Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και το Κόμμα Νέου Τύπου

Αναπτύσσοντας και πλουτίζοντας τις θεμελιακές ιδέες του Κ. Μαρξ και του Φ. Ενγκελς για το προλεταριακό κόμμα, ο Β. Ι. Λένιν, για πρώτη φορά στην ιστορία του μαρξισμού, δημιούργησε μια αρμονική και ολοκληρωμένη διδασκαλία για το Κομμουνιστικό Κόμμα - το κόμμα νέου τύπου, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης

Αναλλοίωτα στο χρόνο παραμένουν τα διδάγματα της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, διατηρώντας 9 δεκαετίες μετά στο ακέραιο την ικμάδα, τη ρεαλιστικότητα, την επικαιρότητά τους. Η Οχτωβριανή Επανάσταση απέδειξε ότι η έφοδος στον ουρανό δεν είναι ουτοπία, μπορεί να υλοποιηθεί στο βαθμό που εκπληρώνονται ορισμένες εκ των «ων ουκ άνευ» προϋποθέσεις. Το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμής, ήταν έργο πολλών διαδοχικών πράξεων. Μία απ’ τις προϋποθέσεις στην εκπλήρωση της οποίας οφείλει την ύπαρξή του ήταν η προηγηθείσα συγκρότηση Κόμματος Νέου Τύπου, κομμουνιστικού – επαναστατικού. Χωρίς κόμμα επαναστατικό δε θα μπορούσε να συνενωθεί η επαναστατική κοσμοθεωρία με το εργατικό κίνημα, έτσι που να αφυπνίζει συνειδήσεις, να σπρώχνει την καθημερινή ταξική πάλη στην ανώτερη μορφή της, την πολιτική πάλη για την εξουσία.

Με επικεφαλής τον Λένιν, το μπολσεβίκικο κόμμα μπήκε μπροστάρης της ταξικής πάλης του προλεταριάτου και των άλλων καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων, κυρίως της φτωχής αγροτιάς και των μισοπρολετάριων της Ρωσίας και οδήγησε έως τη νίκη, με την κατάληψη της εξουσίας, την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στη Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση. Ετσι, άνοιξε ο δρόμος για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού για πρώτη φορά στον κόσμο.

Αναπτύσσοντας και πλουτίζοντας τις θεμελιακές ιδέες του Κ. Μαρξ και του Φ. Ενγκελς για το προλεταριακό κόμμα, ο Β. Ι. Λένιν, για πρώτη φορά στην ιστορία του μαρξισμού, δημιούργησε μια αρμονική και ολοκληρωμένη διδασκαλία για το Κομμουνιστικό Κόμμα – το κόμμα νέου τύπου, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Και ως τέτοιο δέχτηκε και δέχεται ως σήμερα ανηλεή επίθεση από τις δυνάμεις που συνωθούνται στο αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο.

 

Ενδεικτική είναι η στάση που τήρησαν οπορτουνιστικά στοιχεία στο 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ (Ιούλης – Αύγουστος 1903), προβάλλοντας σθεναρή αντίδραση στην προσπάθεια έγκρισης ενός γνήσια επαναστατικού προγράμματος και στη συνέχεια και των οργανωτικών αρχών που ανταποκρίνονταν σ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Παρά τις προσπάθειές τους στο Συνέδριο εκείνο, για πρώτη φορά στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος, μετά το θάνατο των Μαρξ – Ενγκελς, ψηφίστηκε ένα πρόγραμμα όπου με σαφήνεια καθοριζόταν ο προλεταριακός χαρακτήρας του κόμματος και ο πρωτοποριακός του ρόλος στο εργατικό κίνημα, διατυπώθηκε η ιδέα της ηγεμονίας της εργατικής τάξης στην επανάσταση στη Ρωσία και προβλήθηκε το αίτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η θέση για δικτατορία του προλεταριάτου δεν περιλαμβανόταν σε κανένα πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής στη Δύση, που στην πράξη είχαν εγκαταλείψει την πάλη για το σοσιαλισμό. Και ήταν αυτή ακριβώς η θέση που έκανε το πρόγραμμα του ΣΔΕΚΡ να διαφέρει ριζικά από τα προγραμματικά ντοκουμέντα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Δύσης.

Θεμελιακά στοιχεία του Κόμματος Νέου Τύπου

Η Οχτωβριανή Επανάσταση διδάσκει πως χωρίς την ενιαία απ’ όλο το Κομμουνιστικό Κόμμα πολιτική δράση για την προώθηση της στρατηγικής του, χωρίς η τακτική να υπηρετεί τη στρατηγική, το Κόμμα δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί, να κατακτήσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, να οικοδομεί συμμαχίες για την εξουσία. Εδειξε ότι ανεξάρτητα από το καθήκον για το Κόμμα της κάθε φορά ιστορικής στιγμής, με δεδομένο το χαρακτήρα της εποχής ως εποχής του ιμπεριαλισμού, ο σοσιαλισμός είναι άμεση και ρεαλιστική ανάγκη και όχι υπόθεση του μακρινού μέλλοντος. Πολύ περισσότερο, η πείρα της δράσης των Μπολσεβίκων έδειξε ότι το καθήκον της στιγμής πρέπει να συνδέεται οργανικά με τη στρατηγική, θέτοντας το ζήτημα της εξουσίας. Διδάγματα ζωντανά και επίκαιρα για τα καθήκοντα των κομμουνιστών στις σύγχρονες συνθήκες και πείρα που μας δείχνει σήμερα το δρόμο. Που δείχνει την αναγκαιότητα το Κόμμα να δρα ενιαία για την προώθηση της στρατηγικής του. Αυτό είναι επίσης θεμελιακό χαρακτηριστικό του Κόμματος Νέου Τύπου. Σε συνδυασμό, βεβαίως, με την ικανότητά του να επεξεργάζεται επαναστατική στρατηγική, να χαράζει σωστή τακτική. Και αυτό είναι θεμελιακό στοιχείο του Κόμματος. Το εξασφάλιζε το Κόμμα των μπολσεβίκων με την αποφασιστική θεωρητική και πρακτική δράση του Λένιν. Που ξεκίνησε με τη μελέτη του καπιταλισμού στη Ρωσία, για να κατασταλάξει στις τότε συνθήκες, ακόμη και με μειοψηφία την εργατική τάξη στο σύνολο του πληθυσμού, ότι αυτή αποτελεί την επαναστατική πρωτοπόρα τάξη στην επανάσταση.

Η Οχτωβριανή Επανάσταση διδάσκει πως χωρίς την ενιαία απ' όλο το Κομμουνιστικό Κόμμα πολιτική δράση για την προώθηση της στρατηγικής του, χωρίς η τακτική να υπηρετεί τη στρατηγική, το Κόμμα δεν μπορεί να ισχυροποιηθεί, να κατακτήσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, να οικοδομεί συμμαχίες για την εξουσία

Ο Λένιν στο έργο του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», στον πρόλογο στη δεύτερη έκδοση, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η ανάλυση του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος, συνεπώς και της ταξικής διάρθρωσης της Ρωσίας, που έγινε σ’ αυτό το έργο με βάση την οικονομική έρευνα και την κριτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων, επιβεβαιώνεται τώρα με την ανοιχτή πολιτική εμφάνιση όλων των τάξεων, στην πορεία της επανάστασης. Αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα, ο καθοδηγητικός ρόλος του προλεταριάτου. Αποκαλύφτηκε επίσης ότι η δύναμή του στο ιστορικό ξεκίνημα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από το ποσοστό του στο γενικό σύνολο του πληθυσμού». («Απαντα» τ. 3ος, σελ. 13).

Στο έργο του «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» καταλήγει ότι ήδη η ανθρωπότητα έχει μπει στην εποχή της κυριαρχίας των μονοπωλίων σε όλες τις σφαίρες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή που η αστική τάξη έχει περάσει, από κοινωνική και πολιτική άποψη, ολοκληρωτικά στην αντίδραση. Με τη διαμόρφωση του ιμπεριαλιστικού συστήματος, αρχές του 20ού αιώνα ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη και η Ρωσία συμμετέχει σ’ αυτόν. «Ο καπιταλισμός από προοδευτικός που ήταν έγινε τώρα αντιδραστικός, ανέπτυξε σε τέτοιο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις, που η ανθρωπότητα πρέπει είτε να περάσει στο σοσιαλισμό, είτε επί χρόνια ή και επί δεκαετίες να υφίσταται την ένοπλη πάλη των «μεγάλων» Δυνάμεων, για την τεχνητή διατήρηση των αποικιών, των μονοπωλίων, των προνομίων και της κάθε λογής καταπίεσης» (Λένιν, «Σοσιαλισμός και πόλεμος», Απαντα τ. 26 σελ. 320, γράφτηκε στα 1915).

