Καρλ Μαρξ: «Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις» (τελευταίο κεφάλαιο του έργου «Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» – Απάντηση στον Προυντόν)

Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις
«Η αθλιότητα της φιλοσοφίας». Ο Μαρξ αποφάσισε να γράψει αυτό το έργο, στα τέλη του 1846, μόλις διάβασε το έργο του Προυντόν «Φιλοσοφία της αθλιότητας»

Είναι το τελευταίο κεφάλαιο του έργου του Μαρξ, «Αθλιότητα της φιλοσοφίας», που ασκεί κριτική στον Προυντόν. Εδώ κριτικάρει την άποψη ότι η πάλη για αύξηση των μισθών οδηγεί νομοτελειακά στη γενική ανατίμηση των εμπορευμάτων, άποψη που καλούσε τους εργάτες να μην παλεύουν για αύξηση μισθών. Αποκαλύπτει το λαθεμένο της άποψης, μέσα από τη σχέση μισθών – κερδών, εδώ βρίσκεται η ουσία της εκμετάλλευσης. Αναφέρεται στην επίδραση που έχει η αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στις τιμές των εμπορευμάτων, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τους παράγοντες που επιδρούν στην πτώση του ποσοστού των κερδών. Τέλος, αναφέρεται στις εργατικές ενώσεις και τη σημασία τους, στην πολιτική πάλη των εργατών, στις παρεμβάσεις των καπιταλιστών στο κίνημα, αλλά και στο αναπόφευκτο της τελικής σύγκρουσης, για την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας.

«Κάθε κίνηση γι’ αύξηση στους μισθούς δεν μπορεί να ‘χει άλλο αποτέλεσμα από κείνο που έχει το ανέβασμα της τιμής του σταριού, του κρασιού κλπ. δηλαδή το αποτέλεσμα μιας σιτοδείας. Γιατί τι είναι ο μισθός; Ο μισθός είναι το αντίτιμο των εξόδων παραγωγής του σταριού κλπ., είναι ακέρια η τιμή κάθε πράγματος. Ας πάμε ακόμα πιο μακριά: Ο μισθός είναι η αναλογία των στοιχείων που συνθέτουν τον πλούτο και που καταναλώνονται γι’ αναπαραγωγή δυνάμεων, κάθε μέρα από τη μάζα των εργαζομένων. Λοιπόν, το να διπλασιάσουμε τους μισθούς… είναι σα να δίνουμε σε καθένα από τους παραγωγούς μεγαλύτερο μέρος απ’ όσο είναι το προϊόν του, πράγμα που είναι αντιφατικό. Κι αν η αύξηση των μισθών γίνει σ’ ένα μικρό αριθμό βιομηχανιών, είναι σα να προκαλούμε γενική αναταραχή στις ανταλλαγές, με μια λέξη, σ ι τ ο δ ε ί α… Είναι αδύνατο…, το δηλώνω ανοιχτά, οι απεργίες που φέρνουν αύξηση μισθών να μην καταλήξουν σε μια γενική ανατίμηση: αυτό είναι τόσο σίγουρο όσο και το πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα» (Προυντόν, Τόμ. Ι, σελ. 110-111).

Αρνιούμαστε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς έξω από το πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα.

Πρώτα – πρώτα δεν υπάρχει γενική ανατίμηση. Αν η τιμή κάθε πράγματος διπλασιαστεί ταυτόχρονα με το μισθό, δεν υπάρχει αλλαγή στις τιμές, υπάρχει αλλαγή μονάχα στους όρους.

Υστερα, μια γενική αύξηση των μισθών δεν μπορεί ποτέ να φέρει μια περισσότερο ή λιγότερο, γενική, ανατίμηση των εμπορευμάτων. Πραγματικά, αν όλες oι βιομηχανίες χρησιμοποιούσαν τον ίδιο αριθμό εργατών σ’ αναλογία με το σταθερό κεφάλαιο ή με τα μέσα που χρησιμοποιούν, ένα γενικό ανέβασμα των μισθών, θα ‘φερνε μια γενική πτώση των κερδών κι η τρέχουσα τιμή των εμπορευμάτων δε θα πάθαινε καμιά αλλοίωση.

Μα καθώς η σχέση της χειροτεχνικής εργασίας με το σταθερό κεφάλαιο δεν είναι η ίδια στις διάφορες βιομηχανίες, όλες οι βιομηχανίες που χρησιμοποιούν σχετικά μεγαλύτερο όγκο σταθερού κεφαλαίου και λιγότερους εργάτες, θ’ αναγκαστούν αργά ή γρήγορα να ελαττώσουν την τιμή των εμπορευμάτων τους. Στην αντίθετη περίπτωση, στην περίπτωση που η τιμή των εμπορευμάτων τους δεν πέσει, το κέρδος τους θ’ ανεβεί πάνω από το κοινό ποσοστό των κερδών. Οι μηχανές δεν είναι μισθωτοί. Η γενική, λοιπόν, αύξηση μισθών θα χτυπήσει (θα βλάψει) λιγότερο τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν, σε σύγκριση μ’ άλλες, πιο πολλές μηχανές και λιγότερους εργάτες. Ωστόσο, επειδή ο συναγωνισμός έχει πάντα την τάση να ισοπεδώνει το ποσοστό κερδών, τα κέρδη που ανεβαίνουν πάνω από το κανονικό ποσοστό δε θα μπορούν παρά να ‘ναι παροδικά. Ετσι, έξω από μερικές ταλαντεύσεις, μια γενική αύξηση των μισθών, θα φέρει, αντί για γενική ανατίμηση, όπως το λέει ο κ. Προυντόν, μερική πτώση, δηλαδή πτώση στην τρεχούμενη τιμή των εμπορευμάτων που κατασκευάζονται, βασικά, με τη βοήθεια των μηχανών.

Η αύξηση κι η πτώση του κέρδους και των μισθών δεν εκφράζουν παρά την αναλογία που οι κεφαλαιούχοι κι οι εργαζόμενοι μετέχουν στο προϊόν μιας εργάσιμης μέρας, χωρίς να επιδρούνε στις περισσότερες περιπτώσεις, πάνω στην τιμή του προϊόντος.

Μα το πώς «οι απεργίες, που φέρνουν αύξηση μισθών, καταλήγουν σε γενική ανατίμηση ακόμα και σε σ ι τ ο δ ε ί α», αυτό είναι από κείνες τις ιδέες που δεν μπορούν να γεννηθούν παρά μονάχα μέσα στο μυαλό ενός ακατανόητου ποιητή.

Στην Αγγλία, οι απεργίες δώσανε κανονικά αφορμή για την εφεύρεση και τη χρησιμοποίηση μερικών καινούριων μηχανών. Οι μηχανές στάθηκαν, μπορεί κανένας να πει, το όπλο που μεταχειρίζονταν οι κεφαλαιοκράτες, για να τσακίσουν τη σε εξέγερση ειδικευμένη εργασία. Η αυτόματη κλωστική μηχανή (celf acting mule), – η μεγαλύτερη εφεύρεση της σύγχρονης βιομηχανίας – έθεσε εκτός μάχης τους εξεγερμένους κλώστες. Αν κι οι εργατικές ενώσεις κι οι απεργίες δε θα ‘χαν άλλο αποτέλεσμα απ’ το να ξεσηκώσουν ενάντιά τους τις δυνάμεις του μηχανικού δαιμονίου, ωστόσο, ασκήσανε πάντα τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη της βιομηχανίας.

«Βρίσκω», συνεχίζει ο κ. Προυντόν, σ’ ένα άρθρο, που δημοσίευσε ο κ. Λεόν Faucher (Φωσσέ) το Σεπτέμβρη του 1845, «πως, από κάμποσο καιρό και δώθε, οι Αγγλοι εργάτες έχασαν τη συνήθεια των ενώσεων (coalitions) πράγμα που είναι σίγουρα μια πρόοδος, που γι’ αυτή πρέπει να τους συγχαρούμε: μα η βελτίωση τούτη στο ηθικό των εργατών, προέχεται πάν’ απ’ όλα από την οικονομική τους μόρφωση. Ενας κλώστης εργάτης, σε μια συνέλευση του Μπόλτον, φώναξε πως οι μισθοί δεν εξαρτιούνται καθόλου απ’ τους εργοστασιάρχες. Σ’ εποχές καταπίεσης, τ’ αφεντικά είναι σα να λέμε, το μαστίγιο που παίρνει για όπλο η ανάγκη κι είτε το θέλουνε τ’ αφεντικά είτε όχι, πρέπει να χτυπούν. Η ρυθμιστική αρχή είναι η σχέση της προσφοράς με τη ζήτηση. Και τ’ αφεντικά δεν έχουν τούτη τη δύναμη… Μάλιστα! φωνάζει ο κ. Προυντόν. Να εργάτες μορφωμένοι, εργάτες υποδειγματικοί κλπ., κλπ. Τούτη η αθλιότητα έλειπε από την Αγγλία: δε θα περάσει τον Πορθμό» (Προυντόν, σελ. 261-262).

Απ’ όλες τις πόλεις της Αγγλίας, εκεί που αναπτύχθηκε περισσότερο ο ριζοσπαστισμός είναι το Μπόλτον. Είναι γνωστό πως οι εργάτες του Μπόλτον, είναι όσο δεν παίρνει επαναστατικοί. Από τη μάχη των μεγάλων αναταραχών που έγιναν στην Αγγλία για να καταργηθούν οι νόμοι για τα δημητριακά, οι Αγγλοι εργοστασιάρχες νόμισαν πως δε θα μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν διαφορετικά τους γαιοκτήμονες παρά βάζοντας μπροστά τους εργάτες. Μα καθώς τα συμφέροντα των εργατών δεν ήταν λιγότερο αντίθετα με τα συμφέροντα των εργοστασιαρχών, απ’ όσο αντίθετα ήταν τα συμφέροντα των εργοστασιαρχών με τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων, ήταν φυσικό να βρεθούν οι εργοστασιάρχες σε δεύτερη μοίρα στις συγκεντρώσεις των εργατών. Τι έκαμαν οι εργοστασιάρχες; Για να σώσουν τα προσχήματα, οργάνωσαν συγκεντρώσεις αποτελούμενες σε μεγάλο μέρος από επιστάτες και μικρό αριθμό εργάτες που τους ήταν αφοσιωμένοι και φίλους του εμπορίου όπως τους λέγανε σωστά. Οταν αργότερα oι εργάτες προσπάθησαν, όπως στο Μπόλτον και το Μάντσεστερ, να πάρουν μέρος σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις πλαστές αυτές εκδηλώσεις, τους απαγόρευσαν την είσοδο, λέγοντας πως αυτή ήταν μια συγκέντρωση με προσκλήσεις (ticket meeting). Μ’ αυτήν τη λέξη εννοούν συγκεντρώσεις που γίνονται δεκτά μονάχα πρόσωπα εφοδιασμένα με δελτία εισόδου. Ωστόσο, oι τοιχοκολλημένες αγγελίες μιλούσαν για δημόσιες συγκεντρώσεις. Οσες φορές γίνονταν τέτοιες συγκεντρώσεις, οι εφημερίδες των εργοστασιαρχών, δημοσιεύανε πομπώδικα και λεπτομερειακά τους λόγους που εκφωνούνταν σ’ αυτές. Δε χρειάζεται να πούμε πως εκείνοι που εκφωνούσαν αυτούς τους λόγους ήταν οι επιστάτες. Οι εφημερίδες του Λονδίνου τους αναδημοσιεύανε κατά γράμμα. Ο κ. Προυντόν έχει το ατύχημα να παίρνει τους επιστάτες για τους συνηθισμένους εργάτες και να τους διατάζει να μην περάσουν τον πορθμό.

Αν στα 1844 και 1845 οι απεργίες είναι λιγότερο χτυπητές από πρωτύτερα, αυτό συμβαίνει γιατί το 1844 και 1845 ήταν τα δυο πρώτα χρόνια ανόδου που παρουσιάστηκαν στην αγγλική βιομηχανία, από το 1837 και δώθε. Ωστόσο κανένα από τα τρέιντ – γιούνιονς (εργατικά συνδικάτα) δεν είχε διαλυθεί.

Ας ακούσουμε τώρα τους επιστάτες του Μπόλτον. Σύμφωνα μ’ αυτούς, οι εργοστασιάρχες δεν είναι οι κύριοι του μισθού, γιατί δεν είναι οι κύριοι της τιμής του προϊόντος, γιατί δεν είναι οι κύριοι της παγκόσμιας αγοράς. Με τούτο το συλλογισμό, άφηναν να εννοηθεί πως δεν έπρεπε να κάνουν οι εργάτες ενώσεις για ν’ αποσπούν απ’ τους εργοδότες αύξηση μισθού. Αντίθετα, ο κ. Προυντόν τους απαγορεύει τις εργατικές ενώσεις από φόβο πως μια εργατική ένωση, μπορεί να ‘χει σαν αποτέλεσμα μιαν αύξηση μισθών, που θα οδηγούσε σε γενική σιτοδεία. Δεν έχουμε ανάγκη να πούμε πως μονάχα σ’ ένα σημείο υπάρχει εγκάρδια συνεννόηση ανάμεσα στους επιστάτες και στον κ. Προυντόν: το σημείο αυτό είναι πως αύξηση μισθών ισοδυναμεί με αύξηση στην τιμή των προϊόντων.

Μα ο φόβος σιτοδείας να ‘ναι τάχα η αληθινή αιτία για το θυμό του κ. Προυντόν; Οχι! Τα βάζει αφελέστατα με τους επιστάτες του Μπόλτον, γιατί προσδιορίζουν την αξία απ’ την προσφορά και τη ζήτηση και δε σκοτίζονται καθόλου για τη συστατική αξία, για την αξία που πέρασε σε κατάσταση σύστασης, μαζί με τη μόνιμη ανταλλακτική αξία κι όλες τις άλλες αναλογίες σχέσεις και σχέσεις αναλογίας, που μας εξασφάλισε η Θεία Πρόνοια.

«H απεργία των εργατών είναι παράνομη και δεν είναι μονάχα ο Ποινικός κώδικας που το λέει αυτό, μα και το οικονομικό σύστημα, η ανάγκη της «καθεστηκυίας» τάξης. Να μπορεί ο κάθε εργάτης ατομικά να διαθέτει ελεύθερα το άτομό του και τα χέρια του, αυτό μπορεί να γίνει ανεκτό, μα να προσπαθούν οι εργάτες με τις ενώσεις τους ν’ ασκήσουν βία στο μονοπώλιο, αυτό δεν μπορεί να το επιτρέψει η κοινωνία» (Τόμ. 1, σελ. 237 και 235).

Ο κ. Προυντόν, προσπαθεί να παρουσιάσει ένα άρθρο του Ποινικού Κώδικα σαν αναγκαίο και γενικό αποτέλεσμα των σχέσεων της αστικής παραγωγής.

Στην Αγγλία, οι εργατικές ενώσεις καθιερώθηκαν με νόμο ψηφισμένο από το κοινοβούλιο. Και κείνο που ανάγκασε το κοινοβούλιο να δώσει με νόμο τούτη την άδεια είναι το οικονομικό σύστημα. Στα 1825, όταν υπουργός ήταν ο Huskisson (Χούσκισον) και το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε να τροποποιήσει τη νομοθεσία για να την κάνει πιο σύμφωνη με μια κατάσταση πραγμάτων που προκύπτει από τον ελεύθερο συναγωνισμό, χρειάστηκε να καταργήσει αναγκαστικά όλους τους νόμους που απαγορεύανε τις εργατικές ενώσεις. Οσο περισσότερο αναπτύσσονται η σύγχρονη βιομηχανία κι ο συναγωνισμός, τόσο περισσότερα είναι τα στοιχεία που προκαλούνε και βοηθούνε τις εργατικές ενώσεις. Και μόλις οι εργατικές ενώσεις γίνουν οικονομικό γεγονός, αποχτώντας, μέρα με τη μέρα όλο και μεγαλύτερη σταθερότητα, δεν μπορούν ν’ αργήσουν να γίνουν νομικό γεγονός.

Ετσι, το άρθρο του Ποινικού Κώδικα δείχνει, το πολύ πολύ, πως η σύγχρονη βιομηχανία κι ο συναγωνισμός δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί αρκετά, στην εποχή της Συντακτικής Συνέλευσης και της Αυτοκρατορίας.

Οι οικονομολόγοι κι οι σοσιαλιστές συμφωνούνε σ’ ένα μονάχα σημείο: να καταδικάσουνε τις εργατικές ενώσεις – μόνο που δικαιολογούν διαφορετικά την καταδικαστική τους πράξη.

Οι οικονομολόγοι λένε στους εργάτες: μην ενώνεστε. Με τις Ενώσεις σας, εμποδίζετε την κανονική πορεία της βιομηχανίας, εμποδίζετε τους εργοστασιάρχες ν’ ανταποκρίνονται στις παραγγελίες, φέρνετε αναταραχή στο εμπόριο κι επιταχύνετε τη μεγάλη διάδοση των μηχανών που, αχρηστεύοντας την εργασία σας ως ένα βαθμό, σας αναγκάζουν να δεχτείτε ακόμα πιο μικρό, μισθό. Αλλωστε του κάκου αγωνίζεστε. Ο μισθός θα προσδιορίζεται πάντα απ’ την αναλογία των χεριών που ζητούνται με τα χέρια που προσφέρονται κι είναι γελοία κι επικίνδυνη η προσπάθειά σας να επαναστατείτε ενάντια στους αιώνιους νόμους της πολιτικής οικονομίας.

Οι σοσιαλιστές λένε στους εργάτες: μην οργανώνεστε, γιατί στο κάτω κάτω, τι θα κερδίσετε μ’ αυτό; Μιαν αύξηση μισθών; Οι οικονομολόγοι θα σας αποδείξουνε με ντοκουμέντα πως τις λίγες πεντάρες που θα μπορούσατε να κερδίσετε, σε περίπτωση επιτυχίας, για μερικές στιγμές, θα τις ακολουθήσει μια παντοτινή μείωση (μισθού). Ικανοί λογιστές θα σας αποδείξουνε πως θα χρειάζονταν χρόνια και χρόνια για να ξαναπιάσετε με την αύξηση των μισθών τα έξοδα που χρειάστηκε να κάνετε για να οργανώσετε και διατηρήσετε τις ενώσεις σας.

Κι εμείς θα σας πούμε με την ιδιότητά μας του σοσιαλιστή, πως ανεξάρτητα από τούτο το χρηματικό ζήτημα, δε θα μείνετε λιγότερο εργάτες, και τ’ αφεντικά θα μείνουν πάντα αφεντικά κι ύστερ’ από τις ενώσεις σας όπως και πρωτύτερα. Ετσι ούτε ενώσεις χρειάζονται, ούτε πολιτική. Γιατί, το να φτιάχνετε ενώσεις δε σημαίνει πως κάνετε πολιτική;

Οι οικονομολόγοι θέλουν να μείνουν οι εργάτες μέσα στην κοινωνία τέτοια που διαμορφώθηκε και τέτοια που την περιγράψανε και της βάλανε τη σφραγίδα τους στα εγχειρίδιά τους.

Οι σοσιαλιστές θέλουν ν’ αφήσουν οι εργάτες την παλιά κοινωνία, για να μπορέσουν να μπούνε καλύτερα στην καινούρια κοινωνία που τους προετοιμάσανε με τόση προνοητικότητα.

Ωστόσο, στο πείσμα των οικονομολόγων και των σοσιαλιστών, μ’ όλα τα εγχειρίδια και τις ουτοπίες, οι εργατικές ενώσεις δεν πάψαν ούτε μια στιγμή να προχωρούν και να μεγαλώνουν με την ανάπτυξη και την επέκταση της σύγχρονης βιομηχανίας. Βρίσκονται σήμερα σε τέτοιο σημείο ώστε ο βαθμός που έφτασε η ένωση των εργατών σε μια χώρα, δείχνει ολοκάθαρα το βαθμό που κατέχει αυτή στην ιεραρχία της παγκόσμιας αγοράς. Η Αγγλία, που η βιομηχανία έφτασε στον υψηλότερο βαθμό ανάπτυξης, έχει τις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εργατικές ενώσεις.

