Ισπανικός Εμφύλιος (1936 – 1939). Ενα «εθνικό – διεθνικό» ταξικό πεδίο μάχης

ispanikos-emfilios1

Στις 17 – 18 Ιούλη 1936 εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στην Ισπανία, με σκοπό την ανατροπή της νεοσχηματισθείσας κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου (ενός πολιτικού συνασπισμού με επικεφαλής τους Σοσιαλιστές, στον οποίο μετείχε και το ΚΚ Ισπανίας). Το κίνημα προετοιμαζόταν από καιρό από τμήματα της αστικής τάξης που προσανατολίζονταν στην επιβολή ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας. Επικεφαλής του τέθηκε ο στρατηγός Φρ. Φράνκο.

Οι κινηματίες είχαν με το μέρος τους περίπου τη μισή δύναμη του τακτικού στρατού, τη Στρατιά της Αφρικής (αποτελούμενη βασικά από Μαροκινούς – από το Ισπανικό Μαρόκο άλλωστε ξεκίνησε και στέριωσε το πραξικόπημα), μεγάλο μέρος των Σωμάτων Ασφαλείας και βεβαίως τα δεκάδες χιλιάδες μέλη των φασιστικών – παρακρατικών οργανώσεων (όπως οι Φαλαγγίτες, οι Καρλιστές, κ.ά.), που ξεπερνούσαν σε αριθμητική δύναμη τον τακτικό στρατό και αποτέλεσαν σημαντική δύναμη κρούσης των φασιστών.
Ωστόσο, με εξαίρεση ορισμένες επαρχίες (όπου καταλυτικό ρόλο στην επικράτησή τους έπαιξε η επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας και του Βατικανού υπέρ των φασιστών) και την πόλη της Σεβίλλης, οι πραξικοπηματίες δεν κατάφεραν να κυριαρχήσουν. Ειδικά στα αστικά κέντρα, όπου νικήθηκαν κατά κράτος από την οπλισμένη εργατιά. «Στα εργοστάσια και στα ορυχεία συγκροτούνταν εργατικά τάγματα που οπλίζονταν με ό,τι μπορούσαν (…) Ολο το βάρος των πρώτων μαχών με τον καλά εφοδιασμένο στρατό των κινηματιών έπεσε στα ανεκπαίδευτα αυτά και κακοοπλισμένα τμήματα της πολιτοφυλακής που κατόρθωσαν με μεγάλες θυσίες να αναχαιτίσουν (…) το φασιστικό κίνημα».1
Αλλά ούτε και στο ναυτικό οι πραξικοπηματίες είχαν ιδιαίτερη επιτυχία, αφού οι ναύτες, έχοντας συγκροτήσει επαναστατικά συμβούλια, εξεγέρθηκαν, εκτέλεσαν τους αξιωματικούς τους και απέτρεψαν την παράδοση των περισσότερων πλοίων στον Φράνκο.

Τις κρίσιμες όμως εκείνες ώρες (όπως και στη συνέχεια), στην πάλη του εργαζόμενου λαού, βάρυναν καταλυτικά οι ταλαντεύσεις, η αναβλητικότητα, έως και τάση συμβιβασμού της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του Λαϊκού Μετώπου απέναντι στην αστική – φασιστική επιθετικότητα. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα που απάρτιζαν το Λαϊκό Μέτωπο, ήταν βεβαίως αστικά ή αστικοποιημένα κόμματα, με τα οποία το ΚΚ είχε συμμαχήσει στο πλαίσιο της στρατηγικής που χάραξε το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γεγονός, που είχε άμεσες επιπτώσεις στον προσανατολισμό και την αποτελεσματικότητα της πάλης για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Οπως απέδειξε η πείρα των Λαϊκών Μετώπων, τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γαλλία, η στρατηγική αυτή ούτε τον σοσιαλισμό έφερε πιο κοντά, ούτε το φασισμό μπόρεσε να αναχαιτίσει, καταδεικνύοντας ότι τα θεμελιώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης βρίσκονται σε αδιάκοπη αντίθεση με τα αντίστοιχα της αστικής (τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου) και δεν «χωρούν» σε καλούπια αστικής διαχείρισης.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, στην πλάστιγγα υπέρ των φασιστικών δυνάμεων, βάρυνε σίγουρα η άμεση και αποφασιστική συνδρομή των Ιταλίας, Γερμανίας και Πορτογαλίας με στρατιωτικό υλικό, άρματα μάχης, αεροπλάνα και στρατεύματα (50.00 – 60.000, 16.000 και 8.000 – 12.000 αντίστοιχα), αλλά και το ταυτόχρονο εμπάργκο των καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, κ.ά.) προς τη Δημοκρατική Ισπανία (πολιτική της δήθεν «Μη-Επέμβασης»).

Ολα τα παραπάνω συνέτειναν στη γρήγορη προέλαση των φασιστικών στρατευμάτων, που το Σεπτέμβρη του 1936 βρέθηκαν στις πύλες της Μαδρίτης. Το τέλος της Δημοκρατικής Ισπανίας θα ερχόταν σίγουρα πιο γρήγορα, αν δεν υπήρχε η γενναία σοβιετική στρατιωτική βοήθεια – που μόλις είχε αρχίσει να καταφθάνει – αλλά και ένας στρατός, που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή του. Επρόκειτο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Ενας διεθνής προλεταριακός στρατός

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτήθηκαν με απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις 18 Σεπτέμβρη 1936, ενώ στις γραμμές τους εντάχθηκαν συνολικά 35.000 περίπου μαχητές, από το Μεξικό έως την Κίνα. Αρχικά, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Λ. Καμπαλέρο αντιτάχθηκε στο όλο εγχείρημα. Στη συνέχεια, ωστόσο, υπό το βάρος των προελαυνόντων στρατευμάτων του Φράνκο, αναγκάστηκε σε υποχώρηση. Οι αναρχικοί (CNT) υπήρξαν επίσης αρνητικοί, απαγορεύοντας μάλιστα το πρώτο διάστημα την είσοδο στους ξένους εθελοντές στα σύνορα που έλεγχαν. Τέτοιας «υποδοχής» έτυχε και μια ομάδα Ελλήνων εθελοντών, τους οποίους «πιάσανε οι Ισπανοί φρουροί που ανήκαν στους αναρχικούς της CNT και τους κράτησαν 40 ώρες» μέχρι να απελευθερωθούν με παρέμβαση του Λαϊκού Μετώπου.2 Να σημειώσουμε πως ξένοι εθελοντές εντάχθηκαν τελικά, τόσο στην αναρχική CNT όσο και στο τροτσκιστικό POUM, σε πολύ μικρότερο όμως βαθμό απ’ ό,τι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.
Οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στην πλειοψηφία τους οργανωμένοι κομμουνιστές: το 60% των Γάλλων, το 70% των Αμερικανών, το 75% των βαλκάνιων λαών, το 80% – 90% των Γερμανών, κ.ο.κ. Το 80% ήταν εργάτες, στην πλειοψηφία τους νέοι, αλλά και «ψημένοι» στους ταξικούς αγώνες στις χώρες τους.3

Το ίδιο ίσχυε και για τους Ελληνες. Ο Δημήτρης Σακαρέλλος ήταν Γραμματέας του σωματείου Φορτοεκφορτωτών Πειραιά, ο Νίκος Βαβούδης Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, ο Νίκος Καραγιάννης στέλεχος της Ναυτεργατικής Ενωσης, ο Α. Δεληγιάννης Γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, ο Κώστας Βερνικιώτης εκ των ηγετών των μεγάλων καπνεργατικών αγώνων στο Αγρίνιο, κ.ο.κ. Ολοι στελέχη του ΚΚΕ. Οι μισοί σχεδόν από τους μαχητές που προήλθαν από την Ελλάδα ήταν ναυτεργάτες. Οι Ελληνες που κατέφθασαν στην Ισπανία απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου (τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, κ.λπ.) ήταν επίσης εργάτες στην πλειοψηφία τους: Ανθρακωρύχοι, οικοδόμοι, μεταλλουργοί, κ.ο.κ.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ, που «σκυμμένοι ως ήταν στο μόχθο της δουλειάς, στα χυτήρια, στα εργοστάσια, στις κουζίνες, στο δρόμο, ορθώθησαν, έριξαν τα σύνεργά τους, αφήκαν τις προσωπικές έγνοιες και φροντίδες και κίνησαν να πάνε (…) ν’ αγωνισθούν για το καλό του κόσμου».4 Οι Ελληνες μετανάστες στις ΗΠΑ υπήρξαν η πολυπληθέστερη ομάδα Ελλήνων που πολέμησε στην Ισπανία. Πολλοί εξ αυτών ήταν μέλη του ΚΚ ΗΠΑ (όπως οι Στέφανος Τσερμέγκας, Χρήστος Μούγιαννης, Κώστας Σαμαράς, κ.ά.), με μακρά «θητεία» στους αγώνες της εργατικής τάξης (και όχι μόνο της ομογένειας), στην οργάνωση της πάλης των ανέργων την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης 1929 – 1933, κ.ο.κ.
Στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εντάχθηκαν, τέλος, και τρεις Ελληνίδες από τον Καναδά (η Μαρία Νικολάου, η Ελένη Νικηφόρου και η Τούλα Ιωάννου), που υπηρέτησαν ως νοσοκόμες.
Η βάση των Διεθνών Ταξιαρχιών ήταν στο Αλμπαθέτε, όπου οι ξένοι εθελοντές συγκεντρώνονταν και εκπαιδεύονταν για περίπου ένα μήνα προτού διοχετευτούν στα διάφορα πεδία των μαχών. Συχνά, βέβαια, οι πολεμικές ανάγκες ήταν τέτοιες, που οι εθελοντές στέλνονταν απευθείας στο μέτωπο.
Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα λαμπρό παράδειγμα διεθνούς προλεταριακού στρατού. Παρότι δεν ήταν ένας επαναστατικός στρατός (ως προς τον στρατηγικό σκοπό για τον οποίο μαχόταν), ωστόσο διέθετε πολλά από τα χαρακτηριστικά του, π.χ. στη σύνθεση, στη λειτουργία, στη συνειδητή πειθαρχία και τον ηρωισμό που απορρέουν από το δίκαιο του πολέμου, κ.ο.κ.

ispanikos-emfilios2

Η συμβολή των Ελλήνων κομμουνιστών

Το ΚΚΕ, παρά τις πρωτοφανείς έως τότε συνθήκες παρανομίας και καταστολής, στις οποίες βρέθηκε με την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά (4 Αυγούστου 1936), ανταποκρίθηκε με αξιοθαύμαστο τρόπο στο διεθνιστικό του καθήκον, καλώντας «ιδιαίτερα τους εργάτες και προπαντός τους ναυτεργάτες (…) να πρωτοστατήσουν στην πάλη (…) ενισχύοντας ολόθερμα την υπόθεση της ισπανικής δημοκρατίας».5 Ακολούθως, συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή βοήθειας (αρμόδια και για τη στρατολόγηση εθελοντών μαχητών), ενώ η Εργατική Βοήθεια άνοιξε έρανο για τα θύματα του φασισμού στην Ισπανία. Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με μια πηγή, πάνω από 2.000 κομμουνιστές και εργάτες έσπευσαν να δηλώσουν εθελοντές για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Και παρότι οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν να το κάνουν πράξη λόγω της μεταξικής δικτατορίας, αρκετοί τα κατάφεραν. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει έγγραφο του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας (Φλεβάρης 1937), «απεστάλη εντεύθεν εις Ισπανίαν (…) ικανός αριθμός Ελλήνων κομμουνιστών προς κατάταξιν εις τα εθελοντικά σώματα ων ερυθρών».6

Η μετάβαση στην Ισπανία διά ξηράς υπήρξε ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη υπόθεση. Πολλοί συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή ακόμα και «εξαφανίστηκαν» στην πορεία. Συγκριτικά, η θαλάσσια οδός ήταν πιο ασφαλής (αν και όχι πάντα). Ετσι, οι περισσότεροι εθελοντές μαχητές μετέβαιναν στη Γαλλία (δήθεν ως οικονομικοί μετανάστες) και κατόπιν, με την καταλυτική συνδρομή της Ναυτεργατικής Ενωσης (που είχε μεταφέρει την έδρα της στη Μασσαλία), περνούσαν στην Ισπανία.

