Το κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων στη διάρκεια της φασιστικής Κατοχής

Με πολλα διδάγματα & συμπεράσματα για τους αγώνες των δημοσίων υπαλλήλων στο σήμερα…

Χαρακτικό που απεικονίζει, τη διαδήλωση εναντίον της πολιτικής επιστράτευσης (5 του Μάρτη 1943)

Είναι απαραίτητο, κατά τη γνώμη μου, να αναδειχθούν ορισμένες βασικές πλευρές του λαϊκού κινήματος της Εθνικής Αντίστασης, πλευρές που χαρακτήρισαν και το κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση υποτίμησης της ανάγκης της παραπέρα συνέχισης και εμβάθυνσης της ιστορικής έρευνας γύρω στην περίοδο 1941-1944, έχω την πεποίθηση ότι είναι εξίσου απαραίτητη η προβολή και η συνεχής υπεράσπιση ιστορικών αληθειών, που, σήμερα, 61 χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, συνεχίζουν να αποσιωπώνται, να διαστρεβλώνονται, ή ακόμα και να καταπολεμούνται από διάφορα τμήματα του πνευματικού, πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου.

Τα γεγονότα αυτής της περιόδου όχι μόνο δε χάνουν τίποτα από την αξία τους με το πέρασμα του χρόνου, αλλά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη επικαιρότητα, για πολλούς και διάφορους λόγους, από τους οποίους επιτρέψτε μου να αναφέρω εν συντομία τους παρακάτω:

Ο πρώτος λόγος είναι ότι εδώ και πάνω από 15 χρόνια γίνεται μια πολύ πιο συστηματική προσπάθεια ιστορικής και ηθικής αποκατάστασης τόσο των αυτουργών όσο και των ίδιων των σφαγέων των λαών κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είναι καθόλου ανεξάρτητα μεταξύ τους, γεγονότα όπως η στρογγυλοποίηση των εγκλημάτων του γερμανικού και ιαπωνικού ιμπεριαλισμού από μερίδα της επίσημης ιστοριογραφίας στη Γερμανία και Ιαπωνία αντίστοιχα, η ανάδειξη των συνεργατών του χιτλεροφασισμού στις Βαλτικές χώρες σε εθνικούς ήρωες και η υλική τους αποκατάσταση, καθώς και η προσπάθεια που καταβάλλεται ξανά, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, για την αναβάπτιση των ταγματασφαλιτών σε πατριώτες (η υλική τους αποκατάσταση ολοκληρώθηκε ήδη την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών).

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι σε άμεση σχέση με τα παραπάνω εξελίσσεται και μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη προσπάθεια υποτίμησης και διαστρέβλωσης του ρόλου των εθνικοαπελευθερωτικών λαϊκών κινημάτων, στην απελευθέρωση της Ευρώπης από το φασισμό. Μια προσπάθεια στην οποία δυστυχώς πρόθυμα ανταποκρίθηκε και μια μερίδα ακαδημαϊκών της χώρας μας. Μια προσπάθεια που κατά τη γνώμη μου βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τα υπόλοιπα μέτρα που εφαρμόζονται, ώστε η λαϊκή συνείδηση να συμβιβαστεί με τη βαρβαρότητα των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων (που δε φαίνεται να έχουν τελειωμό) και να αποστασιοποιηθεί από την αναγκαιότητα της λαϊκής αντίστασης, σε όλες της τις μορφές.

Φυλακισμένοι δάσκαλοι στις φυλακές της Αίγινας

Ενας τρίτος αλλά όχι λιγότερο σημαντικός λόγος είναι η ηττοπάθεια και η μοιρολατρία που καλλιεργούνται χρόνια τώρα τόσο στις γραμμές των δημόσιων υπαλλήλων, όσο και των υπόλοιπων εργαζομένων της χώρας και που βρίσκει την έκφρασή του μέσα από την πολιτική του «εφικτού» και το «ρεαλισμό» της υποταγής. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ο εγκλωβισμός της πάλης τους σε επιμέρους μάχες χαρακωμάτων, χωρίς το συντονισμό με άλλα στρώματα εργαζομένων. Αυτή η περιχαράκωση και ο συμβιβασμός επιτρέπουν ταυτόχρονα και την ένταση της προσπάθειας, που κατέβαλαν και καταβάλλουν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της χώρας, για τη μετατροπή των υπαλλήλων σε πειθήνια όργανα του κράτους, για την εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Οι πτυχές του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος μπορούν να αναδείξουν σημαντικές αρετές του, που από μόνες τους αποστομώνουν όσους αναφέρονται στη «δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία» για να της προσδώσουν αποκλειστικά και μόνον όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας.

Ορισμένα συμπεράσματα

— Το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, όπως και το υπόλοιπο εργατικό κίνημα, εισέρχεται σχετικά αποδυναμωμένο στην περίοδο που εξετάζουμε, καθώς έχει υποστεί σοβαρότατα πλήγματα από την τρομοκρατία και τα μέτρα καταστολής της δικτατορίας Μεταξά. Νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι στο ότι οι αντικομμουνιστικές διώξεις (όχι μόνο κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, αλλά κάθε φορά που αυτές εξαπολύονταν) μόνο αρχικά έπληξαν αποκλειστικά τους κομμουνιστές, καθώς αργά ή γρήγορα επεκτάθηκαν σε όλο το φάσμα του συνδικαλιστικού και πολιτικού κινήματος, ακόμα και αυτού που προσανατολιζόταν μόνο σε κάποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.

Ενας από τους άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας υποβάλλει σε σωματική έρευνα, για λογαριασμό των Γερμανών, Ελληνα πολίτη στην Αθήνα

Αυτό το αποδυναμωμένο κίνημα «υπερέβη εαυτόν» σε μια περίοδο πολλαπλά δυσκολότερη από αυτήν του Μεταξά, καθώς στην τρομοκρατία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της ντόπιας αστικής τάξης προστέθηκαν οι κατοχικές φασιστικές δυνάμεις. Το εγχείρημα αυτό φαντάζει ακόμη πιο δύσκολο αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι η πλειοψηφία των δημόσιων υπαλλήλων (ως αποτέλεσμα βεβαίως και των αντικομμουνιστικών διώξεων) παρέμενε μέχρι τότε προσκολλημένη στους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, οι οποίοι, την περίοδο που συζητάμε, είτε εγκατέλειψαν το λαό για να βρουν καταφύγιο στα ασφαλή λιμάνια της αγγλοκρατούμενης Μέσης Ανατολής, είτε συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους κατακτητές, καθώς και το γεγονός ότι αυτά τα δύο βασικά στρατόπεδα του αστικού πολιτικού κόσμου, από κοινού και πέρα από τις μεταξύ τους διαφορές κήρυτταν το ανώφελο κάθε μορφής αντίστασης και την ανάγκη συμβιβασμού με την τότε «νέα τάξη πραγμάτων» (τουλάχιστον μέχρι την ανατροπή της από τους «συμμάχους» Βρετανούς).

Αυτές τις δυσκολότατες συνθήκες ξεπέρασε το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, στηριγμένο στην πολιτική του ΚΚΕ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το ΚΚΕ πριν συγκροτήσει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο σε συμμαχία με άλλα μικρότερα κόμματα (27/9/1941), ακριβώς επειδή θεωρούσε την εργατική τάξη ως τη βασική συνιστώσα του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα πρωτοστάτησε αρχικά στη συγκρότηση του Εργατικού ΕΑΜ (16/7/1941), στο οποίο ανήκε και η «Πανυπαλληλική Επιτροπή» και αφού ελάχιστο χρόνο νωρίτερα είχε ιδρυθεί η «Εθνική Αλληλεγγύη» (28/5/1941), ως συνέχεια και μετεξέλιξη της προπολεμικής «Εργατικής Βοήθειας».

Η συμβολή στον απελευθερωτικό αγώνα

Με βάση τα παραπάνω γίνεται νομίζω κατανοητό και το γιατί το κίνημα των δημόσιων υπαλλήλων είναι ένα από τα πρώτα μαζικά αντιστασιακά κινήματα στις πόλεις.

Την περίοδο της Κατοχής εργαζόμενοι με κεφαλή το Εργατικό ΕΑΜ αγωνίζονται για την επιβίωση και την ελευθερία. Διαδήλωση με νεκρούς στην Καρδίτσα

Οταν στη χώρα μας και ιδιαίτερα στην Αθήνα και τον Πειραιά, το καλοκαίρι του 1941, ξεκινούσε ο μεγάλος λιμός, ως απόρροια της πολιτικής των κατοχικών δυνάμεων και των πολιτικών εκπροσώπων της αστικής τάξης της χώρας, που συνεργάστηκαν μαζί τους, μόνο το ΚΚΕ και το ΕΑΜ κάλεσαν το λαό σε οργανωμένη πάλη, για την επιβίωσή του. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είναι οι δυνάμεις που κατάφεραν να οργανώσουν και να κινητοποιήσουν τους έφεδρους πολεμιστές, τους ανάπηρους πολέμου και τους δημόσιους υπάλληλους, στον αγώνα για την επίλυση των οξύτατων οικονομικών τους προβλημάτων.

Η Πανυπαλληλική Επιτροπή, η συνδικαλιστική απελευθερωτική οργάνωση των δημόσιων υπαλλήλων (επαν)ιδρύθηκε τον Ιούλη του 1941 (την ίδια περίοδο με το ΕΕΑΜ), σχεδόν ταυτόχρονα με την πρώτη μαζική εκδήλωση αντίθεσης στο καθεστώς κατοχής στην Αθήνα, την συγκέντρωση των Κρητών εφέδρων πολεμιστών στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Με επίπονη προσπάθεια, στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής, η Πανυπαλληλική Επιτροπή κατάφερε να οργανώσει και την αποφασιστική μάχη των δημόσιων υπαλλήλων, για την επιβίωσή τους, τη μεγάλη απεργία, που ξεκίνησε στις 12 του Απρίλη 1942 από το Κεντρικό Ταχυδρομείο της Αθήνας και επεκτάθηκε, σε πολύ σύντομο διάστημα, σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες της Αθήνας, του Πειραιά, της Πάτρας και της Θεσσαλονίκης. Στο αποκορύφωμά της, αυτή η απεργία αγκάλιασε πάνω από 50.000 δημόσιους υπαλλήλους και υποχρέωσε την κατοχική κυβέρνηση να δεχτεί τα αιτήματα των απεργών, στις 21 του ίδιου μήνα.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα συνεχίσουν καθ’ όλο το έτος τον αγώνα τους για την επιβίωση μέσα από το κοινό μέτωπο όλων των λαϊκών στρωμάτων της πόλης, που προωθούσε η δράση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Σε αυτά τα πλαίσια είναι ενταγμένες και οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις της 20ής και 21ης του Δεκέμβρη 1942, που συγκλόνισαν την Αθήνα και τον Πειραιά. Το ότι σταμάτησε ο φοβερός λιμός του ’41-’42 οφείλεται κατά μεγάλο μέρος ακριβώς σε αυτόν το γιγάντιο κοινό αγώνα των εργαζομένων.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι τους εκπροσώπους της αστικής τάξης της χώρας μας, που έχοντας όλες τις ανέσεις, έκαναν «αντίσταση» από το ασφαλές Κάιρο, δεν τους συγκίνησε και τόσο, ούτε η λιμοκτονία του ελληνικού λαού, ούτε η πάλη του για την επιβίωση. Προβληματίστηκαν όμως σφόδρα από «…το γεγονός ότι όλοι οι πεινασμένοι και όλοι οι αγωνιζόμενοι συσπειρώνονται γύρω από το Κομμουνιστικό Κόμμα», όπως αναφέρει και ο Σαρλ Ντε Γκολ, στα «Πολεμικά Απομνημονεύματά» του (τόμος 1, Μόσχα 1957, σελ. 273).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν περιορίστηκαν όμως μόνο σε αγώνες για τα δικαιώματά τους. Συνέβαλαν σημαντικά και στο γενικότερο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, όπως, π.χ., με την παρεμπόδιση της διαδικασίας συγκέντρωσης της αγροτικής παραγωγής για τα κατοχικά στρατεύματα, με την παροχή πολύτιμων πληροφοριών στις ΕΑΜικές οργανώσεις για τα σχέδια των κατακτητών και των ντόπιων οργάνων τους, κλπ. και βεβαίως συμμετέχοντας και στην ένοπλη πάλη μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ.

Ορόσημο για τον ενιαίο αγώνα των δημόσιων υπαλλήλων με τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα αποτέλεσε το έτος 1943, όταν οι οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες του λαού όχι μόνο βρίσκονται σε ραγδαία άνοδο, αλλά περνούν και σε μια νέα, πιο ώριμη θα λέγαμε φάση, όσο αφορά στο περιεχόμενό τους.

Η ματαίωση της επιστράτευσης

Ηδη από τις αρχές του 1943, οι κατακτητές, για να εξοικονομήσουν δυνάμεις για το Ανατολικό Μέτωπο, προσπάθησαν, σε συνεργασία με την δοσίλογη κυβέρνηση, να επιστρατεύσουν Ελληνες και να τους στείλουν στα εργοστάσια της Γερμανίας.

Το σχετικό διάταγμα της επιστράτευσης, στηριγμένο στη διαταγή του αντιστρατήγου Αλεξάντερ Λερ, προέβλεπε την επιστράτευση Ελλήνων πολιτών για εργασία στην υπηρεσία των κατακτητών, συνέχεια της οποίας θα ήταν η αποστολή επιστρατευμένων Ελλήνων εκτός συνόρων της Ελλάδας. Οταν το διάταγμα στάλθηκε, το βράδυ της 22ης του Φλεβάρη, για να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, οι οργανώσεις των εργατοϋπαλλήλων του Εθνικού Τυπογραφείου ήταν αυτές που ειδοποίησαν την ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Ετσι το ΕΑΜικό κίνημα βρέθηκε σε ετοιμότητα ούτως ώστε να αποτρέψει τον τεράστιο κίνδυνο που απειλούσε το λαό.

Χάρη και στη μαζική συμμετοχή των δημόσιων υπαλλήλων, στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 1943 (αλλά και συνολικά του αντιστασιακού μαζικού κινήματος) ανήκουν: α) Η διαδήλωση στην Αθήνα εκατοντάδων χιλιάδων λαού στις 5.3.43, ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, που στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Ανάγκασε τον Χίτλερ να πάρει πίσω τη διαταγή και γκρέμισε την κυβέρνηση Λογοθετόπουλου. β) Η διαδήλωση στην Αθήνα εκατοντάδων χιλιάδων λαού, στις 22.7.43, ενάντια στην κάθοδο των Βουλγάρων. Και αυτή ματαίωσε τα σχέδια των κατακτητών και των συνεργατών τους. Τέτοιες διαδηλώσεις ήταν μοναδικές στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν πτοήθηκαν ούτε από τις απειλές του νέου κατοχικού «πρωθυπουργού» Ι. Ράλλη, που πάντως έχει πολλαπλή αξία να τις θυμόμαστε τακτικά:

Μετά την παλλαϊκή διαδήλωση στις 5.3.43 κατά της πολιτικής επιστράτευσης, οι κατακτητές έχρισαν πρωθυπουργό τον Ιωάννη Ράλλη.

Η κυβέρνηση Ράλλη ορκίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό στις 7 του Απρίλη 1943. Και η πρώτη μεγάλη «πατριωτική» πράξη της ήταν το διάγγελμα του «προέδρου» της στους αντάρτες του ΕΛΑΣ να παραδώσουν τα όπλα, με την υπόσχεση αμνηστίας. Φέρει ημερομηνία 5 Μάη 1943 και δημοσιεύτηκε την αμέσως επομένη στις περισσότερες αθηναϊκές εφημερίδες.

«Ελληνες,

Αι δυνάμεις του Αξονος απεφάσισαν την διά συντόνου και μεγάλης ολκής στρατιωτικής δράσεως εκκαθάρισιν της χώρας μας από τας λυμαινομένας αυτήν συμμορίας, αι οποίαι καθοδηγούνται και χρηματοδοτούνται είτε από υπούλους και εχθρικάς ξένας προπαγάνδας, είτε από επικινδύνους υπονομευτάς του διέποντος ημάς κοινωνικού καθεστώτος, είτε από κοινούς κακοποιούς, είτε ακόμη από άφρονάς τινας ανευθύνους παράγοντας παρασυρθέντας και εμπνεομένους από εκείνους οι οποίοι, εν ευμαρεία και ασφαλεία ζώντες, αδιαφορούν διά τον όλεθρον που επαπειλεί ανά παν λεπτόν τους ελληνικούς πληθυσμούς και συνεπώς αυτήν ταύτην την ελληνικήν φυλήν. (…)

Ελληνες,

Υπενθυμίζω εις υμάς ότι αι Δυνάμεις του Αξονος, καίτοι έχουσαι να αντιμετωπίσουν όλας τας συνεπείας και τας βαρείας υποχρεώσεις του πρωτοφανούς εις έκτασιν πολέμου επέδειξαν εις πάσαν ευκαιρίαν την προς τον ελληνικόν λαόν συμπάθειάν των.

Μη λησμονείτε ότι διά γενναίας χειρονομίας των ηγετών της Γερμανίας και Ιταλίας ο ελληνικός στρατός αφέθη ελεύθερος, μη θεωρηθείς αιχμάλωτος πολέμου.

Μη λησμονείτε ότι ο ελληνικός λαός τελείως εγκαταλελειμμένος και αποκεκλεισμένος πανταχόθεν, θα κατεδικάζετο εις ομαδικόν εξ ασιτίας θάνατον, αν μη, παρ’ όλας τας τρομακτικάς δυσχερείας και παρ’ όλα τα εγκληματικά σαμποτάζ, επεσιτίζετο η χώρα μας, εκ του υστερήματός των, υπό των Δυνάμεων του Αξονος ως και αν δεν διευκόλυνον αύται την μεταφοράν δι’ ουδετέρων ατμοπλοίων, φορτίων απαραιτήτου διά την Ελλάδα σίτου και άλλων ειδών.

Μη λησμονείτε ότι δεν εδίστασαν αύται και εμπειρογνώμονας ακόμη να στείλουν εις την χώραν μας, διά να σώσουν τον ελληνικόν λαόν από τον εκφυλισμόν εκ της πείνης, ότε είδον την τρομεράν τραγωδίαν του χειμώνος του 1941. (σ.σ. Ολα αυτά τη στιγμή που η πείνα εξαπλώθηκε ακριβώς επειδή προηγήθηκε η επίταξη για την υποχρεωτική συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων!)

«Ελληνες,

Εις χείρας μας έγκειται η σωτηρία μας. Μη ακούετε την ύπουλον φωνήν των επικινδύνων εχθρών μας, των λύκων οι οποίοι έρχονται εν σχήματι προβάτων.

Ακούσατε την φωνήν μου, φωνήν ειλικρινούς πατριωτισμού, φωνήν τιμίας ελληνικής συνειδήσεως και βοηθήσατε να σώσωμεν όλοι μαζί την Μεγάλην και Αγαπητήν μας Πατρίδα και την Ελληνικήν Φυλήν.

Εν Αθήναις τη 5 Μαΐου 1943.

ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ».

Ο αγώνας για τη διάσωση των αρχαιοτήτων

Μια σχετικά άγνωστη πτυχή της συνεισφοράς ενός τμήματος του ΕΑΜικού δ/υ κινήματος είναι όμως και ο αγώνας για τον πολιτισμό και για τη διάσωση των αρχαιοτήτων. Μέχρι σήμερα, καμιά κυβέρνηση δεν απαίτησε την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών, παρόλο που ήδη από το 1946, οι υπάλληλοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (ΕΑΜ Αρχαιολόγων) κατέθεσαν επίσημα μια λεπτομερέστατη έκθεση. Βεβαίως, η δράση του ΕΑΜ Αρχαιολόγων δε σχετίζεται μόνο με την έκθεση αυτή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής κατέβαλλε σοβαρές προσπάθειες για τη διάσωση των αρχαιολογικών θησαυρών, είτε παραχώνοντάς τους είτε προβαίνοντας σε έντονες διαμαρτυρίες (με κίνδυνο να υποστούν τις συνέπειες των χιτλεροκατακτητών) στους υπεύθυνους για τις πράξεις αρχαιοκαπηλίας (αυτούς που ο Ι. Ράλλης αποκαλούσε «εμπειρογνώμονας», που ήρθαν για να σώσουν την Ελλάδα!)

Το περιορισμένο του χρόνου δε μου επιτρέπει να επεκταθώ στην τεράστια συμβολή των εκπαιδευτικών στην Εθνική Αντίσταση. Εχει όμως νομίζω μεγάλη αξία, να αφιερωθεί ειδική μερίδα σε αυτό το θέμα. Προπαντός επειδή μπορεί να μας δώσει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και για το ρόλο και τις απαιτήσεις από τις σημερινές γενιές δασκάλων και εκπαιδευτικών.

Ενα ακόμα θέμα, που απαιτεί ειδική μερίδα, είναι η «ανταμοιβή» των αντιστασιακών υπαλλήλων για τη δράση τους. Οι απολύσεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις των δημόσιων υπαλλήλων, ακριβώς επειδή είχαν τολμήσει να αντισταθούν στον κατακτητή, στο πλευρό του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Καθώς ακόμα η πραγματική ιστορία της Εθνικής Αντίστασης δεν έχει μπει στα σχολεία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι και το κεφάλαιο αυτό των διώξεων θα διδαχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα. Αν κάποιοι στην εκπαίδευση, φοβούνται ότι τα παιδιά θα «τρομάξουν» με τόσο άδικο αίμα που χύθηκε, ας διδάξουν στο μάθημα της λογοτεχνίας «Το τελευταίο μάθημα» της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Γενιά, και αναδημοσίευσε πρόσφατα το περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» (τ. 129, Γενάρη-Μάρτη 2006).

  • Ομιλία που έγινε σε ημερίδα την οποία διοργάνωσε η ΑΔΕΔΥ στις 23 του Μάη 2006

 

Του
Νίκου ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΑΚΗ*
*Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Advertisements

Ιούλιος 1943: Ο λαός με μπροστάρη το ΕΑΜ αποτρέπει την επέκταση της βουλγαρικής φασιστικής κατοχής

Το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη στις 22 Ιουλίου 1943

Το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη στις 22 Ιουλίου 1943

Στις 7 Ιούλη του 1943 μια προκήρυξη του ΕΑΜ πληροφορούσε τον ελληνικό λαό ότι ένας θανάσιμος κίνδυνος απειλούσε την ελληνική Μακεδονία και τη Θράκη. «Η Μακεδονία ολόκληρη – έλεγε η προκήρυξη1 – παραδόθηκε στη βουλγαρική θηριωδία. Η απειλή, που το ΕΑΜ είχε υποδείξει από καιρό και είχε καλέσει τον ελληνικό λαό ν’ αγωνιστή για την αποτροπή της, αποτελεί σήμερα πραγματικότητα. Μια βουλγαρική στρατιά αναπτύσσεται ανατολικά του Αξιού. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες – το τρίτο του ελληνικού πληθυσμού – χωρικοί και αστοί σ’ αυτή τη γωνιά της ελληνικής γης, ποτισμένη με αίμα, απειλούνται με εξόντωση. Οι βουλγαρικές συμμορίες θα επιπέσουν τώρα κατά των ανυπεράσπιστων πληθυσμών. Οι διωγμοί, οι δηλώσεις, οι ομαδικές σφαγές, θα επεκταθούν σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εθνική τραγωδία αποκορυφώνεται. Τρέμοντας την ανάπτυξη του ανταρτικού κινήματος, το χιτλεροφασιστικό κτήνος, μη διαθέτοντας δυνάμεις αρκετές για να το αντιμετωπίσει, εξαπολύει στην Ελλάδα τις βουλγαρικές ορδές, παραδίδει τώρα ολόκληρη τη Μακεδονία στα εξοντωτικά σχέδια ενός κτηνώδους ιμπεριαλισμού. Και η προδοτική ψευτοκυβέρνηση – όπως το έχουμε προβλέψει – αδιαμαρτύρητα τον αποδέχεται τον διαμελισμό των εθνικών εδαφών, αναγνωρίζει και νομιμοποιεί την επέκτασή του και πιστό όργανο των επιδρομέων, ενισχύει τα σχέδιά τους».

Στην προκήρυξη υπογραμμιζόταν ως αναγκαιότητα η παλλαϊκή ενότητα και η ένταση του εθνικοαπελευθερωτικού μαζικού και αντάρτικου αγώνα για την αποτροπή του κινδύνου που αντιμετώπιζε η ελληνική Μακεδονία και ο λαός που κατοικούσε σ’ αυτήν. «Το ΕΑΜ – κατέληγε η προκήρυξη – ο ζωντανός, παλλαϊκός εθνικοαπελευθερωτικός οργανισμός, καλεί όλον το λαό στον αγώνα κι απλώνει το χέρι σε όλα τα κόμματα, τις λαϊκές και τις απελευθερωτικές οργανώσεις για μια συντονισμένη δράση.

Χωρίς αμφιβολία, τα πράγματα ήταν πάρα πολύ σοβαρά. Τι πραγματικά, όμως, είχε συμβεί;

Μετά την ολοκλήρωση της ήττας της Ελλάδας, την άνοιξη του 1941, οι δυνάμεις του άξονα χώρισαν τη χώρα σε τρεις ζώνες κατοχής: Τη γερμανική, την ιταλική και τη βουλγαρική.

Η γερμανική ζώνη περιλάμβανε την Κρήτη (εκτός από την περιοχή Σητείας), την Αττική και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, τις Κυκλάδες, τις Βόρειες Σποράδες, τα νησιά του Αρχιπελάγους, τα 2/3 του Νομού Εβρου, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία (Νομοί Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πέλλης, Φλωρίνης, Χαλκιδικής, εκτός του Αγίου Ορους, 1/2 του Νομού Καστοριάς, 2/3 του Νομού Κοζάνης, μια λωρίδα του Νομού Πιερίας, 1/5 του Νομού Σερρών).

Η ιταλική ζώνη περιλάμβανε τα νησιά του Ιονίου, την Πελοπόννησο, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία (πλην των Β. Σποράδων), τη Στερεά Ελλάδα και Εύβοια (εκτός της Αττικής), τμήμα της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας (Νομός Πιερίων εκτός από μία λωρίδα βορείως του Αλιάκμονα, 1/2 του Νομού Καστοριάς, 1/3 του Νομού Κοζάνης), τμήμα της Κρήτης (περιοχή Σητείας).

Η βουλγαρική ζώνη περιλάμβανε τη Θράκη (Νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και 1/3 του Νομού Εβρου) και την Ανατολική Μακεδονία (Νομοίσίστες), Καβάλα, Δράμα και 4/5 του Νομού Σερρών)2.

Με την ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος, ένοπλου και μαζικού – λαϊκού, αλλά και με τη συσσώρευση προβλημάτων στο στρατόπεδο του άξονα λόγω της γενικότερης εξέλιξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, φάνηκε καθαρά ότι το στάτους κβο των προαναφερόμενων ζωνών κατοχής οδηγούνταν στην ανατροπή. Από ένα σημείο και μετά, οι Γερμανοί πείστηκαν πως τα ιταλικά στρατιωτικά τμήματα δεν αποτελούσαν πια την ικανή στρατιωτική δύναμη να επιβάλει την τάξη στις περιοχές που κρατούσε και να φυλάει από ανταρτικές επιδρομές τις συγκοινωνίες, τους κόμβους βασικής σημασίας και τις εγκαταστάσεις. Ετσι υποχρεώθηκαν να ενισχύσουν τις δικές τους δυνάμεις, που κάποια στιγμή έφτασαν στον αριθμό των 140.000 ανδρών, χωρίς να υπολογίζεται ο αριθμός των δυνάμεών τους στην Κρήτη και στα άλλα νησιά3. Οι ανάγκες τους, όμως, στο ανατολικό μέτωπο δεν τους επέτρεπαν τέτοια σπατάλη δυνάμεων. Επρεπε, επομένως, να αναζητήσουν άλλες λύσεις για τη διατήρηση του ελέγχου πάνω στην ελληνική επικράτεια.

Ενα από τα σχέδια που εξέτασε η γερμανική πλευρά προς την κατεύθυνση της εξοικονόμησης δυνάμεων ήταν η δημιουργία «Ανεξάρτητου Μακεδονικού Κράτους, με τη συνένωση της Ελληνικής, Γιουγκοσλαβικής και Βουλγαρικής Μακεδονίας» και με επικεφαλής τον Βάντσε Μιχαήλοφ, ένα δοσίλογο που στα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου τον χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί για να προσεταιριστούν αντιδραστικά σλαβομακεδονικά στοιχεία σε βάρος του ΔΣΕ. Γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι το σχέδιο αυτό δεν έβρισκε ανταπόκριση στις λαϊκές μάζες, δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυνε, με αποτέλεσμα οι χιτλερικοί να το εγκαταλείψουν και ν’ αναθέσουν στο βουλγαρικό στρατό την κατοχή ολόκληρης της ελληνικής Μακεδονίας.

Οι πρώτες ειδήσεις για την απόφαση επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη την ελληνική Μακεδονία και Θράκη κυκλοφόρησαν ευρέως στην ελληνική επικράτεια στις αρχές Ιούλη του 1943, ξεσηκώνοντας κύματα λαϊκής αγανάκτησης. Το γεγονός αυτό, της λαϊκής αγανάκτησης δηλαδή, υποχρέωσε τη χιτλερική κυβέρνηση να ανακοινώσει, μέσω του πληρεξούσιου του Ράιχ στην Ελλάδα G. Altenburg, στον κατοχικό πρωθυπουργό Ι. Ράλλη, αναφορικά με την επέκταση της βουλγαρικής κατοχής ότι:

«Τα μέτρα αυτά ουδαμώς ελήφθησαν διά πολιτικούς λόγους, αλλά ως καθαρώς στρατιωτικαί απόψεις λελογισμένης χρησιμοποιήσεως των γερμανικών δυνάμεων, ώστε ο διακανονισμός ούτος δεν αποσκοπεί εις το να θίξη την ελληνικήν κυριαρχίαν εις τη Μεσόγειον»4.

Η δοσίλογη οικονομική ολιγαρχία και ο ΕΑΜικός κόσμος

Τις γερμανικές εξηγήσεις τις δέχτηκε με μεγάλη ανακούφιση η δοσίλογη ελληνική οικονομική ολιγαρχία και, φυσικά, οι πολιτικοί της εκπρόσωποι.

Σ’ ένα εμπιστευτικό σημείωμά του προς τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, με ημερομηνία 16/7/1943, ο κουίσλιγκ Ι. Ράλλης ανέφερε ότι στις 4 Ιούλη 1943 επισκέφτηκε τον Γερμανό πληρεξούσιο G. Altenburg, στον οποίο και ανακοίνωσε ότι σκόπευε, αυτός και η κυβέρνησή του, να παραιτηθούν ύστερα από την απόφαση για επέκταση της βουλγαρικής κατοχής. Ο G. Altenburg – σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ράλλη – τον παρακάλεσε να μην παραιτηθεί και τον διαβεβαίωσε «ότι η είσοδος αύτη των βουλγαρικών στρατευμάτων ουδεμίαν πολιτικήν συνέπειαν δύναται να έχη, ως υπαγορευθείσα εκ καθαρώς στρατιωτικών λόγων, και κατ’ ουδέναν τρόπον πρόκειται να θίξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος επί των εν λόγω εδαφών». Παρόμοιες διαβεβαιώσεις – όπως αναφέρει στο σημείωμά του – ο Ι. Ράλλης πήρε και από τον Ιταλό πληρεξούσιο Chigi5.

Τελικά, ούτε ο Ράλλης παραιτήθηκε, αλλά ούτε και ο Δαμασκηνός τον πίεσε να το πράξει. Και οι δυο τους, πιστοί εκπρόσωποι της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας, αλλά και άνθρωποι που έχαιραν της βρετανικής εμπιστοσύνης στην κατεχόμενη Ελλάδα, ασφαλώς δεν πήραν την άδεια για τέτοιες συμπεριφορές από αυτούς που τους κατηύθυναν. Ετσι, περιορίστηκαν σε κάποιες χλιαρές φραστικές διαμαρτυρίες προς τις αρχές κατοχής, ενώ μέσω διαφόρων οργανώσεων που ήλεγχαν έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εμποδίσουν την έμπρακτη λαϊκή αντίδραση.

Στις Αθήνα, οι οργανώσεις αυτές, σε συνεργασία με τις αρχές Ασφαλείας, στις 13 Ιούλη, οργάνωσαν τρομοκρατική επίθεση εναντίον των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο, στην Ανωτάτη Εμπορική και αλλού, με σκοπό να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις εναντίον της επέκτασης της Βουλγαρικής Κατοχής. Στη Μακεδονία, οι οργανώσεις αντίστοιχου χαρακτήρα αντιπαρέθεταν στα πατριωτικά – αγωνιστικά συνθήματα του ΕΑΜ το σύνθημα της παθητική αντίστασης, καλώντας το λαό να κλειστεί στα σπίτια του6.

Εντελώς αντίθετη ήταν η στάση του ΕΑΜικού κινήματος. Πέρα από την προκήρυξη του ΕΑΜ που αναφέραμε στην αρχή, η ΚΕ του, με απόφασή της στις 8/7/1943, «εκφράζοντας την αγανάκτησή της και το μίσος του ελληνικού λαού εναντίον των κατακτητών και της προδοτικής κυβέρνησης του Ράλλη, που νομιμοποιεί το διαμελισμό της Ελλάδας και την εξαφάνιση του ελληνισμού από τη Μακεδονία και τη Θράκη», κάλεσε «το λαό σε συναγερμό για τη σωτηρία του μακεδονοθρακικού λαού από τα νύχια των αιμοβόρων εισβολέων». Ταυτόχρονα, η ΚΕ του ΕΑΜ δήλωσε πως απλώνει αδελφικά το χέρι σε όλα τα κόμματα, οργανώσεις, φορείς και κοινωνικές ομάδες για να ενωθούν «σ’ ένα πανεθνικό παλλαϊκό μέτωπο για τη σωτηρία της Μακεδονίας, για το ξεσκλάβωμα της χώρας, για μια Ελλάδα ελεύθερη, ακέραια, ανεξάρτητη και λαοκρατούμενη»7.

Δύο ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης αυτής της ΚΕ του ΕΑΜ, ο «Ριζοσπάστης», στο κύριο άρθρο του υπό τον τίτλο «Να σώσουμε τη Μακεδονία» και υπέρτιτλο «Γερμανοί και εθνοπροδότες παράδωσαν τη Μακεδονία στις ορδές του Βόρι – Κάτω τα χέρια από την Ελληνική Μακεδονία», τόνιζε: «Ολοι στον αγώνα με ένα σύνθημα: »Κάτω τα χέρια από την Ελληνική Μακεδονία». Να απομονωθούν και να εκμηδενιστούν οι εθνοπροδότες. Να συντριβούν οι Γερμανο – Ιταλο – Βούλγαροι κατακτητές. Να σώσουμε την Ελληνική Μακεδονία και τους πληθυσμούς της»8.

Την ίδια ημέρα που κυκλοφόρησε το εν λόγω φύλλο του «Ριζοσπάστη», το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, με απόφασή του «πάνω στην καινούρια βουλγαρική επιδρομή», καλούσε «ολόκληρο τον ελληνικό λαό, όλες τις οργανώσεις και κόμματα να συνενώσουν τις δυνάμεις τους σε πανεθνικό απελευθερωτικό πόλεμο για τη σωτηρία της ελληνικής Μακεδονίας, της Δυτικής Θράκης, για τη λευτεριά της σκλαβωμένης Ελλάδας»9.

Ο λαός αγωνίζεται και νικά

Ο ελληνικός λαός ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και απάντησε με μαζικές κινητοποιήσεις στη ναζιστική απόφαση για επέκταση της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Τις κινητοποιήσεις άρχισε η Θεσσαλονίκη στις 10 του Ιούλη, όπου σε πολλές συνοικίες έγιναν λαϊκές συγκεντρώσεις και στελέχη του ΕΑΜ εξήγησαν τη σημασία της προαναφερόμενης απόφασης. Στη συνέχεια, οι συγκεντρωμένοι με μαζικές διαδηλώσεις ξεχύθηκαν στο κέντρο της πόλης. Την ίδια ημέρα έγινε παλλαϊκή απεργία και συγκέντρωση μπροστά στο Δημαρχείο στο Κιλκίς.

Στις 11 του Ιούλη, οι εκδηλώσεις επεκτάθηκαν στο Λαγκαδά και τις επόμενες ημέρες σε Εδεσσα, Νάουσα, Βέροια, Αρδέα, Γιαννιτσά, Φλώρινα, Πτολεμαΐδα, Κοζάνη, Λάρισα, Βόλο, Καρδίτσα και σε άλλα μέρη10. Ολες αυτές οι συγκεντρώσεις συνέκλιναν στην κορύφωσή τους, στη μεγάλη δηλαδή συγκέντρωση, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιούλη.

Γι’ αυτήν τη συγκέντρωση «από τις 11 του Ιούλη η πρωτεύουσα βρισκόταν σε συναγερμό», γράφει ο Θ. Χατζής11. «Η προετοιμασία της διαδήλωσης – σημειώνει η Καίτη Ζεύγου12 – άρχισε 8-10 μέρες νωρίτερα. Κινητοποιήθηκε όλος ο παράνομος εκδοτικός μηχανισμός των ΕΑΜικών οργανώσεων. Τη μεγάλη είδηση την αναγγέλνει κάθε μέρα η πολυδιάβαστη εφημερίδα: Ο τοίχος. Και τα βράδια, το ΕΑΜικό ραδιόφωνο, ο τηλεβόας. Αμέτρητες χιλιάδες οι προκηρύξεις. Σε 3 εκατ. υπολογίζονταν τα τρικ που έπεσαν στην Αθήνα και στον Πειραιά». Ο Β. Μπαρτζιώτας μάς πληροφορεί πως «η Κομματική Οργάνωση της Αθήνας και η ΚΟ Πειραιά, μαζί με τις ΕΑΜικές οργανώσεις της Αθήνας και την ΕΠΟΝ, έκαναν πραγματικά τεράστια δουλιά για την επιτυχία της μαχητικής αυτής διαδήλωσης»13. Ο Σπ. Κωτσάκης λέει ότι η κινητοποίηση οργανώθηκε κατά οικοδομικό τετράγωνο, με αποτέλεσμα στην Αθήνα να γίνει «πραγματικότητα το »σπίτι με σπίτι – καλύβι με καλύβι κι ένα οχυρό της αντίστασης», του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα»14.

Πέμπτη 22 Ιούλη 1943. Από τις 5.30 π.μ. ηχούν οι καμπάνες των εκκλησιών, σημαίνοντας το μεγάλο συναγερμό και τα χωνιά καλούν το λαό στους τόπους συγκέντρωσης. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από το προπαγανδιστικό υλικό της συγκέντρωσης. Τούτη τη μέρα, είναι ημέρα γενικής απεργίας. Τα καταστήματα είναι κλειστά, οι χώροι δουλιάς άδειοι. Εχουν νεκρώσει τα πάντα.

Κατά τις 8.30 π.μ., ο κόσμος ξεχύνεται από τις συνοικίες προς το κέντρο της πόλης και λίγες ώρες αργότερα μια τεράστια λαοθάλασσα θα το έχει πλημμυρίσει. Υπολογίστηκε τότε ότι πάνω από 300.000 λαού συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ομονοίας, στο χώρο έξω από το Πολιτικό Γραφείο του Ράλλη και τη βουλγαρική Πρεσβεία. Ηταν τέτοια η λαϊκή κινητοποίηση, που ο εχθρός πανικοβλήθηκε και κατέβασε τα τανκς για να την αντιμετωπίσει. Στις μάχες που ακολούθησαν μεταξύ του πάνοπλου εχθρού και του άοπλου λαού, σκοτώθηκαν 30 διαδηλωτές. Ανάμεσά τους, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, η Κούλα Λίλη, ο Κ. Λουκάκης, η Ολγα Μπακόλα, η Αντωνιάδη, ο Μ. Κολοζύμης, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, ο Β. Στεφανιώτης, ο Θ. Τεριάκης κ.ά. Τραυματίστηκαν 200 διαδηλωτές και γύρω στους 500 συνελήφθησαν15. Ο φόρος αίματος ήταν πραγματικά μεγάλος16. Ομως, ο λαός βγήκε νικητής. Η επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής ματαιώθηκε.

1 «Ιστορία της Αντίστασης 1940-’45», εκδόσεις «ΑΥΛΟΣ», τόμος 2ος, σελ. 820

2 Σόλωνα Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος», εκδόσεις «Καπόπουλος», τόμος 1ος, σελ. 106-108

3 Θανάση Χατζή: «Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε», εκδόσεις «Δωρικός», τόμος β`, σελ. 265

4 Εφημερίδα «Ελευθερία», 17/10/1960, «Από τα μυστικά Αρχεία του Τρίτου Ράιχ»

5 Ολόκληρο το σημείωμα του Ι. Ράλλη στο: Ηλία Βενέζη: «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός – Οι χρόνοι της δουλείας», εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ», σελ. 56-59

6 «Στ’ Αρματα! – Στ’ Αρματα – χρονικό της Εθνικής Αντίστασης» ΠΛΕ 1967, σελ. 182

7 «Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Α`, σελ. 37-38

8 «Ριζοσπάστης» 10/7/1943, στην έκδοση «Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941-1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 89

9 «Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Ε`, σελ. 159, και «Ριζοσπάστης» 18/7/1943 (βλέπε την έκδοση «Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941- 1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – Σύγχρονη Εποχή», σελ. 91)

10 Σπ. Γ. Γασπαρινάτου: «Η Κατοχή», εκδόσεις «Ι. Σιδέρη», τόμος Α`, σελ. 458

11 Θ. Χατζή, το ίδιο, σελ. 268

12 Β. Μπαρτζιώτα: «Η Εθνική Αντίσταση στην Αδούλωτη Αθήνα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 132

13 Καίτης Ζεύγου: «Με το Γιάννη Ζεύγο στο επαναστατικό κίνημα», εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελ. 260

14 Σπ. Κωτσάκη: «Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 141

15 «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 419-420

16 Για τη διαδήλωση, βλέπε το πρώτο ζωντανό ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» στο φύλλο της 23/7/1943 («Ριζοσπάστης: Περίοδος 1941 – 1945, Κατοχή – Δεκεμβριανά», εκδόσεις «Ριζοσπάστης» – «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 95).

Πηγή: Ριζοσπάστης