Καρλ Μαρξ: «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία»

Διαλεχτά Εργα, τόμ. 1, σελ. 617 – 634

 
Τα ξημερώματα της 18 του Μάρτη 1871, το Παρίσι ξύπνησε με τη βροντερή ιαχή: «Ζήτω η Κομμούνα!». Τι είναι η Κομμούνα, αυτή η σφίγγα που υποβάλλει σε τόσο σκληρή δοκιμασία το αστικό μυαλό;

«Οι προλετάριοι του Παρισιού, έλεγε η κεντρική επιτροπή (σ.σ. της Διεθνούς), στη διακήρυξή της της 18 του Μάρτη, μέσα από τις αποτυχίες και τις προδοσίες των κυρίαρχων τάξεων κατάλαβαν ότι έφτασε η ώρα να σώσουν την κατάσταση, παίρνοντας στα χέρια τους τη διεύθυνση των δημόσιων υποθέσεων… Κατάλαβαν ότι είναι επιταχτικό τους καθήκον και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία». Μα η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς.

Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία με τα πανταχού παρόντα όργανά της – τον ταχτικό στρατό, την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο και τη δικαστική εξουσία, όργανα που φτιάχτηκαν σύμφωνα με το σχέδιο ενός συστηματικού και ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας – κατάγεται από τον καιρό της απόλυτης μοναρχίας, όπου χρησίμευε στην αστική κοινωνία που γεννιόταν, σαν ισχυρό όπλο στους αγώνες της ενάντια στη φεουδαρχία. Ωστόσο η ανάπτυξή της εμποδιζόταν από κάθε λογής μεσαιωνικά περιττά πράγματα, δικαιώματα των τσιφλικάδων και των ευγενών, τοπικά προνόμια, δημοτικά και συντεχνιακά μονοπώλια και επαρχιακούς καταστατικούς χάρτες. Η γιγάντια σκούπα της γαλλικής επανάστασης του 18ου αιώνα σάρωσε όλα αυτά τα λείψανα περασμένων εποχών, και ξεκαθάρισε έτσι ταυτόχρονα το κοινωνικό έδαφος από τα τελευταία εμπόδια για το χτίσιμο του οικοδομήματος του σύγχρονου κράτους. Το οικοδόμημα αυτό υψώθηκε τον καιρό της πρώτης αυτοκρατορίας, που με τη σειρά της δημιουργήθηκε από τους πολέμους συνασπισμού της παλιάς μισοφεουδαρχικής Ευρώπης ενάντια στη σύγχρονη Γαλλία. Στις μεταγενέστερες μορφές κυριαρχίας η κυβέρνηση μπήκε κάτω από κοινοβουλευτικό έλεγχο – δηλαδή κάτω από τον άμεσο έλεγχο των ιδιοχτητριών τάξεων. Από τη μια, η κυβέρνηση εξελίχθηκε σε θερμοκήπιο κολοσσιαίων εθνικών χρεών και καταθλιπτικών φόρων και έγινε, χάρη στα ακαταμάχητα θέλγητρα της εξουσίας της, των εσόδων της και των αξιωμάτων, που διέθετε, το μήλο της έριδος ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες και τους τυχοδιώχτες των κυρίαρχων τάξεων. Από την άλλη, άλλαζε ο πολιτικός της χαρακτήρας μαζί με τις οικονομικές αλλαγές της κοινωνίας. Στο μέτρο που η πρόοδος της νεότερης βιομηχανίας ανάπτυσσε, πλάταινε και βάθαινε την ταξική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, στο ίδιο μέτρο η κρατική εξουσία έπαιρνε όλο και περισσότερο το χαρακτήρα μιας εθνικής εξουσίας του κεφαλαίου για την καταπίεση της εργατικής τάξης, μιας κοινωνικής δύναμης οργανωμένης για την κοινωνική υποδούλωση, το χαρακτήρα μιας μηχανής ταξικής κυριαρχίας. Υστερα από κάθε επανάσταση, που σημειώνει μια πρόοδο της ταξικής πάλης, προβάλλει όλο και πιο ανοιχτά ο καθαρά καταπιεστικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας. Η επανάσταση του 1830 μεταβίβασε την κυβέρνηση από τους τσιφλικάδες στους κεφαλαιοκράτες, δηλαδή από τους απώτερους, στους αμεσότερους αντίπαλους των εργατών. Οι αστοί δημοκράτες, που πήραν την κρατική εξουσία στο όνομα της επανάστασης του Φλεβάρη, τη χρησιμοποίησαν για να προκαλέσουν τις σφαγές του Ιούνη, για να αποδείξουν στην εργατική τάξη ότι η «κοινωνική» δημοκρατία δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά την κοινωνική της υποδούλωση από τη δημοκρατία και για να αποδείξουν στη μάζα της βασιλικής αστικής τάξης και των γαιοχτημόνων ότι οι φροντίδες και τα χρηματικά οφέλη της κυβέρνησης μπορούν να ανατεθούν ήσυχα στους αστούς δημοκράτες. Ωστόσο, ύστερα απ’ τη μοναδική ηρωική τους πράξη του Ιούνη, στους αστούς δημοκράτες δεν απόμεινε παρά να περάσουν από την πρώτη σειρά στις τελευταίες γραμμές «του κόμματος της τάξεως» – του κόμματος που αποτελεί ένα συνασπισμό συγκροτημένο από όλες τις αντίπαλες ομάδες και μερίδες των τάξεων που ιδιοποιούνται τα αγαθά και βρίσκονται σε ανοιχτά πια εκδηλωμένη αντίθεση προς τις παραγωγικές τάξεις. Η κατάλληλη μορφή της κοινής κυβέρνησής τους ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία με πρόεδρο τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Μια κυβέρνηση απροκάλυπτης ταξικής τρομοκρατίας και εσκεμμένου εξευτελισμού του «χυδαίου όχλου». Αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν, όπως έλεγε ο Θιέρσος, «η κρατική μορφή που διαιρούσε λιγότερο από κάθε άλλη μορφή τις διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης», άνοιγε όμως αντίθετα μιαν άβυσσο ανάμεσα σ’ αυτή την τάξη και ολόκληρο τον κοινωνικό οργανισμό που ζούσε έξω από τις αραιές γραμμές της. Οι περιορισμοί, που στις προηγούμενες κυβερνήσεις έβαζαν στην κρατική εξουσία οι διαιρέσεις μέσα σ’ αυτή την τάξη, εξαφανίστηκαν τώρα με τη συνένωσή τους. Και μπροστά στην απειλή της εξέγερσης του προλεταριάτου η ενωμένη ιδιοχτήτρια τάξη χρησιμοποιούσε τώρα ανελέητα και αυθάδικα την κρατική εξουσία, σαν το εθνικό πολεμικό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία. Η αδιάκοπη όμως σταυροφορία της ενάντια στις παραγωγικές μάζες δεν την υποχρέωνε μονάχα να προικίζει την εκτελεστική εξουσία με μιαν ολοένα μεγαλύτερη καταπιεστική δύναμη, μα την υποχρέωνε επίσης να απογυμνώνει σιγά σιγά και το δικό της κοινοβουλευτικό φρούριο – την Εθνοσυνέλευση – απ’ όλα τα μέσα άμυνας ενάντια στην εκτελεστική εξουσία. Η εκτελεστική εξουσία, συγκεντρωμένη στο πρόσωπο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, πέταξε έξω τους αντιπροσώπους της ιδιοχτήτριας τάξης. Ο φυσικός απόγονος της δημοκρατίας του «κόμματος της τάξεως» ήταν η δεύτερη αυτοκρατορία.

Η κατάκτηση του Παρισιού. Οδόφραγμα στην πλατεία Μπανς, το οποίο υπερασπίζονται γυναίκες
Η αυτοκρατορία, με πιστοποιητικό γεννήσεως το πραξικόπημα, με επικύρωση το γενικό εκλογικό δικαίωμα και με σκήπτρο το σπαθί, ισχυριζόταν ότι στηρίζεται στους αγρότες, στις πλατιές εκείνες μάζες των παραγωγών που δεν ήταν άμεσα μπλεγμένοι στον αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Ισχυριζόταν ότι σώζει την εργατική τάξη, τσακίζοντας τον κοινοβουλευτισμό και μαζί του την απροκάλυπτη υποταγή της κυβέρνησης στις κατέχουσες τάξεις. Ισχυριζόταν ότι σώζει τις κατέχουσες τάξεις διατηρώντας την οικονομική τους κυριαρχία πάνω στην εργατική τάξη. Και, τέλος, ισχυριζόταν ότι ενώνει όλες τις τάξεις με το ξαναζωντάνεμα της χίμαιρας της εθνικής δόξας. Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν η μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης σε μια εποχή, που η αστική τάξη είχε χάσει πια την ικανότητα να κυβερνά το έθνος και η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα αποχτήσει αυτή την ικανότητα. Ολος ο κόσμος επευφήμησε την αυτοκρατορία σαν σωτήρα της κοινωνίας. Κάτω απ’ την κυριαρχία της, η αστική κοινωνία, απαλλαγμένη από όλες τις πολιτικές φροντίδες, έφτασε σε τέτοιο σημείο ανάπτυξης που δεν το φανταζόταν ούτε η ίδια. Η βιομηχανία της, το εμπόριό της πήραν κολοσσιαίες διαστάσεις. Η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία έκανε κοσμοπολιτικά όργια. Η αθλιότητα των μαζών ξεχώριζε χτυπητά πλάι στην ξεδιάντροπη λαμπρότητα μιας φανταχτερής παραφουσκωμένης και διεφθαρμένης πολυτέλειας. Η ίδια η κρατική εξουσία, που φαινομενικά κρεμόταν πολύ πάνω απ’ την κοινωνία, ήταν ωστόσο το σκανδαλωδέστερο σκάνδαλο αυτής της κοινωνίας και ταυτόχρονα η εστία όλης της διαφθοράς της. H δική της η σαπίλα και η σαπίλα της κοινωνίας που είχε σώσει, αποκαλύφθηκε από τις λόγχες της Πρωσίας, που κι αυτή φλεγόταν από την επιθυμία να μεταφέρει το κέντρο βάρους αυτού του καθεστώτος από το Παρίσι στο Βερολίνο. Ο αυτοκρατορισμός είναι συνάμα η πιο εκπορνευμένη και η τελική μορφή της κρατικής εξουσίας που την είχε δημιουργήσει η γεννώμενη αστική κοινωνία, σαν ένα όργανο για τη δική της χειραφέτηση από τη φεουδαρχία και την οποία η ολότελα αναπτυγμένη αστική κοινωνία την μετάτρεψε σε όργανο για την υποδούλωση της εργασίας από το κεφάλαιο.
Το εξώφυλλο της μπροσούρας του Καρλ Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»
Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα. Η φωνή για «κοινωνική δημοκρατία», με την οποία το προλεταριάτο του Παρισιού είχε αρχίσει την επανάσταση του Φλεβάρη, εξέφραζε μόνο τον ακαθόριστο πόθο για μια δημοκρατία, που δε θα παραμέριζε μόνο τη μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, μα κι αυτή την ίδια την ταξική κυριαρχία. Η Κομμούνα ήταν η καθορισμένη μορφή αυτής της δημοκρατίας.

Το Παρίσι, το κέντρο και η έδρα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας και ταυτόχρονα το κοινωνικό κέντρο βάρους της γαλλικής εργατικής τάξης, είχε πάρει τα όπλα ενάντια στην απόπειρα του Θιέρσου και των γαιοχτημόνων του να παλινορθώσουν και να διαιωνίσουν αυτή την παλιά κυβερνητική εξουσία που τους είχε κληροδοτήσει η αυτοκρατορία. Το Παρίσι μπόρεσε ν’ αντισταθεί μόνο και μόνο γιατί, εξαιτίας της πολιορκίας, είχε απαλλαχθεί από το στρατό, που τον είχε αντικαταστήσει με μια εθνοφυλακή που αποτελούνταν κυρίως από εργάτες. Το γεγονός αυτό έπρεπε τώρα να μετατραπεί σε μόνιμο θεσμό. Γι’ αυτό, το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν το διάταγμα για την κατάργηση του μόνιμου στρατού και για την αντικατάστασή του με τον οπλισμένο λαό.

Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ηταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σ’ όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς. Ολα τα αποχτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργήθηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους. Οι δημόσιες θέσεις έπαψαν να είναι ατομική ιδιοχτησία των βοηθών της κεντρικής κυβέρνησης. Οχι μόνο η διοίκηση του δήμου, μα και όλα τα καθήκοντα που ως τότε εξασκούσε το κράτος, πέρασαν στα χέρια της Κομμούνας.

Οδοφράγματα στην πλατεία d’ Enfer

Οταν παραμερίστηκαν πια ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία, τα όργανα αυτά της υλικής βίας της παλιάς κυβέρνησης, η Κομμούνα καταπιάστηκε αμέσως να τσακίσει το πνευματικό όργανο καταπίεσης, την εξουσία των παπάδων. Χώρισε την εκκλησία από το κράτος και απαλλοτρίωσε όλες τις εκκλησιές, που αποτελούσαν οργανισμούς με ιδιόχτητη περιουσία. Οι παπάδες στάλθηκαν στην ησυχία της ατομικής ζωής, για να ζήσουν εκεί από τις ελεημοσύνες των πιστών, όπως οι πρόδρομοί τους, οι απόστολοι. Ολα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν δωρεάν για το λαό και ταυτόχρονα ξεκαθαρίστηκαν από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους. Ετσι, όχι μόνο η εκπαίδευση έγινε προσιτή σε όλους, μα και η ίδια η επιστήμη λευτερώθηκε από τα δεσμά που της είχαν επιβάλει η ταξική πρόληψη και η κυβερνητική εξουσία.Οι δικαστικοί λειτουργοί χάσανε εκείνη τη φαινομενική ανεξαρτησία τους, που χρησίμευε μόνο και μόνο για να σκεπάζει τη χαμερπή τους υποταγή σε όλες τις αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις, στις οποίες έδιναν με τη σειρά όρκο πίστης και τον αθετούσαν κάθε φορά. Οπως όλοι οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, έπρεπε στο εξής κι αυτοί να εκλέγονται, να είναι υπεύθυνοι και να μπορούν να ανακληθούν.

Φυσικά η Κομμούνα του Παρισιού θα χρησίμευε σαν πρότυπο για όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της Γαλλίας. Μόλις θα εγκαθιδρυόταν το καθεστώς της Κομμούνας στο Παρίσι και στα δευτερεύοντα κέντρα, η παλιά συγκεντρωτική κυβέρνηση θα έπρεπε και στις επαρχίες επίσης να παραχωρήσει τη θέση της στην αυτοκυβέρνηση των παραγωγών. Σε ένα σύντομο πρόχειρο σχέδιο για την εθνική οργάνωση, που η Κομμούνα δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί παραπέρα, καθορίζεται ρητά ότι η Κομμούνα θα αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού και ότι στην ύπαιθρο ο ταχτικός στρατός θα αντικατασταινόταν από μια λαϊκή πολιτοφυλακή με εξαιρετικά σύντομο χρόνο θητείας. Οι αγροτικές κοινότητες κάθε νομού θα διαχειρίζονταν τις κοινές τους υποθέσεις με μια συνέλευση από αντιπροσώπους τους στην πρωτεύουσα του νομού, και οι νομαρχιακές αυτές συνελεύσεις, με τη σειρά τους, θα στέλνανε βουλευτές στην εθνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Οι βουλευτές θα μπορούσαν κάθε στιγμή να ανακληθούν και θα έπρεπε να δεσμεύονται από τις καθορισμένες εντολές των εκλογέων τους. Οι λίγες μα σπουδαίες λειτουργίες που θα απόμεναν για την κεντρική κυβέρνηση δε θα καταργούνταν, όπως σκόπιμα το παραποίησαν, αλλά θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους. Η ενότητα του έθνους δε θα έσπαζε, μα, αντίθετα, θα οργανωνόταν με το καθεστώς της Κομμούνας και θα γινόταν πραγματικότητα με την εκμηδένιση της κρατικής εκείνης εξουσίας που παρουσιαζόταν σαν η ενσάρκωση αυτής της ενότητας, που ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη από το ίδιο το έθνος. Στην πραγματικότητα, η κρατική εξουσία δεν ήταν παρά ένα παρασιτικό καρκίνωμα στο σώμα του έθνους. Ενώ το ζήτημα ήταν να περικόψουν απλώς τα καταπιεστικά όργανα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας, να αποσπάσουν τις δικαιολογημένες λειτουργίες της από μιαν εξουσία που είχε την αξίωση να στέκεται πάνω από την κοινωνία και να τις ξαναδώσουν στους υπεύθυνους υπηρέτες της κοινωνίας. Αντί να αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια, ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη βουλή, το γενικό εκλογικό δικαίωμα θα εξυπηρετούσε τον οργανωμένο σε κομμούνες λαό, όπως το ατομικό δικαίωμα εκλογής χρησιμεύει σε κάθε εργοδότη για να αναζητεί εργάτες, επιστάτες και λογιστές για την επιχείρησή του. Και είναι αρκετά γνωστό ότι τόσο οι εταιρείες όσο και τα άτομα, όταν πρόκειται για τις πραγματικές υποθέσεις τους, ξέρουν συνήθως να βρίσκουν και να τοποθετούν τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη θέση και, αν καμιά φορά γελαστούν, τότε ξέρουν πώς θα επανορθώσουν γρήγορα το λάθος τους. Απ’ την άλλη μεριά, τίποτε δεν μπορούσε να είναι πιο ξένο με το πνεύμα της Κομμούνας όσο η αντικατάσταση του γενικού εκλογικού δικαιώματος με τον ιεραρχικό διορισμό των υπαλλήλων.

Πλατεία της Βαστίλης μετά τη μάχη
Η συνηθισμένη μοίρα των νέων ιστορικών δημιουργημάτων είναι να τα νομίζουν ταίρι παλιότερων ή ακόμα και ξεπερασμένων μορφών της κοινωνικής ζωής, με τις οποίες μοιάζουν κάπως. Ετσι, τη νέα αυτή Κομμούνα, που τσακίζει τη σύγχρονη κρατική εξουσία, τη θεώρησαν ξαναζωντάνεμα των μεσαιωνικών κοινοτήτων, που προηγήθηκαν από τη σύγχρονη κρατική εξουσία και που αποτέλεσαν κατόπιν το θεμέλιό της. Το καθεστώς της Κομμούνας το πήραν σαν μια προσπάθεια να μπει μια ομοσπονδία μικρών κρατιδίων, όπως την ονειρεύτηκαν ο Μοντεσκιέ και οι Γιρονδίνοι, στη θέση της ενότητας εκείνης των μεγάλων εθνών, που, όσο κι αν πραγματοποιήθηκε αρχικά με τη βία, ωστόσο έγινε τώρα ένας ισχυρός παράγοντας της κοινωνικής παραγωγής. Την αντίθεση της Κομμούνας προς την κρατική εξουσία την πήραν για υπερβολική μορφή του παλιού αγώνα ενάντια στον υπερσυγκεντρωτισμό. Ειδικές ιστορικές συνθήκες μπορεί σε άλλες χώρες να εμπόδισαν να εξελιχτεί κλασικά, όπως στη Γαλλία, η αστική μορφή διακυβέρνησης, και μπορεί να επέτρεψαν, όπως στην Αγγλία, να συμπληρωθούν τα κεντρικά κρατικά όργανα με διεφθαρμένες ενοριακές συνελεύσεις, με καπήλους δημοτικούς συμβούλους, με λυσσασμένους επιστάτες των φτωχών στις πόλεις και με πραγματικούς κληρονομικούς ειρηνοδίκες στα χωριά. Το καθεστώς της Κομμούνας, αντίθετα, θα απέδιδε στο κοινωνικό σώμα όλες εκείνες τις δυνάμεις που τις κατανάλωσε ως τώρα η παρασιτική απόφυση, το «κράτος», που τρέφεται σε βάρος της κοινωνίας και την εμποδίζει να κινείται ελεύθερα. Και μόνο μ’ αυτή την πράξη θα έβαζε μπρος την αναγέννηση της Γαλλίας. Η αστική τάξη των επαρχιακών πόλεων είδε στην Κομμούνα μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η κυριαρχία της που εξασκούσε στην ύπαιθρο επί Λουδοβίκου Φιλίππου και που είχε υποσκελιστεί επί Λουδοβίκου Βοναπάρτη από τη δήθεν κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στις πόλεις. Στην πραγματικότητα, το καθεστώς της Κομμούνας θα έθετε τους αγρότες παραγωγούς κάτω απ’ την πνευματική καθοδήγηση των νομαρχιακών πόλεων και εκεί, στις πόλεις αυτές, θα τους εξασφάλιζε, στο πρόσωπο των εργατών των πόλεων, τους πραγματικούς εκπροσώπους των συμφερόντων τους. Και μόνο η ύπαρξη της Κομμούνας είχε σαν αυτονόητη συνέπεια την τοπική αυτοκυβέρνηση, όχι όμως πια σαν αντίβαρο στην κρατική εξουσία που είχε γίνει πια περιττή. Μόνο σ’ ένα Βίσμαρκ, που, όταν δεν είναι απασχολημένος με τις αιματηρές πολεμικές μηχανορραφίες του, του άρεσε πάντα να επανέρχεται στο παλιό του επάγγελμα, που τόσο ταιριάζει στο πνευματικό του ανάστημα, στο επάγγελμα του συνεργάτη του «Κλαντεραντάτς»1 (του βερολινέζικου αυτού «Παντς»2), μόνο σ’ ένα Βίσμαρκ μπορούσε να κατέβει η ιδέα ν’ αποδώσει στην Παρισινή Κομμούνα τη νοσταλγία για την πρωσική δημοτική οργάνωση που αποτελεί τη γελοιογραφία της παλιάς δημοτικής οργάνωσης της Γαλλίας του 1791, και που υποβιβάζει τις διοικήσεις των πόλεων σε απλούς δευτερεύοντες τροχούς του αστυνομικού μηχανισμού του πρωσικού κράτους. H Κομμούνα έκανε πραγματικότητα το σύνθημα όλων των αστικών επαναστάσεων, το σύνθημα για φτηνή κυβέρνηση, καταργώντας τις δυο μεγαλύτερες πηγές εξόδων – τον ταχτικό στρατό και την υπαλληλοκρατία. Και μόνο η ύπαρξή της προϋπόθετε την ανυπαρξία της μοναρχίας που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, αποτελεί την κανονική σαβούρα και το απαραίτητο κάλυμμα της ταξικής κυριαρχίας. Η Κομμούνα έδωσε στη δημοκρατία τη βάση πραγματικά δημοκρατικών θεσμών. Ομως, ο τελικός της σκοπός δεν ήταν ούτε η «φτηνή κυβέρνηση», ούτε η «αληθινή δημοκρατία». Και τα δυο υπήρξαν απλά συνακόλουθά της.
Αμυνα στα οδοφράγματα της πλατείας Vendome
Η ποικιλία των ερμηνειών που δόθηκαν στην Κομμούνα και η ποικιλία των συμφερόντων που εκφράζονταν μ’ αυτήν αποδείχνουν ότι ήταν μια πέρα για πέρα ευλύγιστη πολιτική μορφή, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές κυβέρνησης ήταν στην ουσία καταπιεστικές. Το πραγματικό της μυστικό ήταν ότι ήταν ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, η ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας.

Χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο το καθεστώς της Κομμούνας θα ήταν κάτι το ακατόρθωτο και μια απάτη. Η πολιτική κυριαρχία του παραγωγού δεν μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τη διαιώνιση της κοινωνικής του υποδούλωσης. Γι’ αυτό η Κομμούνα θα έπρεπε να χρησιμεύσει σαν μοχλός, για να ανατραπούν οι οικονομικές βάσεις, που πάνω τους στηρίζεται η ύπαρξη των τάξεων και επομένως και η ταξική κυριαρχία. Οταν θα έχει πια χειραφετηθεί η εργασία, κάθε άνθρωπος γίνεται εργάτης και η παραγωγική δουλειά παύει να αποτελεί ταξική ιδιότητα.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι: Παρ’ όλα τα μεγάλα λόγια και την τεράστια φιλολογία των τελευταίων εξήντα χρόνων σχετικά με τη χειραφέτηση των εργατών, μόλις οι εργάτες πάρουν κάπου αποφασιστικά την υπόθεση στα χέρια τους, αντηχεί αμέσως ξανά η απολογητική φρασεολογία των συνηγόρων της σημερινής κοινωνίας με τους δύο πόλους της: Το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία (ο γαιοχτήμονας σήμερα είναι απλά ο σιωπηλός συνέταιρος του κεφαλαιοκράτη), σαν να βρισκόταν ακόμα η κεφαλαιοκρατική κοινωνία στην κατάσταση της πιο αγνής παρθενικής αθωότητας, χωρίς να έχουν ακόμα αναπτυχθεί όλες οι αντιθέσεις της, χωρίς να έχουν ακόμα αποκαλυφθεί οι αυταπάτες της, χωρίς να έχει ακόμα ξεμασκαρευτεί η εκπορνεμένη της πραγματικότητα! Η Κομμούνα, ξεφωνίζουν, θέλει να καταργήσει την ιδιοχτησία, τη βάση κάθε πολιτισμού! Μάλιστα, κύριοι, η Κομμούνα ήθελε να καταργήσει εκείνη την ταξική ιδιοχτησία που την εργασία των πολλών τη μετατρέπει σε πλούτο των λίγων. Η Κομμούνα σκόπευε να απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές. Ηθελε να κάνει πραγματικότητα την ατομική ιδιοχτησία, μετατρέποντας σε απλά όργανα της ελεύθερης και οργανωμένης εργασίας τα μέσα παραγωγής, τη γη και το κεφάλαιο, που σήμερα είναι πριν απ’ όλα μέσα για την υποδούλωση και την εκμετάλλευση της εργασίας. Μα αυτό είναι κομμουνισμός, ο «ακατόρθωτος» κομμουνισμός! Ωστόσο, οι εκπρόσωποι εκείνοι των κυρίαρχων τάξεων – κι αυτοί είναι πολλοί – που είναι αρκετά έξυπνοι για να καταλάβουν ότι είναι αδύνατο να διαιωνίζεται το σημερινό σύστημα, εμφανίστηκαν σαν οχληροί και μεγαλόστομοι απόστολοι της συνεταιριστικής παραγωγής. Αλλά αν η συνεταιριστική παραγωγή δεν πρόκειται να παραμείνει άδειος τύπος και ξεγέλασμα, αν πρόκειται να παραμερίσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αν το σύνολο των συνεταιρισμένων πρόκειται να ρυθμίζει την εθνική παραγωγή σύμφωνα με ένα κοινό σχέδιο, παίρνοντάς την έτσι κάτω από την καθοδήγησή του και βάζοντας τέλος στη διαρκή αναρχία και στις περιοδικά επαναλαμβανόμενες αναταραχές, που αποτελούν την αναπόφευκτη μοίρα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής – τι άλλο θα ήταν αυτό, κύριοί μου, εκτός από κομμουνισμός, από «κατορθωτός» κομμουνισμός;

Η εργατική τάξη δεν περίμενε θαύματα από την Κομμούνα. Δεν πρόκειται να εφαρμόσει με απόφαση του λαού έτοιμες, επεξεργασμένες ουτοπίες. Ξέρει ότι για να πετύχει την απελευθέρωσή της και μαζί μ’ αυτήν να πραγματοποιήσει την ανώτερη εκείνη μορφή της ζωής, προς την οποία τείνει ακατάσχετα η σημερινή κοινωνία με την οικονομική της ανάπτυξη, η εργατική τάξη πρέπει να περάσει από μακρόχρονους αγώνες και μια σειρά από ιστορικές πορείες, που θα αλλάξουν ολότελα και τις συνθήκες και τους ανθρώπους. Δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει ιδανικά μα να ελευθερώσει μονάχα τα στοιχεία της νέας κοινωνίας που αναπτύχθηκαν πια στους κόλπους της αστικής κοινωνίας που καταρρέει. Εχοντας πλήρη συνείδηση της ιστορικής της αποστολής και με την ηρωική απόφαση να σταθεί στο ύψος της, η εργατική τάξη μπορεί ν’ απαντήσει με περιφρονητικό χαμόγελο στις χοντροκομμένες βρισιές των λακέδων της δημοσιογραφίας και στη δασκαλίστικη κηδεμονία καλοθελητών αστών θεωρητικών, που κηρύσσουν σε ύφος αλάθητου επιστημονικού χρησμού τις ανίδεες κοινοτοπίες τους και τις αιρετικές παραξενιές τους.

Οταν η Κομμούνα του Παρισιού πήρε στα χέρια της την καθοδήγηση της επανάστασης, όταν απλοί εργάτες αποτόλμησαν για πρώτη φορά να θίξουν το κυβερνητικό προνόμιο των «φυσικών ανωτέρων» τους, των ιδιοχτητριών τάξεων και μέσα σε πρωτοφανείς δύσκολες συνθήκες εκπλήρωσαν το έργο τους σεμνά, ευσυνείδητα και αποτελεσματικά – και το έκαναν αυτό με μισθούς, που ο μεγαλύτερός τους μόλις έφθανε, σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας επιστημονικής αυθεντίας (του καθηγητή Χάξλεϊ), το ένα πέμπτο του κατώτερου μισθού του γραμματέα ενός σχολικού συμβουλίου του Λονδίνου – ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο.

Κι όμως, ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά, σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού – από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους – εκτός μόνο απ’ τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες. Η Κομμούνα τους είχε σώσει με μια σοφή ρύθμιση της αδιάκοπα επαναλαμβανόμενης αιτίας διαφωνιών μέσα στην ίδια τη μεσαία τάξη – τη ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στους οφειλέτες και τους πιστωτές3. Η ίδια αυτή μερίδα της μεσαίας τάξης είχε πάρει μέρος στη συντριβή της εργατικής εξέγερσης τον Ιούνη του 1848, και αμέσως μετά, χωρίς πολλές διαδικασίες, είχε παραδοθεί από τη συνταχτική συνέλευση στα νύχια των πιστωτών της. Μα δεν ήταν αυτή η μοναδική αιτία που την έκανε να πάει τώρα με την εργατική τάξη. Ενιωθε ότι είχε να εκλέξει μόνο ανάμεσα στην Κομμούνα και στην αυτοκρατορία, αδιάφορο με ποιο όνομα θα εμφανιζόταν. Η αυτοκρατορία είχε καταστρέψει οικονομικά τη μεσαία αυτή τάξη με την κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου, με τις οικονομικές απάτες που υπόθαλψε, με τη βοήθεια που πρόσφερε για να επιταχυνθεί τεχνητά η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και με την απαλλοτρίωση μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης που ήταν συνέπεια αυτής της συγκεντροποίησης. Η αυτοκρατορία την καταπίεζε πολιτικά, προκάλεσε την ηθική της αγανάχτηση με τα οργιά της, είχε προσβάλει το βολταιρισμό της παραδίνοντας την εκπαίδευση των παιδιών της στους «αμαθείς αδελφούς»4, είχε εξεγείρει το εθνικό της αίσθημα του Γάλλου ρίχνοντάς την κατακέφαλα σ’ έναν πόλεμο που για όλες τις καταστροφές που προξένησε, άφησε μόνον ένα αντιστάθμισμα – την κατάλυση της αυτοκρατορίας. Και πραγματικά, ύστερα από την έξοδο από το Παρίσι της ανώτατης βοναπαρτικής και κεφαλαιοκρατικής γυφτοσυμμορίας, πρόβαλε το πραγματικό κόμμα της τάξεως της μεσαίας τάξης, με το όνομα «Δημοκρατική Ενωση» και τάχθηκε κάτω από τη σημαία της Κομμούνας, που την υπεράσπισε ενάντια στις σκόπιμες διαστρεβλώσεις του Θιέρσου. Ο χρόνος θα δείξει αν η ευγνωμοσύνη της μεγάλης αυτής μάζας της μεσαίας τάξης θα αντέξει στη σημερινή σκληρή δοκιμασία.

Η Κομμούνα είχε απόλυτα δίκιο όταν έλεγε στους αγρότες ότι: «Η νίκη μας είναι η ελπίδα σας!». Από όλα τα ψέματα που ξεφουρνίστηκαν στις Βερσαλίες και διασαλπίστηκαν παραπέρα από τους φημισμένους Ευρωπαίους βασιβουζούκους της δημοσιογραφίας, ένα από τα πιο τερατώδικα ήταν ότι οι γαιοχτήμονες της εθνοσυνέλευσης ήταν οι εκπρόσωποι των Γάλλων αγροτών. Φανταστείτε τι αγάπη μπορούσε να έχει ο Γάλλος αγρότης στους ανθρώπους στους οποίους ύστερα από τα 1815 υποχρεώθηκε να πληρώσει ένα δισεκατομμύριο αποζημίωση! Στα μάτια του Γάλλου χωρικού ακόμα και η ύπαρξη μόνο του μεγαλοτσιφλικά αποτελεί μια παρέμβαση στις καταχτήσεις του του 1789. Ο αστός είχε επιβαρύνει το 1848 το μικρό κλήρο του χωρικού με τον πρόσθετο φόρο των 45 εκατοστών του φράγκου για κάθε φράγκο φόρο που πλήρωνε, μα το είχε κάνει αυτό στο όνομα της επανάστασης. Τώρα είχε ανάψει έναν εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην επανάσταση για να φορτώσει στους αγρότες το κύριο βάρος των πέντε δισεκατομμυρίων της αποζημίωσης που συγκατατέθηκε να πληρώσει στους Πρώσους. Αντίθετα, η Κομμούνα σε μια απ’ τις πρώτες της διακηρύξεις δήλωσε, ότι τα έξοδα του πολέμου θα έπρεπε να τα πληρώσουν οι πραγματικοί του αίτιοι. Η Κομμούνα θα απάλλασσε το χωρικό από το φόρο του αίματος – θα του έδινε μια φτηνή κυβέρνηση και θα μετάτρεπε τις τωρινές του βδέλλες, το συμβολαιογράφο, το δικηγόρο, το δικαστικό κλητήρα και τους άλλους δικαστικούς βρικόλακές του σε μισθωτούς κοινοτικούς υπαλλήλους που θα τους εξέλεγε ο ίδιος και που θα ήταν υπεύθυνοι απέναντί του. Θα τον απελευθέρωνε από την αυθαιρεσία του αγροφύλακα, του χωροφύλακα και του νομάρχη. Θα είχε αντικαταστήσει την αποβλάκωσή του από τον παπά με το διαφωτισμό του από το δάσκαλο. Και ο Γάλλος χωρικός είναι πριν απ’ όλα ένας άνθρωπος που λογαριάζει. Θα το έβρισκε εξαιρετικά λογικό, η πληρωμή του παπά, αντί να εισπράττεται από το φορατζή, να εξαρτάται μόνο από την εθελοντική άσκηση των θρησκευτικών λειτουργιών της ενορίας του. Αυτές ήταν οι μεγάλες άμεσες ευεργεσίες που η εξουσία της Κομμούνας – και μόνο της Κομμούνας – είχε βάλει σαν προοπτική μπρος στους Γάλλους αγρότες. Είναι επομένως ολότελα περιττό να επεκταθούμε εδώ στα πιο πολύπλοκα, πραγματικά ζωτικά προβλήματα, που μόνο η Κομμούνα ήταν ικανή και συνάμα αναγκασμένη να λύσει προς όφελος του χωρικού – όπως, λ.χ., το ενυπόθηκο χρέος που βάραινε σαν βραχνάς πάνω στον κλήρο του, το ζήτημα του αγροτικού προλεταριάτου που καθημερινά μεγαλώνει σε βάρος του και την απαλλοτρίωση του κλήρου του που επιβαλλόταν με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα από την ίδια την ανάπτυξη της σύγχρονης γεωργίας και από το συναγωνισμό της κεφαλαιοκρατικής καλλιέργειας της γης.

Ο Γάλλος χωρικός είχε εκλέξει το Λουδοβίκο Βοναπάρτη πρόεδρο της δημοκρατίας, μα το κόμμα της τάξεως δημιούργησε τη δεύτερη αυτοκρατορία. Τι πραγματικά χρειάζεται ο Γάλλος χωρικός, άρχισε να το δείχνει το 1849 και το 1850, όταν αντιπαρέταξε παντού το δήμαρχό του στον κυβερνητικό νομάρχη, το δάσκαλό του στον κυβερνητικό παπά και τον εαυτό του στον κυβερνητικό χωροφύλακα. Ολοι οι νόμοι που έβγαλε το κόμμα της τάξεως το Γενάρη και το Φλεβάρη του 1850 ήταν ομολογημένα καταπιεστικά μέτρα ενάντια στους αγρότες. Ο χωρικός ήταν βοναπαρτικός, γιατί η μεγάλη επανάσταση με όλα της τα οφέλη γι’ αυτόν ενσαρκωνόταν στα μάτια του στο πρόσωπο του Ναπολέοντα. Πώς θα μπορούσε η πλάνη αυτή που διαλυόταν γρήγορα στο καθεστώς της δεύτερης αυτοκρατορίας (και που απ’ αυτή τη φύση της ήταν εχθρική προς τους γαιοχτήμονες βουλευτές), πώς θα μπορούσε η πρόληψη αυτή του παρελθόντος να αντέξει στην έκκληση που έκανε η Κομμούνα προς τα ζωτικά συμφέροντα και τις επείγουσες ανάγκες των αγροτών;

Οι γαιοχτήμονες βουλευτές ξέραν – κι αυτός ήταν ο κύριος φόβος τους – ότι τρεις μήνες ελεύθερης επικοινωνίας της Παρισινής Κομμούνας με τις επαρχίες θα οδηγούσαν σε μια γενική αγροτική εξέγερση. Και γι’ αυτό βιάστηκαν να περιβάλουν το Παρίσι με έναν αστυνομικό αποκλεισμό και να παρεμποδίσουν το ξάπλωμα της πανούκλας.

Αν λοιπόν η Κομμούνα ήταν ο αληθινός εκπρόσωπος όλων των υγιών στοιχείων της γαλλικής κοινωνίας και επομένως η πραγματικά εθνική κυβέρνηση, ήταν ταυτόχρονα και διεθνής σ’ όλη τη σημασία της λέξης, σαν εργατική κυβέρνηση που ήταν, σαν τολμηρός πρόμαχος της απελευθέρωσης της εργασίας. Κάτω από τα μάτια του πρωσικού στρατού, που είχε προσαρτήσει στη Γερμανία δυο γαλλικές επαρχίες, η Κομμούνα προσάρτησε στη Γαλλία τους εργάτες όλου του κόσμου.

Η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν το μεγάλο πανηγύρι της κοσμοπολιτικής εξαπάτησης, οι τυχοδιώχτες όλων των χωρών όρμησαν στο κάλεσμά της για να συμμετάσχουν στα οργιά της και στην καταλήστεψη του γαλλικού λαού. Ακόμα και τη στιγμή αυτή το δεξί χέρι του Θιέρσου είναι ο Γκανέσκο, ο αχρείος βλάχος, και τ’ αριστερό του χέρι είναι ο Μαρκόβσκι, ο Ρώσος κατάσκοπος. Η Κομμούνα επέτρεψε σ’ όλους τους ξένους να συμμετάσχουν στην τιμή να πέσουν για μιαν αθάνατη υπόθεση. Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στον εξωτερικό πόλεμο που χάθηκε εξαιτίας της προδοσίας της και στον εμφύλιο πόλεμο που τον άναψε με τη συνωμοσία της με τον ξένο εισβολέα, η αστική τάξη είχε βρει τον καιρό να εκδηλώσει τον πατριωτισμό της, οργανώνοντας αστυνομικά κυνηγητά ενάντια στους Γερμανούς που βρίσκονταν στη Γαλλία. Η Κομμούνα διόρισε ένα Γερμανό εργάτη υπουργό της εργασίας. Ο Θιέρσος, η αστική τάξη, η δεύτερη αυτοκρατορία, ξεγελούσαν αδιάκοπα την Πολωνία με θορυβώδικες επαγγελίες συμπόνιας, ενώ στην πραγματικότητα την πρόδιναν στη Ρωσία και εκτελούσαν το βρωμερό έργο της Ρωσίας. Η Κομμούνα τίμησε τα ηρωικά παιδιά της Πολωνίας βάζοντάς τα επικεφαλής των υπερασπιστών του Παρισιού. Και για να χαρακτηρίσει πέρα για πέρα ξεκάθαρα τη νέα εποχή της Ιστορίας που εγκαινίαζε συνειδητά, η Κομμούνα γκρέμισε κάτω απ’ τα μάτια των Πρώσων νικητών, από τη μια, και του βοναπαρτικού στρατού που τον διοικούσαν βοναπαρτικοί στρατηγοί, από την άλλη, το κολοσσιαίο σύμβολο της πολεμικής δόξας, τη στήλη της Βαντόμ.

Το μεγάλο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια της η ύπαρξη, η εργασία της. Τα ειδικά μέτρα της μπορούσαν μόνο να υποδείξουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται μια κυβέρνηση του λαού από τον ίδιο το λαό. Τέτοια μέτρα ήταν η κατάργηση της νυχτερινής δουλειάς των αρτεργατών, η επί ποινή απαγόρευση της συνήθειας που είχαν οι εργοδότες να ελαττώνουν τα μεροκάματα επιβάλλοντας πρόστιμα στους εργάτες τους με λογής λογής προσχήματα – μια μέθοδος όπου ο εργοδότης συνδυάζει στο πρόσωπό του τους ρόλους του νομοθέτη, του δικαστή και της εκτελεστικής εξουσίας και επιπλέον τσεπώνει τα λεφτά για λογαριασμό του. Ενα άλλο μέτρο αυτού του είδους ήταν η παράδοση όλων των κλειστών εργαστηρίων και εργοστασίων σε συνεταιρισμούς εργατών, με την επιφύλαξη ότι θα αποζημιωθούν, αδιάφορο αν ο ενδιαφερόμενος κεφαλαιοκράτης είχε δραπετεύσει ή είχε προτιμήσει να σταματήσει τη δουλειά.

Τα οικονομικά μέτρα της Κομμούνας, που ήταν θαυμάσια για τη φρόνηση και τη μετριοπάθειά τους, μπορούσαν να περιοριστούν μόνο στα μέτρα που συμβιβάζονταν με την κατάσταση μιας πολιορκημένης πόλης. Μπροστά στις τεράστιες κλεψιές που είχαν κάνει σε βάρος της πόλης του Παρισιού οι μεγάλες τραπεζιτικές εταιρείες και οι εργολάβοι κάτω από τη διεύθυνση του Οσμάν5, η Κομμούνα θα είχε ασύγκριτα μεγαλύτερα δικαιώματα να δημεύσει την περιουσία τους από τα δικαιώματα που είχε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, όταν δήμευε την περιουσία της οικογένειας των Ορλεανών. Οι Χοεντζόλερν και οι Αγγλοι ολιγαρχικοί, που ένα μεγάλο μέρος απ’ τα χτήματα και των δυο προέρχονται από λεηλασίες της εκκλησιαστικής περιουσίας, καταγανάχτησαν φυσικά γιατί η Κομμούνα εισέπραξε συνολικά μόνο 8.000 φράγκα από τη δήμευση των εκκλησιαστικών χτημάτων.

Αντίθετα, η κυβέρνηση των Βερσαλιών μόλις δυνάμωσε λίγο και πήρε θάρρος χρησιμοποιούσε τα πιο βίαια μέσα ενάντια στην Κομμούνα, καταργούσε την ελευθερία της γνώμης σ’ ολόκληρη τη Γαλλία και απαγόρευε ακόμα και τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των μεγάλων πόλεων. Υπόβαλε τις Βερσαλίες και την υπόλοιπη Γαλλία σ’ ένα σύστημα κατασκοπείας, που ήταν πολύ χειρότερη από την κατασκοπεία της δεύτερης αυτοκρατορίας. Με τους χωροφύλακες – ιεροεξεταστές της έκαιγε όλες τις εφημερίδες που τυπώνονταν στο Παρίσι και άνοιγε όλα τα γράμματα που στέλνονταν στο Παρίσι ή από το Παρίσι. Στην εθνοσυνέλευση και οι πιο δειλές απόπειρες, να πει κανείς μια λέξη ευνοϊκή για το Παρίσι, πνίγονταν μέσα σε ουρλιαχτά με ένα τρόπο ανήκουστο ακόμα και για τη «μοναδική στα χρονικά» βουλή του 1816. Εξω από το Παρίσι οι βερσαλιέζοι διεξήγαγαν έναν αιμοχαρή πόλεμο, ενώ μέσα στο ίδιο το Παρίσι δωροδοκούσαν και συνωμοτούσαν. Δε θα σήμαινε, λοιπόν, ότι η Κομμούνα προδίνει επαίσχυντα την αποστολή της, αν τηρούσε όλους τους τύπους και τα προσχήματα του φιλελευθερισμού όπως στους πιο ειρηνικούς καιρούς; Αν η κυβέρνηση της Κομμούνας ήταν όμοια με την κυβέρνηση του Θιέρσου, δε θα υπήρχε λόγος να απαγορευθούν οι εφημερίδες του κόμματος της τάξεως στο Παρίσι και οι εφημερίδες της Κομμούνας στις Βερσαλίες.

Ηταν αλήθεια δυσάρεστο για τους «γαιοχτήμονες της βουλής» το γεγονός ότι, ακριβώς τη στιγμή που δήλωναν ότι ο μόνος τρόπος για τη σωτηρία της Γαλλίας ήταν η επιστροφή στην εκκλησία, η άπιστη Κομμούνα αποκάλυψε τα ιδιόμορφα μυστήρια του μοναστηριού των καλογριών του Πικπούς και της εκκλησίας του Αγίου Λαυρέντιου6. Μήπως δεν αποτελούσε καυστική σάτιρα για τον Θιέρσο το γεγονός ότι ενώ αυτός έδινε αράδα μεγαλόσταυρους στους βοναπαρτικούς στρατηγούς σ’ αναγνώριση της μαστοριάς τους να χάνουν μάχες, να υπογράφουν συνθηκολογήσεις και να στρίβουν τσιγάρα στο Βιλχελμσχέε, η Κομμούνα καθαιρούσε και συνελάμβανε τους στρατηγούς της, μόλις γίνονταν ύποπτοι ότι παραμελούσαν τα καθήκοντά τους; Μήπως το γεγονός ότι η Κομμούνα έδιωξε και έδωσε διαταγή να συλληφθεί ένα από τα μέλη της που είχε καταφέρει να τρυπώσει στην Κομμούνα με ψεύτικο όνομα και είχε κάνει παλιότερα έξι μέρες φυλακή στη Λιόν για απλή χρεοκοπία – μήπως το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε προμελετημένη προσβολή κατά πρόσωπο του πλαστογράφου Ζιλ Φαβρ, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να είναι υπουργός των εξωτερικών της Γαλλίας, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να πουλά τη Γαλλία στον Βίσμαρκ, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να υπαγορεύει διαταγές στην αμίμητη βελγική κυβέρνηση; Ομως, στην πραγματικότητα η Κομμούνα δεν υποστήριζε πως ήταν αλάθητη, όπως το υποστήριζαν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι παλιές κυβερνήσεις. Δημοσίευε όλα τα πραχτικά των συνεδριάσεών της, ανακοίνωνε όλες τις πράξεις της, μυούσε το κοινό σ’ όλες της τις ατέλειες.