Οι πρώτοι Ελληνες μαχητές κατέφθασαν τον Οκτώβρη του 1936 και εντάχθηκαν στους βαλκανικούς λόχους των ταγμάτων «Ντομπρόφσκι» και «Τέλμαν» της 11ης και 12ης Διεθνούς Ταξιαρχίας, αντίστοιχα, λαμβάνοντας το «βάπτισμα του πυρός» υπερασπιζόμενοι τη Μαδρίτη. Στη συνέχεια και καθώς οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αναπτύσσονταν με την έλευση νέων εθελοντών, οι Ελληνες κατανεμήθηκαν – ανάλογα με τη χώρα προέλευσής τους – στα τάγματα «Γ. Δημητρώφ» (Ελλάδα), «Α. Λίνκολν» (ΗΠΑ, Καναδάς) και 2ο βρετανικό τάγμα (Κύπρος), όλα τμήματα της 15ης Διεθνούς Ταξιαρχίας.

Τον Ιούλη του 1937, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών, συγκροτήθηκε επίσης ένας αμιγώς ελληνικός λόχος, που πήρε το όνομα «Ν. Ζαχαριάδης» (μετέπειτα «Ρήγας Φεραίος»). Πρώτος διοικητής του λόχου διετέλεσε ο Γιάννης Παντελιάς, υποδιοικητής ο Αναγνώστης Δεληγιάννης και πολιτικός επίτροπος ο Κυριάκος Στεφόπουλος. Η δύναμή του αρχικά ήταν 40 μαχητές, ενώ στο απόγειό του έφτασε τους 125.7
Οι Ελληνες πολέμησαν σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, δίνοντας αλλεπάλληλες σκληρές μάχες: Στον Χαράμα (όπου πολλοί Ελληνες μαχητές προήχθησαν για την ανδρεία τους), στο Μπρουνέτ και στο Μπελτσίτε – Κουίντο (όπου ο ελληνικός λόχος κράτησε τις θέσεις που κατέλαβε παρά τις αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις του εχθρού – από τους 75 μαχητές του επέζησαν μόλις οι 17…αλλά κράτησαν! «Ετσι», αναφέρει ο Α. Δεληγιάννης, «ο λόχος μας έγραψε εκείνες τις μέρες μια από τις καλύτερες σελίδες στην ιστορία του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας δοξάζοντας το λαό μας και το ΚΚΕ»8). Κατόπιν, ο ελληνικός λόχος ανασυγκροτήθηκε (με νέους εθελοντές και όσους τραυματίες είχαν αναρρώσει) και συνέχισε να μάχεται στο Τερουέλ, στην Αραγονία, έως και την τελική μάχη που έλαβαν μέρος οι Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ποταμό Εβρο. Από το νοσοκομείο όπου βρισκόταν, ο ναυτεργάτης Κ. Μαρκόπουλος, έγραφε τον Απρίλη του 1938: «Κανένας μας δεν μένει πίσω. Αν και δεν έχουμε βάλει μπουκιά στο στόμα μας δύο ολόκληρες μέρες, αν και τα χείλια μας είναι κατάξερα (…) Μια φωνή, ένας όρκος επικρατεί παντού: «No Pasaran!»».9

Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πολέμησαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες εκτιμάται μεταξύ 300 – 500. Ωστόσο, υπήρχαν και άλλοι, που υπηρέτησαν στο ναυτικό της Δημοκρατικής Ισπανίας, στις διάφορες δομές επιμελητείας του τακτικού στρατού κ.λπ.

Ξεχωριστή, τέλος, ήταν η συνδρομή των Ελλήνων ναυτεργατών (υπό την καθοδήγηση της Ναυτεργατικής Ενωσης), που με εξαιρετική αυτοθυσία και ηρωισμό επάνδρωσαν τα ισπανικά πλοία, μεταφέροντας πολεμοφόδια, συχνά με το όπλο στο χέρι. Οι θαλάσσιες μεταφορές προς τη Δημοκρατική Ισπανία ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες, αφού τα πλοία βάλλονταν συνεχώς από τη γερμανική αεροπορία και τα ιταλικά υποβρύχια. Εξίσου κινδύνευαν και τα πληρώματα των ελληνικών εμπορικών πλοίων (οι Ελληνες εφοπλιστές έκλειναν συμφωνίες και με τις δύο πλευρές του Εμφυλίου, αποκομίζοντας αστρονομικά κέρδη, εξαιτίας του «υψηλού ρίσκου» του ταξιδιού). Πολλοί ναυτεργάτες έχασαν τη ζωή τους ή κατέληξαν αιχμάλωτοι.
Σε αρκετές περιπτώσεις, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών ναυτεργατών, τα πληρώματα των πλοίων με προορισμό τα λιμάνια που ήλεγχαν οι φασίστες κατέβηκαν σε απεργία ή στασίασαν μεταφέροντας τα φορτία τους στη Δημοκρατική Ισπανία. Οι ενέργειες αυτές είχαν εξαιρετική σημασία δεδομένου ότι με την επιστροφή τους στην Ελλάδα οι ναυτεργάτες αντιμετώπιζαν με βεβαιότητα, είτε τη φυλακή, είτε την πείνα (σε μια εποχή όπου η ανεργία στους ναυτεργάτες ήταν τρομακτική).

Φάρος προλεταριακού διεθνισμού

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες υπήρξαν ένα από τα λαμπρότερα παραδείγματα προλεταριακού διεθνισμού στην Ιστορία του κομμουνιστικού – εργατικού κινήματος. Εκατομμύρια εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης υπέρ του αγώνα του ισπανικού λαού. Τα ΚΚ και τα ταξικά συνδικάτα πρωτοστάτησαν για την – όσο το δυνατόν – ασφαλή μετάβαση των απανταχού εθελοντών στην Ισπανία, μεριμνώντας για τη σίτιση, τη στέγαση και βεβαίως τη μεταφορά τους εκεί, με κάθε μέσο (πλοία, τρένα, φορτηγά, με οδηγούς μέσα από τα Πυρηναία, κ.ο.κ.).

Το στοιχείο του προλεταριακού διεθνισμού αντικατοπτριζόταν χαρακτηριστικά στη σύνθεση των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι μαχητές των οποίων προέρχονταν από 53 συνολικά χώρες. Η ουσία του όμως έγκειτο πρώτα και κύρια στο περιεχόμενο της πάλης τους. Πολεμώντας υπέρ του εργαζόμενου ισπανικού λαού, οι μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών είχαν συνείδηση πως πολεμούσαν ταυτόχρονα και για την υπόθεση της δικής τους και της παγκόσμιας εργατιάς. «Ο μόνος δρόμος πίσω στη Γερμανία είναι μέσα από τη Μαδρίτη», είχε πει χαρακτηριστικά ένας Γερμανός, ο H. Beimler. Αντίστοιχα, όπως έγραφε ο Κατσούνης από τo μέτωπο, οι Ελληνες μαχητές «πολεμώντας εδώ στην Ισπανία πολεμούν και το μεταξικό φασισμό στην Ελλάδα». «Η ύπαρξη και μόνο καθαυτή ενός τέτοιου στρατού», επεσήμανε ο Αμερικανός κομμουνιστής και μαχητής των Διεθνών Ταξιαρχιών A. Bessie, αποτελούσε «κατηγορηματική απόδειξη ότι [η παγκόσμια εργατιά] έχει κοινό συμφέρον και σκοπό».10
Η ενότητα της τάξης στα συμφέροντα και το σκοπό – πέρα από εθνικότητα ή φυλή – αποτυπώθηκε επίσης στο γεγονός ότι εργάτες της αποικιοκράτειρας Βρετανίας και της αποικιοκρατούμενης Κύπρου πολέμησαν δίπλα – δίπλα στο ίδιο τάγμα. Οπως επίσης οι λευκοί και νέγροι μαχητές του αμερικανικού τάγματος «Α. Λίνκολν» (ο κομμουνιστής O. Law υπήρξε μάλιστα ο πρώτος νέγρος επικεφαλής λευκών στρατιωτών στην Ιστορία).11

Στην Ισπανία δεν συγκρούστηκε μόνο ο ντόπιος ένοπλος εργαζόμενος λαός με ντόπιες αστικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις. Συγκρούστηκαν επίσης οι Γερμανοί κομμουνιστές και εργάτες με τη γερμανική «Λεγεώνα του Κόνδορα», οι Ιταλοί με τους στρατιώτες του ιταλικού εκστρατευτικού Σώματος, οι Πορτογάλοι με τους συμπατριώτες τους της «Λεγεώνας Βιριάτο», οι Γάλλοι με τους φασίστες ομοεθνείς τους του τάγματος «Ζαν Ντ’ Αρκ», οι Σοβιετικοί με τους Ρώσους αντεπαναστάτες που έσπευσαν να καταταχθούν στο στρατό του Φράνκο, κ.ο.κ.12Οπως πολύ χαρακτηριστικά τόνισε ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Α. Σαλαζάρ, επρόκειτο για «μια διεθνή σύγκρουση σε ένα εθνικό πεδίο μάχης».13
Βεβαίως, η διεθνής του διάσταση και η σημασία της διεθνιστικής αλληλεγγύης, δεν παραγράφει το γεγονός πως ο Ισπανικός Εμφύλιος διεξαγόταν στο εθνικό πεδίο πάλης, που αποτελεί το κύριο πεδίο πάλης για κάθε ΚΚ – και τότε και σήμερα.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες διαλύονται – η πάλη συνεχίζεται…

Υποχωρώντας στις διαρκείς πιέσεις της Διεθνούς Επιτροπής «Μη-Επέμβασης», ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός του Λαϊκού Μετώπου Χ. Νεγκρίν, ανακοίνωσε στις 21 Σεπτέμβρη 1938 τη διάλυση των Διεθνών Ταξιαρχιών, ευελπιστώντας στην ταυτόχρονη αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων της άλλης πλευράς, αλλά και στη χαλάρωση του διεθνούς εμπάργκο κατά της Δημοκρατικής Ισπανίας – κάτι που, βεβαίως, δεν συνέβη. Ετσι η Δημοκρατική Ισπανία στερήθηκε ένα πολύ σημαντικό μάχιμο δυναμικό και μάλιστα, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κρίσιμη μάχη του Εβρου.

Γενικά, μια ακριβής εκτίμηση των θυσιών σε απώλειες των Διεθνών Ταξιαρχιών είναι εξαιρετικά δύσκολη, για μια σειρά από λόγους. Ωστόσο, η πλειονότητα των πηγών συγκλίνει στο γεγονός ότι υπήρξαν ιδιαίτερα υψηλές, κυμαινόμενες στο 1/3 του συνόλου. Αυτό ισχύει και για τους Ελληνες, των οποίων οι απώλειες «οπωσδήποτε ξεπερνούν τους 100».14 Οι μεγάλες απώλειες οφείλονταν τόσο στο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαχητών ήταν εργατόπαιδα, που δεν είχαν ξαναπιάσει όπλο στη ζωή τους, όσο και στο ότι οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αξιοποιήθηκαν γενικά ως «δύναμη κρούσης», στις πιο επικίνδυνες αποστολές και μέτωπα. Οφείλονταν, τέλος, στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι μαχητές, πεπεισμένοι για την υπόθεση του πολέμου, ρίχνονταν στη μάχη με απαράμιλλη αυτοθυσία, έτοιμοι πάντοτε να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για αυτή.
Για κείνους που επέζησαν, πάντως, το μέλλον διαγραφόταν εξαιρετικά δυσοίωνο, δεδομένου ότι στις χώρες των περισσοτέρων κυριαρχούσαν φασιστικά – δικτατορικά καθεστώτα. Την εχθρότητα της αστικής τάξης της χώρας τους αντιμετώπισαν και όσοι προέρχονταν από τις αστικές δημοκρατίες. Το Βέλγιο και η Ολλανδία τους στέρησε την ιθαγένεια με το αιτιολογικό ότι υπηρέτησαν σε ξένο στρατό. Στις ΗΠΑ, πολλοί συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ άλλοι απελάθηκαν. Στην Ελβετία καταδικάστηκαν σε φυλάκιση και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Από τους Ελληνες μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών, πολλοί πήραν την ισπανική ιθαγένεια και συνέχισαν να μάχονται μέχρι το τέλος. Κάποιοι μάλιστα παρέμειναν και μετά την επικράτηση του Φράνκο μετέχοντας σε αντάρτικες μονάδες. Οσοι πέρασαν στη Γαλλία, κλείστηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης (όπου συγκρότησαν δύο οργανωμένες ομάδες, στο Περπινιάν και στα Κάτω Πυρηναία). Απ’ αυτούς, κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν εντασσόμενοι στη γαλλική αντίσταση. Αλλοι, όπως το στέλεχος του ΚΚΕ Αναγνώστης Δεληγιάννης, παραδόθηκαν στις μεταξικές αρχές (ο Δεληγιάννης εξορίστηκε στον Αϊ – Στράτη και κατόπιν παραδόθηκε στους κατακτητές και εκτελέστηκε το 1943). Οι ναυτεργάτες συνέχισαν την πάλη τους μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ).
Στην πλειοψηφία τους οι κομμουνιστές μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών δεν έπαψαν ποτέ να παλεύουν για την υπόθεση της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστική είναι π.χ. η περίπτωση του Νίκου Καραγιάννη, που μετά την Ισπανία ηγήθηκε του ΕΑΜικού κινήματος στη Μέση Ανατολή και κατόπιν πολέμησε στον ΔΣΕ για να πεθάνει στην πολιτική προσφυγιά. `Η του Νίκου Βαβούδη, που το 1951, δουλεύοντας στον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να παραδοθεί ζωντανός στα χέρια της Ασφάλειας. `Η του Κώστα Βιδάλη, ανταποκριτή του «Ριζοσπάστη» στον Ισπανικό Εμφύλιο, που το 1946 δολοφονήθηκε με άγρια βασανιστήρια από παρακρατικούς του Σούρλα, όντας σε αποστολή για την αστική τρομοκρατία στη Θεσσαλία. Και τόσων, τόσων άλλων…

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Θ1 – Θ2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, σελ. 469.
2. Παλαιολογόπουλος Δ., Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936 – 1939), εκδ. «Φιλιππότη», Αθήνα, 1986, σελ. 61.
3. Thomas H., The Spanish Civil War, εκδ. Penguin, London, 1961, σελ. 258 και Alpert M, «The Clash of Spanish Armies: Contrasting Ways of War in Spain, 1936 – 1939», στο War in History, τ. 6(3), 1999, σελ. 331 – 351.
4. Αρχείο ΚΚΕ – έγγραφο 420011.
5. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 4ος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1975, σελ. 421.
6. Σφήκας Θ., Η Ελλάδα και ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, εκδ. «Στάχυ», Αθήνα, 2000, σελ. 225 – 226.
7. «Ριζοσπάστης», 5 Οκτώβρη 1975 και 16 Νοέμβρη 1980.
8. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., No Pasaran. Ελληνες αντιφασίστες εθελοντές στην Ισπανία, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1987, σελ. 44.
9. Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 44. No Pasaran («Δεν θα περάσουν»): Σύνθημα που βροντοφώναξε κατά την πολιορκία της Μαδρίτης το ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Ισπανίας Ντ. Ιμπαρούρι – η θρυλική «πασιονάρια» – για να γίνει κατόπιν η φράση – σύμβολο όλου του αγώνα.
10. Regler G., The owl of Minerva, εκδ. «Farrar, Straus & Cudahy», N.Y., 1959, Τσερμέγκας Στ. & Τσιρμιράκης Λ., ό.π., σελ. 24 και Bessie A, Men in Battle, εκδ. «Chandler & Sharp», N.Y., 1939, σελ. 343.
11. Carroll P. N., The Odyssey of the Abraham Lincoln Brigade, εκδ. «Stanford University Press», Stanford, 1994, σελ. 18.
12. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως μεταξύ των Γερμανών και Ιταλών στρατιωτών υπήρξαν αρκετά «κρούσματα» αυτομολήσεων προς την άλλη πλευρά, όπως π.χ. στη μάχη του Χαράμα και της Γκουανταλαχάρα. Στην περίπτωση της τελευταίας, δε, ήταν τόσα πολλά, που το επιτελείο του Φράνκο αναγκάστηκε να διατάξει την «αποχώρηση των ιταλικών μονάδων από τον τομέα» («Ριζοσπάστης», 16 Νοέμβρη 1980).
13. Κατσούδας Κ., «Οι Ισπανοί εθνικιστές και η 4η Αυγούστου», στο Μνήμων, τ. 26, 2004, σελ. 168.
14. Παλαιολόγος Δ., ό.π., σελ. 102.

Του Αναστάση Γκίκα (μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ)

Δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη στον Ριζοσπάστη

Ακόμα και η Χούντα παραδεχόταν τους νεκρούς του Πολυτεχνείου – Η Χρυσή Αυγή, ωστόσο, κάνει την πάπια!

Νεκροί Πολυτεχνείου 1

Νεκροί Πολυτεχνείου 2

Τα ονόματα των νεκρών που έδωσε η ίδια η Χούντα (εφημερίδα «Μακεδονία» 20 Νοέμβρη 1973)

Παραπάνω βλέπουμε τα ονόματα των νεκρών που ανακοίνωσε η ίδια η Χούντα 2 μέρες μετά τη δολοφονική εισβολή του στρατού στο Πολυτεχνείο και του άγριου κυνηγητού που ακολούθησε σε όλη την πρωτεύουσα. Το πόρισμα του Εισαγγελέα βεβαίως θα αναδείξει το 1974 όλο το εύρος της δολοφονικής μανίας της δικτατορίας. Τέσσερις δεκαετίες και πλέον αργότερα οι πολιτικοί απόγονοί της, Χρυσαυγήτες, κάνουν την πάπια βεβηλώνοντας τη μνήμη των νεκρών και δείχνοντας ακόμα λιγότερη τσίπα από ότι οι πραξικοπηματίες του 1967.

Οι νεκροί σύμφωνα με το πόρισμα του Εισαγγελέα Δ. Τσεβά το 1974:

«α) Επισήμως ανακοινωθέντες νεκροί είναι οι ακόλουθοι:

1. Διομήδης Ιωάννου Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Εφονεύθη έξωθιτου Πολυτεχνείου περί ώρα 22.15′ της 16.11.73. Βασίμως πιθανολογείται ότι δράστης του φόνου τούτου είναι ο προεκτεθείς Συνταγματάρχης.

2. Βασίλειος Παναγιώτου Φαμέλλος, ετών 26. Εφονεύθη εγγύς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως περί ώρα 22.30′ της 16.11.73, βληθείς προφανώς υπό τίνος των εκ του υπουργείου πυροβολούντων.

3. Toril Engelend, σπουδάστρια, Νορβηγίς. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώρα 23.30’της 16.11.1973 παρ’ αγνώστου δράστου.

4. Γεώργιος Ανδρέου Σαμούρης, σπουδαστής, ετών 22. Εφονεύθη υπ’ αγνώστου εις άγνωστον σημείον εξ επαφής περί το μεσονύκτιον της 16.11.1973 και το πτώμα του μετεφέρθη και απερρίφθη εις την διασταύρωσιν των οδών Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων (Κατάθεσις υπ’ αριθμ. 137).

5. Αλέξανδρος Ευστρατίου Σπαρτίδης, ετών 16, μαθητής. Εφονεύθη επί της οδού Κότσικα (παρόδου Πατησίων) την 10.20 ώραν της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

6. Μάρκος Δημητρίου Καραμάνης, ετών 23. Εφονεύθη ευρισκόμενος εις την επί της οδού Πατησίων και Αιγύπτου 1 πολυκατοικίαν την 10.30 ώραν της 17.11.1973, βληθείς ομοίως υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

7. Βασίλειος Καράκας, Τούρκος υπήκοος, ετών 43. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώραν 13.00′ της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

8. Δημήτριος Θεοφ. Θεοδώρας, ετών 6. Εφονεύθη επί της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας Ζωγράφου περί ώραν 13.30 της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιώτου ευρισκομένου έμπροσθεν του Ναού του Αγίου Θεράποντος.

9. Βασιλική Φωτίου Μπεκιάρη, ετών 17. Εφονεύθη ευρισκομένη εις την ταράτσα της επί της οδού Μεταγένους 8 – Νέος Κόσμος οικίας της περί ώρα 12.30′ της 17.11.1973, δεχθείσα εις την κεφαλήν της βλήμα αδέσποτον άρματος.

10. Γεώργιος Αλεξάνδρου Γεριτσίδης, ετών 48, εφοριακός υπάλληλος. Εφονεύθη ευρισκόμενος εν Ν. Λιοσίοις προς εκτέλεσιν υπηρεσίας περί ώραν 12.15′ της 17.11.1973 δεχθείς ομοίως βλήμα αδέσποτον άρματος μάχης εις την κεφαλήν.

11. Νικόλαος Πέτρου Μαρκουλής, ετών 25. Εφονεύθη παρά την πλατείαν Βάθης περί ώραν 11.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

12. Στυλιανός Αγαμ. Καραγεώργης, ετών 19, εργάτης. Ετραυματίσθη θανασίμως επί της οδού Πατησίων, έμπροσθεν του κινηματογράφου ΕΛΛΗΝΙΣ, περί ώρα 10.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσεν εις το ΚΑΤ την 30.11.1973.

13. Ανδρέας Στεργίου Κουμπος, ετών 63. Ετραυματίσθη σοβαρώς διερχόμενος την οδό Καποδιστρίου περί ώρα 14.00′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσε την 30.1.1974.

14. Μιχαήλ Δημήτριου Μυρογιάννης, ετών 20. Εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρα περί ώραν 13.30′ της 18.11.73, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν και

15. Κυριάκος Δημητρίου Παντελάκης, ετών 45, δικηγόρος. Ετραυματίσθη σοβαρώς επί της οδού Γλάδστωνος περί ώραν 12.40′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου επί της οδού Πατησίων άρματος και απεβίωσεν την 18.12.1973.

β) Νεκροί πλήρως βεβαιωθέντες:

1. Σπύρος Κοντομάρης, δικηγόρος. Απεβίωσεν τας απογευματινός ώρας της 16.11.73 ευρισκόμενος επί της οδού Γεωργίου Σταύρου, συνέπεια θανατηφόρου επενέργειας των ριπτομένων υπό της αστυνομίας αερίων (κατάθ. υπ’ αριθμ. 93).

2. Αικατερίνη Αργυροπούλου, ετών 75. Ετραυματίσθη σοβαρώς ενώ ευρίσκετο εις την εν Αγ. Αναργύροις οικίαν της περί ώραν 11.00′ της 17.11.1973, δεχθείσα αδέσποτον βλήμα άρματος και απεβίωσεν κατά μήνα Μάιον 1974 και

3. Δημήτριος Παπαϊωάννου, ετών 60, ιδιωτικός υπάλληλος. Απεβίωσεν την μεσημβρίαν της 17.11.1973 εκ προσφάτου εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά την ιατροδικαστικήν έκθεσιν σοβαρώς όμως, υπό της συζύγου του αμφισβητούμενης και υποστηριζούοης ότι ο σύζυγος της απεβίωσεν είτε βληθείς δι’ όπλου, είτε υποστάς συγκοπήν εκ των ριπτομένων αερίων, καταθεσάσης δε ότι μόνον εις το Νεκροταφείον της επετράπη να πλησιάσει απλώς και να ατενίσει το πρόσωπον του νεκρού συζύγου της.

γ) Νεκροί βασίμως προκύπτοντες:

1. Ο ιατρός – χειρουργός Γεώργιος Γρηγοριάδης, μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι ο ίδιος προσωπικώς αντελήφθη και διεπίστωσεν ιατρικώς τον θάνατον (2) δύο αγνώστων νέων, πληγέντων: Του μεν ενός εις την πλατείαν Βικτωρίας περί ώραν 11.00′ της 17.11.1973 δια βλήματος περιστρόφου υπό Ανθυπασπιστού της Χωροφυλακής ριφθέντος, του δε ετέρου εις την οδόν Γ Σεπτεμβρίου περί ώραν 12.00′ της 18.11.1973 δια βλήματος διερχομένου άρματος (κατάθ. υπ’ αριθμ. 25).

2. Η μάρτυς Παναγ. Παπακυριακού καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού μικράς κορασίδος, ηλικίας 9 περίπου ετών, εις την γωνίαν των οδών Πατησίων και Κλωναρίδου περί ώραν 14.00 της 17.1.1.1973 εκ βλημάτων διερχομένου άρματος, εξ ων και η ιδία ετραυματίσθη βαρύτατα (κατάθ. υπ’ αριθμ. 168).

3. Ο φοιτητής Λεωνίδας Ανωμερίτης, καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού νεαράς μαθήτριας, εντός του χώρου του Πολυτεχνείου ευρισκόμενης, περί ώρα 11.45′ της 16.11.1973, δια βλήματος ριφθέντος εκ του εκτός του Πολυτεχνείου χώρου (κατάθ. υπ. αριθμ. 32).

4. Ο Φαρμακοποιός Αλέξανδρος Παναγόπουλος καταθέτει ότι, ότε προ του μεσονυχτίου της Παρασκευής 16.11.1973, επεσκέφθη μετά της συζύγου του το Πολυτεχνείον προς παροχήν υπηρεσιών εις τους τραυματίας και εισήλθεν εις το αυτόθι υπάρχον πρόχειρον ιατρείον, ιδίοις όμμασιν αντελήφθη την ύπαρξιν (3) τριών νεκρών και μιας γυναικός θανασίμως τραυματισθείσης, τα τραύματα των οποίων σαφώς περιγράφει. Προσθέτει δε ότι εκ μελών της Συντονιστικής Επιτροπής Φοιτητών έλαβε την πληροφορίαν ότι είχαν και οκτώ (8) εισέτι νεκρούς, τα πτώματα των οποίων είχον τοποθετηθεί και εφυλάσσοντο εις παρακείμενον χώρον ίνα μη υποπέσουν εις αντίληψιν των σπουδαστών και προκληθή πανικός (κατάθ. υπ’ αριθμ. 245).

5. Περί των ανωτέρω νεκρών σαφώς καταθέτουν και σπουδασταί, μέλη της Συντονιοτικής Επιτροπής, οι οποίοι και περιγράφουν με ενάργειαν τα τραύματα τα οποία έκαστος των νεκρών συναδέλφων των έφερεν (Οράτε καταθέσεις υπ’ αριθμ. 41,45 και 217). Και ναι μεν ο εις εκ των ανωτέρω μαρτύρων (217) καταθέτει και περί τα είκοσι δύο (22) πτωμάτων, άτινα ο ίδιος ούτος προσωπικώς αντελήφθη, περιστατικόν όπερ δεν επεβεβαιώθη, πλην σοβαροί διάτην αλήθειαν των κατατιθεμένων προκύπτουν ενδείξεις εκ της προεκτεθείσης καταθέσεως Αλέξ. Παναγοπούλου, όστις και αναφέρει ότι αντελήφθη θάλαμον υπό του περιβόητου Πίμπα – πράκτορας της ΚΥΠ (κατάθ. υπ’ αριθμ. 29 και 176 μετά μαγνητοταινίας) – φρουρούμενον, εις ον υπήρχον άνθρωποι δήθεν κοιμώμενοι, ων, όμως, η στάσις και η όλη εμφάνισις εις πολλάς τον ανωτέρω μάρτυρα ενέβαλεν υποψίας (οράτε κατάθεσιν). Ανακήπτει βεβαίως το ερώτημα τι εγένοντο οι νεκροί αυτοί και σοβαρά δια τους αντιλέγοντας αντλούνται εντεύθεν επιχειρήματα. Όμως προσφέρουν ίσως απάντησιν τα υπό των φυλάκων του νεκροθαλάμου του Ρυθμιστικού Κέντρου Αθηνών κατατιθέμενα. Ο μεν Νικ. Νίκας καταθέτει ότι κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας του μέχρι της 23.00′ ώρας της 16.11.1973 παρέλαβε και ετοποθέτησε εις τον νεκροθάλαμον επτά (7) πτώματα νέων ανδρών, ηλικίας 22-25 ετών, τα οποία δεν συνωδεύοντο από πιοτοποιητικόν θανάτου και κάρταν περί της ταυτότητος του νεκρού (κατάθ. υπ’ αριθμ. 80). Ο εκ του ανωτέρω παραλαβών ακολούθως υπηρεσίαν Ιωάννης Μάρας, καταθέτει ότι από της 23.00′ ώρας της 16.11.1973 μέχρι 7.00′ της 17.11.1973 παρέλαβεν και ετοποθέτησεν εις τον νεκροθάλαμον επτά (7) πτώματα, νέων ομοίως ανδρών, ηλικίας 20-35 ετών, έκτων οποίων τα τέσσερα (4) ήταν αγνώστου ταυτότητος (κατάθ. υπ’ αριθμ. 89). Και ούτω κατά την τραγικήν εκείνην νύχτα των γεγονότων, 16 προς 17 Νοεμβρίου 1973, ένδεκα (11) πτώματα αγνώστων νέων διακομίζονται εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών, άτινα, όμως, πλην ενός (κατά τα επίσημα στοιχεία του Νοσοκομείου) ουδαμού εμφανίζονται, ούτε καταχωρίζονται! Και η ανυπαρξία επισήμων στοιχείων εν τω Νοσοκομείω δεν αποδεικνύει βεβαίως την ανυπαρξίαν πτωμάτων, διότι αι καταθέσεις είναι κατηγορηματικοί και σαφείς και πλήρως εκ της ερεύνης εβεβαιώθη ότι ουδεμία εγένετο επίσημος εγγραφή του πλήθους των εισαγομένων τότε τραυματιών εις το Γενικόν βιβλίον της πύλης. Μόνον οι αυτόθι ευρισκόμενοι αστυνομικοί εμερίμνων δια τα καθ’ εαυτούς περί τούτου και τα υπ’ αυτών συλλεγέντα στοιχεία, κατά το μάλλον ακριβή, μετά των εν συνεχεία εις τα βιβλία των κλινικών του Νοσοκομείου εγγραφών, προσέφεραν ημίν αποδείξεις περί του αριθμού των διακομισθέντων εις το Ρυθμιστικόν τραυματιών! Θα ήτο μάταιον επομένως να ερευνηθή περαιτέρω, μολονότι επεχειρήθη, τι εγένοντο οι νεκροί ούτοι! Επισημαίνομεν μόνον το πρόβλημα και τονίζομεν ότι τα υπό των ανωτέρω κατατιθέμενα πλήρως εναρμονίζονται προς τα υπό των σπουδαστών υποστηριζόμενα ως προς τον αριθμόν των δέκα (10) περίπου νεκρών.

6. Πλήρως εκ των εκτεθέντων εβεβαιώθη η εν ψυχρώ δολοφονία νέου ανδρός εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών υπό των αυτόθι υπηρετούντων, κατά την τραγικήν αυτήν νύκτα, αστυνομικών (καταθέσεις υπ’ αριθμ. 69, 70, 77, 79, 86 και 94), αλλά και δευτέρα τοιαύτη θανατώσεως τραυματίου συνεπεία ξυλοδαρμού, εις χείρας του ιατρού χειρουργού Λέων. Παπασταματίου (κατάθ. υπ’ αριθμ. 86) αποβιώσαντος. Τι εγένοντο οι δύο (2) ούτοι νεκροί; Διότι είναι πλήρως βεβαιωμένον ότι ουδείς εξ αυτών ευρίσκεται εις τον κατάλογον των εξ (6) επισήμων νεκρών του Ρυθμιστικού, εξ ων μάλιστα μόνον εις (ο άγνωστος αρχικώς και γνωστός ακολούθως Βασ. Φαμέλλος) διεκομίσθη κατά τον επίμαχον χρόνον της νυκτός της 16ης προς 17ην Νεομβρίου 1973. Επίτασις της αγωνίας εκ του τιθεμένου προβλήματος! Δι’ ο και ο προεκτεθείς ιατρός – χειρουργός, προσωπικώς παρακολουθήσας τα γεγονότα εις το Ρυθμιστικόν και εις την επιχείρηση/ σωτηρίας, συμμετασχών ειδικώς περί του αριθμού των εν τω Ρυθμιστικοί νεκρών εκ των γεγονότων του Πολυτεχνείου ερωτηθείς, καταθέτει ότι πρέπει ν’ ανέρχωνται εις είκοσι (20) ή είκοσι πέντε (25) και αιτιολογεί διατί (Οράτε κατάθεσιν ομοίως και τας 47 και 98). Εκ των εκτεθέντων δήλον καθίσταται ότι εις τους καταλόγους των επισήμως ανακοινωθέντων δέκα πέντε (15) νεκρών και υπό της ερεύνης βεβαιωθέντων τριών (3) τοιούτων δέον να προστεθούν και έτεροι δέκα έξι (16) τουλάχιστον βασίμως προκύπτοντες, οίτινες, τονιστέον και πάλι, ουδεμίαν έχουν, ως προς την ταυτότητα, σχέσιν με τους επισήμως ανακοινωθέντος. Παραμένει βεβαίως πάντοτε το ερώτημα: Τι εγένοντο τα πτώματα των νεκρών τούτων και διατί οι οικείοι των εξακολουθητικώς σιωπούν; Δεν είναι εύκολος η απάντησις εις τον χαράσσοντα τας γραμμάς ταύτας. Είναι υποχρέωσις, όμως, η έναντι του προβλήματος θέσις και η κατανόησις των ανερμήνευτων ή αδυνάτων. (Οράτε σχετικώς κατάθεσιν Δημ. Πίμπα, υπ. αριθμ. 71).

δ) Νεκροί εκ διαδόσεων πιθανολογούμενοι:

Πολλά τω όντι περί μεγάλου αριθμού νεκρών διαδίδονται και θρυλούνται. Διάφοροι κατάλογοι περί τούτων κυκλοφορούν, δύο των οποίων αναφερόντες ονόματα νεκρών 46 και 59, αντιστοίχως, περιήλθαν εις χείρας μου και απετέλεσαν αντικείμενον ειδικής, επισταμένης και αγωνιώδους ερεύνης. Αμφότεροι εκυκλοφόρησαν το πρώτον εις την αλλοδαπήν και ο εις εξ αυτών επιμέλεια πολλών γνωστών Ελλήνων, εις το εξωτερικόν κατά την εποχήν της Δικτατορίας ευρισκομένων. Είναι αμφότεροι ελλιπείς κατά τα στοιχεία των και η επ’ αυτών έρευνα εις ουδέν το συγκεκριμένον απέληξε. Βεβαίως ο πρώτος αυτών κατετέθη παρά προσώπου λίαν αξιόπιστου, βεβαιώσαντος περί της σοβαρότητος της ερεύνης και της εγκυρότητος των πορισμάτων αυτής εν τη αναγραφή των ονομάτων του καταλόγου. Εξ ουδενός, όμως, ετέρου στοιχείου ενισχύθη η άποψις αυτή και των αναγραφομένων ονομάτων η συμπλήρωσις δεν επετεύχθη, ίνα διευκλυνθή ακολούθως η έρευνα εν τη αναζητήσει της αληθείας. Ο έτερος των καταλόγων κατά πολύ ελλιπέστερος εμφανίζεται κατά το περιεχόμενόν του και ουδέν ουδαμόθεν προσφέρεται προς επιβεβαίωσίν του. Ο υιοθετήσας τούτον μάρτυς επί της υποθέσεως και μηνυτής Γρηγόριος Παπαδάτος, ειδικώς εφ’ ημών κληθείς όπως προσκόμιση ή κατονομάση έστω στοιχεία ενισχυτικά των απόψεων του, ουδέν περί του αντικειμένου τούτου κατέθεσεν. Σοβαρώς εξ ετέρου εκ της ερεύνης ημών επιθανολογήθη ότι εξ (6) εκ των αυτώ αναφερομένων ονομάτων αφορούν τους τραυματίας των γεγονότων, ενώ πλήρως εβεβαιώθη ότι όνομα αναμφισβητήτως νεκρού, του Αλεξ. Σπαρτίδη, δεν αναφέρεται εν αυτών (οράτε το από 20.7.74 ενημερωτικόν σημείωμα Γεν. Ασφαλείας και της υπ’ αριθμ. 51075 Φ. 680 /15 /14.10.74 αναφοράν της προς υμάς). Ουδείς βεβαίως δύναται να αποκλείση το ενδεχόμενον μήνυμα αληθείας εκ των καταλόγων τούτων να εκπορεύεται και πολλοί ή και άπαντες οι προαναφερθέντες, αριθμητικώς μόνον ως βασίμως προκύπτοντες, νεκροί να αποτελούν μέλη των εν αυτοίς αναγραφομένων ομάδων ή και να αναφέρονται εις αυτούς αι υπό ετέρων μαρτύρων κατατιθέμενοι, ανεπιβεβαίωτοι όμως παραμένουσαι περιπτώσεις πιθανών νεκρών (οράτε καταθέσεις υπ’ αριθμ. 183, 209, 218, 255, 50 και 55). Τα ενδεχόμενα όμως ταύτα πόρρω αφίστανται του ασφαλούς και βέβαιου, όπερ και μόνον δύναται να αποτελέση στοιχείον αποδεικτικόν. Οίκοθεν νοείται ότι η αυτή προσήκει απάντησις και υπεύθυνος θέσις και έναντι των περί υπάρξεως ομαδικών τάφων διαθρυλουμένων, μολονότι σκληρά δια τον γράφοντα υπήρξε δοκιμασία η λήψις της καταθέσεως ατόμου, στρατιώτου όντος κατά την ερευνωμένην περίοδον, όστις, δια των κατατεθέντων του και της όλης του τραγικής – αληθώς – εμφανίσεως, πολλάς και συγκλονιστικός μοι προεκάλεσεν ανησυχίας και απορίας (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 190).»