Σ’ αυτή την ιστορική εποχή, το καθήκον που βάζει μπροστά της η ανθρωπότητα είναι το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Διαφορετικά, θα υφίσταται κάθε λογής καταπίεση. Ο Λένιν εδώ μιλάει καθαρά για την ωριμότητα των υλικών όρων για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, από τη σκοπιά του εκμεταλλευόμενου – καταπιεζόμενου ανθρώπου ή πιο σωστά της εκμεταλλευόμενης τάξης, που είναι η κυριότερη παραγωγική δύναμη. Επομένως, το καθήκον της ανθρωπότητας είναι καθήκον της εργατικής τάξης ως ηγέτιδας δύναμης στη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό ακριβώς εκφράστηκε με την Οχτωβριανή Επανάσταση. Αυτό έθετε το Κόμμα των Μπολσεβίκων, ως Κόμμα Νέου Τύπου. Και προκειμένου να είναι ικανό το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης να δρα αποφασιστικά και αποτελεσματικά για την πραγματοποίηση της επανάστασης απαιτούνται και οργανωτικές αρχές με θεμελιακή το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Απαράβατες οργανωτικές αρχές

Στο δεύτερο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, οι οπορτουνιστές φυσικά αντέδρασαν και στις εισηγούμενες λενινιστικές οργανωτικές αρχές. Αυτό εκδηλώθηκε ολοφάνερα κατά τη συζήτηση της 1ης παραγράφου του σχεδίου του Καταστατικού – για το μέλος του κόμματος, η οποία ανέφερε: «Μέλος του Κόμματος θεωρείται ο καθένας που παραδέχεται το πρόγραμμά του και υποστηρίζει το Κόμμα, τόσο με υλικά μέσα, όσο και με την προσωπική του συμμετοχή σε μια από τις κομματικές οργανώσεις». Η λενινιστική διατύπωση της πρώτης παραγράφου του Καταστατικού απαιτούσε ιδιαίτερα την προσωπική συμμετοχή του μέλους του Κόμματος σε μια από τις κομματικές οργανώσεις, καθώς και την αυστηρή πειθαρχία, πράγμα που αποτελεί απαράβατο όρο της οργανωτικής συσπείρωσης και της δύναμης του Κόμματος.

Σ’ εκείνη τη φάση, οι οπορτουνιστές κατόρθωσαν να μην ψηφιστεί η συγκεκριμένη παράγραφος, αλλά η δική τους διατύπωση, αν και με ασήμαντη πλειοψηφία (28 «υπέρ», 22 «κατά»). Γρήγορα όμως, στο 3ο κιόλας Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, στα 1905, επήλθε αλλαγή στο Καταστατικό, με την αποδοχή της λενινιστικής διατύπωσης της πρώτης παραγράφου.

Η λενινιστική διδασκαλία για το Κόμμα αποτελεί μια ενότητα θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών αρχών, απαράβατων προκειμένου να επιτυγχάνεται η ανάπτυξή του ως Κόμμα της επαναστατικής δράσης, ως καθοδηγητικής δύναμης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στον Β. Ι. Λένιν ανήκει η ολόπλευρη επεξεργασία των οργανωτικών αρχών του Κόμματος, των κανόνων της κομματικής ζωής και των αρχών της κομματικής καθοδήγησης.

Το κόμμα είναι το οργανωμένο απόσπασμα της εργατικής τάξης. Μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο της προλεταριακής πρωτοπορίας, μόνο με τον όρο ότι θα είναι εξοπλισμένο με ενότητα θέλησης, ενότητα δράσης, ενότητα αυστηρότατης πειθαρχίας. Το Κόμμα δεν είναι οικογενειακός όμιλος, τόνιζε ο Λένιν, αλλά είναι σύνολο οργανώσεων, και γι’ αυτό πρέπει να δέχεται «στις γραμμές του μόνο στοιχεία που παραδέχονται έστω κι ένα ελάχιστο όριο οργάνωσης»…

Μια από τις βασικές αρχές οικοδόμησης του κόμματος νέου τύπου, πιστού στην επαναστατική θεωρία του μαρξισμού λενινισμού – ο Λένιν έγραψε «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα… το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία» – είναι η λενινιστική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Η ιδιομορφία του συγκεντρωτισμού έγκειται ακριβώς στο ότι είναι δημοκρατικός, τα ίδια τα μέλη του Κόμματος εκλέγουν τα καθοδηγητικά τους όργανα και τα ελέγχουν, κατευθύνουν τη δουλιά, παίρνουν ενεργό μέρος στη ζωή του Κόμματος, στη συζήτηση και τη λύση όλων των προβλημάτων που προκύπτουν κάθε φορά. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, συνδυάζοντας οργανικά το συγκεντρωτισμό και τη δημοκρατία, μετατρέπει το Κόμμα σε δημιουργική κολεκτίβα, στην οποία εκδηλώνεται η κατευθυνόμενη προς ένα σαφώς καθορισμένο σκοπό δραστηριότητα της κάθε οργάνωσης και όλων των μελών του Κόμματος. Η ουσία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έγκειται, πριν απ’ όλα, στο ότι η καθοδήγηση όλων των κομματικών οργανώσεων πραγματοποιείται από ένα κέντρο. Τη συγκεντροποίηση στο Κόμμα ο Β. Ι. Λένιν τη συνέδεε αδιάσπαστα με την αρχή της κομματικής πειθαρχίας. «Η άρνηση υποταγής στην καθοδήγηση των κεντρικών οργάνων – έγραφε – ισοδυναμεί με άρνηση παραμονής στο κόμμα, ισοδυναμεί με καταστροφή του κόμματος…».

Ενα επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί και δε συμβιβάζεται ποτέ με την ύπαρξη φραξιών και ομάδων. Απαιτεί από τα μέλη του σιδερένια πειθαρχία, το ίδιο υποχρεωτική για όλα χωρίς εξαίρεση. Ανώτατη αρχή της κομματικής καθοδήγησης είναι η συλλογικότητα. Το ενιαίο καθοδηγητικό κεντρικό όργανο, δηλαδή η ΚΕ, σύμφωνα με την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έχει υποχρέωση να διασφαλίζει τη συλλογική επεξεργασία και την ενιαία δράση. Η συλλογικότητα της κομματικής καθοδήγησης προϋποθέτει την προσωπική, ατομική ευθύνη του καθένα για την εκπλήρωση των συλλογικά παρμένων αποφάσεων. Η εσωκομματική δημοκρατία βρίσκει την έκφρασή της στην κριτική και την αυτοκριτική. Ο Β. Ι. Λένιν έδειξε ότι για το κόμμα νέου τύπου, η κριτική και η αυτοκριτική είναι ένα όπλο σε διαρκή δράση στο οπλοστάσιο των νόμων της κομματικής ζωής, βοηθώντας στη διαπαιδαγώγηση των κομμουνιστών, στο ξεπέρασμα των δυσκολιών και των αδυναμιών. Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι ενιαία και αδιάσπαστη. Δημοκρατισμός χωρίς συγκεντρωτισμό σημαίνει αποδιοργάνωση, αναρχία. Μόνον ο συγκεντρωτισμός, σε συνδυασμό με το δημοκρατισμό, κάνει το Κόμμα ενιαίο και μονολιθικό.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εκφράζει τη διαλεκτική σχέση της ιδεολογίας και των οργανωτικών βάσεων του Κόμματος. Εχει τεράστια σημασία να κατανοείται ο προορισμός του. Και είναι ανάγκη να κατανοείται η συγκεντρωτική πλευρά της δημοκρατίας και η δημοκρατική πλευρά του συγκεντρωτισμού. Αποστολή του δεν είναι να διασφαλίζει μόνο τον τρόπο εκλογής και τον τρόπο λήψης και εφαρμογής αποφάσεων. Η επενέργειά του είναι πολύ ευρύτερη. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δίνει τη δυνατότητα στο Κόμμα να υπερβαίνει τον τοπικό κατατεμαχισμό. Να συνενώνει την τοπική δουλιά ώστε να αποτελεί αυτή δουλιά του ενός και του ίδιου κόμματος.

Η ενότητα πάνω στο πρόγραμμα, στη στρατηγική και τακτική του Κόμματος, απαιτείται να συμβαδίζει με την οργανωτική ενότητα με βάση το καταστατικό, με την υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αποτελεί δύναμη και όπλο του Κόμματος. Γι’ αυτό και δικαιολογημένα έχει συγκεντρώσει τα πυρά της αστικής, μικροαστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας, αφού από τη φύση της, όταν εφαρμόζεται σωστά αποτελεί καθοριστική πηγή δύναμης για ένα Κόμμα που έχει στρατηγική στόχευση τον σοσιαλισμό.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει από μόνος του, παρά μόνο με τη ζωντανή συνεπή δράση, με τη συνεχή επαγρύπνηση όλου του Κόμματος. Επόμενα, η τήρησή του απαιτεί επαγρύπνηση. Η απαιτητικότητα στην πιστή τήρησή του δεν πρέπει να υποχωρεί ποτέ από κανένα μέλος του Κόμματος.

Συνοψίζοντας, το Κόμμα Νέου Τύπου διακρίνεται από το ότι διαθέτει:

  • Επαναστατικό Πρόγραμμα, που βασίζεται στη Μαρξιστική Λενινιστική κοσμοθεωρία και τη δημιουργική της εφαρμογή στις συγκεκριμένες συνθήκες.
  • Ενότητα θέλησης και δράσης, που εδράζεται στο Πρόγραμμά του και εξασφαλίζεται από τις οργανωτικές του αρχές (δημοκρατικός συγκεντρωτισμός).
  • Κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση, που διαθέτει υποχρεωτικά ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο (Κεντρική Επιτροπή) και Κομματικές Οργανώσεις Βάσης ως κρίκους σύνδεσης του Κόμματος με ολόκληρη την τάξη και τους συμμάχους της. Τα ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα, τα επίπεδα των οποίων μπορούν να αλλάζουν προσαρμοζόμενα στις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες της πιο αποτελεσματικής κομματικής δράσης (αχτιδικά όργανα, νομαρχιακά, επιτροπές περιοχών), αποτελούν τους καθοδηγητικούς ενδιάμεσους κρίκους από την ΚΕ προς στις ΚΟΒ.
Advertisements

Ιστορία του φασισμού-εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα – μέρος Ε: Η περίπτωση του Σεβαστιανού Φουλίδη, στελέχους των γερμανικών Ειδικών Δυνάμεων (Μεραρχία Brandenburg)

Με τους Ελληνοπόντιους του ΡΟΑ είχε σχέση και ένα ικανότατο στέλεχος των γερμανικών Ειδικών Δυνάμεων (Μεραρχία Brandenburg), ο συμπατριώτης μας Σεβαστιανός Φουλίδης, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από το γερμανικό επιτελείο στις   πιο  δύσκολες αποστολές.

Ο Φουλίδης καταγόταν από τον Πόντο και ήταν  φανατικός αντικομμουνιστής. Στη γερμανική αντικατασκοπεία είχε ενταχθεί το 1938, με μοναδικό σκοπό να πλήξει τους Μπολσεβίκους με οποιονδήποτε τρόπο. Αφού φοίτησε σε μια σχολή πρακτόρων και εκπαιδεύτηκε στο Quenz, εντάχθηκε  στο τμήμα της Brandenburg που είχε την ευθύνη των βαλκανικών χωρών.

Ο Κανάρης που συνδεόταν φιλικά  με τον Φουλίδη ζήτησε από τον Έλληνα πράκτορα να του μεταφέρει πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε  στη νότια Ρωσία και στα παράλια της Μαύρης θάλασσας. Επειδή όμως η τουρκική αστυνομία τον καταζητούσε, απ΄την εποχή του Μικρασιατικού πολέμου, (1919 – 1922), ο Φουλίδης μετέφερε την έδρα του στην Αθήνα. Στη συμφωνία που έκανε με τον Κανάρη τόνισε πως η δράση του και οι πληροφορίες που θα συγκέντρωνε θα αφορούσαν  αποκλειστικά τη Σοβιετική Ένωση και σε καμιά περίπτωση την Ελλάδα, την οποία θεωρούσε πατρίδα του και υπεραγαπούσε. Άλλωστε σε προσωπικές του συζητήσεις με τον αρχηγό της Abwehr ανέφερε πως ότι έκανε το έκανε για να δει τον Πόντο ενωμένο με τη μητροπολιτική Ελλάδα, μετά τον νικηφόρο αγώνα του Άξονα εναντίον των Σοβιετικών.

 Επί δύο ολόκληρα χρόνια ο Φουλίδης συνεργαζόταν στενά  -εκτός από τη γερμανική Abwehr-  και με τον αστυνόμο Σπύρο Παξινό της υπηρεσίας Αλλοδαπών. Είχε συμφωνήσει με τον Παξινό, με την έγκριση του Κανάρη, να παραχωρεί στις ελληνικές αρχές όλα τα έγγραφα και τα δελτία των πρακτόρων του, τα οποία αφού θα φωτογραφίζονταν, θα του επιστρέφονταν για να σταλούν στο Βερολίνο. Με τη βοήθεια του Παξινού ο Φουλίδης οργάνωσε το δίκτυό του, πο το αποτελούσαν κυρίως Ρωσομαθείς Έλληνες. Κατόρθωσε να τους ναυτολογήσει σε τουρκικά καράβια που επισκέπτονταν τα ρωσικά λιμάνια του Εύξεινου Πόντου. Παράλληλα αποκατέστησε επαφή με τους πράκτορες του οι οποίοι δρούσαν στη νότια Ρωσία.

Ο Σεβαστιανός Φουλίδης

Για τη συνεργασία Φουλίδη-Παξινού έγραψε στα απομνημονεύματά του ο Αρθουρ Ζάιτς, ένας άλλος σημαντικός Γερμανός πράκτορας στην Ελλάδα: «Με αυτόν τον τρόπο η εναντίον της Ρωσίας κατασκοπευτική εργασία του Φουλίδη κατέληγε να γίνεται γνωστή και να επωφελούνται συγχρόνως η ελληνική, η αγγλική και η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών. Τούτο το γνώριζε βέβαια η γερμανική κατασκοπεία, η οποία κατά κανόνα δεν επέτρεπε στους πράκτορές της παρόμοιες συνεργασίες. Και αυτό επετράπη μόνο στον Φουλίδη, επειδή αυτός είχε δηλώσει ότι, ως Έλληνας στην καταγωγή, δεν δεχόταν να εργασθεί στην Ελλάδα ως κατάσκοπος της Γερμανίας χωρίς τη συγκατάθεση των ελληνικών αρχών. Και ο ίδιος πρότεινε αυτού του είδους τη συνεργασία, την οποία τόσο ο Ναύαρχος Κανάρης, όσο και ο άμεσος προϊστάμενος του Φουλίδη στο Βερολίνο, συνταγματάρχης Μούντσιγκερ,  υιοθέτησαν απολύτως, διότι αφενός είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και εκτίμηση στον χαρακτήρα του Φουλίδη και αφετέρου οι πληροφορίες αφορούσαν τη Ρωσία, εναντίον της οποίας στρέφονταν τότε όλοι».

 Αυτά βέβαια ίσχυαν ως την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, οπότε οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν ανάγκασαν τη γερμανική κατασκοπεία να τροποποιήσει το πρόγραμμα της. Η επίθεση στη Σοβιετική Ένωση ήταν θέμα χρόνου. Ο Φουλίδης ήταν ενημερωμένος από τους προϊσταμένους του στο Βερολίνο. Οργάνωσε λοιπόν ένα σώμα από αποφασισμένους Λευκορώσους μετανάστες που ζούσαν από καιρό στην Ελλάδα και τους έστειλε λίγους μήνες αργότερα πίσω από τις ρωσικές γραμμές για διενέργεια δολιοφθορών, συλλογή πληροφοριών και διασπορά ψευδών ειδήσεων.

