Εθνικιστικές κραυγές για τη γενοκτονία των Ποντίων: Μεταξύ ιστορικής αμνημοσύνης και ανιστόρητης μνήμης

(Αρχική δημοσίευση: 21 Μαΐου 2006)

Πόντιοι πρόσφυγες

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επανήλθαν δυναμικά στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής, πυροδοτώντας έντονες συζητήσεις, από τα ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα, μέχρι τα καφενεία της γειτονιάς. Στη συζήτηση αυτή, μαζί με το θέμα Καραχασάν, μπλέχτηκε και το ζήτημα της «γενοκτονίας των Ποντίων», με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται αυτήν την περίοδο ανά την Ελλάδα.Επιχειρώντας μια ψύχραιμη και αντικειμενική προσέγγιση του ζητήματος, πρέπει να απομακρυνθούμε από τις κρατούσες – και συνεχώς αναπαραγόμενες – αναλύσεις και αντιλήψεις (οι οποίες περιορίζονται στο να αποδίδουν την καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού στην Τουρκία σε «φυλετικά» κριτήρια) και να ξεκινήσουμε, θέτοντας το γεγονός στην πραγματική του βάση. Δεν έχουμε, βέβαια, την ψευδαίσθηση πως είναι δυνατό στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου να καλύψουμε επαρκώς όλες τις πλευρές γύρω απ’ αυτό το θέμα. Τουναντίον, σκοπός του άρθρου είναι να αναδειχθούν ορισμένα βασικά ζητήματα, τα οποία, είτε σκοπίμως είτε από άγνοια, δε φτάνουν ποτέ στα τηλεοπτικά παράθυρα ή «θάβονται» υπό το βάρος εθνικιστικών κραυγών και κροκοδείλιων δακρύων.

Τα ζητήματα αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με α) τη διαδικασία διαμόρφωσης έθνους – κράτους από την τουρκική αστική τάξη στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, η οποία είχε άμεσο αντίκτυπο στις εθνικές μειονότητες (σημ.: όλες οι παρόμοιες διεργασίες διεθνώς είχαν επιπτώσεις στις μειονότητες, οι οποίες, στην πλειοψηφία τους, εν τέλει, είτε αφομοιώθηκαν, είτε εξοντώθηκαν) και β) με τις ευθύνες της ελληνικής, εγχώριας και ποντιακής, αστικής τάξης, που εντέχνως υποβαθμίζονται ή διαγράφονται παντελώς από τα κατάστιχα της Ιστορίας.

Στο κατώφλι μιας ιστορικής εποχής

Ελληνες της Κερασούντας σφαγιασμένοι από τους Τούρκους

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο κατώφλι του 20ού αιώνα, αποτελούσε μαζί με την Τσαρική (ρωσική) και την Αψβουργική (αυστροουγγρική) τις τελευταίες πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Απ’ αυτές η Οθωμανική παρουσίαζε πολύ πιο έντονα και ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα, τόσο στην οικονομική, όσο και στην κρατική – πολιτική της διάρθρωση. Την εποχή του εθνικού αστικού κράτους και, πολύ περισσότερο, την εποχή του περάσματος του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, αυτή η φεουδαρχική κρατική οντότητα (που η ονομασία της δε σχετιζόταν με κάποιο έθνος, αλλά με τη δυναστεία των Οσμανιδών) αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως αναχρονισμό της εποχής εκείνης. Ηταν αναμενόμενο ότι, κάποια στιγμή, αυτή η απολυταρχική εξουσία θα εξελισσόταν σε σοβαρό εμπόδιο για την εθνική αστική ανάπτυξη των Νότιων Σλάβων, των Αρμενίων, των Αράβων, ακόμα και των Τούρκων.Το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία («ο ασθενής του Βοσπόρου», όπως χαρακτηριζόταν από τους Αγγλους) διατηρούσε το φεουδαρχικό – απολυταρχικό της χαρακτήρα, οφείλεται και στην υποστήριξη που είχε από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις της εποχής, λόγω της σημαντικής στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της Τουρκίας, άρα και στα στρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Συμφέροντα και ισορροπίες, οι οποίες επέβαλαν τη διατήρηση αυτού του μορφώματος, ενώ, παράλληλα, οι κυοφορούμενες αστικές πολιτικές διεργασίες και κινήσεις προκαλούσαν δυσπιστία και αβεβαιότητα.

Πόντιοι πρόσφυγες

Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αστική τάξη στην Τουρκία αποτελούνταν κυρίως από το εμπορικό κεφάλαιο, το οποίο, στο μεγαλύτερό του μέρος, ήταν ελληνικό, αρμενικό, εβραϊκό και συριακό. Το χριστιανικό (καθολικό και ορθόδοξο) ελληνικό και αρμενικό τμήμα της αστικής τάξης ήταν κυρίως προσανατολισμένο στη στενή συνεργασία με συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία). Υπενθυμίζουμε ότι, με βάση τις «διομολογήσεις», η Γαλλία και η Ρωσία είχαν το δικαίωμα να αναμειγνύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ προωθούσαν τη διείσδυση και με πρόσχημα το όφελος των ομοδόξων τους, δηλαδή των καθολικών και ορθόδοξων χριστιανών αστών, αντίστοιχα. Ετσι, όχι μόνον υπήκοοι αυτών των κρατών, αλλά ακόμα και «προστατευόμενες» απ’ αυτές πληθυσμιακές ομάδες (και δεν εννοούμε τους ανίσχυρους χριστιανούς μικρούς αγρότες, χειροτέχνες και εργάτες) δεν υπάγονταν πλέον στη δικαιοδοσία της οθωμανικής, π.χ., Δικαιοσύνης. Ισχυαν, επίσης, γι’ αυτές ειδικοί χαμηλοί φόροι και τέλη. Αυτό μπορεί να ανταποκρινόταν στα άμεσα, κοντόφθαλμα συμφέροντα αυτής της μερίδας της «μη μουσουλμανικής» αστικής τάξης, ταυτόχρονα, όμως, δυνάμωνε τα δευτερεύοντα διαχωριστικά χαρακτηριστικά και τα αναδείκνυε σταδιακά σε κύρια, εμποδίζοντας την προσέγγιση της πραγματικότητας με βάση τα ταξικά συμφέροντα.Με την καθοριστική συμβολή του κλήρου (μουσουλμανικού και χριστιανικού), οι διαχωριστικές αυτές τάσεις ενισχύθηκαν συνειδητά, τόσο από το αντιδραστικό φεουδαρχικό μουσουλμανικό κατεστημένο (πανισλαμισμός), όσο και από τη μη μουσουλμανική αστική τάξη, για να εφαρμοστούν καθέτως σε όλη την κοινωνική δομή, εμποδίζοντας έτσι, π.χ., τους κοινούς ταξικούς αγώνες του Τούρκου, του Εβραίου, του Ελληνα, κλπ., εργάτη των υφαντουργείων, των λιμανιών, της καπνοβιομηχανίας, κλπ., ακόμα και απέναντι σε έναν κοινό εργοδότη, ασχέτως εθνικότητος (επί το πλείστον Αρμένη ή Ελληνα από τους «ντόπιους» ή Αγγλογάλλο από τους «ξένους»).

Η καλλιεργούμενη συστοίχιση των μαζών πίσω από «ομόθρησκες» ή «ομόφυλες», αλλά με αντίθετα ταξικά συμφέροντα, «ηγεσίες», είναι αυτή που εν συνεχεία χρησιμοποιήθηκε για τις σφαγές χιλιάδων αμάχων, «πιστών και απίστων», για τις αλληλοσφαγές λαών.

Στην ουσία, αυτή η «ομόφυλη» στοίχιση πίσω από την ανταγωνιζόμενη μεταξύ της ελληνική και αρμενική μεγάλη αστική τάξη είναι που αδυνάτισε τόσο τις απελευθερωτικές προσπάθειες των Αρμενίων (κυρίως μέχρι το 1896), όσο και τις δυνατότητες της ένταξης του (αριθμητικά σαφώς μικρότερου) ποντιακού ελληνισμού σε μιαν ευρύτερη σε έκταση Αρμενία (1918/1920).

Η επίδραση ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων

Οι Νεότουρκοι (που αρχικώς υποστηρίχτηκαν θερμά από το μη μουσουλμανικό κατεστημένο – ακόμα και από τον πατριάρχη), στα πλαίσια των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, κατέληξαν από κοινού με την παλιά φεουδαρχική τάξη (σουλτάνος) στο να προωθήσουν τα συμφέροντά τους μέσα από τη συμμαχία τους με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό (σιδηρόδρομος Βαγδάτης, πετρέλαια, κλπ.). Η σταδιακή όξυνση της σύγκρουσης των εκπροσώπων της μη μουσουλμανικής αστικής τάξης με τους Νεότουρκους και η παραδοσιακή τους πρόσδεση στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) αντιμετωπίστηκε από το γερμανικό ιμπεριαλισμό ως σοβαρός εν δυνάμει κίνδυνος για την κυριαρχία του.

Τότε – όπως και σήμερα – ενόψει πιθανής, έστω και μερικής, αποδυνάμωσης του ρόλου ενός ιμπεριαλιστικού κέντρου στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα (όταν, μάλιστα, ξεσπάει ο Α` Παγκόσμιος Πόλεμος), ο γερμανικός ιμπεριαλισμός υποχρεώθηκε να ρίξει το προσωπείο των «χριστιανικών ιδεωδών», του «εκπολιτιστικού έργου» και του «ουμανισμού» (κάτι αντίστοιχο με το σημερινό ιμπεριαλιστικό προσωπείο της «υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας») και να λύσει το «πρόβλημα» με τον πιο ωμό τρόπο: τη βία και τις ανθρωποσφαγές.

Ετσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη μαζική εξολόθρευση Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου μέσω της «μετεγκατάστασης» πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της εφαρμογής πλήρως επεξεργασμένου σχεδίου Γερμανών στρατιωτικών (ας μη λησμονάμε πως ο γερμανικός ιμπεριαλισμός ήταν ο «πρώτος διδάξας» των μαζικών σφαγών τον 20ό αιώνα, καθώς την περίοδο 1905-1907 ο γερμανικός στρατός, για να καταστείλει την εξέγερση αφρικανικών φυλών ενάντια στην αποικιοκρατία, έσφαξε πάνω από 100.000 ανθρώπους στην τότε «Γερμανική Ανατολική Αφρική», σημερινή Τανζανία, ενώ άλλοι 200.000 περίπου πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες που επέφερε η καταστροφή…).

Οι εσωτερικές αντιθέσεις στην Τουρκία οξύνονται

Το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Τουρκία με οξύτατες εσωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις, οι οποίες ενισχύονταν ακόμα περισσότερο από τις επεμβάσεις μιας σειράς κρατών, με σκοπό τον πολλαπλό διαμελισμό της χώρας. Ποιες διεργασίες, ωστόσο, λάμβαναν χώρα στον Πόντο;

Η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την περιοχή του Πόντου (μετά την επιτυχή έκβαση της Οχτωβριανής Επανάστασης και την έξοδο της Ρωσίας από τον πόλεμο – τέλη 1917) έθεσε νέες παραμέτρους στους σχεδιασμούς στην περιοχή. Ο διοικητής της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου έγραψε χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του: «Με την υποχώρηση των Ρώσων, ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου βρέθηκε σε άσχημη θέση. Ως την τελευταία στιγμή κανείς δεν πίστευε ότι ο ρωσικός στρατός μπορούσε να υποχωρήσει. Οταν όμως τον είδαν να εγκαταλείπει τα πάντα και να φεύγει, άρχισαν να σκέφτονται και τη δική τους υποχώρηση. Δυστυχώς, δεν είχαν τα μέσα και έφευγαν όσοι ήταν οικονομικά ισχυροί…

…Τότε η ηγεσία της Τραπεζούντας κινήθηκε και παρήγγειλε σ’ όλες τις περιφέρειες, που βρίσκονταν κατά μήκος των συνόρων, να οργανωθούν, να οπλιστούν και να κρατήσουν το μέτωπο. Επειδή, όμως, οι Ελληνες αυτής της περιοχής δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν μιαν αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, που να κρατήσει το μέτωπο, άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι στο Καρς, στην Τιφλίδα κλπ. οργανώθηκε μια ελληνική Μεραρχία, που θα έτρεχε να βοηθήσει τους Ποντίους, ότι σύντομα θα πρόφταιναν και τα αρμενικά, γεωργιανά και κοζακικά στρατεύματα κλπ. Με τις διαδόσεις αυτές, ο ελληνικός πληθυσμός πίστεψε ότι θα μπορούσε να κρατήσει το μέτωπο και άρχισε να οργανώνεται… Τότε ακριβώς ρίχτηκεν η ιδέα του Ελεύθερου Πόντου».

«Αλλά και τα βιαστικά αυτά μέτρα των Ποντίων, η πρόχειρη οργάνωση και ο εξοπλισμός μερικών τμημάτων δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν σοβαρή αντίσταση. Οι υποσχέσεις για στρατιωτική βοήθεια απ’ τον Καύκασο κλπ. έμειναν απραγματοποίητες… Οι Ελληνες αρχηγοί της πρωτεύουσας του Πόντου αναγκάστηκαν να φύγουν και ο λαός έμεινε με τα όπλα στα χέρια, εκτεθειμένος στην τουρκική προέλαση, δίχως οδηγίες, δίχως αρχηγούς και πρόγραμμα ενεργειών».1

Η υλοποίηση της ιδέας ενός Ανεξάρτητου Πόντου, λοιπόν, βασίστηκε εν πολλοίς στην προοπτική μιας εξωτερικής επέμβασης, και στα πλαίσια της λογικής αυτής λίγα πράγματα έγιναν πρακτικά στην περιοχή του ίδιου του Πόντου. Οι παροτρύνσεις από το εξωτερικό (για διαφόρους λόγους η κάθε μία) είχαν σημαντικό μερίδιο ευθύνης ως προς την τελική έκβαση του εγχειρήματος. Σε μια συνάντηση Ποντίων εκπροσώπων του εξωτερικού με την ελληνική αντιπροσωπεία, ένας Πόντιος από τη Ρωσία τόνισε χαρακτηριστικά: «Εσείς …φωνάζετε για τον Ελεύθερο Πόντο, αλλά κανείς από σας δε βρίσκεται εκεί πέρα να οργανώσει επανάσταση ή να ενεργήσει επικεφαλής του έθνους… Ο Πόντος όμως δεν ελευθερώνεται, αν δε χύσουμε αίμα. Εμπρός λοιπόν κύριοι. Πηγαίνετε στον Πόντο, τεθείτε επικεφαλής του Εθνους και αγωνιστείτε για την ελευθερία του. Εγώ σας δίνω τον λόγο μου ότι με τον εδώ στρατό μας θα σας συνδράμω. Δεν πηγαίνετε όμως. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα που φέρνετε με τις φωνές σας από δω; Θα ξυπνήσετε το μίσος των Τούρκων και μια μέρα ο λαός του Πόντου, που είναι ανίδεος και δεν ξέρει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σας, θα πληρώσει τα αποτελέσματα των ενεργειών σας».2 Τα λόγια του θα αποβούν, δυστυχώς, προφητικά.

Καθ’ όλη αυτήν την περίοδο, είχαν πραγματοποιηθεί διάφορες ενέργειες από πλευράς της ποντιακής ηγεσίας για υπαγωγή της περιοχής στη βρετανική ή αμερικανική εντολή (και αφού είχε διαφανεί πλέον η απροθυμία του Βενιζέλου να στηρίξει την υπόθεση ενός ανεξάρτητου Πόντου). Μετά το ναυάγιο των προσπαθειών αυτών, «οι σχεδιασμοί των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή είχαν πλέον αλλάξει – ο μητροπολίτης Χρύσανθος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την ίδρυση Ποντο-Τουρκικού Κράτους: «Αλλά λίγο αργότερα, μόλις ψιθυρίστηκε ότι ήταν ενδεχόμενο να ανατεθεί στους Ελληνες η εκκαθάριση της Ανατολικής Θράκης και σε αντάλλαγμα να επιδικαστεί αυτή στην Ελλάδα… ο Ελληνας πρωθυπουργός διέταξε να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις με τη δικαιολογία ότι οι προθέσεις των Τούρκων δεν ήταν ειλικρινείς».3

Ο Πόντος είχε άλλο ρόλο να παίξει στους ιμπεριαλιστικούς τυχοδιωκτισμούς της ελληνικής αστικής τάξης. Σε έκθεση του Α. Α. Πάλλη «Exchange and Settlement of Minorities of Populations in the Balkans 1912-1920» (Κωνσταντινούπολη, 1920), αναφέρεται σχετικά με τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου ότι «πολιτικοί και στρατιωτικοί λόγοι απαιτούν να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους κρατήσουμε εκεί… Η ύπαρξη ενός ελληνικού Πόντου με κάποια αυτονομία και με κοινό σύνορο με μια ανεξάρτητη Αρμενία είναι απαραίτητη, προκειμένου να ανακουφιστεί η πίεση του τουρκικού μπλοκ στην κεντρική Μικρά Ασία ενάντια στην ελληνική ζώνη της Σμύρνης».4

Παρά τις επανειλημμένες διαπιστώσεις σε εκθέσεις του υπουργείου Εξωτερικών ότι η κατάσταση των Ποντίων ήταν τραγική, η ελληνική αστική τάξη προτίμησε να τους κρατήσει εκεί, ώστε να αποτελέσουν ένα είδος αντιπερισπασμού στις επιδιώξεις της στη Μικρά Ασία. Οταν πλέον η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά, δεν το έπραξε στις περιοχές που ζούσε η μάζα των Ελλήνων και που χρειάζονταν προστασία, αλλά στην Οδησσό, έδρα του ελληνικού κεφαλαίου στην περιοχή και τελευταίο καταφύγιο της τσαρικής αριστοκρατίας.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής είναι γνωστά: Επήλθε ο ολοκληρωτικός ξεριζωμός και η προσφυγοποίηση 1.500.000 ανθρώπων από τις περιοχές του Πόντου και της Μικράς Ασίας, καθώς και ο φυσικός αφανισμός χιλιάδων ψυχών.

Το μαρτύριο, βέβαια, των Ποντίων – καθώς και των υπόλοιπων προσφύγων – δεν τελείωσε εκεί. Ερχόμενοι στην Ελλάδα, μια μεγάλη μερίδα τους την εγκατέστησαν με πολιτικά κριτήρια, προκειμένου να εξασφαλιστούν βενιζελικές πλειοψηφίες σε μια σειρά εκλογικών περιφερειών. Πολλές από αυτές τις περιοχές, ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα, δεν είχαν τη δυνατότητα να συντηρήσουν τους πληθυσμούς αυτούς, που ένα μέρος τους σταδιακά αποδεκατίστηκε από την πείνα και τις αρρώστιες. Αλλοι ρίχτηκαν στους προσφυγικούς συνοικισμούς – γκέτο των μεγάλων αστικών πόλεων, βορά των εργοδοτών (ντόπιων, αλλά και συμπατριωτών τους), που τους χρησιμοποίησαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ένα μέρος ως απεργοσπαστικό μηχανισμό για πολλά χρόνια μετά την «αποκατάστασή» τους. Και μέσα σε όλα αυτά, είχαν να αντιμετωπίσουν την περιφρόνηση – ακόμα και το μίσος – μιας μερίδας «εθνικοφρόνων γηγενών», που τους στιγμάτιζαν ως «τουρκόσπορους», επιτίθονταν στους συνοικισμούς, απαιτούσαν τον «εξαγνισμό» της χώρας από την παρουσία τους, κλπ.

Με όπλο το σοβινισμό

Σήμερα, κοντά εννιά δεκαετίες μετά τα γεγονότα, η αστική τάξη (της Ελλάδας και της Τουρκίας) επιχειρεί να αποποιηθεί των ευθυνών της, καλλιεργώντας τα ίδια εθνικιστικά πάθη, με τα οποία «επιστράτευε» λαούς να πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα δικά της συμφέροντα. Η τουρκική αστική τάξη, στα πλαίσια σύστασης του δικού της έθνους – κράτους, θέλησε να εξαφανίσει το ανταγωνιστικό ελληνικό κεφάλαιο από το «ζωτικό της χώρο», κινητοποιώντας με σοβινιστικά συνθήματα τμήματα του τουρκικού λαού εναντίον των Ελλήνων του Πόντου. Η ελληνική αστική τάξη, με τους ιμπεριαλιστικούς τυχοδιωκτισμούς της, χρησιμοποίησε τους ελληνικούς πληθυσμούς του Πόντου ως στρατηγικό αντιπερισπασμό ή διαπραγματευτικό χαρτί, προκειμένου να πετύχει μεγαλύτερο κομμάτι στην αναδιανομή της πίτας.

Σε μια περίοδο λοιπόν, όπου διάφοροι κύκλοι επικαλούνται και πάλι το «εθνικό» συναίσθημα και συμφέρον για ίδιους λόγους, ο Πόντιος βιοπαλαιστής, ο παλαίμαχος της δουλιάς πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη πως τα συμφέροντα της αστικής τάξης και τα συμφέροντα των λαών, όχι μόνο δεν ταυτίζονται, αλλά και είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί σημαντική υπόθεση. Οχι για τη διαιώνιση του εθνικιστικού μίσους, αλλά για να «εξοπλιστούν» η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα με τα «φίλτρα», που θα τους επιτρέψουν στο μέλλον να δουν πίσω από την εθνικιστική ρητορική των αρχουσών τάξεων και να μην επιτρέψουν μιαν «επανάληψη της Ιστορίας».

Η μνήμη δεν μπορεί να έχει το ίδιο νόημα και περιεχόμενο για όλους: Δεν είχαν τις ίδιες εμπειρίες, άρα ούτε και κοινή μνήμη, η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί εκπρόσωποί της (των οποίων τα ταξικά συμφέροντα οδήγησαν σε έναν κατακτητικό πόλεμο στην Τουρκία και, συνεπώς, φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις σφαγές των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής) με τους Ελληνες χωρικούς, εργάτες και μικρέμπορους, οι οποίοι υπέστησαν τις απάνθρωπες συνέπειες του ανταγωνισμού δύο αστικών τάξεων. Ούτε βέβαια, με τους απλούς φαντάρους, των οποίων τα κόκαλα έμειναν διασπαρμένα στο μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής επικράτειας.

Παραπομπές:

1. Χειρόγραφο 2: Περιοχή Καυκάσου: Καλτσίδης Ιωάννης (1963) «Ο Ελληνισμός του Καυκάσου και οι περιπέτειές του», σελ. 75-76. Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

2. ό.π. σελ. 163-164.

3. Κασαπίδης Μ Λ (2004) «Χρύσανθος: Ο Αρχιερέας – Εθνάρχης των Ποντίων» (ΕΚΕΜΕ: Μελβούρνη) σελ. 93

4. Α. Α. Πάλλη «Exchange and Settlement of Minorities of Populations in the Balkans 1912-1920» (Κωνσταντινούπολη, 1920), σελ. 10 Αρχείο Βενιζέλου, Φάκελοι Υπουργείου Εξωτερικών (173/27) Μουσείο Μπενάκη

Νίκος ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Αναστάσης ΓΚΙΚΑΣ

Δρ. Πολιτικών Επιστημών

The URI to TrackBack this entry is: https://erodotos.wordpress.com/2010/05/18/genoktonia-pontos-rizos/trackback/

RSS feed for comments on this post.

One CommentΣχολιάστε

  1. «Αυτό όμως, το ουσιαστικό, που κατά τη ταπεινή μου γνώμη λείπει…»

    μπορούν να το καλύψουν οι αριστεροί Τούρκοι ιστορικοί..

    Το αφιέρωμα της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς» αποτελεί τομή στη διαδικασία ανάλυσης των συνθηκών και κατανόησης των πραγματικών αντιθέσεων που υπήρξαν στην νεοτουρκική Οθωμανική Αυτοκρατορία.

    Ο τίτλος του αφιερώματος είναι:

    ‘Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος. Η Γενοκτονία στην Ανατολή”.

    Γράφουν οι Τούρκοι ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες Fikret Baskaya, Ahmet Oral, Dogan Akanli, Attila Tuygan, Taner Akçam, Sait Çetinoğlu, Pervin Erbil.

    Τα κείμενά τους είναι:

    -Η συνείδηση της Ιστορίας θα μας απελευθερώσει, του Fikret Baskaya
    -Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα, του Ahmet Oral
    -«Ο πόνος δεν θα ήταν μικρότερος, αν δεν μιλούσαμε για γενοκτονία», μια συνομιλία με τον συγγραφέα Dogan Akanli.
    -Γενοκτονία για την «ιερή πατρίδα», του Attila Tuygan
    -Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, του Taner Akçam.
    -Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, του Sait Çetinoğlu.
    -Το Τέλος του Κινήματος και η Εκδίωξη
    -Μια τραγική σελίδα στην εκκαθάριση των Ρωμιών, 1914-1924, της Pervin Erbil

    http://www.e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=itemlist&layout=category&task=category&id=78


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: