Ο Ισπανικός Εμφύλιος και τα Λαϊκά Μέτωπα

Η κυβέρνηση του ισπανικού Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) σχηματίστηκε το Φλεβάρη του 1936, όταν το ΛΜ κέρδισε τις γενικές εκλογές. Ενδιαφέρον έχει και το εξής: Ενώ οι εκλογές έγιναν σε συνθήκες πλήρους και σχεδόν στεγανής πόλωσης και πολύ μεγάλης έντασης, ήταν οι πιο ειρηνικές του κόσμου. Το γιατί και το πώς παραμένουν μέχρι σήμερα ερωτηματικό. Μήπως, άραγε, γιατί το σχέδιο πρόβλεπε την επιτυχία του ΛΜ, σαν πρώτη φάση της εφαρμογής του;20

Αλλά πιο σημαντικό είναι αυτό που συνέβη στη συνέχεια.

Ενα από τα πολιτικά φαινόμενα της εποχής που συζητήθηκαν από τότε κιόλας ήταν η στάση του ΛΜ απέναντι στους αντιπάλους του. Και αυτό κυρίως γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που έκαναν εκείνοι. Σήμερα διαθέτουμε υπεράφθονα στοιχεία που δείχνουν ότι, μετά τη νίκη του ΛΜ, οι δυνάμεις της Δεξιάς:

1) Προσανατολίζονται ανοιχτά και ολοκληρωτικά προς την κατεύθυνση της ένοπλης εξέγερσης, ενώ παραμερίζουν κάθε στοιχείο τους που δε συμφωνεί.

2) Παίρνουν όχι απλώς μεγάλη, αλλά κυριολεκτικά γιγαντιαία, βοήθεια από τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και όχι μόνο τον αξονικό αλλά ολόκληρο. Πληροφορίες από τότε κιόλας ανέφεραν ότι ένας μόνο Βρετανός δισεκατομμυριούχος έδωσε στην προετοιμασία της ανταρσίας πάνω από 15.000.000 λίρες, ποσό υπεραστρονομικό για την εποχή και που αντιστοιχεί σχεδόν σε μια λίρα κατά κεφαλήν του τότε ισπανικού πληθυσμού.

Ανδρες των διεθνών ταξιαρχών κατά τη διάρκεια των μαχών το 1939 στη Μαδρίτη

Η προετοιμασία είναι ολοφάνερη. Και είναι ολοφάνερη όχι μόνο γιατί είναι τέτοιας έκτασης που είναι αδύνατο να κρυφτεί, αλλά και γιατί η ίδια η Δεξιά θέλει να γίνει φανερή.

Δεν εισακούγονται οι κομμουνιστές

Στην Ισπανία, γίνεται, σε πολύ εκρηκτικότερες συνθήκες, ό,τι έγινε και στη Γαλλία: Οι μόνοι που δεν εισακούγονται είναι οι κομμουνιστές. Αυτοί δεν παύουν να καταγγέλλουν τις προετοιμασίες της αντεπανάστασης. Ακόμα και όταν οι προετοιμασίες είναι τόσο φανερές, ώστε οι κομμουνιστές δεν έχουν παρά να αναφέρουν απλώς τι γίνεται γύρω τους (π.χ., αποστολή στη Μαδρίτη, τον Ιούλη του 1936, του Χεσούς Μονσόν από τη Ναβάρα και συνάντηση με τον πρωθυπουργό Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα), οι παραστάσεις τους αποκρούονται και με τρόπο μάλλον σκαιό από την κυβέρνηση. Η τελευταία αρνείται κάθε μέτρο πρόληψης. Ακόμα και οι πιο εκτεθειμένοι αντιδραστικοί δεν ενοχλούνται ή ακόμα και μετατίθενται και σε θέσεις που διευκολύνουν τη δουλιά τους (κλασικό παράδειγμα, η μετάθεση του στρατηγού Εμίλιο Μόλα στη Ναβάρα). Καθώς η κυβέρνηση παίρνει απανωτές αναφορές και από στρατιωτικές και αστυνομικές πηγές για τις προετοιμασίες, δίνει αυστηρές εντολές στους στρατιωτικούς και αστυνομικούς διοικητές: «Οποιος δώσει όπλα στους εργάτες, θα παραπεμφθεί στο στρατοδικείο!».21

RIZOS

Η κυβέρνηση αρνείται να πάρει μέτρα και στον πολιτικό τομέα. Η Ντολόρες Ιμπαρούρι λέει ανοιχτά και σαν αυτόπτης, μάλιστα, μάρτυς ότι πολλοί ηγέτες του ΛΜ κινήθηκαν, αν και χωρίς επιτυχία, για να εμποδίσουν ακόμα και την απελευθέρωση των «30.000», δηλαδή των κρατουμένων από την εξέγερση των Αστουριών του Οκτώβρη του 1934, που αποτελούσαν και το βασικό προεκλογικό σύνθημα του ΛΜ. Το πρόβλημα της γης επίσης δεν αντιμετωπίζεται. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα τμήμα του στρατού που ακολούθησε τους στασιαστές, το έκανε γι’ αυτό το λόγο.22

Στο τέλος, έγινε, φυσικά, εκείνο που πρόβλεπαν οι κομμουνιστές και ακριβώς όπως το πρόβλεπαν: η φασιστική αντεπαναστατική εξέγερση. Και μόνα τα εμπράγματα περιστατικά δείχνουν ολοκάθαρα ότι η τελευταία έγινε με βάση σχέδια από καιρό καταστρωμένα.23

Και μετά ακόμα το ξέσπασμα της εξέγερσης και ενώ οι κομμουνιστές έχουν πια πλέον ή επαρκώς επαληθευτεί, αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν και πρώτα: Και πάλι δεν εισακούονται. Και αυτή τη φορά δεν εισακούονται -σε ένα πολύ κρίσιμο θέμα – στη δημιουργία τακτικού στρατού.

Οσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο ή και τελείως απίστευτο, τόσο οι σοσιαλιστές όσο και οι αναρχικοί αντιδρούν στη δημιουργία τακτικού στρατού. Οι αναρχικοί κατηγορούν τους κομμουνιστές σαν …αντεπαναστάτες επειδή το προτείνουν. Η ανίερη συμμαχία σοσιαλιστών -αναρχικών έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της Μαλάγα (8 Φλεβάρη του 1937), όπου οι φρανκικές δυνάμεις επιτίθενται ακριβώς με τον τρόπο που είχαν προβλέψει και λεπτομερώς «προπεριγράψει» οι κομμουνιστές. Στο Βορρά, κυρίως, δηλαδή στη χώρα των Βάσκων, οι ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες γίνονται ακόμα δυσκολότερες, καθώς οι προσπάθειες των κομμουνιστών για τη δημιουργία τακτικών δυνάμεων συναντούν εκτεταμένο σαμποτάζ. Αποτέλεσμα: Η πτώση του Βορρά στην περίοδο Ιούνη – Οκτώβρη του 1937.24

Εκτέλεση δημοκρατικού από απόσπασμα εθνικιστών

Εδώ, αξίζει να αναφερθούν δύο αξιόλογες λεπτομέρειες.

– Από τη μια μεριά, οι εξαγριωμένοι από την υπόθεση της Μαλάγα (και από την προηγουμένη υπόθεση του Αλκασάρ, για την οποία θα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί σε έκτακτο στρατοδικείο όλοι οι αναρχικοί της Ισπανίας, συλλήβδην και αθρόως) 25 κομμουνιστές δεν έχουν κανέναν τρόπο να επιβληθούν στους συμμάχους τους. Η ίδια η ηγεσία του ΚΚΙ ζητά από τους κομμουνιστές υπουργούς να μην επιμείνουν στην απειλή της παραίτησής τους.

– Από την άλλη μεριά, στο ΚΚ της χώρας των Βάσκων ξεσπούν διαφωνίες. Η ηγεσία του ΚΚΙ κατηγορεί μερικά τοπικά στελέχη του κόμματος ότι έκαναν παραχωρήσεις, που δεν έπρεπε να κάνουν, στην τοπική κυβέρνηση.

Η επανάληψη του «γαλλικού παραδείγματος»

Στο σημείο αυτό, αξίζει ν’ αναφέρουμε και μια λεπτομέρεια. Στις 21 Αυγούστου του 1937, με διαταγή του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, καθαιρείται από τη θέση του Επιτρόπου του 14ου Σώματος Στρατού ο Χεσούς Λαρανιάγκα.25α Η διαταγή έρχεται ενώ το Μπιλμπάο έχει ήδη πέσει και όλοι περιμένουν τη συνέχιση της φασιστικής επίθεσης σε συνθήκες γιγαντιαίας υπεροχής των δυνάμεών της. Από την άλλη μεριά, ο Λαρανιάγκα είναι μια γνωστότατη φυσιογνωμία της Βισκάγια, που είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην άνιση άμυνα του Μπιλμπάο και, άλλωστε, είχε μόλις πριν από λίγες μέρες διοριστεί στη θέση από την οποία καθαιρέθηκε. Γιατί θα ήθελε κανείς να μετατρέψει σε απλό στρατιώτη έναν ήρωα του πολέμου, ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται και σε πολύ ανησυχητικές συνθήκες; Αλλωστε, ήταν πασίγνωστο ότι ο διορισμός του Λαρανιάγκα είχε προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στους κόλπους της βασκικής κυβέρνησης. Το ερώτημα παραμένει: Γιατί; Μήπως γιατί ο Λαρανιάγκα, όπως όλα, ανεξαιρέτως, τα στοιχεία της εποχής δείχνουν, ήταν ένας από τους κομμουνιστές που πρωτοστατούσαν (χωρίς καμιά, ουσιαστικά, επιτυχία) στην εκστρατεία καταστροφής των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αν αυτές τελικά δεν μπορούσαν να προστατευτούν; Σημειώνουμε ότι η στάση του αυτή είχε, σύμφωνα με επίμονες φήμες, δημιουργήσει προστριβές με τη βασκική κυβέρνηση, αλλά και με μερικούς ηγέτες του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος, που έγιναν γι’ αυτό στόχοι της εθνικής κομματικής ηγεσίας.

Αυτό μας δείχνει την επανάληψη, σε συνθήκες, βέβαια, ασύγκριτα εκρηκτικότερες και, γι’ αυτό, ασύγκριτα διδακτικότερες, του «γαλλικού παραδείγματος»: Από τη μια μεριά, οι κομμουνιστές δεν έχουν κανένα μέσο πίεσης και, από την άλλη, αυτό οξύνει ή και εξαρχής δημιουργεί αντιθέσεις μέσα στο Κόμμα.

Ακριβώς, άλλωστε, λόγω της εκρηκτικής κατάστασης, στην Ισπανία βλέπουμε πιο καθαρά και γιατί οι κομμουνιστές βρίσκονται σ’ αυτή τη δύσκολη θέση: Πώς να μη βρίσκονται, όταν βλέπουμε τον πρεσβευτή της Ισπανίας στο Λονδίνο Πάμπλο ντε Αγάρατε, προσπαθώντας να εξασφαλίσει κάποια βρετανική υποστήριξη, να προσφέρεται στον Αντονι Ιντεν να εγγυηθεί ότι, στην Ισπανία, «δεν υπάρχει κανένας κομμουνιστικός κίνδυνος»;26

Και όλα αυτά, όταν η φρανκική εξέγερση είναι, πριν απ’ όλα, μια «εκστρατεία ενάντια στον κομμουνισμό»…

Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος έδειξε ιδιαίτερα έντονα ορισμένα χαρακτηριστικά της πολιτικής συγκυρίας της εποχής εκείνης.

Από την πλευρά της, η Κομμουνιστική Διεθνής έκανε συνεχώς εκκλήσεις ενότητας για από κοινού δράση για τη σωτηρία της Ισπανίας. Τέτοιες εκκλήσεις, π.χ., μπορούν να χαρακτηριστούν οι επιστολές του Γενικού Γραμματέα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) Γ. Ντιμιτρόφ στον Πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς ντε Μπρουκέρ στις 3.6.37, η επιστολή του της 26ης Ιούνη (πτώση του Μπιλμπάο), η επιστολή του της 17ης Ιούλη του 1937, με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη φασιστική εξέγερση κ.λπ. Οι μόνιμες απαντήσεις που έπαιρνε η ΚΔ και ο ΓΓ της ήταν ότι ο Πρόεδρος της ΣΔ «δεν έχει πλήρεις εξουσίες» για να πάρει πρωτοβουλία.

Το ίδιο επανέλαβαν οι εκπρόσωποι της ΣΔ ντε Μπρουκέρ (Πρόεδρος) και Φ. Αντλερ (Γενικός Γραμματέας) στη συνάντηση που είχαν με τους εκπροσώπους της ΚΔ Μ. Τορές, Μ. Κασέν, Φ. Ντάλεμ, Πέδρο Τσέκα και Λ. Λόνγκο, που έγινε στη γαλλική κωμόπολη Ανμάς, στις 21.6.1937.

Οι μόνοι που δεν έλεγαν …ΟΧΙ

Εδώ, όμως, φάνηκε και κάτι άλλο, πιο σοβαρό. Οτι οι κομμουνιστές ήταν, πιθανότατα, οι μόνοι που δεν έλεγαν ΟΧΙ. Οι υπόλοιποι δε δίσταζαν καθόλου να το πουν. Ετσι, μόλις έγιναν γνωστές οι προετοιμασίες για τη συνάντηση της Ανμάς, διάφοροι εκπρόσωποι της ΣΔ βγήκαν και τις κατήγγειλαν. Κατ’ αρχήν, αυτό είχε γίνει από καιρό πριν, από ένα σημαντικό μέλος της ΣΔ που θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο: Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα. Ηδη από το Μάρτη του 1937, ο γνωστός ηγέτης του Ερνεστ Μπέβιν, μιλώντας στο συνέδριο της ΣΔ που γίνεται στο Λονδίνο, δηλώνει απερίφραστα:

«Το βρετανικό εργατικό κίνημα δε θέλει να αφήσει να επιδράσουν με οποιονδήποτε τρόπο τα γεγονότα της Ισπανίας στις αποφάσεις και την τακτική του».

Μόλις γίνονται γνωστές οι επαφές των δύο Διεθνών το καλοκαίρι του 1937, το Εργατικό Κόμμα παρεμβαίνει και αφαιρεί τις εξουσιοδοτήσεις του από την ηγεσία της ΣΔ. Δεν ήταν, όμως, το μόνο πρόβλημα. Στην Ολλανδία και την Τσεχοσλοβακία, τα σοσιαλιστικά κόμματα απειλούν αποχώρηση από τη ΣΔ, αν οι επαφές συνεχιστούν. Τα πράγματα παίρνουν ιδιαίτερα σοβαρή τροπή στο Βέλγιο, έδρα της ΣΔ, όπου μια ομάδα σοσιαλιστών ηγετών φέρεται να δηλώνει ότι «προτιμά τη ναζιστική Γερμανία από την ΕΣΣΔ».

Οι κυβερνήσεις των χωρών όπου κυριαρχούν ή συμμετέχουν οι σοσιαλιστές ακολουθούν πάντα τη γραμμή της «μη επέμβασης».

Στις συνθήκες αυτές, γίνεται ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτο το γεγονός ότι οι επαφές συνεχίζονται και, ως ένα βαθμό, διευρύνονται. Ετσι, διάφοροι ηγέτες της ΣΔ επισκέπτονται την Ισπανία, όπου εκφωνούν συγκινητικούς λόγους. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για ιδιαίτερα επιφανείς προσωπικότητες της ΣΔ, όπως ο ταμίας της ΣΔ, Φ. Αντλερ, ο Σκέβενελς, ο μελλοντικός πρωθυπουργός της Βρετανίας Κλέμεντ Ατλι κ.ά. Ο Σκέβενελς, μιλώντας στη γαλλοβελγική ταξιαρχία, δήλωσε: «Σύντροφοι, σας ορκίζομαι ότι θα πάρετε όπλα!»

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι υποσχέσεις ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ενα άλλο πιο ενδιαφέρον στοιχείο της εξέλιξης είναι η έκταση των επαφών στον τομέα της νεολαίας. Στην ίδια την Ισπανία, οι οργανώσεις των δύο κομμάτων, δηλαδή του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού, έχουν ήδη συγχωνευτεί. Παράλληλα, στην Ισπανία γίνονται μια σειρά κοινές εκδηλώσεις, όπως εκείνες του Ιούλη του 1937, όπου, για πρώτη φορά, γίνεται επίσημη συνάντηση ηγετικών αντιπροσωπειών των δύο Διεθνών της νεολαίας.26α

Ωστόσο, και αυτές οι ενέργειες έμειναν χωρίς αποτέλεσμα στον πρακτικό τομέα και η Ισπανία αφέθηκε να στραγγαλιστεί.

Αναμφίβολα, τα κίνητρα που οδηγούσαν τους διαφόρους προσωπικούς παράγοντες μπορούσαν να είναι (και, δεν υπάρχει αντίρρηση ότι ήταν) διάφορα. Επίσης, όμως, αναμφίβολα, ιδιαίτερα εν όψει των πρακτικών αποτελεσμάτων, είναι το ότι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των φορέων τους, εξυπηρέτησαν μια διπλή πολιτική: από τη μια μεριά, παροχή κάθε άνεσης προς τις αντεπαναστατικές δυνάμεις, ώστε να ολοκληρώσουν το έργο τους και, από την άλλη, ενίσχυση των δυνατοτήτων διείσδυσης στις κομμουνιστικές γραμμές.

—————————————–

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

20. Εδώ αξίζει μια σύγκριση και με την ελληνική ιστορία. Αλλού, επισημαίνουμε ότι η ημερομηνία της φασιστικής εξέγερσης στην Ισπανία (17.7.1936) βρίσκεται ύποπτα κοντά στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα (4.8.1936).

Δεν είναι η μόνη ύποπτη σύμπτωση.

Πολύ κοντά με τις εκλογές της Ισπανίας, και συγκεκριμένα στις 26.1.1936, γίνονται εκλογές και στην Ελλάδα. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι το ότι αυτές οι εκλογές φαίνονται σαν μια, τουλάχιστον σχετικά, απότομη ανακοπή της αντιδραστικής κατολίσθησης της ελληνικής κοινωνίας, τόσο φανερής το 1935 και με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα της επαναφοράς της μοναρχίας (10.10.1935). Στις εκλογές, που εντυπωσιάζουν ακριβώς με την τελείως εκτός τόπου και χρόνου ηρεμία τους, σημαντική επιτυχία σημειώνει το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΠΜ), με 73.411 ψήφους (5,75%) και 16 βουλευτές. Από εκλογική άποψη, μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι το ΠΜ θα είχε σαφώς ξεπεράσει το 10%, αν δεν υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις επιδόσεις του στη Βόρεια Ελλάδα (πολύ υψηλές) και τη Νότια Ελλάδα και την Κρήτη (πολύ χαμηλές).

Ωστόσο, το ερώτημα για τις εκλογές παραμένει, πολύ περισσότερο που η συνέχεια είναι γνωστή και σε σαφή αντίθεση με αυτές.

Απάντηση του Π. Ρούσσου στον γράφοντα:

«Η ουσία είναι: Φέραμε το βασιλιά, τώρα ετοιμάζουμε το ντεκόρ για τη δικτατορία».

Ολα δείχνουν την ύπαρξη ενός γενικού και, προπάντων, διεθνούς σχεδίου για το «ντεκόρ».

21. Αυτό, τουλάχιστον, λέει ο Hugh Thomas στο βιβλίο του «Ιστορία τον Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου», έκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα.

Σημειώνουμε ότι ο Χ. Μονσόν μεταφέρει στη Μαδρίτη την ατμόσφαιρα μιας προετοιμασίας εξέγερσης που, στη Ναβάρα, γίνεται τελείως δημόσια. Οι «ρεκετές», οι τοπικές μοναρχικές παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές, αλλάζουν τα αρκεβούζια του Καρλιστικού Πολέμου του 1880 με σύγχρονα μάουζερ μέσω του λαθρεμπορίου των Πυρηναίων και κάνουν γυμνάσια. Επικεφαλής της όλης προετοιμασίας είναι, προφανώς, ο στρατηγός Ε. Μόλα, που έχει μετατεθεί από την κυβέρνηση του ΛΜ στην Παμπλόνα, πρωτεύουσα της Ναβάρα, και έχει κυκλοφορήσει, με την υπογραφή El Director (= «ο Διευθυντής»), ένα σήμερα περιβόητο ντοκουμέντο, όπου περιγράφεται με αξιόλογη ακρίβεια η μελλοντική φασιστική εξέγερση. Οι προετοιμασίες των στασιαστών διευκολύνονται από το ότι, στη Ναβάρα, έχει νικήσει στις 17.2.1936 η Δεξιά.

Η απάντηση του πρωθυπουργού Κασάρες Κιρόγα στον Μονσόν είναι η εξής:

«Εσείς οι κομμουνιστές είστε φοβεροί. Παντού βλέπετε φασίστες»…

Εδώ, όμως, αξίζει άλλη μια αναδρομή στην ελληνική ιστορία.

Η εκλογική νίκη του ΛM στην Ισπανία, που έκανε εκκωφαντικό θόρυβο σε όλη την Ευρώπη, δεν άφησε και ούτε ήταν δυνατό να αφήσει αδιάφορη την εφημερίδα «Ριζοσπάστης». Στις 29 Φλεβάρη 1936, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει άρθρο για την Ισπανία, όπου εμφανίζει την κατάσταση στη χώρα αυτή σαν ένα είδος γενικής και κοινής εκστρατείας εξόντωσης του φασισμού. Η πραγματικότητα, όπως βλέπουμε, ήταν τελείως διαφορετική. Η διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και εικόνας του «Ριζοσπάστη» μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να αποδοθεί σε δύο κυρίως παράγοντες:

α) Στις πραγματικές δυσχέρειες επικοινωνίας με βάση τα τεχνικά μέσα του 1936.

β) Στην προσπάθεια του ΚΚΕ να δημιουργήσει ΛΜ και στην Ελλάδα. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά και στην προτροπή για μια «Ελληνική Ισπανία» που περιέχεται στο άρθρο.

Δυστυχώς, δεν είμαστε ενήμεροι για την αρθρογραφία του «Ριζοσπάστη» σε συνέχεια για το θέμα.

22. Στο περίφημο εκείνο επεισόδιο όπου η Ντολόρες Ιμπαρούρι μιλά στους στρατιώτες της φρουράς της Μαδρίτης μέχρι που τους έπεισε να ακολουθήσουν τη Δημοκρατία, από τις γραμμές των στρατιωτών ακούστηκε η κραυγή:

«Τι θα γίνει με τη γη;»

(Αναφέρεται στο βιβλίο «Ντ. Ιμπαρούρι, Ο μοναδικός δρόμος», εκδ. «Κρατικές Εκδόσεις Πολιτικής Φιλολογίας», Μόσχα 1962, στα ρωσικά).

23. Αυτή ακριβώς την επισήμανση κάνει και η Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Κ. Εμμανουήλ – Δ. Κιτσία & Σία, Αθήνα 1970.

24. Στο Βορρά, και ιδιαίτερα στη χώρα των Βάσκων, η επιρροή των αναρχικών είναι ασήμαντη. Εδώ, οι προσπάθειες των κομμουνιστών προσκρούουν στο Εθνικιστικό Κόμμα. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το κεφάλαιο για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Εδώ, επισημαίνουμε ότι η εμφάνιση του ίδιου προβλήματος σε άλλες συνθήκες δείχνει ακριβώς ότι το ΚΚΙ δεν ήταν «καλυμμένο» απέναντι σε καμιά πολιτική δύναμη.

25. Το Αλκασάρ (= «Κυνήγι») είναι ένα εξαιρετικά οχυρό φρούριο, 75 χλμ. νοτιοδυτικά της Μαδρίτης.

Τον Ιούλη του 1936, μέσα σ’ αυτό κλείνονται οι δυνάμεις του συνταγματάρχη Μοσκαρντό, ενός εκ των ηγετικών εγκεφάλων της συνωμοσίας. Ο Μοσκαρντό, ο οποίος, εκτός από τη σχεδόν απρόσιτη οχυρή θέση, κατέχει άφθονα πυρομαχικά και τρόφιμα, αρνείται κάθε συζήτηση για παράδοση.

Την πολιορκία του φρουρίου αναλαμβάνουν οι αναρχικοί, οι οποίοι έκαναν, κυριολεκτικά, σημεία και τέρατα. Αν πιστέψουμε, π.χ., τον Hugh Thomas και το BBC, μετέτρεψαν την πολιορκία σε τουριστική ατραξιόν, όπου έρχονταν τουρίστες με λεωφορεία, έμπαιναν στα ορύγματα και τα πολυβολεία, έριχναν μερικές ριπές και, μετά, έφευγαν. Χωρίς να μιλήσουμε για όσα έκαναν στον τομέα της γενικής οργάνωσης (;) της στρατιωτικής δύναμης της πολιορκίας αλλά και στην περιοχή, πέρα από το στρατιωτικό τομέα. Οι εντονότατες διαμαρτυρίες των κομμουνιστών στον Λάργο Καμπαγέρο, ο οποίος, στο μεταξύ, έχει γίνει πρωθυπουργός, απορρίπτονται σκαιότατα. Στις 15 Σεπτέμβρη και ενώ οι αστείοι στρατιωτικοί (και άλλοι) πειραματισμοί των αναρχικών συνεχίζονται, οι φασίστες φτάνουν (εν μέρει, χάρη και πάλι στους αναρχικούς) σε απόσταση αναπνοής από το Τολέδο, δηλαδή δίπλα στο Αλκασάρ. Οι αναρχικοί, φυσικά, το σκάνε και ο Λάργο Καμπαγέρο αναθέτει τώρα στους κομμουνιστές να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Καθώς είναι πολύ αργά για οποιοδήποτε μέτρο, οι φασίστες καταλαμβάνουν την περιοχή του Τολέδο και του Αλκασάρ, όπου γίνεται μια φρικαλέα σφαγή.

25α. Βλ. Guerra y Revolution en Espana, 1936 -39, Editorial Progreso, Moscu 1971, σελ. 241.

26. Πρόκειται για συζήτηση που έγινε στις 28.10.1937, μέσα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο Αγάρατε ζήτησε από τον Ιντεν τη βρετανική παρέμβαση ενάντια στις ιταλικές ενέργειες στην Ισπανία.

Εχει, κατά τη γνώμη μας, ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμιστεί και αυτό που, πολύ ξεκάθαρα, λέει στο «Μοναδικό δρόμο», η Ντ. Ιμπαρούρι: «Οι κομμουνιστές δεν έπρεπε (και γι’ αυτό και δεν το επιχείρησαν το Μάη του 1937, όταν ο Λάργο Καμπαγέρο παραιτήθηκε) να πάρουν την εξουσία, γιατί αυτό θα προκαλούσε γενική στρατιωτική επέμβαση του ιμπεριαλισμού», «Ντολόρες Ιμπαρούρι, Ο μοναδικός δρόμος», ό.π.

26α. Βλ. Guerra y Revolution en Espana, 1936 -39, ό.π., σελ. 218 κ.επ.

Του
Θανάση ΠΑΠΑΡΗΓΑ*
*Απόσπασμα από το βιβλίο του αξέχαστου συντρόφου μας που εκδόθηκε από τη «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ» το 1996

Θ. Παπαρήγα: Παρατηρήσεις για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

1

Η ναζιστική εισβολή στην ΕΣΣΔ είχε σαν βασικό χαρακτηριστικό την ενίσχυση του αντεπαναστατικού, αντισοσιαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου. Ωστόσο, τα αποτελέσματά της δεν περιορίστηκαν σ’ αυτό. Είχε και άλλα, όχι λιγότερο σημαντικά:

α) Δημιουργεί ή τελικά διαμορφώνει διεθνείς συμμαχίες.

β) Διαμορφώνει οριστικά ένα βασικό χαρακτηριστικό του πολέμου, που δε θα πάψει να υπάρχει και να διευρύνεται ως το τέλος του: Τη συνύπαρξη δύο πολέμων μέσα σε ένα.

Εκείνο που θα μας απασχολήσει εδώ δεν είναι η πορεία του πολέμου και η διάταξη των δυνάμεων που δημιούργησε. Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Θα μας απασχολήσουν κυρίως τα διπλά χαρακτηριστικά του πολέμου, τα οποία, όντας διπλά και ακριβώς επειδή είναι διπλά, αποτελούν έκφραση της διπλής ομάδας αντιθέσεων του πολέμου: Των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, από τη μια, και των αντιθέσεων κεφαλαίου εργασίας, από την άλλη.

Ενα τέτοιο δείγμα εμφανίζεται στις παραμονές της επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ. Αν πιστέψουμε το στρατηγό Χάλντερ, στις 30 Μάρτη του 1941, ο ίδιος ο Χίτλερ αναλύει στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της εκστρατείας ενάντια στην ΕΣΣΔ:

«Πάλη δύο ιδεολογιών. Ετυμηγορία συντριπτική σε βάρος του μπολσεβικισμού: Είναι σαν ένα αντικοινωνικό έγκλημα. Ο κομμουνισμός είναι ένας τρομαχτικός κίνδυνος για το μέλλον. Πρόκειται για αγώνα εκμηδένισης. Αν δε δούμε το θέμα κάτω από αυτή τη γωνία, θα νικήσουμε, βέβαια, τον εχθρό, αλλά, σε 30 χρόνια, ο κομμουνιστικός εχθρός θα μας αντιπαρατεθεί και πάλι. Πάλη ενάντια στη Ρωσία: Εξολόθρευση των μπολσεβίκων επιτρόπων και της κομμουνιστικής διανόησης.»

Εκείνο που προβάλλει καθαρά σ’ αυτές τις γραμμές είναι ακριβώς αυτό που, δύο μήνες μετά, θα γίνει καθημερινή πραγματικότητα: Ενας πόλεμος πλήρους εξόντωσης.

Μια από τις αιτίες ήταν, αναμφίβολα, οι γενικά εξτρεμιστικές αντιλήψεις των εθνικοσοσιαλιστών. Ωστόσο, αυτό δεν μας απαλλάσσει από το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί αυτή η τοποθέτηση γίνεται μόνο πριν από την εισβολή στην ΕΣΣΔ;

Η απάντηση είναι πολύ σαφής και βγαίνει από το ίδιο το κείμενο της ομιλίας του Χίτλερ: Η εξόντωση της επανάστασης, ώστε αυτή να πάψει να απειλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να ενοχλεί τους καπιταλιστές.

Το περιστατικό που αναφέρει ο στρατηγός Χάλντερ έχει και ένα ευρύτερο ιστορικό ενδιαφέρον: Αποτελεί επιπλέον απόδειξη της πραγματικής φύσης της ναζιστικής ηγεσίας.

Η σύνδεση ναζισμού-καταστροφής (και όχι απλώς ήττας) της ΕΣΣΔ φαίνεται πολύ καθαρά. Η ναζιστική ηγεσία το ξέρει πολύ καλά και όλη της η θητεία δεν είναι παρά η συστηματική οικονομική, στρατιωτική, τεχνική και ιδεολογική προετοιμασία γι’ αυτό. Η διάσταση της ναζιστικής πολιτικής που αφορά στην αναδιανομή του κόσμου σε βάρος των άλλων δυνάμεων υποτάσσεται, από την πλευρά της μακροπρόθεσμης «τεχνικής», στο στόχο της καταστροφής της ΕΣΣΔ και έχει αξία, στα μάτια της αστικής τάξης, μόνο αν εξυπηρετεί αυτό το στόχο.

Αυτό θα φανεί πολύ καθαρά στη διάρκεια του πολέμου.

«Οταν μιλάμε για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ένας μόνο πόλεμος αλλά πολλοί. Ο πόλεμος που έκαναν ο βρετανοαμερικανικός και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ενάντια στο γερμανικό ανταγωνιστή τους δεν είχε πολλά κοινά με τον εθνικό αντιφασιστικό πόλεμο που διεξήγαγε η ΕΣΣΔ. Ο πόλεμος στη Δύση ήταν ένας πόλεμος μεταξύ στρατών της αστικής τάξης. Ο πόλεμος στη Δύση παρέμενε, κατά κάποιο τρόπο, ένας πόλεμος περισσότερο ή λιγότερο «πολιτισμένος» μεταξύ «πολιτισμένων» αστών».1

Η άποψη αυτή του L. Martens έχει, αναμφίβολα, πολλά στοιχεία υπέρ της. Ενα από αυτά είναι, αναμφίβολα, η ίδια η διεξαγωγή του πολέμου.

Στο μέτωπο Γερμανίας-ΕΣΣΔ, ο πόλεμος παίρνει, από την αρχή, ένα χαρακτήρα συστηματικά εξοντωτικό. Κατ’ αρχήν, οι ίδιες οι σοβιετικές δυνάμεις, καθώς αναδιπλώνονται προς την Ανατολή, κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να μην αφήσουν τίποτα πίσω τους. Οι ναζιστικές δυνάμεις κάνουν το ίδιο και θα το επαναλάβουν ακόμα πιο εμπεριστατωμένα στη φάση της υποχώρησής τους.

Οι σφαγές είναι κάτι το σύνηθες. Οι ίδιες οι οδηγίες της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης είναι σαφείς: Η χώρα πρέπει να σβήσει από το χάρτη, εκτός μόνο στο βαθμό που είναι «μίνιμουμ απαραίτητη» για αξιοποίηση.2

Τα ειδικά σώματα παίζουν ακόμα πιο συστηματικό ρόλο. Τα περιβόητα SS αποδείχνονται όργανα συστηματικής και εξοντωτικής υποδούλωσης της Ανατολής. Στα χέρια μας έχουν φτάσει υπεράφθονες οδηγίες, στις οποίες επισυνάπτονται και ειδικοί κατάλογοι, όπου ολόκληρες ειδικά επιλεγμένες κατηγορίες του πληθυσμού καταγράφονται συστηματικά για εξόντωση. Μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια: Την πρώτη θέση κατέχουν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΣΕ, που πρέπει να βρεθούν, να συλληφθούν και οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Ο πρώτος χώρος όπου γίνεται αυτή η επιλογή είναι οι αιχμάλωτοι πολέμου. 3 Αντίθετα, στη Δύση δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα σε συστηματική έκταση.

Η συγκριτική αντιπαράθεση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι επίσης πολύ διδακτική.

Είναι πολύ γνωστό ότι οι μονάδες της Βέρμαχτ δεν παραδίδονταν με τίποτα στο σοβιετικό στρατό. Ακόμα και σε συνθήκες ανέλπιδα συντριπτικής υπεροχής δυνάμεων του αντιπάλου, ακόμα και ολοκληρωτικά περικυκλωμένες, οι ναζιστικές μονάδες προτιμούν την ολοκληρωτική εξόντωση από την παράδοση. Τέτοιο δείγμα ήταν, π.χ., η Μάχη του Στάλινγκραντ, αλλά υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες. Τέτοια ήταν, π.χ., η πολιορκία του Κένιγκσμπεργκ, που χρειάστηκε 419 εφόδους για να καταληφθεί, η ίδια η Μάχη του Βερολίνου, όπου ήταν φανερό ότι οι Γερμανοί δεν είχαν από πουθενά να περιμένουν βοήθεια και όπου πολλοί Γερμανοί τραυματίες, νοσοκόμοι, γιατροί κλπ. σκοτώθηκαν (και, πολλές φορές, πνίγηκαν) όταν οι ναζιστικές μονάδες κατέστρεψαν τα νοσοκομεία εκστρατείας «για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού». Στο Βερολίνο, οι σοβιετικές δυνάμεις που προέλαυναν βρήκαν Γερμανούς στρατιωτικούς κρεμασμένους από δέντρα ή στήλες του ηλεκτρικού με πινακίδες που έγραφαν ΠΡΟΔΟΤΗΣ. ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ κ.ά. παρόμοια. Μερικοί Σοβιετικοί στρατιωτικοί βεβαιώνουν ότι είδαν ιδίοις όμμασιν εκτελέσεις Γερμανών στρατιωτικών από γερμανικές μονάδες για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί, αλλά που θεωρείται βέβαιο ότι αφορούσαν προτάσεις παράδοσης. Στη Βουδαπέστη, όπου γίνονται άγριες μάχες και στο υπέδαφος (σε υπόγειους χώρους που χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται σαν χρηματοκιβώτια τραπεζών ή χώροι κατάψυξης και που έχουν μετατραπεί σε οχυρά), οι μονάδες των SS αρνούνται να παραδοθούν. Καθώς οι εκκλήσεις των Σοβιετικών επαναλαμβάνονται, τα SS προχωρούν σε ένα βήμα όχι μόνο κάπως αστείο, αν λάβει κανείς υπόψη του την τραγικότητα της κατάστασης, αλλά και που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σημείο-κλειδί της ιδεολογικής ταυτότητας των SS, τον αντιδραστικό ελιτισμό: Οργανώνουν δημοψήφισμα, το οποίο, μάλιστα, καταλήγει στο ΟΧΙ.

Στο Πόζναν, Σοβιετικοί και Γερμανοί στρατιώτες σφάζονται όχι για κάθε δωμάτιο αλλά για κάθε γωνία ενός διακλαδωμένου συστήματος οχυρώσεων. Η ναζιστική διοίκηση, για να κλείσει το δρόμο της σοβιετικής εφόδου, επανδρώνει τις οχυρώσεις και με συντάγματα στρατιωτικοποιημένης αστυνομίας. Οι απώλειες είναι τρομακτικές και από τις δύο μεριές. Μόνο όταν φτάνουν το 80%, οι Γερμανοί αποφασίζουν να παραδοθούν.

Αντίθετα, στη Δύση η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Οχι, βέβαια, ότι οι ναζιστικές δυνάμεις δεν προσπαθούν να ανακόψουν την προέλαση των Αμερικανών και των Βρετανών. Στις συγκρούσεις, όμως, δεν κυριαρχεί το πάθος. Μόλις η υπεροχή (πολύ φανερή για να την παραβλέψει κανείς) των αμερικανικών και βρετανικών μονάδων γίνει πια «απαράκαμπτη», οι ναζιστικές δυνάμεις σπεύδουν να υποχωρήσουν ή να παραδοθούν. Η «έλλειψη πάθους» έχει σοβαρές στρατιωτικές συνέπειες και από την άλλη μεριά. Το καλοκαίρι του 1944, οι βρετανικές δυνάμεις ηττώνται στην Ολλανδία από έναν εχθρό που δεν έχει καμιά μαχητική αξία και σχεδόν δε διαθέτει όπλα. Το Δεκέμβρη του 1944, στην περιοχή των Αρδεννών, οι αμερικανικές δυνάμεις, που διαθέτουν γιγαντιαία υπεροχή, υποχωρούν μπροστά σε γερμανικές τεθωρακισμένες μονάδες που αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα μετακίνησης λόγω ασφυκτικής έλλειψης καυσίμων.4

Η κατάσταση προχωράει ένα βήμα ακόμα όταν οι αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις μπαίνουν στο γερμανικό έδαφος. Εκεί, οι γερμανικές δυνάμεις τα αφήνουν όλα «σύξυλα» και παραδίνονται κατά μάζες. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αμβούργο, το Εσεν, το Κάσελ, η Φραγκφούρτη, το Μόναχο παραδίνονται αμαχητί και συχνά από τηλεφώνου. Οι διοικητές των στρατιωτικών μονάδων (π.χ. στο Εσεν) αψηφούν τις διαταγές του Χίτλερ για αντίσταση μέχρις εσχάτων και παραδίνονται ή, τουλάχιστον, παραδίνουν τις δυνάμεις τους χωρίς καμιά μάχη. Οι απώλειες των ΗΠΑ στη Γερμανία ήταν 8.351 άνδρες, για ένα στρατό περίπου 3.000.000, ενώ μόνο η μάχη του Βερολίνου και μόνο στους Σοβιετικούς στοίχισε 300.000 νεκρούς και τραυματίες. Τα κινηματογραφικά ντοκουμέντα των ίδιων των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ δείχνουν στρατιωτικές μονάδες που παραδίνονται συντεταγμένες και με επικεφαλής τους διοικητές τους. Το μαζικό κύμα της παράδοσης φαίνεται από το ότι, μόνο στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, 5 οι στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις που παραδόθηκαν στους Βρετανούς υπολογίζονται σε 2.000.000 άνδρες. Κάθε άλλο παρά σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου μεγάλες μονάδες παραδόθηκαν σε ολιγομελείς περιπόλους ή ακόμα και σε μεμονωμένους στρατιώτες. Εξίσου, ή και περισσότερο, συχνό υπήρξε το φαινόμενο των μαχών που μόνο στόχο είχαν να σπάσουν το σοβιετικό κλοιό όχι για λόγους διαφυγής αλλά για να εξασφαλιστεί η παράδοση σε αμερικανικές ή βρετανικές μονάδες. Τέτοιες μάχες έγιναν και μετά την υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης.

Δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τον πολιτικό πληθυσμό. Ενώ στην Ανατολή, ο πολιτικός πληθυσμός βοηθά το στρατό και τον υποστηρίζει και όταν αυτός υποχωρεί, τον ακολουθεί, στη Δύση η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: Αν πιστέψουμε τις επίσημες εκθέσεις των ίδιων των ναζιστικών αρχών, στις δυτικές περιοχές της Γερμανίας, οι αγρότες όχι μόνο αρνούνται να ανεφοδιάσουν το στρατό, αλλά διώχνουν και τους στρατιώτες από τα σπίτια τους και τους παρακινούν να λιποτακτήσουν. Στους τοίχους, εμφανίζονται συνθήματα γραμμένα στην αγγλική γλώσσα – συνήθως, μάλιστα, με μεγάλα ορθογραφικά, γραμματικά και συντακτικά λάθη. Αν η εικόνα αυτή είναι αληθινή, πρόκειται, στην πραγματικότητα, για γενικευμένη εξέγερση. Πράγμα που συχνά οδηγεί σε μαζικές θηριωδίες των ναζιστών σε βάρος του γερμανικού άμαχου πληθυσμού.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ίδια η ναζιστική κορυφή κάνει το ίδιο. Κανείς ηγέτης της ναζιστικής Γερμανίας δεν είναι γνωστό να επιδίωξε να παραδοθεί στο σοβιετικό στρατό. Αντίθετα, ηγέτες πρώτης γραμμής, όπως ο Χ. Γκέρινγκ, ο Χ. Χίμλερ κ.ά., παραδόθηκαν στις δυτικές δυνάμεις.6

Ο στρατός, άλλωστε, γενικεύει το παράδειγμα: Η OKW (Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ) συνθηκολογεί στις 8 Μάη 1945 στην πόλη Ρεμς (Reims) της Ανατολικής Γαλλίας μόνο στους Αμερικανούς, αλλά, τελικά, αυτή η «συνθηκολόγηση χωρίς την ΕΣΣΔ» δεν γίνεται δεκτή από τους Αμερικανούς. Σήμερα, δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι ο ναζιστικός στρατός δε διαλύεται στη Δύση μόνο λόγω της (αναμφισβήτητης) υπεροχής των αμερικανικών και βρετανικών δυνάμεων: Διαλύεται και για να τους ανοίξει το δρόμο προς το Βερολίνο. Αυτό είναι σήμερα όχι μόνο φανερό, αλλά και γνωστό από τα σχέδια της OKW. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το ότι τα σχέδια αυτά αναφέρονται και σε προκηρύξεις του Ν50ΑΡ που κυκλοφορούν στο ήδη πολιορκημένο από το σοβιετικό στρατό Βερολίνο, όπου διεξάγονται άγριες οδομαχίες.7

Στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, η κατάσταση είναι όμοια. Οι συνθήκες ζωής ανάμεσα στους Βρετανούς και τους Αμερικανούς αιχμαλώτους, από τη μια, και τους Σοβιετικούς, από την άλλη, δεν είχαν τίποτα το κοινό – πράγμα που εξηγεί και την ανατριχιαστική θνησιμότητα ανάμεσα στους τελευταίους.8 Ιδιαίτερα έντονη ήταν η προσπάθεια των ναζιστών να μετατρέψουν τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου σε προδότες. Γενικά, πάντως, τα ναζιστικά στρατιωτικά στρατόπεδα συγκέντρωσης παραμένουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και τα λιγότερο ερευνημένα θέματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Παράλληλα, δεν πρέπει και να υπερβάλλουμε, υπεραπλουστεύοντας το θέμα. Οπως ο Α΄, έτσι και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε μια ένδειξη της γενικευμένης βαρβαρότητας της ιμπεριαλιστικής κοινωνίας. 9 Η ένδειξη αυτή ήταν ακόμα μεγαλύτερη στην κορυφή της κοινωνίας αυτής, δηλαδή στη ναζιστική Γερμανία. Π.χ. η στάση των ναζιστών απέναντι στους Βρετανούς και κυρίως τους Αμερικανούς αιχμαλώτους δίνει την εντύπωση ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης και συνεχούς συγκράτησης που με δυσκολία επιβάλλεται. Οι αγριότητες σε βάρος αιχμαλώτων, αν και πολύ πιο σπάνιες, καθόλου δε λείπουν. Δείχνουν, μάλιστα, να εξαπλώνονται στην τελική φάση του πολέμου, όταν μια μερίδα της ναζιστικής κορυφής χάνει κάθε ελπίδα προσέγγισης με τις δυτικές δυνάμεις. Ετσι, π.χ., στις μάχες των Αρδεννών, οι Αμερικανοί αιχμάλωτοι εκτελούνται σχεδόν συστηματικά και, συχνά, ομαδικά.

Ενα ιδιόμορφο αλλά χαρακτηριστικό σημείο συγκέντρωσης των αντιθέσεων του πολέμου ήταν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί. Το θέμα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πρώτος πόλεμος τόσο εκτεταμένης χρήσης της αεροπορίας, της οποίας δοκιμή ήταν ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος.

Η αφομοίωση αυτής της εμπειρίας από τη ναζιστική ηγεσία φάνηκε από την αρχή της δυτικής εκστρατείας και συγκεκριμένα στο Ρότερνταμ, το οποίο βομβαρδίζεται άγρια. Οι καταστροφές είναι μεγάλες. Υπάρχουν 814 νεκροί, χιλιάδες τραυματίες και 78.000 άστεγοι.10

Καθώς ο πόλεμος προχωρεί, οι βρετανικές πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και των βορειοϊρλανδικών) γίνονται στόχοι της ναζιστικής αεροπορίας τον Ιούνη του 1940-Μάη του 1941, ενώ η βρετανική αεροπορία αντικαθιστά τις προκηρύξεις, που ως τότε έριχνε στη Γερμανία,11 με βόμβες. Μετά το Μάρτη του 1942, οι βομβαρδισμοί γίνονται πιο συστηματικοί: Οι κοινοί βρετανοαμερικανικοί ιπτάμενοι στόλοι ισοπεδώνουν τις γερμανικές πόλεις, μετατρέποντας τις σε σωρούς ερειπίων. Το γεγονός ότι η ναζιστική Γερμανία δεν μπορεί να αντιτάξει κάτι ανάλογο, δείχνει το συσχετισμό των δυνάμεων.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπογραμμιστούν δύο πράγματα: α) Οι αεροπορικοί αυτοί βομβαρδισμοί, που καταλήγουν να πάρουν γιγαντιαίες διαστάσεις, γίνονται αποκλειστικά στη Δύση. Στην Ανατολή, όπου συγκεντρώνονται κολοσσιαίες αεροπορικές δυνάμεις, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί λείπουν σχεδόν τελείως. Ο αεροπορικός βομβαρδισμός της γραμμής του πυρός και οι γιγαντιαίες αερομαχίες είναι φαινόμενα σχεδόν καθημερινά, αλλά οι βομβαρδισμοί των μετόπισθεν σχεδόν λείπουν τελείως. Μόνο στις πρώτες ημέρες του πολέμου, η σοβιετική αεροπορία βομβαρδίζει το Βερολίνο και το Ντάντσιχ. Σχεδόν αμέσως μετά, εγκαταλείπει αυτή την τακτική. Η γερμανική αεροπορία, της οποίας οι προωθημένες βάσεις απέχουν μόνο μερικά λεπτά πτήσης, δε βομβαρδίζει τη Μόσχα στις 7 Νοέμβρη του 1941. Η σοβιετική πρωτεύουσα που, για μια κρίσιμη στιγμή του πολέμου, βρίσκεται σχεδόν μέσα στη ζώνη των επιχειρήσεων, παθαίνει μόνο ασήμαντες ζημιές.

β) Οι βομβαρδισμοί αυτοί δεν έπαιξαν σχεδόν κανένα στρατιωτικό ρόλο. Τα θύματα τους ήταν, βέβαια, πάρα πολλά, αλλά δε φαίνεται να επηρέασαν σε τίποτα την πορεία των επιχειρήσεων.

Ετσι, βλέπουμε τη Γερμανία, που βομβαρδίζεται αμείλικτα, να αυξάνει συνεχώς την πολεμική της παραγωγή. Κάτω από τα ερείπια, βρίσκονται γεμάτες αποθήκες. Το 1944 είναι χρόνος-ρεκόρ για την παραγωγικότητα. 12 Το Γενάρη του 1945, η Γερμανία, δηλαδή μια χώρα που «πνέει τα λοίσθια», παράγει το διπλάσιο οπλισμό από το Γενάρη του 1940, όταν βρισκόταν σε κατάσταση ακράτητης επέκτασης.

Τι είχε συμβεί; Μα είναι πολύ απλό: Οι βομβαρδισμοί δεν έπλητταν, κατά κανόνα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις αλλά χώρους κατοικίας. Γιατί, όμως, δεν έπλητταν βιομηχανικές εγκαταστάσεις;

Αυτό έχει πολλά και πολύπλοκα αίτια.

Ενας λόγος είναι, οπωσδήποτε, ότι οι χώροι των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ήταν καλύτερα προστατευμένοι. Αυτό, όμως, είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι τα συμμαχικά επιτελεία δεν το γνώριζαν. Και, αφού το γνώριζαν,13 γιατί συνέχιζαν τους άχρηστους βομβαρδισμούς;

Ολα δείχνουν ότι τα χαρακτηριστικά των αεροπορικών αυτών βομβαρδισμών έχουν την εξήγηση τους στα εξής:

α) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν μέσου οικονομικής ανάκαμψης. Ολα δείχνουν ότι η καταστροφή των χώρων κατοικίας και λιγότερο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ήταν ένας τρόπος (και, πιθανότατα, ο μόνος που απέμενε) για τη δημιουργία του απαραίτητου «κενού» ώστε να μπορεί στη συνέχεια να κινηθεί ο οικονομικός μηχανισμός της κάλυψής του. Πρόκειται, στην ουσία, για μια από τις πιο φοβερές μορφές έκφρασης του «καπιταλισμού που σαπίζει».14

β) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν μέσον αντιπαράθεσης συμφερόντων μονοπωλιακών ομάδων. Αφθονούν, πράγματι, οι ενδείξεις ότι το πού θα έπεφταν οι βόμβες καθορίστηκε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και από τα συγκεκριμένα συμφέροντα που θα έθιγαν. Τα ακίνητα που θα πλήττονταν συχνά καθορίζονταν με βάση τη διαπάλη των μονοπωλίων για την εξασφάλιση πλεονεκτημάτων, τη διαφύλαξη συγκεκριμένων συμφερόντων κλπ. Εχει, π.χ., επισημανθεί ότι τα τεράστια κτίρια της IG Farben στη Φραγκφούρτη έμειναν άθικτα εν μέσω των καπνιζόντων ερειπίων. Σε ποιο, άραγε, βαθμό αυτό οφειλόταν στους πολύ γνωστούς δεσμούς της IG Farben με τα μονοπώλια των ΗΠΑ;

γ) Στη χρήση των βομβαρδισμών σαν ένα πολύπλοκο παιχνίδι αντιπαράθεσης και συμμαχίας. Η καταστροφή της γερμανικής βιομηχανίας, ιδιαίτερα της πολεμικής, θα μείωνε την ικανότητα της Γερμανίας να καταστρέψει την ΕΣΣΔ ή, τουλάχιστον, να της αντιτάξει «καταστροφική αντίσταση». Από την άλλη, καθώς ο πόλεμος προχωρεί και φαίνεται ότι ένα τμήμα της Γερμανίας θα καταληφθεί από το σοβιετικό στρατό, εντείνονται οι βομβαρδισμοί ακριβώς αυτών των περιοχών. Το Φλεβάρη του 1945, μια εκτεταμένη αεροπορική επιδρομή της αμερικανικής και βρετανικής αεροπορίας ερειπώνει το Βερολίνο – χωρίς, προφανώς, να θίξει καθόλου τη μαχητική ικανότητα των ναζιστικών στρατιωτικών μονάδων που έχουν ήδη συγκεντρωθεί εκεί.15 Η περίπτωση της Δρέσδης, που σβήνει από το χάρτη χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο, είναι χαρακτηριστική και των αντιφάσεων αυτής της στρατηγικής. Καθώς τα γεγονότα τρέχουν όλο και πιο γρήγορα, η αδράνεια της προηγούμενης κατάστασης βαραίνει στη μετέπειτα εξέλιξη: Η Δρέσδη καταστρέφεται εκ θεμελίων, αλλά η γέφυρα της και μερικά εργοστάσια που διαθέτει δεν έπαθαν τίποτα.

Αλλωστε, αυτό γίνεται όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σε άλλες χώρες. Βλέπουμε, π.χ., τη συστηματική καταστροφή μέσω των βομβαρδισμών των εργοστασίων SKODA στην Τσεχοσλοβακία. Στη Ρουμανία, οι πετρελαιοπηγές του Πλοέστι βομβαρδίζονται συστηματικά. Και αυτά γίνονται ενώ ο πόλεμος τελειώνει και είναι πια φανερό ότι στις περιοχές αυτές πλησιάζει ο σοβιετικός στρατός. Εκτός αυτού, παίρνονται και άλλα μέτρα: Οσο είναι δυνατόν, οι περιοχές αυτές εκκενώνονται, συχνά με θεαματικό τρόπο, από ό,τι πολύτιμο διαθέτουν.16

Ετσι εξηγείται και η εξέλιξη στην Ανατολή. Από τη μια πλευρά, η ΕΣΣΔ παραιτείται από την αρχή από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς γιατί καταλαβαίνει ότι με αυτούς, ακόμα κι αν έχουν επιτυχία (όπως οι δικοί της), δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτα. Εκτός αυτού, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου είναι πολύ φανερή η (συνήθως, αποτυχημένη) προσπάθεια της ΕΣΣΔ να αποφύγει τις καταστροφές, ιδιαίτερα των αστικών κέντρων (μια από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις επιτυχίας, η Κρακοβία). Σ’ αυτό, εμφανίζεται, σε παραλλαγμένη μορφή, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας: Εκείνο που για τις δυτικές δυνάμεις ήταν ένας παράγοντας οικονομικής ανάκαμψης, για την ΕΣΣΔ ήταν ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.17

Από την άλλη πλευρά, και η ναζιστική Γερμανία αποφεύγει τους βομβαρδισμούς, ακόμα και στις ευνοϊκές στιγμές, γιατί καταλαβαίνει ότι οι απώλειες θα είναι τόσο μεγάλες ώστε κάθε επιτυχία θα έχανε την αξία της.

Σήμερα ξέρουμε ότι και οι δύο πλευρές έβλεπαν σωστά. Μετά τον πόλεμο, ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Πεντάγωνου χαρακτήρισε τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς «μεγαλύτερη και δαπανηρότερη γκάφα της στρατιωτικής ιστορίας». Πολύ ακριβής εκτίμηση, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι, πέρα από τα πάμπολλα άλλα, στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες (και, πιθανότατα, δεκάδες χιλιάδες) Βρετανούς και Αμερικανούς πιλότους, πλοηγούς, πυροβολητές κλπ.

Οσα είπαμε παραπάνω δείχνουν και κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία: τη συνέχιση των επαφών διαφόρων τύπων μεταξύ των δυτικών δυνάμεων και της Γερμανίας στη διάρκεια του πολέμου.

Τέτοιες επαφές είναι σήμερα γνωστό ότι έγιναν. Κέντρο, π.χ., των βρετανογερμανικών επαφών ήταν η Λισαβόνα. Μεταξύ Αμερικανών και Γερμανών, παρόμοιες συναντήσεις έχουμε, όπως όλα δείχνουν, πολύ συχνά στη Στοκχόλμη, συχνά με τη μεσολάβηση Σουηδών κρατικών και οικονομικών παραγόντων. Οι επαφές αυτές δεν έφεραν, βέβαια, την πλήρη γεφύρωση των αντιθέσεων, αλλά δεν έμειναν και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Επέτρεψαν, π.χ., κάποιο βρετανικό έλεγχο στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, τη συμφωνία για την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών από αυτήν, μερικές ακόμα αδιευκρίνιστες διαβουλεύσεις για την Ιταλία κλπ.

Ακόμα πιο συστηματικές ήταν οι επαφές μεταξύ των τμημάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, οι οποίες ουδέποτε σταμάτησαν και, όπως φαίνεται, ούτε καν επηρεάστηκαν από την έναρξη του πολέμου. Μια πρόγευση τέτοιων επαφών υπήρχε ακόμα από την εποχή των «εν ψυχρώ προσαρτήσεων» του 1938-39. Στη διάρκεια του πολέμου, το φαινόμενο πήρε συστηματική έκταση.18

Αυτό παρουσίασε συχνά και την προσωπική πλευρά του. Υπήρχε μια ολόκληρη μερίδα της ηγεσίας της ναζιστικής Γερμανίας που ήταν πάντα (και, όπως φαίνεται, δίκαια) ύποπτη για υπερβολική συμπάθεια προς τις δυτικές δυνάμεις. Η μερίδα αυτή βρισκόταν παντού, στον πολιτικό μηχανισμό, στο στρατό, στον οικονομικό τομέα, ακόμα και στο μηχανισμό πληροφοριών (ο περίφημος Κανάρις, που, τελικά, δεν γλίτωσε από την εκδικητική μανία του Χίτλερ των τελευταίων ημερών του πολέμου, είχε πάντα τη φήμη του «ανθρώπου των Αγγλων», φήμη μάλλον υπερβολική, αλλά όχι χωρίς κάποια βάση). Ακόμα πιο χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του Βάλτερ Σέλενμπεργκ, ενός από τα λαμπρότερα στελέχη του NSDAP. Προσχωρώντας στο ναζιστικό κόμμα στα 1933, ο Σέλενμπεργκ είχε μια λαμπρή και σχεδόν αστραπιαία άνοδο. Στις παραμονές του πολέμου, είναι κιόλας υπαρχηγός του Χάινριχ Χίμλερ. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, υπήρξε μια σημαδιακή συζήτηση μεταξύ Χίμλερ και Σέλενμπεργκ την 1.1.1942, δηλαδή αμέσως μετά τις μάχες της Μόσχας και την εξάπλωση του πολέμου στην Ασία, που σήμαινε και κήρυξη πολέμου ΗΠΑ-Γερμανίας. Στη συζήτηση αυτή, ο Σέλενμπεργκ ανοιχτά και ο Χίμλερ καλυμμένα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ναζιστική Γερμανία είναι καταδικασμένη και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να νικήσει. Δεν είναι, ίσως, χωρίς ενδιαφέρον το ότι το συμπέρασμα αυτό φαίνεται πασιφανές και στους δύο.

Ο Σέλενμπεργκ θεωρούνταν πάντα ένα από τα πιο «δυτικόφιλα» στελέχη του NSDAP. Ανήκοντας, όπως φαίνεται, στην ίδια ομάδα με τον Ες, ο Σέλενμπεργκ έχει το θάρρος να αντιταχτεί σε κάθε σκέψη εισβολής στη Βρετανία και τάσσεται υπέρ της επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Σήμερα, ξέρουμε ότι ο Β. Σέλενμπεργκ ήταν πρόεδρος εταιρίας των ΗΠΑ και ότι έμεινε τέτοιος σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. 19 Δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο το ότι ο Σέλενμπεργκ υπήρξε ο πρωταγωνιστής των επαφών, μέσω Σουηδίας, της ναζιστικής Γερμανίας και των δυτικών δυνάμεων. Η συνέχεια της εξέλιξής του δεν είναι λιγότερο θεαματική. Στις πρώτες ημέρες μετά το τέλος του πολέμου, ο Σέλενμπεργκ βρίσκεται ανεξήγητα στη Σουηδία. Εχει, μάλιστα, την άνεση να γράψει και βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Στους διαδρόμους της εξουσίας. Το βιβλίο εκδίδεται το 1948 και, όπως φαίνεται, η πρωτότυπη έκδοσή του έγινε στην αγγλική γλώσσα.

Στην πραγματικότητα, η εικόνα αυτή (επαφές, αδέξιοι βομβαρδισμοί, ατελέσφορες στρατιωτικές κινήσεις, άγρια αντίσταση στην Ανατολή και μαλθακότητα στη Δύση, διαφορετική στάση του πολιτικού πληθυσμού κλπ.) δείχνει έναν παράγοντα που ξεπερνά πολύ τη συγκεκριμένη πολιτική και στρατιωτική συγκυρία: Δείχνει την, ας την πούμε έτσι, «ιστορική όσμωση» μεταξύ Γερμανίας και δυτικών δυνάμεων, σαν κρατών που συμμετέχουν σε ένα κοινό κοινωνικοϊστορικό σχηματισμό – που είναι, όπως είναι γνωστό, ο καπιταλιστικός.

Σε μερικές κρίσιμες στιγμές, η «όσμωση» αυτή φαίνεται σε όλο της το βάθος. Η διαφορετική στάση στα μέτωπα ήταν ένα τέτοιο δείγμα. Μια άλλη παράξενη και αγνοημένη περίπτωση μας δείχνει, ίσως πιο πολύ, το ίδιο.

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης έγινε σε δύο κύματα, που κράτησαν από ένα 24ωρο το καθένα. Στο πρώτο κύμα, συμμετείχαν κυρίως βρετανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν την κυρίως πόλη. Στο δεύτερο, συμμετείχαν κυρίως αμερικανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν τις γύρω από την πόλη περιοχές. Μεταξύ των δύο κυμάτων, βρετανικοί και αμερικανικοί ΡΣ προειδοποιούν τον πληθυσμό και του δίνουν οδηγίες να συγκεντρωθεί σε ορισμένες περιοχές για να αποφύγει τους βομβαρδισμούς, πράγμα που ο πληθυσμός κάνει. Βέβαια, το πρόβλημα είναι ότι το δεύτερο κύμα βομβαρδίζει ακριβώς αυτές τις περιοχές όπου υπάρχουν και τα πιο πολλά θύματα – ωστόσο, το θέμα δεν βρίσκεται εδώ: Βρίσκεται στο ότι ο πληθυσμός της Δρέσδης αποδεικνύεται ότι άκουγε (και «άκουγε») τους βρετανικούς και αμερικανικούς σταθμούς σε μαζική κλίμακα. Οι γερμανικές εκπομπές του ΡΣ της Μόσχας αποδείχτηκαν πολύ λιγότερο αποτελεσματικές…20

Υπάρχουν ενδείξεις ότι και οι ναζιστικοί βομβαρδισμοί παρουσίαζαν, συχνά, «συμμετρική» εικόνα.
Ενας κάτοικος του Μάντσεστερ, μιας από τις βρετανικές πόλεις που γνώρισαν τους χειρότερους βομβαρδισμούς, έδωσε στο γράφοντα την εξής εικόνα:

Τα γερμανικά αεροπλάνα πετούν πάνω από την πόλη σε σχετικά χαμηλό ύψος και με σχετικά μικρή ταχύτητα. Οι βόμβες τους χτυπούν άγρια την πόλη, προκαλώντας πολλά θύματα και εκτεταμένες καταστροφές. Ωστόσο, δεν χτυπούν τα εργοστάσια «Τσάμπερλεν», παρ’ όλο που βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Ιργουελ, που διασχίζει την πόλη και φωτίζεται και από το φως της σελήνης. Και ευτυχώς για την πόλη του Μάντσεστερ, η οποία τη γλιτώνει, κυριολεκτικά, πολύ φτηνά. Γιατί τα εργοστάσια αυτά είναι εργοστάσια πυρομαχικών και εργάζονται 24 ώρες το 24ωρο. Είναι γεμάτα εκρηκτικά. Μια μόνο βόμβα είναι αρκετή όχι για να καταστρέψει απλώς αλλά για να σβήσει τελείως από την επιφάνεια της γης όλη την πόλη και τα περίχωρα της. Και, όμως, αυτή η βόμβα, σε βομβαρδισμούς που κρατούν σχεδόν 10 μήνες, δεν πέφτει.

Πού οφειλόταν αυτή η παράδοξη αδεξιότητα των Γερμανών αεροπόρων; Δύσκολο να το πει κανείς. Δεν έχουμε, όμως, το δικαίωμα να υποψιαστούμε ότι έπαιξε κάποιο ρόλο το γεγονός ότι τα εργοστάσια Τσάμπερλεν ήταν μέρος του μεγάλου (και πολύ γνωστού και σήμερα) μονοπωλίου της χημείας ICI (Imperial Chemicals Industries), του οποίου η σύνδεση με γερμανικά συμφέροντα δεν ήταν μυστικό για κανένα;

Αλλωστε, αυτή η σύμφυση εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, και την επιδεικτική πολιτική του «κατευνασμού», δηλαδή της ανοχής ή και της υποκίνησης και ενίσχυσης των επιθετικών ενεργειών της ναζιστικής Γερμανίας.

«Ο (σ.σ., βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ) Τσάμπερλεν ήταν ένας από τους μεγαλομετόχους της ICI, συνεταιρικής εταιρίας της IG Farben, της οποίας ο Πρόεδρος Χέρμαν Σμιτς βρισκόταν στο ΔΣ της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών».21

Αυτή η κατάσταση είχε και στρατιωτικές συνέπειες. Ετσι, π.χ., η βρετανική αεροναυπηγική βιομηχανία υπερκαλύπτει κανονικά, σε όλη τη διάρκεια της Μάχης της Αγγλίας, τις απώλειες της RAF. Οι αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα έλλειψης πυρομαχικών και βλημάτων. Μια εκδήλωση του φαινομένου είναι και η περίφημη ναυτική υπεροχή, γιατί, για τη διατήρηση της, ακόμα και σε ειρηνική περίοδο (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις καταστροφές και τις απώλειες των ναυμαχιών), απαιτείται μια κολοσσιαία βιομηχανική βάση σε κατάσταση λειτουργίας.

Τέλος, στο πολύπλοκο κουβάρι των αντιθέσεων του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου αξίζει να αναφέρουμε και το περίφημο θέμα του «Δεύτερου Μετώπου». Είναι γνωστό ότι, για δύο χρόνια, το μέτωπο αυτό δεν ανοίγει, αφήνοντας τη Γερμανία να πολεμά σχεδόν ανενόχλητη στην Ανατολή.

Σήμερα, τα στοιχεία που έχουμε είναι υπεραρκετά για να αποδειχτεί ότι η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν σε στρατιωτικούς λόγους αλλά στο ότι «οι βρετανοαμερικανικοί κύκλοι, που είχαν, το 1938-39, προωθήσει την πολιτική του Μονάχου, ξανακερδίζουν επιρροή».

Ακόμα περισσότερο, γνωρίζουμε το πλήρες σχέδιο. Το ανέπτυξε το 1943 στο Φράνκο ο πρεσβευτής της Βρετανίας στη Μαδρίτη σερ Σάμιουελ Χόαρ. Το σχέδιο πρόβλεπε ότι, όταν οι σοβιετικές δυνάμεις προωθηθούν, ύστερα από παρατεταμένη και δαπανηρή προσπάθεια, στην Κεντρική Ευρώπη, θα βρουν απέναντί τους (και, αν χρειαστεί, αντιμέτωπες) άφθαρτες και ετοιμοπόλεμες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Προβλέπει, δηλαδή, ακριβώς εκείνο που έγινε.

Εδώ σημειώνουμε ότι η επιλογή και των προσώπων δεν ήταν τυχαία. Είναι προφανές ότι η Βρετανία θεωρεί τον σερ Σάμιουελ Χόαρ σαν τον πιο κατάλληλο πρεσβευτή στη Μαδρίτη για δύο λόγους:

α) Γιατί, σαν ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Ν. Τσάμπερλεν, υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους αρχιτέκτονες του Μονάχου.

β) Γιατί, αν εξαιρέσουμε το Χίτλερ, το Μουσολίνι και τους παρομοίους, ήταν αυτός που πιο πολύ συνετέλεσε στη νίκη του Φράνκο.

————————————————————-

* Το κείμενο είναι το τελευταίο κεφάλαιο από το βιβλίο «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σκέψεις για μερικές πλευρές του» του αξέχαστου Θανάση Παπαρήγα. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Αθήνα 1996.

Αποτελεί το πρώτο μιας σειράς κειμένων και άρθρων που θα δημοσιεύσει η ΚΟΜΕΠ το 2005, που συμπληρώνονται 60 χρόνια από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και ενώ διεξάγεται από τις αστικές τάξεις μια τεράστιας κλίμακας επιχείρηση να ξαναγραφτεί η Ιστορία στα μέτρα τους.

1. Ludo Martens: «Un autre regard sur Staline, Editions EPO, Βρυξέλλες 1994, σελ. 268.

2. Τα σχετικά ντοκουμέντα κυριολεκτικά αφθονούν. Δε θα μας απασχολήσουν εδώ. Αρκεί να πούμε ότι υπάρχει ακόμα και εγκύκλιος, υπογεγραμμένη από τον Χ. Γκέρινγκ στις 21.5.41, δηλαδή πριν από την εισβολή, που προέβλεπε την απαγόρευση της μεταφοράς τροφίμων από περιοχές της ΕΣΣΔ σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ (G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine, vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 163).

3. Υπάρχει και ένα άλλο ερωτηματικό. Πολλοί ιστορικοί διαπιστώνουν ότι από το τέλος του 1942 πολλαπλασιάζονται κατακόρυφα τα σεμινάρια και οι παρόμοιες «επιμορφωτικές» δραστηριότητες του σώματος των SS. Πού οφειλόταν αυτό; Μέχρι σήμερα, δεν έχει διευκρινιστεί. Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη ότι αυτό οφειλόταν στην πορεία του πολέμου στην Ανατολή: Εχει πάρει τόσο άγριο χαρακτήρα ώστε ακόμα και τα SS κλονίζονται.

4. Αυτό παρουσιάζεται πολύ χαρακτηριστικά και στην κινηματογραφική παρουσίαση της επιχείρησης από τους Αμερικανούς. Αλλο στοιχείο της ταινίας (πλήρως σύμφωνο με την ιστορική αλήθεια) είναι η παντελής απουσία της Λούφτβαφε. Οι Γερμανοί δεν διαθέτουν ούτε ένα αεροπλάνο και γι’ αυτό εξετάζουν απεγνωσμένα τα μετεωρολογικά στοιχεία: Αν διασκορπιστεί η ομίχλη, είναι τελείως έκθετοι στα αμερικανικά πλήγματα από τον αέρα.

5. Στο βορειοδυτικό άκρο της Γερμανίας, στα σύνορα με τη Δανία.

6. «Αυτή η στάση, που εξηγείται από ταξικές αιτίες -ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη, ακόμα και προσωρινά εχθρικά, υπάρχει πάντα μια κάποια αλληλεγγύη που κάνει ένα συμβιβασμό δυνατό ή, εν πάση περιπτώσει, πιο πιθανό από ό,τι με την ΕΣΣΔ- είχε ενισχυθεί από την πολιτική του κατευνασμού των δυτικών δυνάμεων, που παρατάθηκε πέρα από την κήρυξη του πολέμου. Επιτρέπει να καταλάβουμε την αλλαγή μετώπου της Βέρμαχτ στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1940» (G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine», vol. II, Editions Sociales,Paris 1964, σελ. 219).

7. G. Forster, R. Lakowski, 1945 ,Das Jahr der endgultigen Niederlage der faschistischen Wehrmacht, Militarverlag der DDR, Berlin 1985, σελ. 330-332.

8. Η σκηνή που περιέχει το βιβλίο Σφαγείο Νο 5 του Kurt Vonnegut, Jr., που εμφανίζεται πολύ γλαφυρά και στην ομώνυμη ταινία (σκηνοθεσία George Roy Hill) αντιστοιχεί πλήρως στην ιστορική αλήθεια.

9. Αυτό που θέλουμε εδώ να πούμε είναι ότι, στην ιμπεριαλιστική «κοινωνία» (;), η αγριότητα γίνεται ένα στοιχείο per se, που δεν υποτάσσεται εύκολα (και ούτε καν πάντα) σε πολιτικούς υπολογισμούς.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που μας επιτρέπουν να υποψιαστούμε ότι και η σοβιετική ηγεσία ανησυχεί έντονα για τις πιθανές πολιτικοϊδεολογικοψυχολογικές παρενέργειες του πολέμου.

10. Πράγμα που αποτελεί ένδειξη της ναζιστικής αντίληψης του πολέμου, δηλαδή του τρομοκρατικού πολέμου. Παράλληλα, δείχνει ότι μόνο η ύπαρξη της ΕΣΣΔ γλίτωσε τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης από μια ούτε καν τρομακτική απειλή. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο ύπουλη είναι εκείνη η προπαγάνδα μισοαποκατάστασης που καταδικάζει μόνο την εισβολή στην ΕΣΣΔ.
Ασφαλώς, αυτή η εισβολή ήταν το κύριο raison d’ etre του ναζισμού. Αυτό, όμως, καθόλου δεν σημαίνει (αντίθετα, συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου) ότι οι ναζιστικές κατακτήσεις στη Δυτική Ευρώπη, τα Βαλκάνια κλπ. δεν ήταν συμπτώματα της ναζιστικής αγριότητας και συνεπώς «νομιμοποιούνται».

11. Στην περίοδο Σεπτέμβρη 1939-Απρίλη 1940, τα βρετανικά αεροπλάνα ρίχνουν στη Γερμανία κυρίως προκηρύξεις. Από τις 3 ως τις 25 Σεπτέμβρη του 1939, η βρετανική αεροπορία έριξε στη Γερμανία συνολικά 18.000.000 προκηρύξεις (Ι. Μ. Μάισκυ, «Πόλεμος, Ποιος βοήθησε το Χίτλερ;», Εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1966, σελ. 13).

12. Ενα χαρακτηριστικό γεγονός αποκαλύπτει μια πλευρά της ουσίας της υπόθεσης. Ενώ 3 ολόκληρα χρόνια βομβαρδισμών δεν έχουν κατορθώσει να θίξουν τη γερμανική βιομηχανία, το Σεπτέμβρη του 1944 παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στην ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας, μια απότομη πτώση της πολεμικής παραγωγής: Εχασε τις πετρελαιοπηγές του Πλοέστι, που περιήλθαν στα χέρια του σοβιετικού στρατού.

13. Για να είμαστε δίκαιοι προς όλους, πρέπει να πούμε ότι οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν επανειλημμένα ενημερώσει τη διοίκηση της αεροπορίας για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των αεροπορικών βομβαρδισμών.

14. «Συνολικά, η παραγωγική ικανότητα της (σ.σ., γερμανικής) βιομηχανίας είχε μειωθεί κατά το ένα πέμπτο. Λιγότερο ακόμα στη σιδηρουργία (10%) και στη χημική βιομηχανία (15%). Τα κέντρα κατοικίας είχαν πληγεί περισσότερο από τα εργοστάσια και αυτό δεν ήταν καρπός της τύχης» (G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine» vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 229). Σημειώνουμε ότι μερικοί αναλυτές βλέπουν τέτοιου είδους φαινόμενα και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

15. Η λεπτομέρεια αυτή επιβεβαιώνει πολύ ανάγλυφα όλα όσα λέμε σχετικά. Παράλληλα, αποκαλύπτει ένα άλλο στοιχείο: Μπαίνοντας στο Βερολίνο, ο σοβιετικός στρατός βρίσκει μια πόλη ήδη καταστραμμένη. Οι άγριες οδομαχίες ολοκληρώνουν την καταστροφή. Στο κεφάλαιο των βομβαρδισμών, πρέπει να υπολογιστεί και ένα νέο είδος βομβαρδισμών, που κάνει την εμφάνιση του στην τελευταία φάση του πολέμου: Πρόκειται για τους μη αεροπορικούς βομβαρδισμούς, δηλαδή για τους πυραυλικούς βομβαρδισμούς.
Από το Γενάρη του 1944 και συγκεκριμένα από τις 13 Γενάρη, η ναζιστική Γερμανία αρχίζει τη χρήση των πυραύλων «V». Η ονομασία τους προέρχεται από το αρχικό των λέξεων «Vergeltungswaffe» (όπλο ανταπόδοσης). Ο πρώτος τύπος που χρησιμοποιήθηκε ήταν το V-1. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν 10.500 V-1, από τους οποίους οι 2.500 έπληξαν το Λονδίνο. Οι πύραυλοι «V-1» παρουσίαζαν πολλές ατέλειες: Η ταχύτητα τους, αν και μεγαλύτερη των αεροσκαφών της εποχής, ήταν πάντα σχετικά περιορισμένη, δεν παρουσίαζαν καμιά δυνατότητα τηλεκατεύθυνσης και παρουσίαζαν υψηλό δείκτη ανασφάλειας: Πολλοί εξερράγησαν στον αέρα ή έπεσαν στη θάλασσα. Το βασικότερο ελάττωμα τους ήταν ότι μπορούσαν να αχρηστευτούν από τα βρετανικά παράκτια πυροβολεία.
Στις 8 Σεπτέμβρη του 1944, η ναζιστική Γερμανία άρχισε τη χρήση του νέου πυραύλου «V-2». Ο τύπος αυτός είχε μεγαλύτερη ταχύτητα, μεγαλύτερο βεληνεκές, παρουσίαζε τα πρώτα σημάδια τηλεκατεύθυνσης και ήταν εντελώς απρόσβλητος από την αντιαεροπορική άμυνα. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν 4.300 πύραυλοι «V-2», από τους οποίους 1.402 στη Βρετανία, από τους οποίους 517 στο Λονδίνο.
Παρά τις μεγάλες ατέλειες τους, οι πύραυλοι αυτοί (και ιδιαίτερα ο «V-2») αποδείχτηκαν πολύ επικίνδυνοι, προκαλώντας πολλά θύματα (πάνω από 35.000) και μεγάλες καταστροφές. Πιθανότατα, μόνο η κατάληψη των βάσεων εκτόξευσης τους από τις συμμαχικές δυνάμεις έσωσε το Λονδίνο από την πλήρη εξαφάνιση από το πρόσωπο της γης.

16. «Οταν έπεσε η Γερμανία, ο Στόκτον και ο Μπεν εξασφάλισαν φορτηγά που τα έστειλαν στο ρωσικό τομέα, ξεσήκωσαν πολύτιμο υλικό από τα κτίρια της ITT και τα αεροδρόμια και τα μετέφεραν στον αμερικανικό τομέα» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 157).
Πρόκειται για τον Σόσθενς Μπεν, ιδρυτή (1920) της ITT, και τον Κένεθ Στόκτον, δεξί χέρι του Μπεν, αντιστράτηγο των ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, ενδιάμεσο σε επιχειρηματικές επαφές της ITT με τη ναζιστική Γερμανία σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Κάτι παρόμοιο έγινε και σε ένα άλλο πολύ σοβαρό τομέα. Στις τελευταίες ημέρες του πολέμου, ειδικό συνεργείο των ένοπλων δυνάμεων των ΗΠΑ προωθήθηκε ανεξάρτητα στις ακτές της Βαλτικής, στην περιοχή του Ρόστοκ. Εκεί, παρέλαβε το διευθυντικό προσωπικό της γερμανικής πυραυλικής βιομηχανίας, δηλαδή πολλές δεκάδες άτομα και, μεταξύ τους, το γνωστό μηχανικό Βέρνερ φον Μπράουν, τα επιστημονικά υλικά και ντοκουμέντα τους και τα πιο σημαντικά τεχνικά τους όργανα -υλικά συνολικού βάρους άνω των 11 τόνων- και, ύστερα από μυθιστορηματικό ταξίδι, τα μετέφεραν στον αμερικανικό τομέα. Αυτό κινδύνευε να δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια όχι μόνο με τους Σοβιετικούς, που ήταν η δύναμη κατοχής της Βορειοανατολικής Γερμανίας, όπου βρίσκεται το Ρόστοκ, αλλά και με τους Βρετανούς, που ήταν η δύναμη κατοχής της Βορειοδυτικής Γερμανίας. Αλλά το ίδιο έγινε και σε άλλες χώρες.
«Η Standard Oil δεν λυπήθηκε χρήματα για όπλα, δώρα και αεροπλάνα, ώστε αμέσως μετά τη μεταπολίτευση στη Ρουμανία, στις 30 Αυγούστου του 1944, όταν ο βασιλιάς Μιχαήλ απαίτησε την παραίτηση του στρατάρχη Ανέσκου και κήρυξε τον πόλεμο στον Χίτλερ, όσο ο Κόκκινος Στρατός δεν είχε μπει ακόμα στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας την αντίσταση των Γερμανών, να στείλει εκεί ειδική αποστολή του ΤΣΥ με επικεφαλής τον Ράσελ Ντορ, συνεταίρο του Ντόνοβαν στο δικηγορικό γραφείο που είχε στην Ουόλ Στριτ. Η ομάδα του ΤΣΥ, που πήγε αεροπορικώς στο Βουκουρέστι από το Κάιρο, κατόρθωσε να κλέψει τα αρχεία της ρουμανικής και της γερμανικής κατασκοπείας και τα απόρρητα επιστημονικά έγγραφα που είχαν σχέση με τη μελέτη των προοπτικών ανάπτυξης της πετρελαιοβιομηχανίας στη Ρουμανία» (Γ. Σεμιόνοφ, Διατάσσεσαι να επιζήσεις, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1986, σελ. 52).
Η υπηρεσία που αναφέρεται σαν ΤΣΥ (Τμήμα Στρατηγικών Υπηρεσιών) ήταν, στην πραγματικότητα, η OSS (Organisation for Strategic Studies – Οργάνωση Στρατηγικών Μελετών). Ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1941 και θεωρείται ο πρόδρομος της CIA.
Ο «Ντόνοβαν» ήταν ο Τζόζεφ Ντόνοβαν, πρώτος διευθυντής της OSS.
Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί μπορούσαν να κάνουν, σε τόσο περιορισμένο χρόνο, τόσο απελπιστικά δύσκολες επιχειρήσεις έχει πολύ μεγάλη σημασία.
Οι επιχειρήσεις αυτές (παράδειγμα, η επιχείρηση στις ακτές της Βαλτικής) θα ήταν εντελώς αδύνατο να γίνουν χωρίς προηγουμένη -και πιθανότατα μακρόχρονη- συνεννόηση. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι στην πραγματικότητα κλασικές ενδείξεις «ιστορικής όσμωσης» και, όπως είδαμε, όχι μόνο με τη ναζιστική Γερμανία, αλλά με ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. Είναι φανερό ότι εξηγούν σοβαρές πτυχές των μεταπολεμικών πια γεγονότων.

17. Ο πόλεμος στην Ασία, όπου το στοιχείο της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας είναι πολύ πιο αδύνατο ή εμφανίζεται μόνο έμμεσα, θα ήταν επίσης πολύ διδακτικός σε συμπεράσματα.
Κατ’ αρχήν, στις παραμονές του πολέμου, το βιομηχανικό δυναμικό της Ιαπωνίας δεν υπερβαίνει το 10% εκείνου των ΗΠΑ. Αυτό, μαζί με διαφόρους στρατηγικούς παράγοντες, θα έχει ένα πολύ σοβαρό αποτέλεσμα: Ενώ οι ΗΠΑ μπορούν άνετα να βομβαρδίζουν την Ιαπωνία, εκείνη δεν μπορεί να κάνει το ίδιο στις ΗΠΑ. Πολύ γρήγορα, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν: Παρά την πολύχρονη προετοιμασία της, η Ιαπωνία υφίσταται τεράστιες απώλειες στη θάλασσα και τον αέρα. Στους ιαπωνικούς ουρανούς κυριαρχούν τα αεροπλάνα των ΗΠΑ. Οι βομβαρδισμοί είναι εξοντωτικοί. Υπολογίζεται ότι το Τόκιο βομβαρδίστηκε με συνολική ισχύ 13 Χιροσίμα. Μετά το Γενάρη του 1945, η ιαπωνική πολεμική αεροπορία δεν υπάρχει πια.
Οι απώλειες στη θάλασσα είναι εφιαλτικές. Το Σεπτέμβρη του 1945, έμενε στην Ιαπωνία εμπορικός στόλος συνολικού ακαθάριστου εκτοπίσματος μόνο 1.400.000 τόνων, έναντι 6.000.000 το 1940 και παρά το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου είχε ναυπηγηθεί στόλος συνολικού ακαθάριστου εκτοπίσματος 4.100.000 τόνων.
Το 1945, η Ιαπωνία έχει φτάσει στο χείλος της πλήρους εθνικής καταστροφής, και πιθανότατα το έχει ξεπεράσει. Η βιομηχανία δεν λειτουργεί, στόλος δεν υπάρχει, οι καταστροφές είναι μεγάλες, ενώ η αποστράτευση του κολοσσιαίου Αυτοκρατορικού Στρατού και η επιστροφή περίπου 6.000.000 Ιαπώνων εποίκων από τα πρώην κατεχόμενα εδάφη σπρώχνουν τα πράγματα ως το λιμό. Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης, η βιομηχανική παραγωγή είναι κάτω από το 50% του επιπέδου του 1936 και, σύμφωνα με μερικούς υπολογισμούς, του 1930.
Είναι πολύ πιθανό ότι η Ιαπωνία θα είχε πάψει τελείως να υπάρχει χωρίς τη βοήθεια των ΗΠΑ σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα, χημικά προϊόντα κλπ., που αρχίζει από την πρώτη μεταπολεμική ημέρα. Εν μέρει για να ανακουφιστεί η καταστροφική επισιτιστική κατάσταση και εν μέρει λόγω πολιτικών υπολογισμών, οι ΗΠΑ επιτρέπουν, από το 1946 κιόλας, την αλιεία έξω από τα ιαπωνικά χωρικά ύδατα, πράγμα που προκαλεί τις διαμαρτυρίες των άλλων χωρών του Ειρηνικού.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στην Κίνα και στην Κορέα πείθουν τις ΗΠΑ ότι η Ιαπωνία «χρειάζεται» για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στην ΕΣΣΔ. Ετσι, αρχίζει μια πολιτική ενίσχυσης που επιτρέπει μια, αργή στην αρχή, αλλά αναμφισβήτητη, βιομηχανική άνοδο. Στα 1955, η βιομηχανική παραγωγή έχει ήδη, επιτέλους, ξεπεράσει (κατά 50%) το επίπεδο του 1934-36. (Τα στοιχεία προέρχονται από την Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεις Κ. Εμμανουήλ-Δ. Κιτσία & Σία, Αθήνα 1970, λήμμα «Ιαπωνία», σελ. 296-347).
Σημειώνουμε ότι και στην περίπτωση της Ιαπωνίας η Επιθεώρηση Στρατηγικών Βομβαρδισμών των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολεμική παραγωγή της το 1945 θα είχε, λόγω της καταστροφής του στόλου, μειωθεί στο 40-50% του 1944, ακόμα και χωρίς τους βομβαρδισμούς (στο ίδιο, σελ. 310).
Πιθανώς χωρίς αυτούς, όμως, δεν θα είχε δημιουργηθεί το αναγκαίο «κενό» για την ανάκαμψη από την κρίση.
Η περίπτωση της Ιαπωνίας και η ομοιότητα της με τη Γερμανία (αν και στην Ιαπωνία οι καταστροφές φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερες) δείχνουν ακριβώς αυτό που έλεγε ο Μαρξ για την καπιταλιστική ανάπτυξη και, αργότερα, «κωδικοποίησε» ο Λένιν: Η πορεία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι μια πορεία γενικά μεν ανοδική, αλλά όχι αδιάκοπα ανοδική. Και αυτό γιατί «δεν μπορεί να εξελιχθεί χωρίς δύο βήματα εμπρός και ένα (και, καμιά φορά, ολόκληρα δύο) πίσω».

18. «Η στάση της συμφιλιωτικής μερίδας της αστικής τάξης της Βρετανίας και της Γαλλίας θα ήταν ακατανόητη εάν δεν προσθέταμε ότι, σε κάθε προσάρτηση, ή σχεδόν, είχαν γίνει συμφωνίες, είτε σε επίπεδο κυβερνήσεων είτε σε επίπεδο επιχειρηματιών, που επέτρεπαν την εκκαθάριση, με κέρδος, των γαλλικών και βρετανικών συμφερόντων στα προσαρτημένα εδάφη. Αυτό έγινε με την Αυστρία, αυτό θα γίνει και με την Τσεχοσλοβακία. Ακόμα και μετά την ήττα και στη διάρκεια της κατοχής της Γαλλίας, αυτή η συνεργασία δεν θα σταματήσει σε μερικούς τομείς» (G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine, vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 104).
Ο Higham αναφέρει ότι, στις 22.9.1939, έγινε στη Χάγη συνάντηση ανάμεσα στον Φρανκ Α. Χάουαρντ, αντιπρόεδρο της Standard Oil και μέλος του ΔΣ της Chase και τον Φριτς Ρίνγκερ της IG Farben. Στη συνάντηση αυτή, πέραν των πολλών άλλων, υπογράφηκε και συμφωνία ότι η συνεργασία θα συνεχιστεί «ανεξάρτητα από την είσοδο στον πόλεμο των ΗΠΑ» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 66).
Σε όλα αυτά, ο Higham βλέπει μια φοβερή και τρομερή «αμερικανοναζιστική συνωμοσία». Εκείνο που πράγματι υπήρχε ήταν η «φυσιολογική» λειτουργία του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

19. Ηταν η περίφημη ITT (σημερινή ATT). Ο Higham γράφει ότι ο Σέλενμπεργκ διορίστηκε επειδή προστάτευε την εταιρία, με «εικονικό μισθό» (Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 139). Τόσο αλτρουιστής, ο Σέλενμπεργκ; Αμφιβάλλουμε. Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι και ο Χίμλερ υπερασπίζει την εταιρία «με όλη του τη δύναμη» (στο ίδιο).

20. Μια ιδιόμορφη τροπή αυτής της «ιστορικής όσμωσης» δείχνει και ένα άγνωστο περιστατικό.
Οπως είναι γνωστό, η ναζιστική ηγεσία είχε καταρτίσει το λεγόμενο «Γενικό Σχέδιο» (General Plan). Σ’ αυτό το σχέδιο, αναφέρονταν οι γενικές σκέψεις της, οι προβλέψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση κλπ.
Το ίδιο το «Γενικό Σχέδιο» δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Γνωστά είναι μόνο μερικά ντοκουμέντα που αναφέρονται σαν συνημμένα σ’ αυτό. Οσον αφορά στην ήττα που ολοφάνερα πλησιάζει, σχεδόν όλα τα ντοκουμέντα αυτά επικεντρώνονται στην ανάγκη διάσπασης των συμμάχων και συμπαράταξης της Γερμανίας με τις δυτικές δυνάμεις.
Σχεδόν όλα, το τονίζουμε. Γιατί έχει βρεθεί ένα το οποίο βλέπει την κατάσταση διαφορετικά: Ενώ παραμένει στην προσπάθεια διάσπασης των συμμάχων, προτείνει τη συμπαράταξη με την ΕΣΣΔ.
Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο ενδιαφέρον, γιατί τεκμηριώνει το συλλογισμό του με το εξής επιχείρημα:
Στην Ανατολή, η αντίσταση όχι μόνο του στρατού («μέτωπο») αλλά και του λαού («Εσωτερική δύναμη αντίστασης») παραμένει άθικτη. Στη Δύση, αντίθετα, «το μέτωπο βρίσκεται σε πλήρη διάλυση, η εσωτερική δύναμη αντίστασης απέναντι στις δυτικές δυνάμεις έχει περιοριστεί σε μικρά ή ελάχιστα τμήματα του στρατού».
Ο υπαινιγμός είναι σαφής: Με τόση και τέτοια «εσωτερική δύναμη αντίστασης», η Γερμανία δεν κινδυνεύει από τον «μπολσεβικισμό». Από την άλλη, όπως λέγεται ανοιχτά στο ντοκουμέντο, δεν έχει τίποτα να προσφέρει στις δυτικές δυνάμεις. Γι’ αυτό, πρέπει να κάνει χωριστή ειρήνη με την ΕΣΣΔ.
Αυτό θα είναι ωφέλιμο και για τα δύο μέρη:
α) Για τη Γερμανία, γιατί θα αποφύγει την καταστροφή. Για να μη μιλήσουμε για το ότι, αλλιώς, «ο γερμανικός λαός, θα υποδουλωθεί για δεκαετίες, μακροπρόθεσμα θα γίνει ο μισθοφόρος της ξηράς ενάντια στην Ανατολή για τη Βρετανία, ενώ, στην εσωτερική πολιτική ζωή, θα νικήσουν η αντίδραση και ο καπιταλισμός σε μια έκταση που θα κάνει αδύνατη κάθε σοσιαλιστική οικοδόμηση».
β) Για την ΕΣΣΔ, γιατί, με το τέλος του πολέμου, η συμμαχία της με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία θα τελειώσει και, μαζί της, τα οποιαδήποτε οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα. Αλλωστε, «η Γιάλτα έδωσε στη Ρωσία μόνο μια περιορισμένη (και αυτή συνεχώς συζητήσιμη) επιρροή στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη» και «η ήττα της Γερμανίας από τις δυτικές δυνάμεις σημαίνει για την ΕΣΣΔ την παράταση του πολέμου μέσω ενός Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου».
Γι’ αυτό, η Γερμανία θα κάνει χωριστή συμφωνία ειρήνης με την ΕΣΣΔ και θα συμβάλει στο να γίνει αυτό και με την Ιαπωνία, ώστε «να αποκρουστεί η βρετανοαμερικανική επιρροή στην Κίνα». Θα βοηθήσει την ΕΣΣΔ στη μεταπολεμική της ανόρθωση, θα αναγνωρίσει τα συμφέροντα της ΕΣΣΔ παντού και θα τη βοηθήσει να προωθηθεί όπου θέλει (π.χ.. Ειρηνικό, Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο κλπ.), θα αναγνωρίσει «τις σοβιετικές δημοκρατίες, Πολωνία, Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, Φινλανδία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μακεδονία, Ελλάδα και, ενδεχομένως, Τουρκία».
Μόνοι όροι τα σύνορα του 1914 για τη Γερμανία, αναγνώριση της επιρροής της στη Βόρεια και Βορειοδυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα ενάντια στη Βρετανία, και «ισχυρότερη επιρροή» στην Αυστρία.
Τέλος, οι δύο χώρες θα κάνουν, «με βάση το πρότυπο των 16 (;) Σοβιετικών Δημοκρατιών του 1943», ένα συνασπισμό, τη «Σοσιαλιστική Ενωση», όπου «η διαμόρφωση της εσωτερικής κατάστασης παραμένει, από κάθε άποψη, ελεύθερη για τους επιμέρους λαούς» (Forster-Lakowski, 1945…, σελ. 245).
Το ντοκουμέντο έχει ημερομηνία 5 Απρίλη του 1945.0 συγγραφέας του είναι άγνωστος και βρέθηκε μέσα στα έγγραφα της «κυβέρνησης» Ντένιτς.
Αναντίρρητα, ο συγγραφέας του ντοκουμέντου κάνει μια πολύ νηφάλια ανάλυση της κατάστασης. Μερικές από τις διαπιστώσεις του, αν τις δει κανείς εκ των υστέρων, φαίνονται σαν πραγματικά προφητικές.
Από την άλλη μεριά, ο συγγραφέας, με ένα πολύ τολμηρό stretch of imagination:
α) Διαπιστώνει την «ιστορική όσμωση», την οποία θεωρεί επικίνδυνη αλλά και εγγύηση.
β) Αγνοεί την «ιστορική όσμωση», αφού ζητά από το γερμανικό ιμπεριαλισμό να δεχτεί μια συνέχιση της κυριαρχίας του χωρίς καταπολέμηση και, μάλιστα, με επέκταση σε όλο τον κόσμο της ηγεμονίας των επαναστατικών δυνάμεων.
Φυσικά, η Ανώτατη Διοίκηση έκανε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή εκείνο που συνέφερε τον ιμπεριαλισμό.
Το ερωτηματικό που υπάρχει είναι μήπως αυτό το ντοκουμέντο, που φαίνεται να είναι μοναδικό στο είδος του, ήταν πλαστό. Πλαστό όχι με την έννοια της γνησιότητας της συγγραφής, αλλά με την έννοια της σκοπιμότητας. Υπάρχει, δηλαδή, η περίπτωση να γράφτηκε ειδικά για να βρεθεί και να παρακινήσει τους δυτικούς συμμάχους σε μια αντισοβιετική προσέγγιση με τη Γερμανία.

21. Charles Higham: «Αμερικανο-ναζιστική συνωμοσία», εκδ. «Καρρέ», Αθήνα 1985, σελ. 29.

22. G. Badia: «Histoire de l’ Allemagne contemporaine», vol. II, Editions Sociales, Paris 1964, σελ. 188.