Σε κάθε Επανάσταση δίπλα στους αληθινούς εκπροσώπους της προωθούνται και άνθρωποι διαφορετικής κοψιάς. Μερικοί απ’ αυτούς είναι οι επιζώντες προηγούμενων επαναστάσεων που έμειναν πιστοί σ’ αυτές, χωρίς κατανόηση του τωρινού κινήματος, μα διατηρώντας ακόμα μεγάλη επιρροή στο λαό χάρη στη γνωστή τους τιμιότητα και το γνωστό τους θάρρος ή απλώς και μόνο χάρη στη δύναμη της παράδοσης. Αλλοι πάλι είναι απλοί φωνακλάδες που επαναλαβαίνοντας χρόνια συνέχεια τις ίδιες στερεότυπες απαγγελίες ενάντια στην κυβέρνηση της ημέρας, απόχτησαν τη φήμη καθαρόαιμων επαναστατών. Υστερα απ’ τις 18 του Μάρτη εμφανίστηκαν επίσης τέτοιου είδους άνθρωποι και σ’ ορισμένες περιπτώσεις έπαιξαν μάλιστα σημαντικό ρόλο. Οσο περνούσε από το χέρι τους εμπόδιζαν την πραγματική δράση της εργατικής τάξης, ακριβώς όπως άνθρωποι αυτού του είδους εμπόδισαν την πλήρη ανάπτυξη κάθε προηγούμενης επανάστασης. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν ένα αναπόφευκτο κακό. Με τον καιρό τους ξεφορτώνεται κανείς, μα ίσα ίσα καιρός δε δόθηκε στην Κομμούνα.

Ηταν, αλήθεια, θαυμάσια η αλλαγή που είχε φέρει στο Παρίσι η Κομμούνα! Ούτε ίχνος πια από το ακόλαστο Παρίσι της δεύτερης αυτοκρατορίας. Δεν ήταν πια το Παρίσι τόπος συνάντησης για τους Βρετανούς τσιφλικάδες, τους Ιρλανδούς άμπσεντιρς7, τους Αμερικάνους πρώην δουλοχτήτες και νεόπλουτους, τους Ρώσους πρώην φεουδάρχες και τους μπογιάρους της Βλαχίας. Δεν εκθέτανε πια πτώματα στα νεκροτομεία για αναγνώριση, δε γίνονταν πια νυχτερινές διαρρήξεις και σταμάτησαν σχεδόν ολότελα οι κλοπές. Για πρώτη φορά από τις μέρες του Φλεβάρη του 1848 οι δρόμοι του Παρισιού ήτανε πάλι πραγματικά ασφαλείς, κι αυτό χωρίς κανενός είδους αστυνομία. «Δεν ακούμε πια να γίνεται λόγος – είπε ένα μέλος της Κομμούνας – για φόνους, ληστείες και επιθέσεις σε πρόσωπα. Φαίνεται πραγματικά σαν να τράβηξε μαζί της η αστυνομία στις Βερσαλίες όλους τους συντηρητικούς φίλους της». Οι κοκότες ξαναβρήκαν τα ίχνη των προστατών τους που το είχαν σκάσει, τους ανθρώπους της οικογένειας, της θρησκείας και πάνω απ’ όλα της ιδιοχτησίας. Στη θέση τους ξαναβγήκαν στην επιφάνεια οι πραγματικές γυναίκες του Παρισιού – ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωμένες σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ηταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που μαχόταν, που μάτωνε, που αφοσιωμένο όπως ήταν στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, ξεχνούσε σχεδόν τους κανίβαλους που βρίσκονταν έξω από τις πύλες του, που αχτινοβολούσε μέσα στον ενθουσιασμό της ιστορικής του πρωτοβουλίας.

—–

1. «Kladderadatsch»: Γερμανικό σατιρικό περιοδικό, που έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 (Σημ. Σύντ.)

2. «Punch»: αγγλικό σατιρικό περιοδικό που έβγαινε στο Λονδίνο από το 1841. (Σημ. Σύντ.)

3. Στις 18 του Απρίλη η Κομμούνα δημοσίευσε ένα διάταγμα που παρέτεινε για τρία χρόνια την προθεσμία πληρωμής των χρεωστικών υποχρεώσεων (Σημ. Σύντ.).

4. Παπάδες (Σημ. Σύντ.)

5. Ο βαρώνος Οσμάν (Haussmann) ήταν στην περίοδο της δεύτερης αυτοκρατορίας νομάρχης του νομού του Σηκουάνα, δηλαδή της πόλης του Παρισιού. Κάτω από τη διεύθυνσή του έγιναν μια σειρά έργα για τον ανακαινισμό της πόλης, για να διευκολυνθεί η καταπολέμηση εργατικών εξεγέρσεων (Σημείωση του Β. Ι. Λένιν στη ρωσική μετάφραση που τη θεώρησε ο ίδιος).

6. Στην εκκλησία του Αγ. Λαυρεντίου ανακαλύφθηκαν σκελετοί γυναικών, που αφού τις βίασαν καλόγεροι τις έθαψαν ζωντανές στα υπόγεια. Στο μοναστήρι του Πικπούς είχαν την ίδια τύχη γυναίκες που τις κρατούσαν εκεί με το πρόσχημα ότι ήταν τρελές (Σημ. Σύντ.).

7. Αμπσεντηρς: (από τη λέξη absent-απών): Ιρλανδοί τσιφλικάδες που ποτέ σχεδόν δε ζούσαν στα χτήματά τοος (Σημ. Σύντ.).

Advertisements

The URI to TrackBack this entry is: https://erodotos.wordpress.com/2011/05/29/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%be-%ce%b5%ce%bc%cf%86%cf%8d%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%af%ce%b1/trackback/

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: