Η διαστρέβλωση της Ιστορίας γύρω από τη γενοκτονία του Πόντου ως διαβατήριο για την εκπλήρωση των ονείρων χιλιάδων υποψήφιων φοιτητών

(Ημερομηνία αρχικής δημοσίευσης 8 Ιουνίου 2008)

Παρότι η Ελλάδα είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά εναντίον της επαναστατημένης Ρωσίας, οι μπολσεβίκοι επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Ποντίους με σκοπό τη στήριξη του αγώνα τους, προσφέροντας υλικο-στρατιωτική βοήθεια (φωτ.: Πόντιοι πρόσφυγες)

Την περασμένη βδομάδα το φάντασμα του «κεμαλομπολσεβικισμού», προϊόν λιγότερο φωτεινών περιόδων της ελληνικής Ιστορίας και αναπόσπαστο τμήμα του οπλοστασίου του αντικομμουνισμού από τη δικτατορία του Πάγκαλου μέχρι τη χούντα των συνταγματαρχών, αναβίωσε και πάλι μέσα από το εξεταζόμενο μάθημα της Νεοελληνικής Ιστορίας Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερώτημα: «Να δικαιολογήσετε γιατί η συνεργασία Κεμάλ – Μπολσεβίκων λειτούργησε ως ταφόπετρα του ποντιακού ζητήματος».

Προσοχή: ο εξεταστής δε ζητά από τον εξεταζόμενο να αναπτύξει μια κριτική άποψη ως προς τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή του Πόντου. Επίσης, δεν του δίνει τα περιθώρια να επιχειρηματολογήσει για το αντίθετο από αυτό που παρουσιάζεται ως «αδιαμφισβήτητη αλήθεια» (όπως θα γινόταν, π.χ., αν το υπό εξέταση θέμα είχε διατυπωθεί ως εξής: «λειτούργησε η συνεργασία Κεμάλ – Μπολσεβίκων ως ταφόπετρα του ποντιακού ζητήματος;»). Τουναντίον, το ερώτημα τίθεται με έναν απαράδεκτα αντι-εκπαιδευτικό, εκβιαστικό τρόπο, ώστε ο εξεταζόμενος – αποδεχόμενος ή μη την παραπάνω αντιδραστική άποψη – να στηθεί κυριολεκτικά στον τοίχο, καλούμενος να επιλέξει μεταξύ της ιστορικής αλήθειας και της συνείδησής του από τη μία και των συνεπειών, στην περίπτωση που δε δεχθεί να γίνει συνειδητός διαστρεβλωτής του παρελθόντος, αναπαράγοντας μια αντικομμουνιστική προπαγάνδα, που, απ’ ό,τι φαίνεται, καλά κρατεί.

Λειτούργησε η επαναστατημένη Ρωσία ως «ταφόπλακα» για το ποντιακό ζήτημα; Ποια υπήρξε η στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας έναντι των Ποντίων; Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος, αναφερόμενος στα γεγονότα, τόνισε πως «όταν η νέα σοβιετική εξουσία έβγαλε τη χώρα από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν εγκατέλειψε τον ελληνισμό του Πόντου στο έλεος των τσέτηδων. Τον βοήθησε και πάλι να αμυνθεί». Για να προσθέσει σε μια άλλη περίπτωση πως «οι άθεοι κομμουνιστές εφάνησαν περισσότερον χριστιανοί από τους «χριστιανούς» Αγγλογάλλους». 1 Ο Σκουλούδης έγραψε επίσης πως «εις πολλάς περιστάσεις οι Τούρκοι συνέλαβον ολόκληρους πληθυσμούς, με σκοπόν να τους εκτοπίσουν και οι Μπολσεβίκοι εξηγόραζον από τους Τούρκους τους πληθυσμούς αυτούς. Εκτός αυτού, έθεταν εις την διάθεσιν των Ελλήνων και πλοία ίνα μεταφέρουν αυτούς από Τραπεζούντος εις τα έναντι ρωσικά παράλια».2

Η σοβιετο-τουρκική προσέγγιση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εφαρμογής της πολιτικής για την υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιαποικιακών κινημάτων. Ναι, η νεαρή σοβιετική κυβέρνηση βοήθησε υλικά και στρατιωτικά το κίνημα του Κεμάλ, ως κίνημα αστικο-εθνικοαπελευθερωτικό, το οποίο αντιμαχόταν τη φεουδαρχία, την ιμπεριαλιστική διείσδυση και το διαμελισμό μιας χώρας. Αυτό δε σημαίνει πως συμμεριζόταν το ιδεολογικό του περιεχόμενο, το οποίο ήταν εθνικιστικό / αστικό, ή τις μεθόδους εφαρμογής του.

Επιπλέον, συνυπολογίζοντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων (καπιταλιστική περικύκλωση, ξένη στρατιωτική επέμβαση, κλπ.), η επαναστατημένη χώρα των Σοβιέτ είχε γνώση των κινδύνων που απέρρεαν από μια ενδεχόμενη μετατροπή της Τουρκίας σε στρατηγικό προγεφύρωμα εναντίον της σοβιετικής εξουσίας.

«Υπερβολές», θα πει κάποιος. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν μια τέτοια πρόθεση. Και όμως, η συμφωνία μεταξύ Ποντίων και Αρμενίων, η οποία μεταβιβάστηκε τηλεγραφικώς στον Βενιζέλο στις 3 Ιανουαρίου 1920, ανέφερε μεταξύ άλλων: «1) Παρακαλούν οι αντιπροσωπείες Ποντίων και Αρμενίων τη μεγάλη Δύναμη, που ενδεχομένως θα αναλάβει την εντολή στην περιοχή, να αποστείλει το ταχύτερον στρατιωτικές συμμαχικές δυνάμεις για να αναχαιτίσουν την προώθηση των Μπολσεβίκων και 2) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να παράσχει βοήθεια στους Ελληνες του Πόντου για να αντισταθούν, με τη συνεργασία και του αρμένικου στρατού, στις κανονικές τουρκικές δυνάμεις, ενώ ο αρμενικός στρατός θα εμποδίζει την κάθοδο των Μπολσεβίκων. Ακόμη: 3) Ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να ενισχύσει με στρατό και υλικό την οργάνωση του αρμενικού στρατού».3

Και ακόμα: «Μπροστά στην αδυναμία των Συμμάχων να σταματήσουν την επέκταση του μπολσεβικισμού και να ισχυροποιήσουν τον αγώνα του Ντενίκιν, που υποχωρούσε – είχε δε αναγγελθεί μάλιστα και η πτώσις του Ροστόφ της νότιας Ρωσίας – (ο Καθενιώτης) πήρε την πρωτοβουλία να απευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη στους στρατιωτικούς διοικητές Αγγλων και Γάλλων, για να τους εκθέσει πως οι ποντιακές εθελοντικές μονάδες θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στους Συμμάχους στις τότε συνθήκες και μάλιστα μετά τη συνεχή υποχώρηση του Ντενίκιν και την αποτυχία των προσδοκιών του Αγγλου αρμοστή στον Καύκασο Wardrop για την απόκρουση της καθόδου του μπολσεβικισμού στον Καύκασο».4

Παρ’ όλα αυτά, και παρότι η Ελλάδα είχε ήδη επέμβει στρατιωτικά εναντίον της επαναστατημένης Ρωσίας (Ουκρανική Εκστρατεία, 1919-1920), οι μπολσεβίκοι επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους Ποντίους με σκοπό τη στήριξη του αγώνα τους, προσφέροντας υλικο-στρατιωτική βοήθεια. Πράγματι, στις 27 Απριλίου 1920, ο Ελληνας πρόξενος στην Τιφλίδα έστειλε επιστολή στον ύπατο αρμοστή Κανελλόπουλο (ο οποίος με τη σειρά του το γνωστοποίησε στο υπουργείο των Εξωτερικών), όπου έγραφε τα εξής: «Ημετέρα επιτροπή Νοβοροσίσκ συνοδεύουσα κομισαίρ Μπολσεβίκων, οίτινες ανεγνώρισαν σύστασιν αρχών συμβουλίου Ποντίων Βατούμ, ανακοινοί ότι αυτοβούλως προτάσει ημετέρου συμβουλίου Νοβοροσίσκ μπολσεβικικαί αρχαί συνεννοηθείσαι μετά Μόσχας δέχονται υποβοηθήσωσι αγώνα Ποντίων επιτρέπουσαι οργάνωσιν επί τόπου, προσφέρουσι όπλα, όχι αξιωματικούς. Ερωτώσι τι δύναται συνεισφέρη Ελληνική κυβέρνησις εις αγώνα Ποντίων». Η απάντηση που έλαβαν οι Μπολσεβίκοι στην πρότασή τους για βοήθεια του αγώνα του ποντιακού ελληνισμού ήταν τόσο άμεση όσο και κατηγορηματικά αρνητική.5

Αξιομνημόνευτη υπήρξε, τέλος, η προσπάθεια της Σοβιετικής Ρωσίας για διαμεσολάβηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς, προκειμένου να επιτευχθεί ειρηνική λύση στη διαμορφούμενη κατάσταση στη Μικρά Ασία. Ο ιστορικός – και τότε γενικός γραμματέας του ΣΕΚΕ(Κ) – Γιάννης Κορδάτος αναφέρει σχετικά πως τον Απρίλη του 1922 κατέφθασε μυστικά στην Ελλάδα απεσταλμένος της Τρίτης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών της Σοβιετικής Ρωσίας. Είχε εντολή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεσολάβησης της χώρας του για ειρηνικό τερματισμό του μικρασιατικού πολέμου μέσα από επαφές που θα είχε με την ηγεσία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος (αυτός ο τρόπος άφιξης του ξένου απεσταλμένου και η μέθοδος διερεύνησης οφείλονταν στην ανυπαρξία διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών). Ακολούθως, συναντήθηκε με τον Γ. Κορδάτο, τον ενημέρωσε για το σκοπό της παρουσίας του και του ζήτησε να ανακοινώσει στην ελληνική κυβέρνηση την άφιξή του, καθώς και την επιθυμία της χώρας του για μεσολάβηση στο μικρασιατικό ζήτημα. Η πρότασή του περιελάμβανε την υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Κεμάλ και καθεστώς αυτονομίας για την περιοχή της Μικράς Ασίας. Ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και de facto, τη σοβιετική εξουσία.

Ο Σοβιετικός απεσταλμένος τόνισε, μεταξύ άλλων: «Γι’ αυτό θέλουμε να μείνουνε οι Ελληνες στη Μικρασία, όχι από κούφιο συναισθηματισμό, αλλά από ρεαλιστική αντίληψη για το αύριο και μεθαύριο. Οι μειονότητες στην Τουρκία στάθηκαν από τη μία μεριά τροχοπέδη στον ολοκληρωτικό εξισλαμισμό της Βαλκανικής και Ανατολής και από την άλλη έγιναν η πηγή που τροφοδότησε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Βαλκανικής από το 1770 ως τα χτες».6

Ο ηγέτης του ΣΕΚΕ(Κ) συναντήθηκε με τον Ν. Στράτο (αντιπολίτευση τότε) και τον Α. Καρτάλη (υπουργό στην κυβέρνηση Γούναρη) προκειμένου να τους μεταφέρει τις σοβιετικές προτάσεις, χωρίς, ωστόσο, θετικό αποτέλεσμα. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως γράφει ο ίδιος ο Κορδάτος, τον έβρισε και τον έδιωξε. Αυτά, λοιπόν, όσον αφορά τη στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας έναντι των γεγονότων, των προσώπων και των πραγμάτων που καθόρισαν τις εξελίξεις στην περιοχή τη συγκεκριμένη περίοδο.

Τα πραγματικά γενεσιουργά αίτια της καταστροφής της Μικράς Ασίας και του Πόντου βρίσκονται αλλού: Στην άνοδο του τουρκικού αστικού εθνικισμού, στην επιδίωξη συγκρότησης ενός έθνους κράτους, στο οποίο η ανερχόμενη τουρκική αστική τάξη θα μπορούσε να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη δύναμη και που το ισχυρό ελληνικό και αρμένικο κεφάλαιο αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο, στη διείσδυση του γερμανικού ιμπεριαλισμού στις αγορές της Ανατολής και την ταύτιση του χριστιανικού στοιχείου με τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα των ανταγωνιστών του, στις συγκεκριμένες επιδιώξεις και επιλογές της ελληνικής και ελληνοποντιακής πολιτικοοικονομικής ηγεσίας, κλπ. Αλλά αυτά δε «συμφέρει» να συζητιούνται…

Το ιδεολόγημα του «κεμαλομπολσεβικισμού» επιστρατεύτηκε τότε, ώστε να αναχαιτιστεί η τάση ριζοσπαστικοποίησης που απειλούσε να μετατρέψει τις προσφυγικές μάζες σε σημαντική κοινωνική δύναμη, για να χτυπηθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο είχε τεθεί επικεφαλής στην οργάνωση των διεκδικήσεών τους απέναντι στο αστικό κράτος και τους εργοδότες. Ταυτόχρονα, όμως, λειτούργησε και αποπροσανατολιστικά, με σκοπό να μετατοπιστούν στους κομμουνιστές οι ευθύνες από τους κατεξοχήν υπαίτιους για την καταστροφή του ελληνισμού της Ανατολής. Ο κίνδυνος να συνειδητοποιήσουν οι λαοί ότι πηγή των πολέμων, της εξόντωσης ολόκληρων εθνών, αποτελεί ο ενδοαστικός ανταγωνισμός, ο ιμπεριαλισμός, ήταν – και παραμένει – μεγάλος. Για όλα έφταιγαν …ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι και τα κατά τόπους «μίσθαρνα όργανα της Μόσχας»!

Οι σκέψεις μας είναι με τους χιλιάδες υποψήφιους και υποψήφιες…

1. Διδώ Σωτηρίου (1985) «Η Μικρασιατική καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο» (Αθήνα: «Κέδρος») σελ. 89-90 και εφημερίδα «ΝΕΑ» 1/9/1972.

2. Φωτιάδης Κ. (2004) «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» (Αθήνα: Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία) σελ. 209.

3. Εκθεση Δ. Καθενιώτη «Το ζήτημα του Πόντου», όπως παρατίθεται στο Λαμψίδης Ο. (2002) «Προσπάθειες στρατιωτικής οργανώσεως των Ελληνοποντίων» σελ. 91.

4. Εκθεση Δ. Καθενιώτη, όπως πριν, σελ. 96.

5. Τα σχετικά έγγραφα του υπουργείου των Εξωτερικών παρατίθενται στο Φωτιάδης Κ. (2004), όπως πριν, σελ. 455.

6. Κορδάτος Γ. (1955) «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμος XIII (Αθήνα: «20ός αιώνας») σελ. 567.

Του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ*
*Ο Αναστάσης Γκίκας είναι Δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ
Advertisements

The URI to TrackBack this entry is: https://erodotos.wordpress.com/2010/05/18/genoktonia-sxolio/trackback/

RSS feed for comments on this post.

2 ΣχόλιαΣχολιάστε


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: