Το επαναστατικό όραμα, η ζωή και δράση του Ρήγα Φεραίου (Βελεστινλή)

Η «Ελληνική ταβέρνα» της Βιέννης – κέντρο της Εταιρίας του Ρήγα

«…Μόνον το όνομα της ελευθερίας φθάνει, διά να δειλιάση τας ανάνδρους καρδίας όλων των μιαρών τυράννων της γης. Ε! πόσον ήθελε το αποδείξει εμπράκτως ο αείμνηστος Ελλην, ο Ηρως ο μέγας, λέγω και θαυμαστός Ρήγας, αν μία ανέλπιστος προδοσία δεν ήθελε τον θανατώσει. Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος και εξακολούθως, αληθής φιλέλλην και φιλόπατρις».Ανωνύμου του Ελληνος «Ελληνική Νομαρχία»1

Στις 6/19 Δεκέμβρη του 1797 δύο άνδρες έφτασαν στην Τεργέστη κι αμέσως κατευθύνθηκαν προς το «Βασιλικόν», ένα ξενοδοχείο που βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα. Αμέσως βρήκαν δωμάτιο, στο οποίο και κατέλυσαν. Τα πάντα ήταν ήσυχα, οι δύο άνδρες αποφάσισαν να ξεκουραστούν και τίποτα δε μαρτυρούσε τα όσα σε λίγες ώρες θα ακολουθούσαν.

Οταν πια είχε πέσει η νύχτα, η πόρτα του δωματίου χτύπησε, για να φανερωθεί στο άνοιγμά της ότι οι απρόσμενοι επισκέπτες ήσαν αστυνομικοί.

Ποιος από σας είναι ο Ρήγας, ρώτησε στα γερμανικά ο αξιωματικός, αφού προηγουμένως απηύθυνε στους ενοίκους έναν τυπικό χαιρετισμό.

Εγώ, απάντησε ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τους δύο άνδρες.

Το κάστρο Νεμπόισα στο Βελιγράδι, όπου φυλακίστηκαν και θανατώθηκαν ο Ρήγας και οι επτά σύντροφοί του

Τόσο εσύ όσο και ο σύντροφός σου, βρίσκεστε υπό κράτηση, ήταν η ανταπάντηση του αξιωματικού.

Η πόρτα του δωματίου έκλεισε ξανά, ο αξιωματικός αποχώρησε κι απέξω έμειναν δύο αστυνομικοί για να φυλάνε τους κρατούμενους.

Οι δύο άνδρες δεν ήσαν άλλοι από τον Ρήγα Βελεστινλή – Φεραίο και το νεαρό Χριστόφορο Περαιβό2. Οπως μας πληροφορεί ο τελευταίος στα απομνημονεύματά του, ο Ρήγας ταξίδεψε από τη Βιέννη στην Τεργέστη, με σκοπό να περάσει τη Βενετία και να συναντήσει το Μέγα Ναπολέοντα, προσβλέποντας στη βοήθειά του για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ομως, πριν αναφερθούμε αναλυτικότερα στα επαναστατικά σχέδια του Ρήγα, ας δώσουμε το λόγο στον Περαιβό να μας περιγράψει τη σύλληψη τη δική του και του συντρόφου του στην οποία μόλις αναφερθήκαμε. Γράφει συγκεκριμένα3: «Εφθασεν τέλος πάντων μετ’ ολίγας ημέρας ο τε Ρήγας και ο Περαιβός εις Τριέστιον, και κατέλυσαν εις το παρά τον αιγιαλόν βασιλικόν ξενοδοχείον. Περί δε τη μίαν ώραν της νυκτός, καθ’ ην εσκόπευεν ο Ρήγας να υπάγη προς τον εκείσαι Γαλλικόν πρόξενον, ονομαζόμενον Μπρεσέ, διά να λάβη την προστασίαν του, απροσδοκήτως εισήλθεν εις το οίκημά του ένας πολεμικός αξιωματικός, όστις μετά τον συνήθη εσπερινόν χαιρετισμόν, ηρώτησε γερμανιστί, τις καλείται Ρήγας; Εγώ απεκρίθη. Τότε ο αξιωματικός καλέσας δύο στρατιώτας (τους οποίους επίτηδες άφησε έξω του οικήματος), διέταξε να τους φυλάττωσι ασφαλώς και μηδέν άλλον ειπών, αποχαιρετήσας ανεχώρησεν. Αυτό το απροσδόκητον και λυπηρόν συμβάν προήλθεν ίσως από αμέλειαν του Ρήγα, διότι, αν επαρουσιάζετο την ημέραν προς τον Γαλλικόν πρόξενον διά να λάβη την προστασίαν του, τότε η Αυστρία δεν ετόλμα να πράξη τι κατ’ αυτών, και μάλιστα κατ’ εκείνην την εποχή εφοβείτο σφόδρα τους Γάλλους, καθώς η πείρα το έδειξεν εις τον Περαιβόν, ως κατωτέρω ρηθήσετε. Εντοσούτω έρριψαν (σ.σ. ο Ρήγας και ο Περαιβός μετά τη σύλληψή τους) εις την θάλασσαν πλησίον ούσαν ένα φάκελον γραμμάτων, τα οποία έφεραν υπογραφάς πολλών και διαφόρων μεγαλεμπόρων της Ελλάδος, αίτινες χρείας τυχούσης έμελλαν να χρησιμεύσωσιν εις την Ελλάδας εις περιλαβήν χρημάτων, προς τούτοις και τη σφραγίδα του έθνους, ήτις έφερε το σχήμα και τη μεγαλειότητα του Ισπανικού δίστηλου, εις δε την επιφάνειάν της ήσαν τρία ρόπαλα, κείμενα πλαγίως, επί εκάστου τούτου τρεις σταυροί, εις δε την περιφέρειαν τα εξής «Υπέρ Πίστεως, Πατρίδος, Νόμων και Ελευθερίας»».

Ο Ρήγας σε ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου

Μιάμιση ώρα μετά τη σύλληψή τους, ο Ρήγας και ο Περαιβός υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Μη γνωρίζοντας όμως ο Περαιβός γερμανικά, απάντησε γι’ αυτόν ο Ρήγας, ο οποίος πήρε όλη την ευθύνη πάνω του λέγοντας4: «Εγώ αυτόν τον νέον δεν τον γνωρίζω ως συγκοινωνόν μου, αλλ’ ως συνοδοιπόρον, μάλιστα (καθώς μ’ εξωμολογήθη) μέλει να υπάγη εις την Ακαδημίαν της Μπάδουβας να διδαχθή την ιατρικήν». Οι αστυνομικοί μην έχοντας κάποιο στοιχείο σε βάρος του Περαιβού αποδέχθηκαν τις εξηγήσεις του Ρήγα. Διέταξαν τον πρώτο να μεταφερθεί και να μείνει σε άλλο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ενώ τον Ρήγα τον οδήγησαν στη φυλακή, ανοίγοντας έτσι το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του, αυτό που έμελλε να λάβει τέλος με τον φυσικό του θάνατο. Ας σταματήσουμε, όμως, εδώ την εξιστόρηση κι ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και γιατί ήταν τόσο σημαντικός, ώστε να υποχρεωθούν οι αυστριακές αρχές να προβούν στη σύλληψή του.

Μπορούσε να έχει μια ήσυχη και καλή ζωή, αλλά…

Ο Ρήγας Βελεστινλής γεννήθηκε στο θεσσαλικό χωριό Βελεστίνο στα 1757. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Κυριτζής ή Κυριαζής5. Για τα πρώτα τριάντα, περίπου, χρόνια της ζωής του, δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον ίδιο και την οικογένειά του κι αυτά κυρίως από θρύλους και παραδόσεις, που εξ αντικειμένου εμπεριέχουν, τουλάχιστον, το στοιχείο της υπερβολής. Εν πάση περιπτώσει, η παράδοση εμφανίζει την οικογένεια του Ρήγα ως μία από τις πιο ευκατάστατες στο Βελεστίνο με πολλά κτήματα, τρία μεγάλα χάνια, βυρσοδεψείο, βαφείο και εργοστάσιο κατασκευής υφασμάτων και ταπήτων, στο οποίο εργάζονταν περισσότεροι από 40 εργάτες6.

Ο Ρήγας εξυμνεί την αγάπη για την ελευθερία. Λιθογραφία του Von Peter Hess, 1836

Η οικονομική ευχέρεια της οικογένειάς του, έδωσε τη δυνατότητα στον Ρήγα να πάρει καλή μόρφωση. Ετσι σύμφωνα με ορισμένες πηγές σπούδασε στη σχολή της Ζαγοράς και σύμφωνα με άλλες στη σχολή των Αμπελακίων, ενώ, όταν αποφοίτησε, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος στο χωριό Κισσός του Πηλίου7.

Στη Θεσσαλία ο Ρήγας δεν έμεινε πολύ. «Φιλελεύθερος ων, και μη υποφέρων την τυραννίαν και τη βαρβαρότητα των της πατρίδας του Οθωμανών – γράφει ο Περαιβός – εγκατέλειψε τη φίλην πατρίδα, πορευθείς εις τόπον ελεύθερον και αρμόδιον προς ανάπτυξιν των ιδεών του, όστις ην η Δακία, το μόνον τότε άσυλον των ελευθεροφρόνων Ελλήνων». Και προσθέτει: «Οσάκις συνέπιπτε λόγος περί τυραννίας των εν Θεσσαλία Οθωμανών, ο Ρήγας απέδιδε τα πρωτεία της βαρβαρότητος και αγριότητος εις τους κατοίκους της πατρίδας του, Βελεστίνου, προσέλεγε δε αστεϊζόμενος «τα γουρούνια του Βελεστίνου έχουν σουρλάν (προβοσκίδα) χοντρότερον, και δόντια σουβλερότερα»»8.

Ισως για το λόγο αυτό, ότι δηλαδή ο Ρήγας, μιλούσε με τέτοιο τρόπο για την οθωμανική βαρβαρότητα στο Βελεστίνο, ο θρύλος τον θέλει να φεύγει κυνηγημένος από τον τόπο του, γιατί αναγκάστηκε να σκοτώσει κάποιον Τούρκο μην μπορώντας να αντέξει το καθεστώς της οθωμανικής σκλαβιάς. Το πιο πιθανό, όμως, είναι να μην συνέβηκε κανένα τέτοιο περιστατικό κι ο Ρήγας να εγκατέλειψε τον τόπο του, όπως συνήθιζαν να κάνουν πολλοί νέοι της εποχής του, προπαντός Πηλιορείτες. Ο Δ. Φωτιάδης δίνει τούτη την εκδοχή για το φευγιό του Ρήγα. «Το 1774 – γράφει9 -, υπογράφηκε η ρωσοτουρκική συνθήκη ειρήνης. Κι ακολούθησε ο κατατρεγμός και ο θάνατος από τον Ολυμπο ως το Μοριά. Χιλιάδες ξεριζώθηκαν τότε από τον τόπο τους φεύγοντας στα ξένα… Τότε, λοιπόν, μέσα σε τούτη τη γενική φυγή, πρέπει να ξενιτεύτηκε ο Ρήγας, γύρω στα 1774 με 1777».

Η προμετωπίδα της «Χάρτας της Ελλάδος» του Ρήγα

Οπως και να ‘χει, ο Ρήγας πέρασε πρώτα από το Αγιο Ορος και στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταπιάστηκε με το εμπόριο10. «Ηταν προετοιμασμένος για το εμπόριο – παρατηρεί ο Κορδάτος11 -, γιατί ο πατέρας του ήταν από τους πρώτους εμποροβιοτέχνες του Βελεστίνου και κοντά στον πατέρα του έμαθε κι αυτός τα μυστικά του εμπορίου».

Στην Κωνσταντινούπολη ο Ρήγας συνδέθηκε με μία από τις σπουδαιότερες οικογένειες Φαναριωτών, την οικογένεια των Υψηλάντηδων. Για την ακρίβεια προσελήφθη ως γραμματικός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, παππού των Υψηλάντηδων του ’21, που χρημάτισε ηγεμόνας της Βλαχίας στο διάστημα 1774-1781. «Είχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει – γράφει ο Ι. Φιλήμων12 – ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γραμματέα ίδιον τον Ρήγα Φεραίον, ον εξεπέδευσε νέον εν τη οικία αυτού μεθ’ όλης της πατρικής προνοίας».

Το 1786 συναντάμε το Ρήγα στο Βουκουρέστι να δουλεύει αρχικά ως γραμματικός του τοπικού άρχοντα Γρ. Μπραγκοβάνου και στη συνέχεια ως γραμματικός στο παλάτι του ηγεμόνα της Βλαχίας Ν. Μαυρογέννη. Με δυο λόγια, φεύγοντας από το Βελεστίνο, ο Ρήγας πρόκοψε, απέκτησε χρήματα, περισσότερη μόρφωση και δύναμη, συνδέθηκε με την εξουσία. Είχε συνεπώς όλες τις προϋποθέσεις να κάνει μια πλούσια και ήσυχη ζωή ή εν πάση περιπτώσει να ασχοληθεί μόνο με τη δική του βόλεψη. Παρ’ όλα αυτά, ο δρόμος που ακολούθησε ήταν διαφορετικός.

…έγινε επαναστάτης

Εκείνη την εποχή μια σειρά τοπικοί Τούρκοι φεουδάρχες, όπως ο Αλί Πασάς των Ιωαννίνων, ο Μοχάμετ Αλι της Αιγύπτου, ο Πασβανόγλου του Βιδανίου κ.ά., αντιμάχονται την κεντρική οθωμανική εξουσία, ευνοούν τις επαναστατικές κινήσεις και ορισμένοι από αυτούς επηρεάζονται από τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ταυτόχρονα, η Οθωμανική αυτοκρατορία κλονίζεται από τον δεύτερο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο που ξεσπά το 1787. Στη διάρκεια αυτού του πολέμου, ο Ρήγας γνωρίζεται με τον Πασβανόγλου.

Λαϊκή λιθογραφία της εποχής. Στη μέση ο Ρήγας, δεξιά ο Αδαμάντιος Κοραής και αριστερά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οταν, δε, το Βουκουρέστι καταλήφθηκε από τα αυστρορωσικά στρατεύματα, ο Ρήγας εγκατέλειψε τον Μαυρογέννη, και μπήκε ως γραμματικός στην υπηρεσία του βαρόνου του Λάνγκενφελντ, που ήταν πράκτορας των Αυστριακών στη Βλαχία (χωρίς, φυσικά, ο Ρήγας να το γνωρίζει) και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας του είχε δώσει τον τίτλο του Βαρόνου για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει. Τον Ιούνη του 1790 ο Ρήγας ακολούθησε τον Λάνγκενφελντ στη Βιέννη, όπου θα μείνει μαζί του έως το Γενάρη του 1791. Στο μικρό αυτό διάστημα που μένει στην αυστριακή πρωτεύουσα, καταφέρνει να τυπώσει τα δύο πρώτα του βιβλία, το «Σχολείον των Ντελικάτων Εραστών» και το «Φυσικής Απάνθισμα», ενώ αναγγέλλει την έκδοση της μετάφρασης στα ελληνικά του έργου του Μοντεσκιέ «Το πνεύμα των νόμων». Πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το διάστημα αυτό η Ευρώπη συγκλονίζεται από τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, οι ιδέες της οποίας εξαπλώνονται ραγδαία και κατακτούν το μυαλό και την καρδιά όλων των σκλαβωμένων λαών της Ευρώπης και, φυσικά, το μυαλό και την καρδιά όλων των καταπιεζόμενων τάξεων στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Από τις ιδέες αυτές ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να μείνει ανεπηρέαστος ο Ρήγας. Το έργο του άλλωστε που προαναφέραμε «Φυσικής Απάνθισμα», αλλά και η ενασχόλησή του με το «Πνεύμα των νόμων» του Μοντεσκιέ φανερώνουν την αναμφίβολη προσχώρησή του στο Διαφωτισμό και την πρόθεσή του να βοηθήσει, ώστε να απαλλαγεί ο λαός στον οποίο απευθυνόταν από την αμάθεια και τις κάθε λογής – θρησκευτικές και άλλες – δεισιδαιμονίες, που εμπόδιζαν το ξύπνημα του πνεύματος και της επαναστατικής δράσης. Γράφει ο ίδιος στον πρόλογο της «Φυσικής…»13: «Κάθε νουνεχής φιλόπατρις λυπείται βλέποντας τους δυστυχείς απογόνους των ευκλεεστάτων Αριστοτέλους και Πλάτωνος ή πάντη γεγυμνωμένους από την ιδέαν της φιλοσοφίας ή, αφού εγήρασαν επικεκυφότες εις μόνα τα σπάνια της ελληνικής διαλέκτου βιβλία, να εκαρποφορήθησαν πολλά ολίγον ή παντελώς. Οντας φύσει φιλέλλην, δεν ευχαριστήθην, μόνον απλώς να θρηνήσω την κατάστασιν του Γένους μου, αλλά και συνδρομήν να επιφέρω επάσχισα, όσον το επ’ εμοί, απανθίζοντας από τε της γερμανικής και γαλλικής γλώσσης τα ουσιωδέστερα της φυσικής ιστορίας».

Το εσωτερικό της φυλακής, όπου κρατούσαν τον Ρήγα, στον πύργο του Βελιγραδίου

Από το Γενάρη του 1791 έως και το 1796, ο Ρήγας θα μείνει στο Βουκουρέστι. Στο διάστημα αυτό, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, φαίνεται ότι δούλεψε ως γραμματικός του ηγεμόνα Μ. Σούτσου κι ως διερμηνέας στο Γαλλικό προξενείο14. Εν πάση περιπτώσει, ξαναεπιστρέφει στη Βιέννη τον Αύγουστο του 1796, όντας πια ώριμος επαναστάτης. Ετσι, μέχρι το Δεκέμβρη του 1797, εκδίδει τα επαναστατικά έργα του με τα οποία άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην Ιστορία (Χαρτογραφικό έργο, Θούριος, Επαναστατικό Μανιφέστο κλπ.). «Σωστά ειπώθηκε – γράφει ο Φωτιάδης15 – πως ο «Θούριος» δεν είναι ποίημα, παρά επαναστατική προκήρυξη γραμμένη σε στίχους, για να μπορούν εύκολα να την αποστηθίζουν». Το πόσο σημαντικό ήταν το έργο του Ρήγα για το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων, μας το περιγράφει ο Γεώργιος Τερτσέτης στα «Προλεγόμενά» του στα απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη. «Ο Ρήγας Φεραίος – λέει ο Τερτσέτης16 – εστάθη ο μέγας ευεργέτης της φυλής μας, το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον Θεού, όσο το αίμα του άγιο, έγραψε τροπάρια άλλο σόι… εδημοσίευσε και γεωγραφία του τόπου μας και εβλέπαμε τα Ολύμπια, άλλα παιγνίδια ελληνικά εις το Ξαμίλι. Είχε η γεωγραφία του ζωγραφισμένα και τα πρόσωπα των παλαιών σοφών και ηρώων – «Ως πότε παλληκάρια να ζούμε στα στενά», από τα πολεμικά του τραγούδια το τελειότερο, περιέχει μίαν επιθεώρησιν των δυνάμεων της πατρίδος, όλοι είναι παρόντες εις την επιθεώρησιν, κανένας απών, τα ξεφτέρια των Αγράφων, οι σταυραετοί του Ολύμπου, τα καπλάνια του Μαυροβουνιού, τα λεοντάρια του Σουλιού, Μάνης και Μακεδονίας και τα δελφίνια της θαλάσσης, οι Νησιώτες, και οι Χριστιανοί του Δουνάβεως και Σάβα ποταμού».

Αγαλμα του Ρήγα στο Βελιγράδι

Μ’ όσα λέει, ο Τερτσέτης μας μπάζει στην προσωπικότητα του Ρήγα ως επαναστάτη οραματιστή. Αλλά ποιο ήταν εντέλει το όραμά του;

Το όραμα και η επαναστατική οργάνωση του Ρήγα

Το όραμα του Ρήγα δεν ήταν στενά εθνικό ελληνικό, όσο κι αν ο ίδιος ως Ελληνας και παιδεία είχε ελληνική αλλά και τεράστιο θαυμασμό ένιωθε και σεβασμό έτρεφε προς την απελευθερωτική δύναμη της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Το όραμα του Ρήγα ήταν συνδεδεμένο με την κοινωνική απελευθέρωση όλων των λαών που βρίσκονταν υπό το καθεστώς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όχι μόνο των υπόδουλων αλλά και αυτών των ίδιων των Τούρκων. Στο Θούριο, για παράδειγμα, έγραφε17: «Σ’ Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά/ για την πατρίδα όλοι νάχωμεν μια καρδιά. Στην πίστη του ο καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη,/ στη δόξα του πολέμου να τρέξωμεν μαζί. Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,/ Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,/ Για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί». Το ίδιο πνεύμα κυριαρχεί και στο Σύνταγμά του όπου μεταξύ άλλων, προσδιορίζοντας τη «Νέα Πολιτική διοίκηση των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας», σημειώνει18: «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Ελληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλον είδος γενεάς».

Αυτό ήταν το επαναστατικό όραμα του Ρήγα, για το οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή του. Μπορούσε όμως να το προωθήσει χωρίς την ύπαρξη ανάλογης επαναστατικής οργάνωσης;

Ο Χρ. Περραιβός που υπήρξε σύντροφος του Ρήγα, στα γραπτά του είναι κατηγορηματικός ότι ο Ρήγας είχε συστήσει επαναστατική οργάνωση – εταιρία σύμφωνα με την ορολογία της εποχής. «Οσο διά την πρώτην εταιρείαν του αοιδίμου Ρήγα του Φεραίου – γράφει19 – χρεωστώ να είπω τινά εν περιλήψει, διότι τα ηξεύρω ακριβέστερα από κάθε άλλον, διότι εχρημάτισα μέλος εκείνης και συγκοινωνός των κινδύνων της». Την ύπαρξη εταιρίας ο Περραιβός την επιβεβαιώνει και στη «Σύντομη βιογραφία του Ρήγα»20. Αλλά και η αυστριακή αστυνομία βεβαιώνει ότι υπήρχε επαναστατική εταιρία στην οποία συμμετείχαν ο Ρήγας και οι σύντροφοί του21.

Αντίθετα, ο Κ. Αμαντος ήταν από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την ύπαρξη μυστικής επαναστατικής οργάνωσης του Ρήγα, μη θεωρώντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ούτε τα όσα αναφέρονταν στα αυστριακά αστυνομικά έγγραφα, ούτε φυσικά τη μαρτυρία του Χρ. Περραιβού. «Το σχέδιο του Ρήγα – γράφει22 – δεν προαπαιτεί την ύπαρξιν μυστικής ωργανωμένης εταιρείας. Ο Ρήγας επεδίωκε κατά πρώτον την παρασκευήν ενθουσιωδών αποστόλων της επαναστάσεως διά των βιβλίων του και διά των Θουρίων ασμάτων… Το σχέδιον του Ρήγα το γνωρίζουν οι φίλοι του, είναι ολοφάνερον, δεν έχει τίποτα το μυστηριώδες και μυστικόν, το οποίον θα απησχόλει ιδιαιτέραν μυστικήν εταιρείαν». Υστερα από τέτοιους ισχυρισμούς δικαιολογημένα ο Κορδάτος καταφεύγει στην ειρωνεία γράφοντας23: «Να λοιπόν μια καινούρια θεωρία του πώς πρέπει να γίνονται οι επαναστάσεις. Αμα φτιάσεις μερικά τραγούδια και αποκτήσεις και μερικούς φίλους δε χρειάζεται τίποτ’ άλλο. Τραγουδώντας έρχεται η επανάσταση!».

Είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές μαρτυρίες που έχουν σωθεί και αφορούν το θέμα δε μας δίνουν ολοκληρωμένες πληροφορίες για το πώς ακριβώς ήταν η εταιρία του Ρήγα ως προς την οργάνωση της, τα σχέδιά της, τα μέλη και την εξάπλωσή της. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μας οδηγήσει να αρνηθούμε την ύπαρξη της εταιρεία αυτής. «Ολα όσα μας παραδίδονται – γράφει ο Βρανούσης24, έστω και κάπως αόριστα, συνηγορούν σ’ αυτό και μας βεβαιώνουν ότι ο Ρήγας έλαβε ενεργό μέρος κι έπαιξε κάποιο σημαντικό ρόλο στην «εταιριστική κίνηση» της εποχής του».

Η τελευταία σκηνή

Οπως αναφέραμε στην αρχή, ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη στις 6/19 Δεκέμβρη του 1797. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές είχε αποφασίσει να κατέβει στην Ελλάδα μέσω Τεργέστης αλλά θα περνούσε πρώτα από τη Βενετία. Ο Κορδάτος μας πληροφορεί ότι στη Βενετία υπήρχαν πολλοί μυημένοι στην επαναστατική εταιρία του Ρήγα και μέσω αυτών θα κανονιζόταν το ταξίδι στην Ελλάδα, «ανάλογα με τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρωθεί από την Ηπειρο, τη Μάνη, τη Θεσσαλία, τη Ρούμελη και το Μοριά»25. Με τη διαπίστωση του Κορδάτου περί μυημένων ή εντέλει συμπαθούντων των επαναστατικών διεργασιών συνάδει και η μαρτυρία του Περραιβού που, όπως προαναφέραμε, μας πληροφορεί πως μετά τη σύλληψή τους στην Τεργέστη κατάφεραν και πέταξαν στη θάλασσα γράμματα με τις υπογραφές εμπόρων που στην κατάλληλη στιγμή θα ενίσχυαν τον αγώνα. Ο Περραιβός, προσθέτει ότι ο Ρήγας θα πήγαινε στη Βενετία «προς συνέντευξιν του Ναπολέοντος». Φαίνεται πως στόχος του Ρήγα ήταν να συνδέσει το επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα με τη Γαλλία, προσδοκώντας σε ηθική και υλική βοήθεια.

Εν πάση περίπτωση, πριν φύγει από τη Βιέννη ο Ρήγας, έστειλε στην Τεργέστη, στο φίλο και έμπιστο σύντροφό του Αντώνη Κορωνιό τρία κιβώτια με επαναστατικό υλικό. Επειδή όμως ο Κορωνιός έλειπε στη Δαλματία για εμπορικές δουλιές, τα κιβώτια παρέλαβε ο συνεταίρος του από την Κοζάνη Δημήτριος Οικονόμου, ο οποίος, αφού τα άνοιξε και είδε τι περιείχαν, κατέδωσε τα καθέκαστα στην αυστριακή αστυνομία. Ετσι, μόλις ο Ρήγας έφτασε στην Τεργέστη συνελήφθη αμέσως. Συλλήψεις επαναστατών ή υπόπτων για επαναστατική δράση έγιναν επίσης σε Βιέννη, Πέστη, Σεμλίνο. Συνελήφθησαν οι επτά που συνόδεψαν τον Ρήγα ως το θάνατο αλλά και οι Γεώργιος Πούλιος, Φιλ. Πέτροβιτς, Γ. Θεοχάρης, Κ. Τούλιος και Κ. Δουκάς. Ο Ρήγας και οι επτά παραδόθηκαν, τον Απρίλη του 1798, στις τουρκικές αρχές – γιατί ήσαν Τούρκοι υπήκοοι – και μεταφέρθηκαν στο Βελιγράδι. Υστερα απ’ αυτό το γεγονός το τέλος τους ήταν κάτι περισσότερο από προδιαγραμμένο.

Στις 11/24 Ιούνη του 1798, αργά το βράδυ, οκτώ Ελληνες που κρατούνταν φυλακισμένοι στο κάστρο «Neboisa» του Βελιγραδίου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα κελιά τους διά της μεθόδου του στραγγαλισμού. Ηταν ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος), ετών 40, ο Ευστράτιος Αργέντης, έμπορος από τη Χίο, ετών 31, ο Δημήτριος Νικολίδης, γιατρός από τα Ιωάννινα, ετών 32, ο Αντώνιος Κορωνιός έμπορος και λόγιος από τη Χίο, ετών 27, ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου, ετών 31, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούτζιας, έμπορος από τη Σιάτιστα, ετών 22, ο Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής ιατρικής, από την Καστοριά, ετών 24 και ο αδελφός του Παναγιώτης Εμμανουήλ, υπάλληλος του Αργέντη, ετών 2226. Τα πτώματα των νεκρών ρίχτηκαν στο Σάβα, παραπόταμο του Δούναβη, που τώρα χωρίζει το παλιό από το νέο Βελιγράδι.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17/30 Ιούνη 1798, ο Αυστριακός συνταγματάρχης Schertz, με μια σύντομη αναφορά του από το Σέμλινο, προς το υπουργείο Στρατιωτικών στη Βιέννη, έδωσε όλα τα στοιχεία του στυγερού εγκλήματος: «Ο Καϊμακάμης27 – έγραφε ο Schertz28 – έλαβε την παρελθούσαν εβδομάδα εκ Κωνσταντινουπόλεως φιρμάνιον, καθ’ ο εν μεγίστη μυστικότητι την τρίτην μετά την άφιξιν του φιρμανίου ημέραν διέταξε νύκτωρ τον στραγγαλισμόν πάντων των οκτώ καθειργμένων Ελλήνων, μετά δε την τέλεσιν της πράξεως ενήργησε να διαδοθή, ότι είχον αποδράσει άπαντες εκ της φυλακής, και δη έστειλεν άνδρας προς δήθεν καταδίωξιν αυτών κατά τας λεωφόρους».

Η είδηση του θανάτου του Ρήγα και των συντρόφων του συγκλόνισε λαούς και προσωπικότητες απ’ άκρου εις άκρον της βαλκανικής χερσονήσου, ιδιαίτερα δε όσους προσέβλεπαν στις επαναστατικές ιδέες της εποχής και στους ανθρώπους που τις υπηρετούσαν.

Εκείνο το διάστημα που οι αυστριακές αρχές προχωρούσαν στην απέλαση των οκτώ μελλοθανάτων, ο Αδαμάντιος Κοραής, μαντεύοντας το τραγικό τους τέλος έγραφε29: «Παρίστανται ίσως ταύτην ώραν δέσμιοι έμπροσθεν του τυράννου οι γενναίοι ούτοι της ελευθερίας μάρτυρες. Ισως, ταύτην την ώραν, κατεβαίνει εις τας ιεράς κεφαλάς των η μάχαιρα του δημίου, εκχέεται το γενναίον ελληνικόν αίμα από τας φλέβας των, και ίπταται η μακαρία ψυχήν των, διά να υπάγη να συγκατοικήση με όλων των υπέρ ελευθερίας αποθανόντων τας αοιδίμους ψυχάς. Αλλά του αθώου αίματος η έκχυσις αύτη αντί του να καταπλήξη τους Γραικούς θέλει μάλλον τους παροξύνει εις εκδίκησιν». Αντίθετα, το οικουμενικό Πατριαρχείο, το Δεκέμβρη του 1798, τότε δηλαδή που συλλαμβανόταν ο Ρήγας, με εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, που εκ των υστέρων τον βάπτισαν και εθνομάρτυρα, καλούσε τους δεσποτάδες να κατάσχουν το επαναστατικό μανιφέστο του Ρήγα (την επαναστατική του διακήρυξη, το Πολίτευμά του κλπ.) διότι «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των δολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον»30.

Δυο κείμενα – δύο κόσμοι. Η κοινωνική πρόοδος και η κοινωνική αντίδραση της εποχής σ’ όλο τους το μεγαλείο. Τούτη η αντίθεση μετά την επανάσταση και τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, χωρίς ποτέ να χάνει τη σημασία της, αποκτούσε στις εικόνες της καθημερινής ζωής μια πολύπλοκη, τραγική όψη, συχνά εκφραζόμενη μέσα από συμβολισμούς που μόνο η ζωή μπορεί να δώσει με τόση επιτυχία. «Τα πρώτα χρόνια έπειτα από την απελευθέρωση του τόπου από τον τουρκικό ζυγό – γράφει ο Φωτιάδης31 – στα καφενεία και στα σπίτια, στις πολιτείες και στα χωριά, έβλεπες κρεμασμένη μια χαλκογραφία που παρίστανε την Ελλάδα κουρελιασμένη, γονατισμένη κι αλυσοδεμένη. Δυο άνδρες γύρευαν να τη σηκώσουν σπάζοντας τα δεσμά της. Ο ένας ήταν ο Κοραής κι άλλος ήταν ο Ρήγας». Η Ελλάδα ήταν όντως ακόμη κουρελιασμένη, γονατισμένη, αλυσοδεμένη από τους ξένους «προστάτες» και τους νέους αφέντες, τους αστοκοτζαμπάσηδες, όλο εκείνο δηλαδή το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο που ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και οι συν αυτώ εξέφραζαν με τους κατά καιρούς αφορισμούς που εκτόξευαν ενάντια στους επαναστάτες. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Ο Κοραής κι ο Ρήγας όμως πού βρίσκονταν; Αραγε βρίσκονταν μόνο στις χαλκογραφίες και στις άλλες απεικονίσεις ως άψυχες παραστάσεις ή μέσω αυτών των παραστάσεων οι καλλιτέχνες και ο λαός εκδήλωναν – πολλές φορές ασυνείδητα – τον ανεκπλήρωτο πόθο τους για κοινωνική απελευθέρωση; Η ιστορία των κοινωνικών αγώνων στη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα μάλλον συνηγορεί υπέρ της δεύτερης εκδοχής.

«Οταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του, και το πλέον απαραίτητο από όλα τα χρέη του (…)»
Ρήγας Φεραίος

1 Ανωνύμου του Ελληνος: «Ελληνική Νομαρχία Ητοι Λόγος Περί Ελευθερίας», επιμέλεια Γ. Βαλέτα, εκδόσεις «Αποσπερίτης», σελ. 83-83

2 Δ. Φωτιάδη: «Η Επανάσταση του ’21», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 1ος, σελ. 220

3 Χρ. Περραιβού: «Απομνημονεύματα πολεμικά», εκδόσεις «Κοσμαδάκη», στη σειρά «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», σελ. 17

4 Χρ. Περραιβού, στο ίδιο σελ. 17-18

5 Μ. Σκιαδαρέση: «Ρήγας Φεραίος», εκδόσεις «Μεταίχμιο», σελ. 12

6 Λ.Ι. Βρανούση, στο ίδιο, σελ. 8

7 Χρ. Περραιβού: «Σύντομος βιογραφία του Αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θετταλού», Εκδόσεις «Νότη Καραβία» (πρώτη έκδοση, Αθήνα 1860), σελ. 6-7

8 Χρ. Περραιβού, στο ίδιο σελ. 7-8

9 Δ. Φωτιάδη: «Η Επανάσταση του ’21», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 1ος, σελ. 203

10 Ανωνύμου του Ελληνος: «Ελληνική Νομαρχία Ητοι Λόγος Περί Ελευθερίας», επιμέλεια Γ. Βαλέτα, εκδόσεις «Αποσπερίτης», σελ. 83

11 Γιάννη Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός Αιώνας», τόμος IX, σελ. 324

12 Ι. Φιλήμων: «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις «Εταιρεία ελληνικών Εκδόσεων» (πρώτη έκδοση 1859), τόμος Β’, σελ. 10-11

13 «Φυσικής Απάνθισμα», στη σειρά «Απαντα των Νεοελλήνων Κλασικών»: Ρήγας, τόμος 1ος, εκδόσεις «Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων» επιμέλεια Λ. Βρανούσης, σελ. 191

14 Τ. Βουρνά: «Ρήγας Βελεστινλής», εκδόσεις «Μπούζας», σελ. 37

15 Δ. Φωτιάδη, στο ίδιο, σελ. 207

16 Θ. Κολοκοτρώνη άπαντα (Απομνημονεύματα – δίκη), εκδόσεις «Μέρμηγκας», τόμ 1ος, σελ. 228

17 «Το Σύνταγμα και ο Θούριος του Ρήγα», εκδόσεις «Αρμός», σελ. 281.

18 στο ίδιο, σελ. 199

19 Χρ. Περραιβού: «Απομνημονεύματα πολεμικά», εκδόσεις «Κοσμαδάκη», στη σειρά «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», σελ. 16

20 Χρ. Περραιβού: «Σύντομος βιογραφία του Αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θετταλού», Εκδόσεις «Νότη Καραβία» (πρώτη έκδοση, Αθήνα 1860), σελ. 27

21 Αιμίλιου Λέγρανδ, στο ίδιο, σελ. 73- 75 κ.ά.

22 Κ. Αμαντου: «Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή», έκδοση της Επιστημονικής εταιρείας Μελέτης «Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα», Αθήνα 1997 (πρώτη έκδοση 1930), σελ. ιβ’ – ιγ’

23 Γιάννη Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 348

24 Λ.Ι. Βρανούση, στο ίδιο, σελ. 69

25 Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 353-354

26 Λ.Ι. Βρανούση: «Ρήγας», Βασική Βιβλιοθήκη τόμος 10ος, σελ. 104

27 Καϊμακάμης: Προϊστάμενος διοικητικής υπηρεσίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εδώ γίνεται λόγος για τον Καϊμακάμη του Βελιγραδίου

28 Αιμίλιου Λέγρανδ: «Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των συν αυτώι Μαρτυρησάντων» (Μετάφραση: Σπ. Λάμπρου), Εκδοση της Επιστημονικής εταιρείας Μελέτης «Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα», Αθήνα 1996 (πρώτη έκδοση 1891), σελ. 165-167

29 Αδαμάντιος Κοραής: «Αδελφική Διδασκαλία», στο «Απαντα τα πρωτότυπα έργα», επιμέλεια Γ. Βαλέτας, εκδόσεις «Δωρικός», τόμος Α1, σελ. 40

30 Τ. Βουρνά: «Ρήγας Βελεστινλής», εκδόσεις «Μπούζας», σελ. 75-76 κ.ά.

31 Δ. Φωτιάδη, στο ίδιο, σελ. 199

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μονοπώλια και Φασισμός: Δεσμοί αίματος που δεν παραγράφονται (με βάση αρχειακό υλικό από τις Δίκες της Νυρεμβέργης)

Φασισμός: μια εκδοχή της ίδιας και αυτής βαρβαρότητας του κεφαλαίου

Εισαγωγή

Στις εκλογές του Μάη 1928 το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας άγγιξε το ναδίρ της εκλογικής του επιρροής, συγκεντρώνοντας μόλις το 2,6% των ψήφων και έχοντας χάσει πάνω από το μισό της δύναμής του από το 1924. Δύο χρόνια αργότερα και μεσούσης της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης οι Ναζί είδαν τα ποσοστά τους να εκτοξεύονται στο 18,3%. Το 1930 όμως δεν ήταν απλά η χρονιά της εκλογικής ανάκαμψης του φασισμού στη Γερμανία. Ηταν επίσης η χρονιά όπου το γερμανικό βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο, «γοητευμένο» από τις «λύσεις» που προσέφερε ο φασισμός στα αδιέξοδά του, άρχισε πλέον να στηρίζει ανοιχτά και αποφασιστικά το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Α. Χίτλερ.

Βεβαίως, ο φασισμός δεν υπήρξε αποκλειστικά «γερμανικό» ή «ιταλικό» φαινόμενο. Πολλά από τα κατασταλτικά μέτρα που εφαρμόστηκαν ενάντια στο εργατικό κίνημα (και την πρωτοπορία του, τους κομμουνιστές) στη Γερμανία και την Ιταλία εφαρμόστηκαν και σε μια σειρά άλλες χώρες υπό καθεστώς αστικής δημοκρατίας. Είναι άλλωστε γνωστές οι απόψεις πολλών αστών πολιτικών της εποχής, όπως π.χ. ο Τσόρτσιλ, για τον Μουσολίνι. Οι αστικές δημοκρατίες της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξαν τότε ενεργά (και δεν «ανέχθηκαν» απλώς, όπως συχνά αναφέρεται στην αστική και οπορτουνιστική ιστοριογραφία) την άνοδο του φασισμού. Συνέδραμαν καταλυτικά στην υλικοστρατιωτική ανάκαμψη και θωράκιση της ναζιστικής Γερμανίας, είτε με πιστώσεις, είτε με επενδύσεις, είτε κάνοντας τα «στραβά μάτια» στην κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών περί εξοπλισμών κ.α.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν έργο μιας πλευράς αλλά προϊόν των καπιταλιστικών αντιθέσεων, δηλαδή και των δυο πλευρών. Απλώς, το «ριγμένο» από την έκβαση του Α΄ ιμπεριαλιστικού Παγκοσμίου Πολέμου γερμανικό κεφάλαιο, άρχισε να αποζητούσε εκ νέου διανομή των διεθνών αγορών, γεγονός που οδήγησε σε μεγαλύτερη όξυνση των ενδοϊμπεριστικών αντιθέσεων, άρα σε έναν νέο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η αλληλεξάρτηση και αλληλοϋποστήριξη, οι στενότατοι δεσμοί που ανέπτυξαν μεταξύ τους κεφάλαιο και φασισμός, καταγράφηκαν και στοιχειοθετήθηκαν λεπτομερώς στις Δίκες της Νυρεμβέργης. Η διαβόητη «δίκη των βιομηχάνων» -άγνωστη σήμερα- θεωρήθηκε τότε ίσης σημασίας με τις δίκες των στελεχών των Ναζί, των SS, της Βέρμαχτ, κλπ. Εκτοτε καταδικάστηκε στη λήθη: οι εγκληματικές ευθύνες των μονοπωλίων για την άνοδο του ναζισμού παραγράφηκαν, τα αίτια του φασισμού και του πολέμου «επαναπροσδιορίστηκαν», τα βιβλία ιστορίας ξαναγράφτηκαν και σύντομα οι κατηγορούμενοι έγιναν κατήγοροι…

Χορηγοί του φασισμού

«Μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους της Γερμανίας, μαζί με τον Σαχτ (σ.σ. Προέδρου της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων από το 1930, Διευθυντή της Τράπεζας του Ράιχ και από το 1934 Υπουργού Οικονομικών των Ναζί), συναντήθηκαν στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 1933», δηλαδή, «λίγο πριν τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Στη συνάντηση αυτή ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των συνωμοτών (σ.σ. των Ναζί) να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, να κτυπήσουν κάθε αντιπολίτευση με βία και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο Γουστάβος Κρουπ, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας Alfried Krupp A.G., τέσσερα ηγετικά στελέχη της I. G. Farben, ενός εκ των μεγαλυτέρων κονσέρν (σ.σ. μονοπωλίων) χημικών στο κόσμο, ο Αλβέρτος Βόγκλερ, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι».1

Ενας εξ αυτών, ο George von Schnitzler, διευθυντικό στέλεχος της I. G. Farben, κατέθεσε στις Δίκες της Νυρεμβέργης: «Ενώ περίμενα τον Γκέρινγκ να εμφανιστεί, μπήκε στο δωμάτιο ο Χίτλερ, ο οποίος έσφιξε το χέρι όλων και κάθισε στη κεφαλή του τραπεζιού. Σε ένα μακρύ λόγο μίλησε κυρίως για τον κίνδυνο του κομμουνισμού, επί του οποίου έκανε σα να είχε μόλις κερδίσει μια αποφασιστική μάχη». Τα επιχειρήματα του Χίτλερ έπιασαν τόπο. Η συνάντηση έληξε με τη σύσταση ειδικού ταμείου υποστήριξης των Ναζί στις επερχόμενες εκλογές ύψους 3.000.000 μάρκων (Ντοκουμέντο EC-439, ΠΔΝ). Στις εκλογές αυτές το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα έλαβε το 43,9% των ψήφων.

Τον Απρίλη του 1933 και αφού οι Ναζί βρίσκονταν πλέον στην εξουσία, ο Γ. Κρουπ με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του Συνδέσμου της Γερμανικής Βιομηχανίας του Ράιχ (της μεγαλύτερης ένωσης βιομηχάνων στη Γερμανία) κατέθεσε στον Χίτλερ τα σχέδια του Συνδέσμου για την αναδιοργάνωση της γερμανικής βιομηχανίας. Από τη μεριά του, ο Κρουπ ανέλαβε να ευθυγραμμίσει το Σύνδεσμο με τους σκοπούς των Ναζί, μετατρέποντάς τον σε αποτελεσματικό όργανο για την υλοποίηση της πολιτικής τους. Σε επιστολή του στον Χίτλερ (25 Απριλίου 1933) ο Κρουπ έγραψε πως το σχέδιο αναδιοργάνωσης που κατέθεσε εκ μέρους του Συνδέσμου Βιομηχάνων χαρακτηρίζονταν από την επιθυμία «να συνδυαστούν τα οικονομικά μέτρα με την πολιτική αναγκαιότητα, υιοθετώντας την έννοια του Φίρερ για το νέο Γερμανικό Κράτος». Στο ίδιο το σχέδιο τόνιζε: «Η τροπή των πολιτικών γεγονότων [είναι] στη γραμμή των όσων εγώ ο ίδιος και το Διοικητικό Συμβούλιο ευχόμασταν για πολύ καιρό» (Ντοκουμέντο D-157, ΠΔΝ).

Ο βιομηχανικός κολοσσός της Κρουπ, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία του γερμανικού κεφαλαίου, υπήρξαν βασικοί οικονομικοί αρωγοί – χορηγοί, όχι μόνο της πολεμικής μηχανής της φασιστικής Γερμανίας, αλλά και των διαφόρων πολιτικών (κόμμα, οργανώσεις νεολαίας) ή παραστρατιωτικών οργανώσεων των Ναζί (όπως τα Τάγματα Εφόδου SA, τα SS, κλπ.). Ετσι ξεκίνησε το «Ταμείο του Χίτλερ», με κεφάλαια που προέρχονταν «ακόμα και από τους πιο απομακρυσμένους κύκλους της γερμανικής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένου του κόσμου της αγροτικής οικονομίας και των τραπεζών» (Ντοκουμέντο D-151, ΠΔΝ). Με το άνοιγμα των αρχείων της Κρουπ, προέκυψε ότι μόνο π.χ. το εργοστάσιο της εταιρείας στο Essen είχε «προσφέρει» ως το 1945 το ιλιγγιώδες ποσό των 4.738.446 μάρκων στο εν λόγω Ταμείο (Ντοκουμέντο D-325, ΠΔΝ).

Τα οφέλη όμως ήταν αμοιβαία: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (σ.σ. των βιομηχάνων!)».2 Με άλλα λόγια, ο φασισμός εξασφάλισε την πολυπόθητη για το κεφάλαιο «εργασιακή ειρήνη», διαλύοντας τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργατών και συλλαμβάνοντας, εκτοπίζοντας ή εξοντώνοντας τους κομμουνιστές.

Τα συμφέροντα των γερμανικών μονοπωλίων ταυτίζονταν επίσης με δύο άλλες κύριες επιδιώξεις των Ναζί: την ιμπεριαλιστική αναδιανομή του κόσμου και τη συντριβή της ΕΣΣΔ. Αλλωστε από το 1936 κιόλας ο Χίτλερ είχε δώσει οδηγίες στο υπουργείο Πολέμου του Ράιχ να ετοιμάζεται για την «αναμέτρηση με τη Ρωσία», την οποία θεωρούσε «αναπόφευκτη» (Ντοκουμέντο EC-416, ΠΔΝ). Οσον αφορά το πρώτο, όπως υπογράμμισε ο υπουργός Οικονομίας των Ναζί Σαχτ στον Αμερικανό Πρόξενο Fuller το 1935: «Οι αποικίες είναι απαραίτητες στη Γερμανία. Αν καταστεί δυνατό θα τις αποκτήσουμε μέσα από διαπραγματεύσεις. Αν όχι, θα τις αρπάξουμε (σ.σ. με τη βία)» (Ντοκουμέντα EC-450 και US-629, ΠΔΝ).

Καταλυτικό ρόλο ωστόσο στην οικονομική και στρατιωτική ισχυροποίηση της Γερμανίας έπαιξαν και τα αμερικανικά μονοπώλια: η Ford, η General Motors (μέσω της θυγατρικής της Opel και όχι μόνο), η General Electric, η Standard Oil (η σημερινή Exxon-Mobil), η IBM, η ΙΤΤ (η σημερινή ΑΤ&Τ), η Τράπεζα Chase Manhattan και πολλοί άλλοι, έκαναν τεράστιες επενδύσεις, επωφελούμενοι του «εξαιρετικού» επιχειρηματικού κλίματος που προσέφερε η ναζιστική Γερμανία, αποκομίζοντας ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Τόσο ο Πρόεδρος της IBM T. Watson όσο και ο Πρόεδρος της Ford H. Ford τιμήθηκαν για τις «υπηρεσίες» τους στο Γ’ Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού το 1937 και 1938 αντίστοιχα.

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

Από το 1940 κιόλας οι βιομηχανίες της Κρουπ άρχισαν να προμηθεύονται με «φτηνό» εργατικό δυναμικό από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (πολλών εκ των οποίων την εποπτεία και διαχείριση είχαν οι ίδιες οι εταιρείες) ή τις κατεχόμενες περιοχές: «Εργάτες μεταφέρονταν στο Essen από την Πολωνία και τη Ρωσία σε υπερβολικά συνωστισμένα, παγωμένα και ανθυγιεινά βαγόνια για ζώα και αφού αποβιβάζονταν, τους κτυπούσαν, τους κλωτσούσαν και τους φέρονταν απάνθρωπα». Ο «χρόνος ήταν χρήμα» για την επιχείρηση: «Οι επιστάτες της Κρουπ έδιναν ιδιαίτερη αξία στην ταχύτητα με την οποία οι σκλάβοι εργάτες μεταφέρονταν προς και από τα τρένα…τους κτυπούσαν και τους κλωτσούσαν και γενικά τους κακομεταχειρίζονταν με βάναυσο τρόπο…Εβλεπα με τα μάτια μου ανθρώπους άρρωστους που μετά βίας μπορούσαν να περπατήσουν να τους παίρνουν για δουλειά» (Ντοκουμέντα D-321 και D-367, ΠΔΝ).

Η I. G. Farben υπήρξε τόσο αποτελεσματική στην «αξιοποίηση» εργατών από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ώστε αποτέλεσε πρότυπο για πολλές άλλες εταιρείες. Στελέχη της παρείχαν συμβουλευτική υποστήριξη ή μεγάλης κλίμακας εκπαίδευση στη χρήση καταναγκαστικής εργασίας σε γνωστές βιομηχανίες όπως η Volkswagen, η Messerschmitt, η Heinkel, κ.ά. Το τεραστίων διαστάσεων βιομηχανικό συγκρότημα «Buna» της I. G. Farben κατασκευάστηκε από κρατούμενους του Αουσβιτς (γύρω από το οποίο «ξεφύτρωσαν» δεκάδες επιχειρήσεις). Περισσότεροι από 25.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι πέθαναν στη διάρκεια της κατασκευής του, ενώ την περίοδο της λειτουργίας του απασχολούσε σχεδόν 85.000 κρατουμένους.3 Μόνο από το Μαουτχάουζεν άντλησαν εργάτες 45 ιδιωτικές εταιρείες.

Εργαζόμενοι 12 ή και παραπάνω ώρες, υπό άθλιες συνθήκες, με ελάχιστο φαγητό και τα βασανιστήρια σε ημερήσια διάταξη δεν προκαλεί ίσως έκπληξη ο μεγάλος αριθμός των νεκρών που καταγράφονταν καθημερινά. Ενας επιστάτης της Κρουπ κατέθεσε κυνικά στη Δίκη: «Παραδέχομαι ότι χτυπούσα τους Ρώσους…Τους γρονθοκοπούσα στα αυτιά και τους χτυπούσα με ένα λαστιχένιο σωλήνα … ή με ένα ξύλινο ραβδί…Οσο πιο ενεργητικός ήμουν εναντίον αυτών των ανθρώπων, τόσο περισσότερο άρεσε στον Διευθυντή Εργου…Επρεπε να χτυπώ τους Ρώσους για να αυξήσω την παραγωγή τους. Ανά καιρούς είχα μέχρι και 2.000 ξένους στην επίβλεψή μου. Οι Ρώσοι δεν ήταν δυνατό να δουλέψουν παραπάνω απ’ ό,τι δούλευαν, γιατί το φαγητό ήταν κακής ποιότητας και πολύ λίγο. Η Διεύθυνση των Εργων όμως απαιτούσε ακόμα μεγαλύτερη απόδοση από αυτούς». (Ντοκουμέντο D-305, ΠΔΝ). Σε υπόμνημά του με ημερομηνία 20 Μαρτίου 1942, ένας από τους Διευθυντές της επιχείρησης είχε γράψει σχετικά με την κακομεταχείριση των Σοβιετικών αιχμαλώτων: Οταν «κάποιος έχει να κάνει με Μπολσεβίκους» πρέπει «να τους ταΐζει με ξύλο αντί για φαγητό» (Ντοκουμέντο D-318, ΠΔΝ).

Η εξοντωτική εκμετάλλευση των εργατών είχε τα επιθυμητά για το κεφάλαιο αποτελέσματα. Τα καθαρά κέρδη του ομίλου εκτοξεύτηκαν από ένα παθητικό την ίδια χρονιά που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία, σε 57.216.392 μάρκα μόλις δύο χρόνια μετά και 111.555.216 μάρκα το 1941. Η αξία του διπλασιάστηκε την περίοδο 1933 – 1942, ενώ μόνο το 1942 – 1943 αυξήθηκε κατά 80%!

Η επόμενη μέρα: Από κατηγορούμενοι κατήγοροι

Το 1943 υπήρξε χρονιά – σταθμός στη ροή του πολέμου. Η νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ σήμανε την αρχή του τέλους για τους Ναζί. Ο ιμπεριαλισμός, ωστόσο, προετοιμάζονταν ήδη για την επόμενη μέρα. Στα αρχεία του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών βρίσκουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση της Πρεσβείας της χώρας μας στην Ελβετία (Βέρνη, 4/12/1943), όπου περιγράφεται η συνάντηση του Σαχτ με τους Βρετανούς και Αμερικανούς ομολόγους του στο ΔΣ της Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων (η οποία φαίνεται πως συνέρχονταν κανονικά, παρά το γεγονός ότι οι χώρες που μετείχαν σε αυτή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση):

«α) Ο Δρ. Σαχτ επέμεινεν επί της σοβαρότητος του κινδύνου ον θα διέτρεχεν ολόκληρος η Ευρώπη εις περίπτωσιν άνευ όρων υποταγής της Γερμανίας εις την Σοβιετικήν Ρωσίαν.

β) Εις σχετικήν ερώτησιν των Αγγλοσαξώνων συναδέλφων του, ο Δρ. Σαχτ απήντησεν ότι ωμιλεί εξ ονόματος των μεγαλοβιομηχάνων και ανώτερων στρατιωτικών κύκλων της Γερμανίας.

γ) Οι Σύμμαχοι, κατά τον Δρ. Σαχτ, έχουν συμφέρον να δεχθούν συζήτησιν περί ανακωχής μετά των εκπροσώπων του σημερινού γερμανικού πολιτικού καθεστώτος, διότι μεταπολίτευσις επερχόμενη προ της ανακωχής θα συνεκλόνιζεν εις επικίνδυνον βαθμόν την εσωτερικήν τάξιν της Γερμανίας.

Η παραίτησις ή απομάκρυνσις του χιτλερικού συγκροτήματος θα ελάμβανε χώραν, κατά την πρότασιν ταύτην του Δρ. Σαχτ, αμέσως μετά τη συνομολόγησιν της ανακωχής».4

Δε γνωρίζουμε ποια τύχη είχαν οι προτάσεις του Σαχτ, αν, σε ποιο βαθμό, ή με ποιο τρόπο τελικά υλοποιήθηκαν. Αυτό που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε είναι ότι όταν ήρθε η ώρα να αποδοθούν ευθύνες στο κεφάλαιο για την αποφασιστική συνδρομή του στην άνοδο του φασισμού στην εξουσία, για την καταλυτική υλική – οικονομική υποστήριξή του στον πόλεμο και για τα εγκλήματα που διέπραξε κατά της ανθρωπότητας (χρήση αιχμαλώτων πολέμου, εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, κλπ.) ο πέλεκυς έπεσε πολύ ελαφρά.

Από τα 24 διευθυντικά στελέχη της I. G. Farben στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες (για εγκλήματα πολέμου, κατά της ανθρωπότητας και κατά της ειρήνης, για λεηλασία, συμμετοχή στα SS, κλπ.) οι 11 αθωώθηκαν. Στους υπόλοιπους αποδόθηκαν ποινές κάθειρξης 1-7 χρόνια. Να σημειώσουμε ότι, μεταξύ άλλων, η I. G. Farben υπήρξε η κατασκευάστρια εταιρεία του Zyklon B, του αερίου δηλαδή που χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση χιλιάδων ανθρώπων. Ο Κρουπ και εννέα άλλα μέλη του ΔΣ του ομίλου του επίσης καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου σε φυλάκιση μέχρι και 12 χρόνια. Ο Σαχτ αθωώθηκε παρά τις ενστάσεις της σοβιετικής πλευράς. Κανένα από τα στελέχη των εταιρειών δυτικών συμφερόντων δεν αντιμετώπισε κατηγορίες και δεν τιμωρήθηκε.

Πόσοι γνωρίζουν σήμερα πως η μηχανογραφική οργάνωση των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης – εξόντωσης (78 στο σύνολο), που υπήρξε καταλυτική στην «αποτελεσματική» λειτουργία τους, έγινε με τεχνολογία της IBM; Πως η Standard Oil προμήθευε με καύσιμα τόσο τους Συμμάχους όσο και τον Αξονα στη διάρκεια του πολέμου; Πως η ITT συνέδραμε σημαντικά στη βελτίωση του γερμανικού συστήματος πληροφοριών ή πως σχεδίασε τις βόμβες Focke – Wulfs που χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στα συμμαχικά στρατεύματα; Πως η General Motors κατασκεύασε χιλιάδες θωρακισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά και τανκς για τον γερμανικό στρατό; Πως το 1941 η Fordwerke (εργοστάσιο της Ford στο Βερολίνο) υπήρξε υπεύθυνη για την προμήθεια του 1/3 σχεδόν του συνόλου των φορτηγών της Βέρμαχτ; Οι μισοί «εργαζόμενοι» της εταιρείας ήταν «σκλάβοι εργασίας», προερχόμενοι από στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις κατεχόμενες περιοχές. Το ίδιο και στη μονάδα της Ford στην Κολωνία, όπου τουλάχιστον 1.200 εργάτες ήταν Ρώσοι, πολλές φορές ανήλικοι, οι οποίοι πάρθηκαν από τα σπίτια τους με τη βία, για να δουλέψουν ως φτηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό στα εργοστάσια γερμανικών ή αμερικανικών μονοπωλιακών συμφερόντων.5

Και όμως, η μονάδα της Ford στη Κολωνία, όχι μόνο συνέχισε να λειτουργεί μετά τον πόλεμο, αλλά έλαβε και 1 εκ. δολ. σε αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη στη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης από τους Συμμάχους! Η General Motors έλαβε επίσης 33 εκ. δολ. σε φοροαπαλλαγές από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τις ζημιές που υπέστησαν τα εργοστάσιά της σε Γερμανία και Αυστρία στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο!6

Οι προανακριτικές έρευνες και οι εργασίες του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης σταμάτησαν απότομα στα μέσα του 1948, όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε να διακόψει τη χρηματοδότηση του προσωπικού του. Ολες οι εκκρεμείς υποθέσεις εγκαταλείφθηκαν και οι φάκελοι έκλεισαν.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1950 – 1951 ο John McCloy, Υπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στην Αμερικανική Ζώνη κατοχής της Γερμανίας, άρχισε να αμνηστεύει έναν – έναν όλους τους βιομηχάνους – τραπεζίτες που είχαν καταδικαστεί ως εγκληματίες πολέμου, όπως ο Κρουπ, τα στελέχη της I. G. Farben ή ο Φρίντριχ Φλικ (ένας από τους βασικότερους οικονομικούς υποστηρικτές του Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, που επίσης αποκόμισε τεράστια κέρδη, χρησιμοποιώντας σκλάβους εργάτες που μίσθωνε από τα SS – υπολογίζεται ότι από τους 48.000 εργάτες που εργάστηκαν στις επιχειρήσεις του Φλικ, σχεδόν το 80% δεν επιβίωσε). Οι περιουσίες που είχαν κατασχεθεί επεστράφησαν, ενώ πολλοί αποκαταστάθηκαν στα διευθυντικά πόστα που είχαν και πριν.

Ο John McCloy δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Ως νομικός είχε στο παρελθόν εργαστεί εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των Ροκφέλερ και της Τράπεζας Chase Manhattan (εκ των πλέον ένθερμων υποστηρικτών των Ναζί). Διετέλεσε υφυπουργός πολέμου (1941 – 1945), ενώ το 1947 διορίστηκε Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ως Υπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στη Γερμανία ανέλαβε την αναδιοργάνωση των μυστικών υπηρεσιών του Δυτικού τμήματος της χώρας, θέτοντας επικεφαλής της τον Ρέινχαρντ Γκέλεν, τον Ναζί εγκληματία πολέμου, που ήταν υπεύθυνος της αντισοβιετικής κατασκοπίας και καταζητούνταν από την ΕΣΣΔ για τα τερατώδη εγκλήματα που διαπράχθηκαν υπό την ηγεσία του στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ίδια περίοδο, ο Αδόλφος Χοΐσινγκερ, πρώην Αρχηγός του Επιτελείου Στρατού της Βέρμαχτ, διορίστηκε Αρχηγός του Επιτελείου Στρατού της ΟΔ της Γερμανίας, ενώ στη συνέχεια τοποθετήθηκε Πρόεδρος της Μόνιμης Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ! Μετά τη Γερμανία ο John McCloy διετέλεσε Πρόεδρος της Τράπεζας Chase Manhattan (1953 – 1960), καθώς και του Ιδρύματος Φορντ (1958 – 1965).

Η μεταπολεμική ανάκαμψη των γερμανικών μονοπωλίων υπήρξε εντυπωσιακή. Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του Κρουπ, η εταιρεία του φιγουράριζε στη 12η θέση διεθνώς (σήμερα η Thyssen Krupp είναι μια πολυεθνική με πάνω από 670 θυγατρικές παγκοσμίως). Ο Φλικ έγινε επίσης ξανά ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Γερμανία. Η I. G. Farben, αν και χωρίστηκε σε 12 διαφορετικές εταιρείες μετά τον πόλεμο, σύντομα άγγιξε την κερδοφορία που είχε προπολεμικά. Ορισμένες εξ αυτών, όπως η Bayer (η γνωστή φαρμακοβιομηχανία), η Basf, η Agfa ή η Hoerst (η σημερινή Aventis) παραμένουν μέχρι τις μέρες μας σημαντικοί μονοπωλιακοί κολοσσοί της ΕΕ. Οπως έγραψε το περιοδικό TIME στις 7 Ιουλίου 1952 «η συμμαχική απόφαση να δοθεί η Farben πίσω στους αρχικούς της ιδιοκτήτες αποτελεί σταθμό στο δρόμο της γερμανικής ανάκαμψης». Να λοιπόν πώς οικοδομήθηκε το «δυτικογερμανικό θαύμα», που αξιοποιήθηκε ως αιχμή του δόρατος ενάντια στις χώρες της σοσιαλιστικής Ευρώπης.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα μονοπώλια βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της ΕΣΣΔ. Παράλληλα, επένδυσαν μεγάλα ποσά ώστε να καλύψουν το παρελθόν τους, επιχειρώντας να ξαναγράψουν την Ιστορία και επαναπροσδιορίσουν τη λαϊκή μνήμη. Είναι όμως μια ιστορία που έχει γραφτεί με αίμα. Και όπως είναι γνωστό το αίμα δε ξεπλένεται εύκολα…

Σημειώσεις:

1. Πρακτικά Δικών της Νυρεμβέργης (από δω και πέρα ΠΔΝ), Τόμος 1, Κεφάλαιο VIII

2. Από ομιλία του Γ. Κρουπ, 26 Ιανουαρίου 1934, Ντοκουμέντο D-392, ΠΔΝ

3. Simpson S (1995) «The splendid blond beast» (Common Courage Press) σελ.84

4. Φάκελος 36.2 του 1944, Κυβέρνηση του Καΐρου (Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ΥΠΕΞ)

5. Βλέπε ενδεικτικά BBC News, 23/2/1998, Silverstein K (2000) «Ford and the Fuhrer», στο «The Nation», τεύχος 3, σελ.14, Higham Ch (1983) «Trading with the Enemy» (Delacorte Press) σελ.1-33, ACSA Press Release, 13/7/2003, κ.α.

6. Βλέπε Logsdon J R (1999) «Power, ignorance and anti-Semitism», στο «Hanover Historical Review» και Higham Ch (1983), όπως πριν.

Του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ*
*Ο Αναστάσης Γκίκας είναι δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