Στην Αγγλία, οι εργάτες δεν περιορίστηκαν σε μερικές ενώσεις, που δεν είχαν άλλο σκοπό από μια προσωρινή απεργία και που διαλύονταν μαζί μ’ αυτή. Σχημάτισαν μόνιμες εργατικές ενώσεις, Trades unions (συνδικάτα), που χρησιμεύουν σαν προπύργιο στους εργάτες στην πάλη τους με τους εργοδότες. Σήμερα όλα τούτα τα τοπικά συνδικάτα βρίσκουν ενωτικό σημείο στη National Association of united Trades (Εθνικό Σύνδεσμο Συνδικάτων) που η Κεντρική του Επιτροπή βρίσκεται στο Λονδίνο κι αριθμεί κιόλας 80.000 μέλη. Η διαμόρφωση αυτών των απεργιών, των εργατικών ενώσεων, των συνδικάτων βάδισε ταυτόχρονα με τους πολιτικούς αγώνες των εργατών, που τώρα αποτελούν ένα μεγάλο πολιτικό κόμμα, με το όνομα Χαρτιστές. Οι πρώτες προσπάθειες των εργαζομένων να συνδεθούν μεταξύ τους, έγιναν με τη μορφή των εργατικών ενώσεων. Η μεγάλη βιομηχανία συγκεντρώνει σ’ ένα μονάχα μέρος πλήθος ανθρώπους, που είναι άγνωστοι μεταξύ τους. Ο συναγωνισμός χωρίζει τα συμφέροντά τους. Ωστόσο, η διατήρηση του μισθού, αυτό το κοινό συμφέρον που έχουν αντίκρυ στον εργοδότη του, τους ενώνει με μια μοναδική σκέψη αντίστασης – την εργατική ένωση. Ετσι, η εργατική ένωση έχει πάντα διπλό σκοπό: να σταματήσει το συναγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες για να μπορέσουν να κάνουν γενικό ανταγωνισμό στον κεφαλαιοκράτη. Αν ο πρώτος σκοπός αντίστασης στάθηκε η διατήρηση των μισθών, στο μέτρο που οι κεφαλαιοκράτες ενώνονται, με τη σειρά τους, με σκοπό να καταπιέσουν, οι εργατικές ενώσεις απομονωμένες στην αρχή, συγκροτιούνται σε ομάδες κι αντίκρυ στο πάντα ενωμένο κεφάλαιο, η διατήρηση του συνδέσμου τους γίνεται περισσότερο αναγκαία γι’ αυτούς από τη διατήρηση του μισθού. Αυτό είναι τόσο αληθινό, που οι Αγγλοι οικονομολόγοι παραξενεύονται πολύ να θυσιάζουν σοβαρό μέρος από το μισθό για να διατηρούνε συνδέσμους, που, στα μάτια των οικονομολόγων αυτών, γίνονταν μονάχα για χάρη του μισθού. Σε τούτη την πάλη – αληθινό εμφύλιο πόλεμο – συγκεντρώνονται κι αναπτύσσονται όλα τ’ αναγκαία στοιχεία για μια μελλοντική μάχη. Οταν ο σύνδεσμος φτάσει σε τούτο το σημείο, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα.

Οι οικονομικές συνθήκες είχαν αρχικά μετατρέψει τη μάζα της χώρας σ’ εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε για τούτη τη μάζα κοινή θέση, κοινά συμφέροντα. Ετσι, η μάζα αυτή είναι πια μια τάξη αντίκρυ στο κεφάλαιο. Μα δεν έχει γίνει ακόμα τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην πάλη, που μονάχα μερικές της φάσεις έχουμε σημειώσει, τούτη η μάζα συνενώνεται, συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της. Τα συμφέροντα που υπερασπίζει γίνονται ταξικά συμφέροντα. Μα η τάξη είναι πάλη πολιτική.

Στην αστική τάξη ξεχωρίζουμε δυο φάσεις: τη φάση που στη διάρκειά της συγκροτήθηκε σε τάξη κάτω από το καθεστώς του φεουδαρχικού συστήματος και της απόλυτης μοναρχίας και τη φάση όπου, συγκροτημένη πια σε τάξη, ανέτρεψε το φεουδαρχικό σύστημα και τη μοναρχία, μεταβάλλοντας την κοινωνία σε αστική. Η πρώτη από τούτες τις φάσεις, στάθηκε η περισσότερο μακρόχρονη και χρειάστηκε τους πιο μεγάλους αγώνες. Και τούτη είχε όμοια αρχίσει με επιμέρους ενώσεις ενάντια στους φεουδάρχες.

Πολλές έρευνες έχουνε γίνει για να εξεταστούν οι διάφορες ιστορικές φάσεις που πέρασε η αστική τάξη από την κοινότητα ίσαμε τη συγκρότησή της σε τάξη.

Ωστόσο, όταν πρόκειται να εξεταστούν μ’ ακρίβεια οι απεργίες, οι εργατικές ενώσεις και οι άλλες μορφές, που μ’ αυτές οι προλετάριοι οργανώνονται, μπροστά στα μάτια μας σε τάξη, άλλους τους πιάνει πραγματικός φόβος, κι άλλοι δείχνουν αλαζονικά μιαν έσχατη περιφρόνηση.

Ο ζωτικός όρος για κάθε κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στον ταξικό ανταγωνισμό, είναι μια καταπιεζόμενη τάξη. Η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης επιβάλλει λοιπόν, απαραίτητα, τη δημιουργία μιας καινούριας κοινωνίας. Για να μπορέσει να απελευθερωθεί η καταπιεζόμενη τάξη, πρέπει να μην μπορούν πια να σταθούν πλάι – πλάι οι παραγωγικές δυνάμεις που αποχτηθήκανε πια κι οι κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουνε τώρα να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Απ’ όλα τα μέσα παραγωγής η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη υποθέτει πως υπάρχουν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να γεννηθούν μέσα στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας.

Αυτό σημαίνει τάχα πως ύστερα από το γκρέμισμα της παλιάς κοινωνίας θα υπάρξει μια καινούρια μαζική κυριαρχία, που συνοψίζεται σε μια καινούρια πολιτική εξουσία; Οχι. Ο όρος για την απελευθέρωση της εργαζόμενης τάξης, είναι η κατάργηση κάθε τάξης, ακριβώς όπως κι ο όρος για ν’ απελευθερωθεί η μεσαία τάξη, η αστική τάξη, στάθηκε η κατάργηση όλων των παλιότερων καθεστώτων κι όλων των τάξεων.

Μέσα στην πορεία της ανάπτυξής της, η εργατική τάξη θ’ αντικαταστήσει την παλιά αστική κοινωνία με μια κοινωνία, που θ’ αποκλείσει τις τάξεις και τον ανταγωνισμό τους και δε θα υπάρχει πια η καθαυτό λεγόμενη πολιτική εξουσία, αφού η πολιτική εξουσία είναι ίσα – ίσα η επίσημη ανακεφαλαίωση του ανταγωνισμού μέσα στην αστική κοινωνία.

Στο μεταξύ ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, είναι πάλη τάξης με τάξη, πάλη που σα φτάσει στην ανώτερη έκφρασή της, γίνεται ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει, άλλωστε, να παραξενευόμαστε που μια κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω στην αντίθεση των πραγμάτων καταλήγει σε μια βίαιη αντίφαση, σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα σαν τελευταία λύση;

Μη λέτε πως οι κοινωνικοί αγώνες αποκλείουνε τους πολιτικούς αγώνες. Δεν υπάρχει ποτέ πολιτικός αγώνας που να μην είναι ταυτόχρονα και κοινωνικός.

Αυτό γίνεται μονάχα σε μια τάξη πραγμάτων όπου δε θα υπάρχουν πια τάξεις και ταξικοί ανταγωνισμοί, όπου οι κοινωνικές εξελίξεις θα πάψουν να ‘ναι πολιτικές επαναστάσεις. Ισαμε τότε, στις παραμονές κάθε γενικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η τελευταία λέξη της κοινωνικής επιστήμης θα ‘ναι πάντα:

«Αγώνας ή θάνατος: ματοκύλισμα ή αφανισμός. Ετσι ακαταμάχητα μπαίνει το ζήτημα.

Γεωργία Σάνδη».

  • «Αθλιότητα της φιλοσοφίας», σελ.166-174, έκδοση «νέοι στόχοι».
Advertisements

The URI to TrackBack this entry is: https://erodotos.wordpress.com/2011/01/06/%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bb-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%be-%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad/trackback/

RSS feed for comments on this post.

One CommentΣχολιάστε

  1. […] Καρλ Μαρξ: “Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις” (τελ… […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: