρκή φθορά τους. Επιπλέον, σε σύντομο χρονικό διάστημα επεκτείνονται οι ελεύθερες περιοχές της χώρας. Μια απ’ τις σημαντικότερες μάχες είναι αυτή του Μπουγαζιού – Φαρδύκαμπου, που κράτησε τρεις μέρες, από τις 4 – 6 Μάρτη του 1943. Μετά τη μάχη, στις 12 Μάρτη, οι Ιταλοί κατακτητές, εγκαταλείπουν την Καρδίτσα και στις 24 του ίδιου μήνα, τα Γρεβενά. Και στις δύο πόλεις οι κάτοικοι, με την καθοδήγηση των οργανώσεων του ΕΑΜ, εξέλεξαν όργανα λαϊκής εξουσίας. Αλλες σπουδαίες μάχες, εκείνη την περίοδο, ήταν στο Σνίχοβο και στην Οξύνεια (Μερίτσα).

Τους πρώτους μήνες του 1943, το αντάρτικο κίνημα αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε σ’ όλες τις περιοχές της χώρας. Από την αρχή του ένοπλου αγώνα – αν υπολογισθούν και τα αποτελέσματα της δράσης των προελασίτικων ΕΑΜικών δυνάμεων – μέχρι και την ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου, τα αποτελέσματα της δράσης είχαν ως εξής: Εδωσε 53 μάχες, συμπλοκές και σαμποτάζ, στις οποίες οι κατακτητές είχαν απώλειες, 900 περίπου νεκρούς, 500 τραυματίες, 950 αιχμαλώτους.

 

Ενδεικτική της δράσης του ΕΛΑΣ, είναι η έκθεση της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών και αντικατασκοπίας, στις 9 Απρίλη 1943, όπου, ανάμεσα στα άλλα, τονιζόταν: «Η ανατίναξις της γέφυρας του Γοργοποτάμου την 25 Νοεμβρίου 1942 υπήρξεν απαρχή αμέσων επιθέσεων των συμμοριών, εν συναρτήσει προς πύκνωσιν των σαμποτάζ εις βάρος των συγκοινωνιών. Η κεντρική αρτηρία Θεσσαλονίκης – Λαμίας ηχρηστεύθη εξ φοράς διαρκούντος του Μαρτίου του 1943. Τα γεγονότα αυτά διαφωτίζουν κατά τρόπον αναντίρρητον τον κίνδυνον εκ της δράσεως των ανταρτών διά τας προμηθείας μας και διά τον υποκείμενον εύκολον εις επιθέσεις ανεφοδιασμόν μας».4

Η ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου

Στις 2 Μάη 1943, συντελέστηκε, όπως είδαμε, ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας για το αντάρτικο κίνημα. Με απόφαση που πήραν σε κοινή σύσκεψη η ΚΕ του ΕΑΜ και η ΚΕ του ΕΛΑΣ, ιδρύθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, με στρατιωτικό αρχηγό το συνταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού, Στέφανο Σαράφη.

Εδώ, θα ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση, για να μιλήσουμε λίγο για τον Στ. Σαράφη. Είχε βγει στο βουνό το Φλεβάρη του 1943 για να οργανώσει ανεξάρτητο αντάρτικο τμήμα στη Θεσσαλία. Γρήγορα, όμως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια κίνηση ήταν λάθος και κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ, σημειώνοντας, όπως ο ίδιος γράφει, ότι το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ «ήταν μια οργάνωση πανελλαδική, αγαπητή στο λαό, με τεράστια δύναμη».

Η προσχώρηση του Σαράφη στον ΕΛΑΣ, δεν είχε μόνο σοβαρή στρατιωτική αλλά και πολιτική σημασία. Εξέφραζε τις διαθέσεις πλατύτερων κύκλων αξιωματικών, οι οποίοι θεωρούσαν το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, μεγάλη πατριωτική οργάνωση, που αγωνιζόταν με συνέπεια για την απελευθέρωση της χώρας και τη δημοκρατική λύση των εσωτερικών προβλημάτων. Αυτό, σύντομα εκδηλώθηκε, με την προσχώρηση μόνιμων αξιωματικών.

Με την ίδρυση του Γενικού Στρατηγείου, ο Λαϊκός Στρατός απέκτησε την κεντρική εκείνη διοίκηση, που του εξασφάλιζε έγκυρη, ενιαία και συντονισμένη καθοδήγηση και διεύθυνση. Το Γενικό Στρατηγείο, αποτελούνταν από τους: συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, στρατιωτικό διοικητή, Αρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα), καπετάνιο και Ανδρέα Τζήμα, αντιπρόσωπο του ΕΑΜ. Το Γενικό Στρατηγείο και η ΚΕ του ΕΛΑΣ βοήθησαν στην αύξηση της δύναμης του λαϊκού στρατού και στο συντονισμό της δράσης των τμημάτων του ΕΛΑΣ με βάση ένα ενιαίο σχέδιο. Εδρα του, ήταν το Περτούλι.

Το Γενικό Στρατηγείο προώθησε το ζήτημα της στελέχωσης του ΕΛΑΣ με μόνιμους και έφεδρους αξιωματικούς του αστικού στρατού και με σειρά στελέχη που αναδείχθηκαν στη σκληρή πάλη κατά των φασιστών κατακτητών. Στη λύση αυτού του προβλήματος συνέβαλε και η ίδρυση από το Γενικό Στρατηγείο, τον Αύγουστο του 1943, της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, στη Ρεντίνα, που έδωσε στα τμήματα του λαϊκού στρατού, συνολικά 1.269 νέους ανθυπολοχαγούς. Επίσης, το ΓΣ του ΕΛΑΣ προετοίμασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα στοιχειώδες πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης των ανδρών του.

Ενα απ’ τα σοβαρότερα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του το ΓΣ του ΕΛΑΣ ήταν το ξεκαθάρισμα των ορεινών όγκων από μεμονωμένες εχθρικές εστίες και η διεύρυνση των ελεύθερων περιοχών. Αυτό προϋπόθετε ένταση της επιθετικής δράσης των τμημάτων του κατά των μικρών εχθρικών φρουρών που εγκατεστημένες στον κορμό της Πίνδου και στις συνεχόμενες μ’ αυτόν ορεινές περιοχές, καθώς και εναντίον των αρτηριών ανεφοδιασμού και επικοινωνίας του εχθρού.

Να σημειωθεί, σε αυτό το σημείο, πως ο ΕΛΑΣ εφάρμοζε την τακτική υποχωρητικών ελιγμών, όταν ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν σε βάρος του και των επιθετικών επιχειρήσεων, όταν εξασφάλιζε υπεροχή δυνάμεων ή διέθετε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι περιπτώσεις που εχθρικά τμήματα χτύπησαν στο κενό, ενώ ήταν σίγουρο πως κρατούσαν στα χέρια τους, αντάρτες του ΕΛΑΣ.5

Η αναδιοργάνωση του ΕΛΑΣ

Οταν το Γενικό Στρατηγείο άρχισε να λειτουργεί κανονικά, κατέβαλε συστηματική εργασία για την όσο το δυνατόν καλύτερη οργάνωση του ΕΛΑΣ. Το ΓΣ συμπλήρωσε τις διοικήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ σ’ όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συγκρότησε – όπως ήδη σημειώσαμε – Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, που άρχισε να λειτουργεί από την 1 Αυγούστου του 1943. Διέταξε να συγκροτηθούν Σχολές Υπαξιωματικών στα Γενικά Αρχηγεία ή Στρατηγεία του ΕΛΑΣ των διαφόρων περιοχών. Επίσης, συγκροτήθηκαν Τμήμα Μηχανικού, Τμήμα Διαβιβάσεων, Υπηρεσία Επιμελητείας, Υγειονομική Υπηρεσία. Καθόρισε την εισφορά των κατοίκων για τη διατροφή του Λαϊκού Στρατού. Προχώρησε στη συγκρότηση τακτικών στρατοδικείων, καθώς και στη συμπλήρωση του τηλεφωνικού δικτύου και του δικτύου ασυρμάτων.

Το ΓΣ συγκρότησε επίσης Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, που συνήλθε στα τέλη του Ιούλη 1943, στην έδρα του και πήρε απόφαση να συγκροτηθεί ο ΕΛΑΣ «κατά το σύστημα του τακτικού στρατού με σύνθεση ελαφρή και ευκίνητη». Κανόνισε τα ζητήματα της διοίκησης σ’ όλη την ιεραρχία του ΕΛΑΣ και άλλα ζητήματα και οι αποφάσεις του υποβλήθηκαν αμέσως για έγκριση στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ.

Με βάση τις προτάσεις του Γενικού Στρατηγείου και του Στρατιωτικού Συμβουλίου, η ΚΕ του ΕΛΑΣ εξέδωσε στις 16 Ιούνη 1943 την παρακάτω διαταγή για την αναδιοργάνωση του ΕΛΑΣ:

«ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ (Ε.Λ.Α.Σ.)

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΓΡΑΦΕΙΑ Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

Αριθ. Πρωτ. 2.

ΔΙΑΤΑΓΗ

Ι. Αι δυνατές και πιθανές εξελίξεις των πολεμικών επιχειρήσεων στα θέατρα πολέμου δίδουν στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ τη δυνατότητα να επιζητήσει την ανάληψη στο κοντινό μέλλον (Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος) επιθετικών ενεργειών με περιορισμένο αντικειμενικό σκοπό προς σημεία κατεχόμενα από τις ένοπλες δυνάμεις του κατακτητή μόνιμες μεν, αλλά με περιορισμένες σχετικά δυνάμεις.

ΙΙ. Είναι λοιπόν ύστερα απ’ αυτό απαραίτητο:

Α΄ Η διοικητική που υπάρχει σήμερα διάρθρωση των ανταρτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ να προσαρμοστεί, όσον είναι δυνατό ταχύτερα και προσφορότερα, σε εκείνη του τακτικού στρατού, πάνω στην ακόλουθη βάση αντιστοιχίας:

Γενικό Αρχηγείο με Μεραρχία Πεζικού. Συγκρότημα Ευρείας Περιφέρειας με Σύνταγμα Πεζικού. Επαρχιακό Συγκρότημα με Τάγμα Πεζικού. Τοπικό Συγκρότημα με Λόχο Πεζικού. Αντάρτικη Ομάδα με Διμοιρία Πεζικού…».

Με βάση τη διαταγή αυτή το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εξέδωσε την υπ’ αριθ. 43 (4/8/1943) Διαταγή του, με την οποία καθόριζε ότι από τις 21 Αυγούστου 1943 τα τμήματα του ΕΛΑΣ θα έπαιρναν διάρθρωση τακτικού στρατού.

Ετσι, το Στρατηγείο Θεσσαλίας μετονομάστηκε Ι Μεραρχία με τα Συντάγματα 4, 5 και 1/38. Το Γενικό Αρχηγείο Ηπείρου σε VIII Μεραρχία με τα Συντάγματα 85, 15, 3/40 και 24. Το Στρατηγείο Δυτικής Μακεδονίας σε IX Μεραρχία με τα Συντάγματα 27, 28 και 53, με προοπτική η μεραρχία αυτή να προπαρασκευάσει τη συγκρότηση αργότερα και της Χ Μεραρχίας. Το Αρχηγείο Στερεάς σε XIII Μεραρχία με τα Συντάγματα 34, 2/39, 36 και 42. Το Αρχηγείο Πελοποννήσου σε ΙΙΙ Μεραρχία, που υπαγόταν απ’ ευθείας στις διαταγές της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Οργανώθηκε επίσης, οριστικά, η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ.

Ολες οι μονάδες διοικούνταν από τριμελή επιτροπή: Στρατιωτικό αρχηγό, καπετάνιο και εκπρόσωπο του ΕΑΜ. Με τη διαταγή αυτή καταργούνταν τα ανταρτοδικεία, συγκροτούνταν στις μεραρχίες διευθύνσεις δικαστικού και τακτικά στρατοδικεία και άρχιζε η συστηματική οργάνωση επιμελητείας.(6)

Στην Ελεύθερη Ελλάδα

Στην περίοδο Δεκέμβρης 1942 – Μάρτης 1944, χάρη στη διαρκώς εντεινόμενη δράση των ανταρτών, οι ελεύθερες περιοχές επεκτείνονται διαρκώς και σταθεροποιούνται. Η Ελεύθερη Ελλάδα, που άρχιζε από τα ελληνοαλβανικά σύνορα κι έφθανε ως έξω από την Αθήνα, περιλάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Πίνδου, τις ορεινές περιοχές του Τυμφρηστού, των Βαρδουσίων, της Οίτης, της Γκιώνας, του Παρνασσού, του Καλλίδρομου, του Ελικώνα και της Πάρνηθας, στη Στερεά. Οι ορεινές αυτές περιφέρειες αποτελούσαν μια συμπαγή, συνεχόμενη ελεύθερη περιοχή. Ελεύθερες περιοχές είχαν επίσης δημιουργηθεί σε Ολυμπο, Κίσσαβο, Πήλιο, Χάσια, στη Θεσσαλία. Σε Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη, Μουργκάνα, Σμόλικα, Τύμφη, Ζαγόρια, στην Ηπειρο. Σε Πιέρια και Βέρμιο στην Κεντρική Μακεδονία. Σε Παναχαϊκό, Πάρνωνα, Ταΰγετο, Ζήρεια, Μαίναλο, στην Πελοπόννησο. Σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Στα νησιά Κρήτη, Εύβοια και Σάμο.

Χιλιάδες χωριά, κωμοπόλεις, ακόμη και πόλεις, όπως το Καρπενήσι, η Καρδίτσα, τα Γρεβενά, η Καλαμπάκα, το Μέτσοβο, η Σιάτιστα, το Λιδωρίκι, η Αταλάντη, η Αγιά, η Κόνιτσα, η Δεσκάτη, το Δελβινάκι απαλλάχτηκαν από τους κατακτητές και οι κάτοικοι οργάνωσαν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Το 1943, κατά τους μετριότερους υπολογισμούς, είχε απελευθερωθεί πάνω από το 1/2 του εδάφους της χώρας και ο ΕΛΑΣ είχε υπό τον έλεγχό του αρκετές ακόμα περιοχές, χωρίς όμως να μπορεί να τις κρατάει σταθερά. Ο εχθρός περιορίστηκε κυρίως στις μεγάλες πόλεις και προσπαθούσε να διατηρεί υπό τον έλεγχό του τις βασικές σιδηροδρομικές και οδικές αρτηρίες.

Στα ελεύθερα χωριά και πόλεις οργανωνόταν και αναπτυσσόταν ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Οι μαχητές του εντάσσονταν εθελοντικά σε ειδικά στρατιωτικά τμήματα, παράλληλα με τα τμήματα του μόνιμου ΕΛΑΣ. Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε αποστολή να βοηθήσει το μόνιμο ΕΛΑΣ στο μαχητικό έργο, να περιφρουρεί τα χωριά από εχθρικές επιδρομές. Τα τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ, παρόλο που διέθεταν λίγα όπλα έπαιρναν μέρος και σε μάχες, δίπλα στο μόνιμο ΕΛΑΣ. Τμήματα, δε, του εφεδρικού ΕΛΑΣ, όχι λίγες φορές, ενήργησαν, ανεξάρτητα από το μόνιμο ΕΛΑΣ, διάφορα σαμποτάζ κι άλλες επιχειρήσεις κατά του εχθρού.

Στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας, οι επιτροπές της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, της Λαϊκής Δικαιοσύνης και της Λαϊκής Ασφάλειας, επιβλήθηκαν πλέον από το 1943 σαν λαϊκοί, δημοκρατικοί θεσμοί και η καινούρια λαϊκή δημοκρατική εξουσία απλώθηκε ταχύτατα όχι μόνο στις ελεύθερες, αλλά και στις ημικατεχόμενες, σε αρκετές δε περιπτώσεις και στις κατεχόμενες από τον εχθρό περιοχές της χώρας.

Ετσι, στα τέλη Νοέμβρη, αρχές Δεκέμβρη του 1943, το ΓΣ του ΕΛΑΣ πέτυχε να δώσει μια ενιαία μορφή στους θεσμούς της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Τότε, με την υπ’ αριθ. 2929/Ι.1943 Διαταγή του Γενικού Στρατηγείου έμπαιναν σε ισχύ από την 1 Γενάρη 1944 σ’ όλες τις ελεγχόμενες από τον ΕΛΑΣ περιοχές της χώρας οι «Διατάξεις για την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη», που αποτελούνταν από 146 άρθρα.(7)

Αντί επιλόγου

Ο ΕΛΑΣ ήταν ένα γνήσιο τέκνο του λαού, ο Λαϊκός Στρατός του, που οι άντρες του αγωνίστηκαν και πολέμησαν με ένα και μοναδικό συμφέρον – την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Κανείς, ποτέ, δεν κατάφερε, παρά τη λασπολογία του μετεμφυλιακού αστικού κράτους, να ξεριζώσει απ’ το λαό τα οράματα της ΕΑΜικής εποποιίας, ούτε ν’ αμαυρώσει το στρατό του λαού, τον ΕΛΑΣ.

Η δημιουργία και η ανάπτυξη του ΕΛΑΣ απέδειξε, άλλωστε, περίτρανα πως ο λαός μπορεί να έχει το δικό του στρατό. Οι μάχες που έδωσε κατά του ξένου κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του, οι διαρκείς επιτυχίες του, η άριστη οργάνωσή του θα ήταν αδύνατο να επιτευχθούν, αν δεν είχε τη στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Και η μεγαλύτερη απόδειξη των τόσο στενών δεσμών, που αναπτύχθηκαν και εδραιώθηκαν, σε όλη τη διάρκεια της χιτλερικής και φασιστικής κατοχής, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ελληνικό λαό ήταν στον ηρωικό Δεκέμβρη του 1944, όταν τα τμήματα του Λαϊκού Στρατού, μαζί με τον αθηναϊκό λαό, έγραψαν μια νέα χρυσή σελίδα στους αγώνες του λαού για τη λευτεριά, παρά την ήττα, αυτή τη φορά απέναντι στον αστικό πολιτικό κόσμο και τα στρατιωτικά του τμήματα συγκροτημένα από τους ταγματασφαλίτες και τους δοσίλογους της κατοχής μαζί με τους Βρετανούς συμμάχους του, που λειτούργησαν σαν σε κατεχόμενη πόλη, αν και συνέχιζαν να είναι στον αντιχιτλερικό συνασπισμό. Αλλά το ταξικό συμφέρον των αστών και των ιμπεριαλιστών ήταν αυτό που πρυτάνευσε. Και απαιτούσε το τσάκισμα του λαϊκού κινήματος για να εδραιωθεί η μεταπελευθερωτική αστική εξουσία. Το λαϊκό κίνημα και το ΚΚΕ δεν είχε σωστή στρατηγική στο ζήτημα της εξουσίας και ηττήθηκε.

Μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό είναι ακατόρθωτο να παρουσιαστεί το μεγαλείο της δράσης του Λαϊκού Στρατού. Παρ’ όλ’ αυτά, διδάσκει πως όταν ο λαός θέλει μπορεί να κάνει ακατόρθωτα πράγματα. Και αυτό το κρατάμε παρακαταθήκη για το σήμερα. Οπως κρατάμε παρακαταθήκη από την ήττα το ζήτημα του τελικού σκοπού, της εξουσίας, της αναγκαιότητας σωστής πρόβλεψης και επεξεργασίας σωστής στρατηγικής.

Παραπομπές

1. ΚΟΜΕΠ κατοχής 1941-1944, εκδ. 1935, σ. 4.

2. «Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (1940-1945), δοκίμιο», συλλογική εργασία, σ. 116.

3. Ο. π., σ. 117.

4. Ο. π., σ. 152. Επίσης, «Τα μυστικά αρχεία του Τρίτου Ράιχ», εφημερίδα «Ελευθερία», 13/11/1960.

5. Ο. π., σ. 152-153.

6. Ο. π., σ. 162-163.

7. Ο. π., σ. 178-181.