 Ο ίδιος ο Φουλίδης έφυγε από την Ελλάδα τον Αύγουστο του 1941 και παρουσιάστηκε στον συ-ταγματάρχη φον Κλάουζεβιτς, αρχηγό της Υπηρεσίας Κατασκοπείας της Ομάδας Στρατιών του Νότου. Αποστολή του ήταν η συλλογή πληροφοριών  για την κατάσταση που επικρατούσε στα ρωσικά μετόπισθεν και ο κλονισμός του ηθικού των Ουκρανών οι οποίοι υπηρετούσαν στον Κόκκινο Στρατό. Ο Φουλίδης και η ομάδα του εφοδιάστηκαν με το κατάλληλο προπαγανδιστικό υλικό και μεταφέρθηκαν ενα βράδυ με γερμανικό αεροπλάνο πίσω από τις ρωσικές γραμμές.

 Ο τολμηρός Έλληνας κατάφερε πολύ περισσότερα από όσα περίμενε το γερμανικό στρατηγείο. Πρώτα από όλα ενημέρωσε με τον ασύρματο του τον Κλάουζεβιτς για την ακριβή θέση των αεροδρομίων τα οποία χρησιμοποιούσαν οι Σοβιετικοί, καθώς και για τον αριθμό και τη θέση των αρμάτων μάχης που υπεράσπιζαν το Κίεβο. Όταν άρχισε η γερμανική επίθεση ο Φουλίδης και οι σύντροφοι του πέρασαν πάλι μέσα  από τις ρωσικές γραμμές. Με κίνδυνο της ζωής τους ενημέρωσαν τον επιτελάρχη του γερμανικού στρατεύματος για τις κινήσεις των ρωσικών τεθωρακισμένων, τα οποία τελικά εξουδετερώθηκαν.

Δύο μέρες μετά την κατάληψη του Κιέβου στο πολεμικό ανακοινωθέν της Wehrmacht  έγινε μνεία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας της ομάδας Φουλίδη. Ο ίδιος από ανθυπολοχαγός προήχθη στον βαθμό του υπολοχαγού επ’ ανδραγαθία. Στη συνέχεια οι επιτυχίες του Φουλίδη, ιδιαίτερα στον Καύκασο, ξεπέρασαν και την πιο τολμηρή φαντασία, «αφού υπερέβη σε κατορθώματα και τη δράση του θρυλικού Άγγλου πράκτορα Λώρενς της Αραβίας», όπως έγραψε ο Ζάιτς. Με τα κηρύγματα και την προπαγάνδα του δαιμόνιου Έλληνα εξεγέρθηκαν χιλιάδες Πόντιοι, Γεωργιανοί και Αρμένιοι εναντίον των Σοβιετικών. Ηταν τόσο μεγάλη η ταραχή της ρωσικής κυβέρνησης ώστε και μετά το τέλος του πολέμου οι λαοί αυτοί θεωρήθηκε ότι δεν μπόρεσαν να αποβάλουν το «σπέρμα της προδοσίας» με το οποίο «διαβρώθηκαν» από τους Γερμανούς.

Το τέλος του Φουλίδη ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο. Τον Δεκέμβριο του 1943 ο Κλαούζεβιτς του ανέθεσε να εισχωρήσει εκ νέου στις ρωσικές γραμμές για να εξακριβώσει τον αριθμό των Σοβιετικών και τη διάταξη των εχθρικών τεθωρακισμένων. Ο Φουλίδης έγινε όμως αντιληπτός από μια ρωσική περίπολο και άφησε την τελευταία του πνοή σε απόσταση μόλις 200 μέτρων από τις γερμανικές  γραμμές.

 Βλέπε επίσης:

Μέρος Α: Εισαγωγή – η πρώτη οργάνωση: “Ένωσις Ελλήνων Φασιστών” (1922)

Μέρος Β: η “Εθνική Ένωσις Ελλάς” (1927), τα εβραϊκά πογκρόμ & οι συγκρούσεις με το ΚΚΕ

Μέρος Γ: Έλληνες πολιτικοί με φιλο-φασιστικές θέσεις (Πλαστήρας, Πάγκαλος, Βενιζέλος, κ.α.)

Μέρος Δ: Έλληνες εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο