Το 28ο -και τελευταίο- Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης)

*
ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 28ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΣΕ
Επίκαιρα μηνύματα για το σήμερα
*
Ο Μπορίς Γιέλτσιν, ηγετική φιγούρα των αντεπαναστατικών δυνάμεων, αποχωρεί από την αίθουσα του Συνεδρίου. Νωρίτερα είχε δηλώσει ότι αποχωρεί από το ΚΚΣΕ

«Οταν προχωράς στη διασαφήνιση των αιτιών της επιτυχίας της αντεπανάστασης, σπρώχνεσαι από παντού στην έτοιμη απάντηση, ότι είναι δήθεν δουλειά του κυρίου Α ή του πολίτη Β, που «πρόδωσαν» το λαό. Αυτή η απάντηση, ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να είναι σωστή ή όχι, όμως σε καμιά περίπτωση δεν εξηγεί τίποτα, ούτε δείχνει πώς μπορούσε να συμβεί, ότι ο «λαός» επέτρεψε να τον προδώσουν.

Και είναι θλιβερό το μέλλον του πολιτικού κόμματος, εάν όλο του το κεφάλαιο συνίσταται στη γνώση μόνο εκείνου του γεγονότος, ότι ο τάδε άνθρωπος δεν αξίζει την εμπιστοσύνη».

(Φρ. Ενγκελς, «Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία»)

Πριν είκοσι χρόνια, στις 213 του Ιούλη 1990, πραγματοποιήθηκε το τελευταίο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ), ως κυβερνητικού κόμματος. Ηταν το 28ο Συνέδριο. Το γεγονός αυτό, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει μέχρι σήμερα, περικλείει πολλά επίκαιρα και χρήσιμα μηνύματα.
Ο οπορτουνισμός ως δύναμη καταστροφής

Το 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ αποτέλεσε την τελευταία «πράξη» μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει νωρίτερα και τα τελευταία επεισόδιά της ήταν η λεγόμενη περεστρόικα, που αποδείχτηκε «όχημα της αντεπανάστασης», μέσα από τον έλεγχο του ΚΚΣΕ από την ομάδα Γκορμπατσόφ στο 27ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1986) και αργότερα στη 19η κομματική συνδιάσκεψη του ΚΚΣΕ. Γεγονότα, που, ωστόσο, έχουν τις ρίζες τους στο 20ό Συνέδριο, το οποίο με τις αποφάσεις του οδήγησε στην επικράτηση λαθεμένων αντιλήψεων, στην ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφορών και αντίστοιχα των δυνάμεων της αντεπανάστασης και στην κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Το να θυμηθούμε, λοιπόν, το 28ο Συνέδριο σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να υπενθυμίσουμε το πώς το κυρίαρχο στη Σοβιετική Ενωση Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά και η ίδια η Σοβιετική Ενωση καταστράφηκαν από το δεξιό οπορτουνισμό, που δεν αντιμετωπίστηκε κι εξελίχθηκε σε αντεπαναστατική δύναμη.

Οι οπορτουνιστές φρόντισαν την περίοδο της «περεστρόικα», με ωραίες φράσεις, περί «περισσότερης δημοκρατίας», δήθεν «ανθρώπινου και δημοκρατικού σοσιαλισμού», «πολιτικού πλουραλισμού» και «οικονομίας της σχεδιοποιημένης αγοράς», να οδηγήσουν τους Σοβιετικούς κομμουνιστές και το λαό προς τον καπιταλισμό «υπό την κόκκινη σημαία», παραπλανώντας τον. Ετσι, είναι χαρακτηριστικό πως στον απολογισμό της απερχόμενης ΚΕ προς το 28ο Συνέδριο εκθειάζονταν με καλυμμένο τρόπο τα δήθεν «πλεονεκτήματα» της καπιταλιστικής οικονομίας: «Στις συνθήκες της αγοράς ανοίγεται δυνατότητα ουσιαστικά να αποκαλυφθούν οι ανάγκες και να βρεθούν οι τρόποι της αποτελεσματικής ικανοποίησής τους». Ακόμη διαβεβαίωναν πως με την αγορά «οι εργαζόμενοι γίνονται πραγματικοί νοικοκύρηδες των μέσων παραγωγής και των αποτελεσμάτων της εργασίας τους». Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις, για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους, έκαναν τη λαθροχειρία να επικαλούνται τη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εφαρμόστηκε από τον Λένιν μετά το τέλος του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, και η οποία συνιστούσε μια πολιτική προσωρινών εκχωρήσεων προς τον καπιταλισμό, αποσιωπώντας πως αυτές οι υποχωρήσεις ήταν προσωρινές κι επιβάλλονταν από τις ειδικές συνθήκες εκείνης της εποχής (καταστροφές του πολέμου, τεράστιο ποσοστό μικροκαλλιεργητών, κ.ά.), κατάσταση που βέβαια δεν είχε καμία σχέση με αυτή της Σοβιετικής Ενωσης της δεκαετίας του ’80.

Σήμερα, που γνωρίζουμε εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αυτής της δημαγωγικής προσπάθειας για τους λαούς της Σοβιετικής Ενωσης, που βιώνουμε ακόμη πιο έντονα τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, νιώθουμε πόσο απατηλά και ύπουλα ήταν εκείνα τα κηρύγματα του οπορτουνισμού.

Η εσωκομματική αντίδραση στη «θεραπεία του σοσιαλισμού με καπιταλισμό»

Πρέπει να πούμε πως δε συμφώνησαν όλοι οι Σοβιετικοί κομμουνιστές με τη γραμμή της «περεστρόικα». Στο 28ο Συνέδριο υπήρξαν κομμουνιστές που αντιστάθηκαν κι έδωσαν σκληρή μάχη με τον γκορμπατσοφισμό και οι οποίοι συσπειρώνονταν στο «Κίνημα της Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας» καθώς και στη «Μαρξιστική πλατφόρμα». Εξ ονόματος της μειοψηφίας του Συνεδρίου έκαναν Δήλωση, στην οποία προειδοποιούσαν για τις αναπόφευκτες και καταστροφικές συνέπειες που θα είχε για το Κόμμα η «γραμμή» της αγοράς.

Η οπορτουνιστική ηγεσία του ΚΚΣΕ έκανε τα πάντα για να μην ακουστεί η φωνή αυτή. Δε διένειμαν στους αντιπροσώπους το σχέδιο του ψηφίσματος της μειοψηφίας. Δεν άφηναν να περάσει στο βήμα του Συνεδρίου ο αντιπρόσωπος του «Κινήματος Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας», Βίκτορ Τιούλκιν (σημερινός Α’ Γραμματέας του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας), με το πρόσχημα πως έχασαν την αίτηση για την ομιλία, την οποία συνυπέγραφαν 150 αντιπρόσωποι του Συνεδρίου. Και μετά την ομιλία του προσπάθησαν να αποσιωπήσουν και να υποτιμήσουν τη σημασία της. Η Δήλωση της μειοψηφίας διαβάστηκε τελικά από τον Β. Τιούλκιν στην προτελευταία συνεδρίαση της τελευταίας μέρας του Συνεδρίου. Εκεί οι κομμουνιστικές δυνάμεις του Συνεδρίου ευθέως αναφέρονταν στις συνέπειες του περάσματος στην οικονομία της αγοράς:

«Θεωρούμε αναγκαίο να προειδοποιήσουμε όλους τους κομμουνιστές της χώρας. Το ατόπημα του περάσματος στην αγορά ως γενικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς κεφαλαίων και της αγοράς εργατικής δύναμης, θα σημάνει την αναπόφευκτη διολίσθηση στην επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ενώ η βίαιη, και παρά τις αντικειμενικές διαδικασίες, θεραπεία του σοσιαλισμού με καπιταλισμό θα συνεπιφέρει όχι την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, αλλά την αναπόφευκτη πτώση τους, θα προκαλέσει την πλατιά κοινωνική διαμαρτυρία, θα οδηγήσει σε μεγάλα βάσανα το λαό. Σ’ ό,τι αφορά το Κομμουνιστικό Κόμμα, αυτό απλώς δε θα αντέξει τέτοια τραντάγματα και κανένας δε θα μπορέσει να υπερασπιστεί τους τελικούς σκοπούς του κινήματος».

Υπέρ της «Δήλωσης της μειοψηφίας» ψήφισαν 1.259 αντιπρόσωποι (δηλαδή το 34%) από τους παρόντες 3.685 αντιπροσώπους (Για την ιστορία: 2.012 αντιπρόσωποι ψήφισαν «κατά», 414 «λευκό», ενώ 160 αντιπρόσωποι δεν πήραν μέρος στην ψηφοφορία).

Η συνέχεια είναι γνωστή: Oι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις, που αντέδρασαν στην τελευταία φάση της προδοσίας, στο 28ο Συνέδριο του KKΣE, δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να την αποκαλύψουν και να οργανώσουν με επιτυχία την επαναστατική αντίδραση της εργατικής τάξης.

Σήμερα γνωρίζουμε πως όλες οι παραπάνω προβλέψεις, που διατυπώνονταν στη Δήλωσή τους σ’ εκείνο το Συνέδριο, επαληθεύτηκαν στο 100%. Το ίδιο το ΚΚΣΕ, αλλά και συνολικά η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκαν, γεγονός που συνοδεύτηκε με τεράστια βάσανα και δυστυχία όχι μόνο για τους λαούς εκείνων των χωρών που προήλθαν από την ΕΣΣΔ, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη, αφού η «πλάστιγγα» στο διεθνή συσχετισμό δύναμης έγειρε συντριπτικά υπέρ του ιμπεριαλισμού.

Πορεία παλινόρθωσης

Σε τελευταία ανάλυση, στο 28ο Συνέδριο το ΚΚΣΕ δεν ήταν πια κομμουνιστικό κόμμα. Δεν εξέφραζε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, είχε απαρνηθεί τη θεωρία του μαρξισμού – λενινισμού, ενώ «κομμουνιστικό» παρέμενε μόνο στην ονομασία. Πώς όμως έγινε κατορθωτός ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΚΣΕ, όπως εκδηλώθηκε από την οπορτουνιστική πλειοψηφία στο 28ο Συνέδριο; Το ερώτημα αυτό είναι αναγκαίο να τεθεί!

Στην πραγματικότητα η «κερκόπορτα» είχε ανοίξει μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τόσο μέσα στο ΚΚ, όσο και στους επιστημονικούς κύκλους υπήρχε σημαντική συζήτηση και διαπάλη για τους δρόμους ανάπτυξης του σοσιαλισμού. Στη σφαίρα της οικονομίας και για το ξεπέρασμα υπαρκτών προβλημάτων, συγκρούονταν με κάθε μέσο από τη μια οι δυνάμεις που επιδίωκαν την εμβάθυνση των σοσιαλιστικών σχέσεων κι από την άλλη εκείνες που υποστήριζαν το «δανεισμό» εργαλείων του καπιταλισμού και της αγοράς, όπως ο νόμος της αξίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, που τελικά αποτέλεσε συνέδριο κυριαρχίας της δεξιάς οπορτουνιστικής παρέκκλισης, σταδιακά υιοθετήθηκαν πολιτικές επιλογές που υποστήριζαν το ρεύμα των «οπαδών της αγοράς» ή αλλιώς των «αγοραίων». Ετσι σταδιακά διευρύνθηκαν οι εμπορευματοχρηματικές (δυνάμει καπιταλιστικές) σχέσεις, στο όνομα της διόρθωσης των αδυναμιών του Κεντρικού Σχεδιασμού και της διεύθυνσης των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων. Σημεία – «κλειδιά» αυτής της πορείας ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση του 1958 και η ανάλογη βιομηχανική του 1965, που αποδυνάμωσαν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Και πάλι εκ των υστέρων γνωρίζουμε σήμερα πως εκείνες οι απόψεις και μεταρρυθμίσεις όχι μόνο δεν έλυσαν προβλήματα, αλλά οδήγησαν στη διαφοροποίηση των εισοδημάτων και στη δημιουργία κοινωνικών στρωμάτων παρεμπόδισης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ετσι, π.χ., στη βιομηχανία, όπου είχαμε ως απόρροια των μεταρρυθμίσεων τη συγκέντρωση του «επιχειρησιακού κέρδους», που διαχειρίζονταν τα διευθυντικά στελέχη, δημιουργήθηκε το λεγόμενο σκιώδες κεφάλαιο. Αυτό ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο πλουτισμού από το επιχειρησιακό κέρδος, αλλά και της «μαύρης» αγοράς, εγκληματικών πράξεων σφετερισμού του κοινωνικού προϊόντος. Το «σκιώδες κεφάλαιο» επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφαλαίου στην παραγωγή, δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής, την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Oι κάτοχοί του αποτέλεσαν την κινητήρια κοινωνική δύναμη της αντεπανάστασης. Aξιοποίησαν τη θέση τους στον κρατικό και κομματικό μηχανισμό. Αμεσα ή έμμεσα, επέδρασαν στο Κόμμα, ενισχύοντας την οπορτουνιστική διάβρωση και τον αντεπαναστατικό εκφυλισμό, που εκφράστηκε με την πολιτική της «περεστρόικα» και πέτυχε με την ανατροπή τη θεσμική κατοχύρωση των καπιταλιστικών σχέσεων.

Η «κληρονομιά» του 28ου Συνεδρίου

Η πιο θλιβερή κληρονομιά του 28ου Συνεδρίου είναι πως ο γκορμπατσοφικός οπορτουνισμός κι ιδιαίτερα η θεωρία του «σοσιαλισμού της αγοράς», η παραίτηση από την επαναστατική εργατική εξουσία (τη δικτατορία του προλεταριάτου) με την αποθέωση του λεγόμενου πολιτικού πλουραλισμού, παραμένει ακόμη ζωντανή και σήμερα εξακολουθεί να επηρεάζει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Οπως γράφει η εφημερίδα «Εργαζόμενη Ρωσία», του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΕΚΚ), «σήμερα γίνονται ακόμη αναφορές στη ρωσική ΝΕΠ, στην εμπειρία των «μεταρρυθμίσεων» της Κίνας κ.ά. Ταυτόχρονα σκόπιμα αγνοείται πως η εμπορευματική παραγωγή κάθε ώρα και κάθε στιγμή γεννά τον καπιταλισμό, και γι’ αυτό και η ΝΕΠ δεν ήταν μια κίνηση μπροστά, αλλά μια προσωρινή υποχώρηση για την ανασύνταξη των δυνάμεων καθώς και την παραπέρα όξυνση της διαπάλης με το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως πάντα επισήμαινε ο Β. Ι. Λένιν». Η εφημερίδα του ΚΕΚΡ ασκεί κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ), που εκθειάζει τη ΝΕΠ και τις επιτυχίες της κινεζικής οικονομίας, παραβλέποντας ότι εκεί επικρατούν πλέον οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, κάτι που, όπως έχει δηλώσει ο Βίκτορ Τιούλκιν, υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει το κυβερνητικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας στο ν’ ακολουθήσει το «άδοξο τέλος» του ΚΚΣΕ.

Η εφημερίδα του ΚΕΚΡ συνεχίζει: «Κάποτε ο Γκορμπατσόφ εξέφρασε τη λύπη του γιατί δεν μπόρεσαν σιγά σιγά κι αρμονικά να μεταφέρουν στο ΚΚΣΕ τις «κανονικές σοσιαλδημοκρατικές αξίες». Στο ΚΚΣΕ δεν μπόρεσαν να τις μεταφέρουν, ωστόσο το έργο του Γκορμπατσόφ ζει σε πολλά πράγματα και συνεχίζεται στην πρακτική του ΚΚΡΟ, που εγκατέλειψε τις θεωρητικές θέσεις για την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου και τάχτηκε υπέρ της οικονομίας της αγοράς». Στο στόχαστρο του ΚΕΚΡ βρίσκεται ακόμη ο ισχυρισμός στελεχών του ΚΚΡΟ πως δήθεν «η Ρωσία εξάντλησε τα περιθώριά της για επαναστάσεις». «Μα αν είναι έτσι, αυτό που απομένει μονάχα είναι να προσαρμοστούμε στο σύστημα», γράφει καυστικά η «Εργαζόμενη Ρωσία», που σχολιάζει ακόμη «τις προσπάθειες (στελεχών του ΚΚΡΟ) να αποδείξουν πως το ζήτημα δεν είναι στο χαρακτήρα της εξουσίας, αλλά στις προσωπικότητες που αναρριχήθηκαν στην εξουσία. Δεν ήρθαν οι κατάλληλοι, ενώ εάν θα έρχονταν οι «αληθινοί επαγγελματίες»…».

Αναγκαία η εξαγωγή συμπερασμάτων

Το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να αντλήσει από το παρελθόν του, τόσο από μεγάλες νικηφόρες στιγμές, όσο και από τις προσωρινές ήττες, όπως ήταν η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, χρήσιμα διδάγματα και να μην επιτρέψει ιστορικές στιγμές όπως αυτή του 28ου Συνεδρίου.
(Αφιέρωμα του Ριζοσπάστη, 25/7/2010)

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 55: Η υπόθεση του Μάρκου Βαφειάδη

Το θέμα του Μάρκου Βαφειάδη

Τη φωτογραφία την έστειλε ο Παρίσης Αγγελίδης από την Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης. Εχει «τραβηχθεί» το καλοκαίρι του 1948, λίγο έξω από το χωριό Πύλη, κάπου ανάμεσα στη μεγάλη Πρέσπα και τα αλβανικά σύνορα, όπου τότε έδρευε το Γενικό Αρχηγείο (ΓΑ) του ΔΣΕ. Στη μέση, ο ηλικιωμένος με τα γυαλιά είναι ο χειρούργος, καθηγητής των πανεπιστημίων της Αθήνας και του Βερολίνου, Πέτρος Κόκκαλης, τότε υπουργός Υγείας και Πρόνοιας στην ΠΔΚ. Δεξιά του, είναι ο ανθυπολοχαγός του ΔΣΕ, Τάκης Μαμάτσης. Αριστερά του, ο υπολοχαγός Γαβρήλος Παπαδόπουλος και μπροστά από τον Π. Κόκκαλη, η ανθυπολοχαγός Μαρίτσα Αγγελίδου. Οι άλλες τρεις αντάρτισσες, που δεν μπορέσαμε δυστυχώς να εξακριβώσουμε τα ονόματά τους, ανήκαν στο Λόχο Ασφάλειας του Τμήματος Διαφώτισης του Γενικού Αρχηγείου

Meros62_Photo1_small.jpg

Το δεύτερο θέμα στην ημερήσια διάταξη των εργασιών της 5ης Ολομέλειας αφορούσε τον Μ. Βαφειάδη. Οπως προαναφέραμε, η Ολομέλεια πήρε απόφαση να τον καθαιρέσει από το ΠΓ, από την ΚΕ και να τον διαγράψει από μέλος του Κόμματος. Η απόφαση αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα το 1950, με τη σύγκληση της 3ης Συνδιάσκεψης του Κόμματος. Τότε, το 1949, για τον Βαφειάδη ανακοινώθηκε ότι απαλλάχτηκε από τα καθήκοντά του, επειδή ήταν βαριά άρρωστος (Βλέπε: «Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 323 και Περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», έκδοση «Ριζοσπάστη» 1996, τόμος Β`, τεύχος 2, Φλεβάρης 1949).

Το θέμα με τον Μ. Βαφειάδη έχει, σε συντομία, ως εξής:

Μετά τη μάχη του Γράμμου, ο Βαφειάδης απαλλάχτηκε από τα καθήκοντα του αρχηγού του ΔΣΕ και στάλθηκε στη Μόσχα για θεραπεία και ανάπαυση. Στη Μόσχα, ο Βαφειάδης παρέδωσε στο ΚΚΣΕ σημείωμα με τις απόψεις του για την κατάσταση στο ΚΚΕ και στο ΔΣΕ, καθώς και για την πορεία του ένοπλου αγώνα. Το Νοέμβρη του 1948, επέστρεψε στο βουνό και στη συνεδρίαση του ΠΓ της ΚΕ του Κόμματος, στις 15/11/1948, παρέδωσε αυτό το σημείωμα στο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος, όπου και έγινε συζήτηση και λήφθηκε σχετική απόφαση. Παρενθετικά οφείλουμε να εκφράσουμε επιφύλαξη για το αν αυτό το σημείωμα που ο Βαφειάδης παρέδωσε στο ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ είναι το ίδιο μ’ αυτό που έδωσε στο ΚΚΣΕ.

Στο σημείωμα, πάντως, που έδωσε στο ΚΚΕ κατηγορούσε το κόμμα ότι από παράδοση δεν είχε εσωκομματική δημοκρατία. Επέκρινε ως λαθεμένη τη στάση του Κόμματος για αποχή από τις εκλογές του 1946 και, ταυτόχρονα, ασκούσε κριτική γιατί δεν έγινε, τότε, αποφασιστικό τράβηγμα των κομματικών δυνάμεων και του λαϊκού κινήματος στον ένοπλο αγώνα. Αναφερόμενος στις αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας, τις χαρακτήριζε ανεδαφικές, ενώ για τις αποφάσεις της 4ης Ολομέλειας υπογράμμιζε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα κι ότι έγινε προσπάθεια συγκάλυψης των λαθών της κομματικής καθοδήγησης. Ακόμη ο Βαφειάδης χαρακτήριζε πρόωρη τη δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και αναφερόμενος στην κατάσταση που είχε δημιουργηθεί το ’48 έκανε λόγο για σχετική πολιτικοστρατιωτική σταθεροποίηση του μοναρχοφασισμού και αντίστοιχη σταθεροποίηση του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Στο τι μέλλει γενέσθαι, τόνιζε ότι ο ΔΣΕ δε δύναται να νικήσει τον αντίπαλό του χωρίς εξωτερική στρατιωτική βοήθεια από τις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ και πρότεινε τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα με εντατική παρτιζάνικη δράση, αφού δεν ήταν δυνατή η αποδοχή από τον αντίπαλο μιας ειρηνικής λύσης του ελληνικού προβλήματος. Τέλος, ο Μ. Βαφειάδης υπογράμμιζε: «Η διατήρηση των σχηματισμών του τακτικού στρατού που δημιουργήσαμε με σκοπό να ανατρέψουμε το μοναρχοφασισμό, όπως καθόρισαν οι αποφάσεις μας, θα μας κρατήσουν, είτε το θέλουμε είτε όχι, στο πνεύμα της άμυνας και κόλλημα σε ορισμένες εχθρικές θέσεις που θα εμποδίσουν την έντονη παρτιζάνικη δράση με όλες τις συνέπειες»(Βλέπε ολόκληρο το κείμενο της πλατφόρμας του Μ. Βαφειάδη: «Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 482 – 489).

Το ΠΓ, με απόφασή του στις 15/11/1948, αποδοκίμασε την πλατφόρμα του Μ. Βαφειάδη, τη χαρακτήρισε οπορτουνιστική και κατέληξε ότι το ζήτημα έπρεπε να συζητηθεί στην προσεχή συνεδρίαση της ΚΕ, όπως και έγινε στην 5η Ολομέλεια (Βλέπε ολόκληρη την Απόφαση, της 15/11/1948, του ΠΓ: «Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 299 – 316). Η Ολομέλεια ενέκρινε στο σύνολό της αυτή την απόφαση του ΠΓ, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα το 1950, στο τεύχος 8 του περιοδικού «Νέος Κόσμος».

Ορισμένες παρατηρήσεις για το θέμα

Για το θέμα της πλατφόρμας του Μ. Βαφειάδη, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πως προκαλούν εντύπωση τα παρακάτω:

Απ’ όσα στοιχεία έχουμε υπόψη μας, ο Μ. Βαφειάδης ποτέ δεν είχε προηγούμενα καταθέσει στα όργανα του ΚΚΕ, κάποια από τις απόψεις που περιλαμβάνονται στην πλατφόρμα του, ενώ για πολλά που ασκεί κριτική, ο ίδιος είχε την πρώτη ευθύνη. Είναι δε, ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στην πλατφόρμα του Βαφειάδη η απουσία οποιασδήποτε αυτοκριτικής διάθεσης. Κάτι, που δε θα έπρεπε να λείπει, αφού ο ίδιος διατέλεσε αρχηγός του ΔΣΕ από την ίδρυσή του. Αυτός είναι, που εισηγήθηκε τα στρατιωτικά ζητήματα στην 3η Ολομέλεια τον Σεπτέμβρη του 1947 και φυσικά αυτός είχε την πρώτη ευθύνη να δίνει διαβεβαιώσεις, για το τι μπορούσε και τι δεν μπορούσε να κάνει ο Δημοκρατικός Στρατός. Αν, π.χ., ο Βαφειάδης διαφωνούσε στην 3η Ολομέλεια και υποστήριζε ότι είναι αδύνατη η πραγματοποίηση του σχεδίου «ΛΙΜΝΕΣ», αν μαζί μ’ αυτόν διαφωνούσαν και τα υπόλοιπα στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στο βουνό και που πήραν μέρος στις εργασίες της, θα ήταν πολύ δύσκολο, να ληφθούν οι αποφάσεις που λήφθηκαν. Συνεπώς την πρώτη ευθύνη γι’ αυτές τις αποφάσεις την είχαν τα στελέχη του ΚΚΕ και μέλη της ΚΕ που ήταν στο Δημοκρατικό Στρατό και πρώτος απ’ όλους ο αρχηγός του.

Στην πλατφόρμα του Βαφειάδη, γίνονται βέβαια και σωστές κρίσεις, αλλά οι σοβαρότερες απ’ αυτές, όπως φαίνεται, πατάνε σε δύο βάρκες. Είναι δηλαδή άκρως αντιφατικές. Π.χ., γίνεται κριτική στο ΚΚΕ γιατί δεν τράβηξε αποφασιστικά στον ένοπλο αγώνα το 1946. Από την άλλη όμως, γίνεται εξίσου έντονη κριτική, γιατί δεν πήρε μέρος στις εκλογές που έγιναν την ίδια χρονιά. Και οι δύο κριτικές μαζί δεν μπορούν να υπάρξουν.

Σε ό,τι αφορά το θέμα «αντάρτικος ή τακτικός στρατός;», που θέτει ο Μ. Βαφειάδης, οφείλουμε να πούμε πως επρόκειτο για ψευτοδίλημμα. Ο ίδιος, σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου που ήταν αρχηγός του ΔΣΕ, ουδέποτε αντιτάχθηκε στο ζήτημα της εξέλιξης του Δημοκρατικού Στρατού σε τακτικό στρατό. Επίσης ο ΔΣΕ, αν και έδωσε τακτικές μάχες, ποτέ δεν εγκατέλειψε την αντάρτικη τακτική, αλλά επιδίωκε να συνδυάζει όπου μπορούσε – ανεξαρτήτως αν το έκανε πετυχημένα – και τις δύο μορφές διεξαγωγής πολέμου. Και πρέπει να σημειωθεί ότι ένας στρατός που ενδιαφέρεται να απελευθερώσει και να κρατήσει μια περιοχή είναι αδύνατο να το καταφέρει κάνοντας μόνο ανταρτοπόλεμο. Ο ανταρτοπόλεμος φθείρει τον αντίπαλο, τον εξουθενώνει, αλλά η κατάληψη και διατήρηση εδάφους μόνο με τακτικό στρατό γίνεται. Την αντάρτικη – και μόνο αντάρτικη – τακτική μπορεί να ακολουθεί ένας στρατός που το μόνο που επιδιώκει είναι να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης και φθοράς του αντιπάλου του και τίποτα περισσότερο. Τέτοιους στόχους ο ΔΣΕ δεν είχε. Ο ΔΣΕ – ανεξαρτήτως του τι αποδείχτηκε στην πορεία ότι μπορούσε να κάνει – επιδίωκε την ανατροπή της ντόπιας και ξένης αντίδρασης στην Ελλάδα και την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η πίεση που ασκούσε στον αντίπαλο υποτασσόταν σ’ αυτήν τη στρατηγική και ποτέ δεν αποτέλεσε το άπαν της δράσης του.

Η κριτική στην περίοδο 1940 -`44

Με αφορμή τις απόψεις που διατύπωσε ο Μ. Βαφειάδης στην ιδεολογικοπολιτική του πλατφόρμα, ότι «δεν μπορεί ο ΔΣΕ να ανατρέψει ένοπλα το μοναρχοφασισμό με δικές του δυνάμεις στο άμεσο μέλλον, αλλά με άμεση στρατιωτική βοήθεια, που θα προέλθει απ’ την αναγνώριση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ) απ’ τις φιλικές χώρες», η 5η Ολομέλεια προχώρησε και σε μια κριτική εκτίμηση του αγώνα του ΕΑΜικού κινήματος της περιόδου 1940 – ’45. Να σημειωθεί, ότι αυτή η κριτική είναι η πρώτη που έγινε γύρω από αυτό το ζήτημα, ύστερα από την 11η Ολομέλεια της ΚΕ του Κόμματος(Απρίλης 1945).

Στην πολιτική απόφαση της 5ης Ολομέλειας η παραπάνω άποψη του Μ. Βαφειάδη χαρακτηρίζεται οπορτουνιστική και γίνεται η εκτίμηση ότι πρόκειται για μια θεωρία που εδραιώθηκε στο ΚΚΕ στο διάστημα της χιτλεροφασιστικής κατοχής. Η Ολομέλεια εκτίμησε, ότι στις συνθήκες που δημιούργησε ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, η νίκη της ΕΣΣΔ κατά του φασισμού και η εδραίωση λαϊκοδημοκρατικών καθεστώτων στις γειτονικές με τις Ελλάδα χώρες, η λαϊκοδημοκρατική απελευθέρωση της χώρας από την ντόπια αντίδραση και τον ιμπεριαλισμό ήταν δυνατή χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια. Επιπρόσθετα, η Ολομέλεια εκτίμησε ότι το Δεκέμβρη του ’44 το κίνημα μπορούσε να νικήσει, κι αν έχασε, έχασε από λάθη της ηγεσίας του και λόγω της λαθεμένης πολιτικής που ακολούθησε (Βλέπε: στο ίδιο, σελ. 332 – 333).

Περιεχόμενα

https://erodotos.wordpress.com/istoria-dse/