Πλευρές του αντικομμουνισμού στην ιστοριογραφία και την πολιτική («κόκκινη τρομοκρατία», «ιστορία της καθημερινότητας», «θεωρεία του ολοκληρωτισμού», κ.α.)

 

Του Νίκου Παπαγεωργάκη

Οι ταξικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις του 20ού αιώνα, οι ταξικοί «εμφύλιοι πόλεμοι» ανεξάρτητα από το αν είχαν πάντα ξεκάθαρους στόχους, επιτυχή ή όχι κατάληξη, απέδειξαν ότι ο καπιταλισμός δεν είναι παντοδύναμος. Ανέδειξαν ξεκάθαρα τον αντιδραστικό πλέον ρόλο της πλουτοκρατίας, του ιμπεριαλισμού, τη δυνατότητα και αναγκαιότητα ανατροπής του ως προϋπόθεση της υλοποίησης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Σήμερα όμως, 88 χρόνια μετά την πρώτη νικηφόρα προλεταριακή Οκτωβριανή επανάσταση, 60 χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ευρώπης από το φασισμό, 56 χρόνια μετά τον ένοπλο λαϊκό αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), ένας άλλος ανεπίσημος «πόλεμος» συνεχίζεται από τη μεριά της αστικής τάξης και των απολογητών της. Εχοντας ήδη νικήσει προσωρινά στον πόλεμο με το σοσιαλισμό συνεχίζουν έναν άλλον. Εναν πόλεμο κατά της επιστήμης, με οτιδήποτε συμβάλλει στη συνειδητή αντίληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Στρατηγικός στόχος, η υπεράσπιση και διαιώνιση του κοινωνικού συστήματος του καπιταλισμού. Για την επιτυχία αυτού του στόχου έχουν ανάγκη πρωτίστως από μια τακτική που θα αποκρούει και θα αναιρεί οποιαδήποτε προσπάθεια (σε ιδεολογικό ή πρακτικό επίπεδο) αμφισβήτησης του συστήματος, που θα τσακίζει πρώτ’ απ’ όλα οτιδήποτε θέλει να αμφισβητήσει την καρδιά του συστήματος, δηλαδή τις ταξικές σχέσεις ιδιοκτησίας, την καπιταλιστική ιδιοποίηση του αποτελέσματος της διαδικασίας παραγωγής και διανομής

«ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ» ΜΙΑ «ΝΕΑ» ΟΨΗ ΤΗΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ;

Η «αναθεώρηση» της ιστορίας, που τόσο προβάλλεται από ακαδημαϊκούς δασκάλους και εφημερίδες, πήρε πολύ πιο συγκεκριμένες διαστάσεις στην Ελλάδα, κυρίως μετά το συνέδριο του Βόλου (Οκτώβρης 2000), όπου ο Στάθης Καλύβας αρχίζει να προβάλλει τη «ριζοσπαστική» του επιστημονική έρευνα.

Μια έρευνα που -εκτός των άλλων- επιδιώκει να πείσει ότι η ιστορική έρευνα δεν μπορεί να δώσει συνολικές απαντήσεις και συμπεράσματα για το παρελθόν, δεν μπορεί να εξετάζει το «γενικό» και το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει είναι να ερευνά το «μερικό», δηλαδή μόνο επιμέρους πτυχές της πραγματικότητας, ώστε από το άθροισμα των μερικών να προκύψει το αληθινό γενικό και συνολικό.

Ο ίδιος επιλέγει το γεωγραφικό περιορισμό στην περιοχή της Αργολίδας και τον «κοινωνικό περιορισμό» στη στρατιωτική («τρομοκρατική» όπως την αποκαλεί) δράση του ΚΚΕ. Το «μερικό» γίνεται «μερικότερο», καθώς από την ένοπλη δράση επιλέγει μόνο αυτή που σχετίζεται με τμήματα του ντόπιου πληθυσμού και με τα Τάγματα Ασφαλείας. Το «ειδικό» ή «μερικό» δεν εξετάζεται στη διαλεκτική του σχέση με το «γενικό», αλλά απολυτοποιείται ως μια αυτοτελής αλήθεια, που αν και «επιμέρους» έχει αξίωση να γίνει και γενικώς παραδεκτή. Ομως στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε παρακάτω. Εδώ απλώς σημειώνουμε, ότι ο ίδιος ο Καλύβας και οι ομοϊδεάτες του δεν είναι συνεπείς ούτε σε αυτό που υποστηρίζουν, γιατί αν και θιασώτες των τοπικών μαρτυριών, αποφεύγουν σκόπιμα να στηριχτούν σε τοπικές μαρτυρίες τόσων και τόσων συγγραφέων κομμουνιστών.

Είχε προηγηθεί η αντίστοιχου περιεχομένου ομιλία του στο Λονδίνο, τον Απρίλη του 1999. Ωστόσο, μεγαλύτερη προβολή φαίνεται ότι απολαμβάνει ένας επίτιμος καθηγητής Ιστορίας σε Κολέγιο του Λονδίνου, ο Mark Mazower, που από το 1994 ως το 2002 έχει εκδώσει στην Ελλάδα (μεταφρασμένα από τα αγγλικά) 4 βιβλία. Οι αντιλήψεις του περί (ανα)θεώρησης της ιστορίας γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρες το 2000, όταν αναλαμβάνει την επιμέλεια ενός τόμου «After the War Was Over».1

Σ’ αυτόν τον τόμο συμπεριλαμβάνεται και η εργασία του Στ. Καλύβα «Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», που μπήκε στο στόχαστρο μιας πλειάδας ιστορικών (διαφορετικών ιδεολογικών, πολιτικών και «ιστορικών» αντιλήψεων), κυρίως μετά την εμφάνιση του «μανιφέστου» των Στ. Καλύβα – Ν. Μαραντζίδη.2 Είχε προηγηθεί ένα παρόμοιο άρθρο του Στ. Καλύβα,3 ακριβώς την παραμονή της ελληνικής έκδοσης του «Μετά τον Πόλεμο».

Εκ των υστέρων ο γράφων απέκτησε την πεποίθηση ότι το εν λόγω άρθρο γράφτηκε για να απαντήσει προκαταβολικά σε όσους ακριβώς θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν την «επιστημονικότητα» της έρευνάς του καθώς και την «αμεροληψία» της.

Σ’ εκείνο λοιπόν το άρθρο ο Στάθης Ν. Καλύβας, με την «αυθεντία» που του προσδίδει ο τίτλος του «τακτικού καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale,4 ανακάτευε την υπόθεση Τσενάι με το Μακεδονικό και τη δεκαετία του 1940, για να «αποδείξει» ότι «… αμφισβητείται έντονα και επιτακτικά η δυνατότητα επιστημονικής διερεύνησης της πρόσφατης ιστορίας μας όταν αυτή ανατρέπει κατεστημένες δοξασίες και προκαταλήψεις».5 Τόση γενικολογία από έναν λάτρη του «ειδικού», μάλλον ξενίζει τους αμύητους!

Είναι τόσο «αποστασιοποιημένος» και «αμερόληπτος» όσο και η θέση του: «Είναι γενικά παραδεκτό (σ.σ. πάλι γενικολογία;) πως στο επίπεδο του δημοσίου λόγου, οι κυρίαρχες ερμηνείες για την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου προέρχονται από τους απροκάλυπτα στρατευμένους μύθους που κατασκευάστηκαν στα πλαίσια της εμφύλιας σύρραξης. Ο μεταπολεμικός μύθος επεβλήθη από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου ενώ μεταπολιτευτικά τη σκυτάλη την πήραν οι επίγονοι των ηττημένων». (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).

Την ίδια «αμερόληπτη» άποψη, ειδικά για την περίοδο της μεταπολίτευσης έχει βέβαια και ο Κ. Μητσοτάκης. Ο τελευταίος τουλάχιστον την εξέφρασε πλέκοντας ταυτόχρονα εγκώμια στον Νικ Γκέιτζ και στην «Ελένη» του.6 Το πολιτικό του εκτόπισμα δε χρειάζεται φτιασίδια «αποστασιοποίησης» και «ουδετερότητας» για να εκφράσει τον αντικομμουνισμό του. Ο Στ. Καλύβας όμως τα έχει ανάγκη.

Παραβλέποντας ταυτόχρονα τη διαφορά του ρεπορτάζ από την ιστορία, αναγάγει τις συνεντεύξεις που πήρε από «διάφορους» (οι περισσότεροι δεν αναφέρονται καν ονομαστικά) σε ιστορικές πηγές. Το ότι -έστω κι απ’ την πλευρά της «κοινωνικής ανθρωπολογίας»- οι συγκεκριμένοι εκφράζουν τη γνώμη που έχουν σήμερα για τα τότε γεγονότα και δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς οι ίδιοι τα έβλεπαν τότε, δε φαίνεται να ενοχλεί τον Στ. Καλύβα. Και για να τονίσει την «αποστασιοποίηση» επιλέγει -με άγνωστα για μας κριτήρια- γνώμες και αναμνήσεις αμφότερων κατά τη γνώμη του πλευρών. Αυτό όμως δεν είναι τίποτ’ άλλο από μηχανιστική επιβολή στην ιστοριογραφία, του παραλόγου της στατιστικής: Το ένα χέρι στη φωτιά, το άλλο στον πάγο, άρα η μέση θερμοκρασία σώματος είναι κανονική!

Ο υπερθετικός της «αντικειμενικότητας» των πηγών του «νέου κύματος», όπως επίσης λέγεται, είναι τα πρακτικά των δικών της, περιόδου του εμφυλίου. Ενώ υπάρχει μια γενικότερη παραδοχή ότι αυτές ήταν δίκες σκοπιμότητας, δίκες- παρωδία, όπου πολλές φορές μαυροφορεμένοι κατήγοροι αναλάμβαναν σε επαγγελματική βάση την ψευδορκία (μερικές φορές είχαν τέτοιο ζήλο, που αναγνώριζαν και λάθος πρόσωπα ως κατηγορούμενους), ο Στ. Καλύβας θέλει να μας πείσει ότι σχεδόν αποτελεί νεωτερισμό και κατόρθωμα εκ μέρους του η αξιοποίηση τέτοιων πηγών. Μόνο που άργησε πολύ. 55 χρόνια και παραπάνω! Ούτε η θεωρία των τριών γύρων, μήτε τα περί «εγκληματικών στοιχείων» που αποτέλεσαν το ΔΣΕ μπορούν ν’ αποκτήσουν φρεσκάδα, πόσο μάλιστα επιστημονικό κύρος. Αλλωστε, η πηγάδα του Μελιγαλά, που ο Στ. Καλύβας θέλει να τη γεμίσει με «… περίπου 800 έως 1000 άτομα»,7 έχει προ καιρού χάσει την αξία της ως σημαία της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας.

Παρ’ όλο που επικρίνει όλους όσους διαφωνούν μαζί του για «περίεργη αδυναμία απεμπλοκής από τις ιδεολογικές και συναισθηματικές αγκυλώσεις που μας κληροδότησε η δεκαετία του 1940»,8 ο ίδιος αποκαλύπτει καθαρά τη δική του ιδεολογική αντικομμουνιστική «αγκύλωση» σχολιάζοντας το Δεκέμβρη του ‘44. 9

Πέρα όμως από την ιδεολογική του εμπάθεια, η μεθοδολογία του εμφανίζει πολύπλευρες και σοβαρές αδυναμίες. Η ιστοριογραφία έχει ξεπεράσει εδώ και έναν αιώνα τουλάχιστον μεθοδολογικές και ερμηνευτικές «αγκυλώσεις», όπως αυτές του Στ. Καλύβα. Μπόρεσε π.χ. να ξεφύγει από μηχανιστικές αντιλήψεις απλής καταγραφής γεγονότων ή συγκόλλησης επιμέρους ιστοριών; 10 Η «ριζοσπαστική» μεθοδολογία της «νέας» σχολής αμφισβητεί ξανά πράγματα αποδεδειγμένα, ένα κατακτημένο πλέον επιστημονικό επίπεδο. Ομως δεν υπάρχει ανάγκη να βάλουμε το δάχτυλο στην πρίζα για να μάθουμε ότι το ρεύμα μπορεί να σκοτώσει. Ο τρόπος που ο Στ. Κ. και οι υποστηρικτές του εξετάζουν το παρελθόν ίσως να είναι ο μόνος που μπορεί να στηρίξει τα συμπεράσματα που θέλουν να βγάλουν (το ΚΚΕ τρομοκρατούσε, ήταν αποκομμένο από τις πραγματικές ανάγκες της πλειοψηφίας των απλών ανθρώπων, σταθερή και κύρια πρόθεσή του ήταν η ένοπλη σύγκρουση για την κατάληψη της εξουσίας και οι απάνθρωπες σφαγές του υποχρέωσαν τους απλούς ανθρώπους να ανταπαντήσουν με άλλες ένοπλες ομάδες κ.ά.), δεν ανταποκρίνεται όμως καν στα καταγεγραμμένα γεγονότα.

Για λόγους συντομίας θα περιοριστούμε στο ζήτημα της ένοπλης αντίστασης, που αποτελεί βασική παράμετρο σ’ αυτά που γράφει ο Στ. Καλύβας.

Η μεθοδολογία του τον οδηγεί πρώτ’ απ’ όλα στην απομόνωση της ένοπλης πάλης απ’ όλες τις άλλες κοινωνικές εξελίξεις και στη μεταφυσική αναγωγή της σε μοναδικό ιστορικό φαινόμενο της εποχής:

Υποτιμάται, αν δεν αποσιωπάται πλήρως, ο χαρακτήρας του πολέμου, η τριπλή φασιστική κατοχή της Ελλάδας και οι πολύπλευρες δυσμενείς επιπτώσεις της για το λαό (με αποκορύφωμα τη λιμοκτονία πάνω από 300.000 ανθρώπων). Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι εύκολο να αγνοηθεί ο χαρακτήρας και ο ρόλος των κατοχικών κυβερνήσεων, σε ποιους μηχανισμούς (των στρατιωτικών συμπεριλαμβανομένων) στηρίχθηκαν, καθώς και η επίδραση που άσκησαν στην κοινωνία οι πολιτικοί σχηματισμοί που στήριξαν ή εναντιώθηκαν στην Κατοχή.

Αποσιωπούνται (και όχι βέβαια από άγνοια) οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες που προηγήθηκαν της ένοπλης (δηλαδή ποιοτικά ανώτερης μορφής) απελευθερωτικής πάλης (και όχι απλά «ένοπλες συρράξεις»), βρίσκονταν σε συνεχή αλληλεπίδραση με αυτή και αποτέλεσαν βασική προϋπόθεση για την επιτυχή της έκβαση. Ωσάν το Εργατικό ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ, η Αλληλεγγύη να υπήρχαν σε άλλο πλανητικό σύστημα. Ακόμα και στο τοπικό επίπεδο της Αργολίδας (χώρο της βασικής όπως είπαμε «έρευνας» του Καλύβα), το ΕΑΜ αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με στρατιωτικές ή «τρομοκρατικές» του αποφάσεις, που μάλιστα τις εμφανίζει συμπληρωματικές ως προς τις αντίστοιχες του ΚΚΕ.

Φυσική απόρροια των παραπάνω είναι και η αποσιώπηση της ταξικής διάστασης (ποιες κοινωνικές δυνάμεις τάχθηκαν με ποιον).

Αγνοώντας λοιπόν τα συνολικά ιστορικά γεγονότα και τη μεταξύ τους διαλεκτική σχέση, πολύ εύκολα η έρευνα της «τοπικής» ιστορίας γίνεται «ιστοριούλα» (παραμύθι), όπως αυτές που κατασκευάζει ο Στ. Καλύβας.

Με τη φόρα που έχει πάρει, εκτός του ότι η ένοπλη οργανωμένη αντίσταση (η συνειδητή δηλαδή επιλογή να ριψοκινδυνεύσεις την ίδια σου τη ζωή) γεννάται, όπως ισχυρίζεται, από τις προσωπικές «βεντέτες» και τις ανθρώπινες ματαιοδοξίες, σε λίγο ίσως ισχυριστεί ότι και οι σημαντικότατες κινητοποιήσεις του άμαχου λαού (π.χ. ενάντια στην επιστράτευση, οι απεργιακοί αγώνες της εποχής κλπ.) ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού της «κόκκινης τρομοκρατίας» που άσκησε πάνω τους το μόνιμα «καχύποπτο» ΚΚΕ!

Η «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΕΚΦΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ

Κατά τη γνώμη μας η «έρευνα» του Στ. Κ. είναι η πιο προωθημένη θέση ενός ρεύματος που ο Μ. Μαζάουερ προσπαθεί να αναδείξει σε κυρίαρχο και στην ελληνική ιστοριογραφία, αφού έχει ήδη κάνει θραύση στο χώρο της Δυτικής Ευρώπης εδώ και δεκαετίες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην εισαγωγή του στο σύγγραμμα στο οποίο αναφερόμαστε, ο Μαζάουερ χρησιμοποιεί αυτούσιο το γερμανικό όρο Alltagsgeschichte (ιστορία της καθημερινότητας),11 δίνοντας έμφαση σε μια γερμανική «σχολή» που αναδείχτηκε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80, η υποτιθέμενη επιστροφή του ατόμου στο προσκήνιο της ιστορικής μελέτης ενοποιήθηκε με τη «σχολή» της «ιστορίας της καθημερινότητας».

Το ότι ο όρος «Alltagsgeschichte» στερείται επιστημονικής ακρίβειας και το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη «σχολή» με την ακριβή έννοια αναγνωρίζεται και από τους ίδιους τους οπαδούς της: η «καθημερινότητα» (Alltag) χαρακτηρίζεται ως «συναθροιστικός όρος για διαφορετικές φόρμες και προσεγγίσεις των καθημερινών εμπειριών ανθρώπων».12 Στόχος αυτής της «σχολής» όσο κι αυτής της «ιστορίας της ιδιοσυγκρασίας» (Mentalitatsgeschichte) ασχολούμενες αρχικά κατά κύριο λόγο με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (ίσως γιατί συνειδησιακά και συναισθηματικά αυτός ο πόλεμος αντιμετωπίζεται από τις πλατιές μάζες με μια σχετικά μεγαλύτερη απάθεια) και μετά με το Δεύτερο, είναι να αναδείξουν επιμέρους πλευρές εξελίξεων, επιμέρους γεγονότα ή ακόμα και επιμέρους αντιλήψεις και συναισθήματα ομάδων και ατόμων (π.χ. φαντάρων, οικογενειών που μέλη τους βρίσκονται στο μέτωπο, εργατών σε μια επιχείρηση κλπ.) σε κύριο παράγοντα της ιστορικής εξέλιξης. Της προσδίδουν μάλιστα την «επαναστατική» ονομασία «ιστορία από τα κάτω». 13

Αυτονομούν και αυτοί το «μερικό» από το «γενικό» και προσπαθούν να το αναδείξουν σε κύριο παράγοντα των ιστορικών αλλά και γενικότερα των κοινωνικών εξελίξεων. Ασχολούμενοι μ’ αυτόν τον τρόπο με τους δυο καταστροφικότερους πολέμους της ιστορίας της ανθρωπότητας, πολύ ευκολότερα μπορεί να αποσιωπηθεί ο χαρακτήρας του ιμπεριαλισμού, ο ρόλος της χρηματιστικής ολιγαρχίας και των πολιτικών της εκφραστών στην εξόντωση λαών.

Η βία (όπως και στο Στ. Καλύβα) αυτονομείται από το ερώτημα ποια κοινωνική τάξη την επιδιώκει κάθε φορά και για ποιο σκοπό. «Χάνει» τις κοινωνικές της αιτίες και ο πόλεμος στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται ως μεταφυσικό πεπρωμένο, ως αποτέλεσμα σταδιακής όξυνσης προσωπικών παθών και συγκρούσεων.

Εκτός των άλλων, μ’ αυτόν τον τρόπο, ως τμήμα της κυρίαρχης ιστοριογραφίας της άρχουσας τάξης, στενά συνδεδεμένης με την κυρίαρχη πολιτική συνέβαλλαν και στην προετοιμασία της λαϊκής συνείδησης για την αποδοχή θρησκευτικών-πολιτικών πράξεων αντίθετων προς την ιστορική πραγματικότητα.

Ετσι εξελίχθηκε σε «εύκολη υπόθεση» η αγιοποίηση του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας από τη ρωσική ορθόδοξη εκκλησία και του τελευταίου Κάιζερ της Αυστρίας από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Για να μην «υποτιμηθεί» και ο ρόλος του άλλου τελευταίου Κάιζερ, αυτού της Γερμανίας, η γερμανική κυβέρνηση διενεργεί τακτικά επίσημες τελετές σε ναό αφιερωμένο στη μνήμη του «ευσεβούς» αυτού χριστιανού. Πρόσωπα, που στις σημερινές συνθήκες θα δικάζονταν ως «εγκληματίες πολέμου», αποκτούν ξανά την «ιερότητα» της αίγλης που έχει ανάγκη το σύστημα για την εντονότερη χειραγώγηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο «Μεγάλος Πόλεμος» (όπως προσπαθούν χρόνια τώρα να τον επιβάλουν στη λαϊκή συνείδηση κυρίως στη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία) καταγράφεται «μεγάλος», όχι μόνο ως προς τον αριθμό των θυμάτων του. Αποκτά «μεγαλείο» και ως προς τον «ηρωισμό» των εκατομμυρίων που διαμέλισαν τις σάρκες τους στα πεδία των μαχών για να χορτάσουν για άλλη μια φορά οι πλουτοκράτες.

Οταν το 1961 ο Φριτς Φίσερ τόλμησε στο έργο του14 να θέσει ως πρώτος μη κομμουνιστής στη Γερμανία το ζήτημα της πρωταρχικής ευθύνης της Γερμανίας για τον πρώτο πόλεμο (άσχετα από το πώς εμείς κρίνουμε συνολικά το βιβλίο αυτό), ξέσπασε η λεγόμενη «διαμάχη των ιστορικών» με την εμπλοκή και του επίσημου δυτικογερμανικού πολιτικού κατεστημένου, ακόμα και του τότε καγκελάριου (Λ. Ερχαρντ) και υπουργού Αμυνας (Γ. Στράους).

Η διαμάχη αυτή οδήγησε τελικά, μετά από μια εικοσαετία περίπου, στην αποδοχή της θέσης του Φίσερ από το μεγαλύτερο μέρος της δυτικογερμανικής ιστοριογραφίας. Σ’ αυτό βέβαια είχαν συμβάλει τόσο η ιστοριογραφία στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ), όσο και η σταθερή δέσμευση του σοσιαλιστικού κράτους να μην ξεκινήσει ποτέ ξανά πόλεμος από γερμανικό έδαφος.

Οταν όμως άρχισε να διαφαίνεται η μεγάλη πιθανότητα προσάρτησης της ΓΛΔ, η συζήτηση περί ευθυνών δεν ικανοποιούσε τη γερμανική χρηματιστική ολιγαρχία, στη φάση μάλιστα της προετοιμασίας της και για είσοδο σε καινούργιους πολέμους. Το ότι την ίδια περίοδο αυτές οι σχολές έχαιραν μεγάλης εκτίμησης, ιδιαίτερα στον επίσημο τύπο του γερμανικού στρατού και στα περιοδικά πολεμικής ιστορίας, κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι.

Για όσους οι παραπάνω «ιστορικές αλήθειες» δε φαντάζουν και τόσο πειστικές, οι «σχολές» που αναφέραμε διαθέτουν κι άλλες παραλλαγές στο απολογητικό τους μενού:

Ο Πρώτος Πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της «μοιραίας συνάντησης» της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης με τους «ιμπεριαλιστικούς» πόθους των στρατοκρατών σε διάφορες μεγάλες χώρες και των «εθνικισμών» των αντίστοιχων λαών, με επίσης δεδομένη τη μοιραία «ανικανότητα των ευρωπαϊκών ηγετικών στρωμάτων να αναγνωρίσουν ή να αποδεχτούν στρατιωτικούς νεωτερισμούς και κοινωνικές εντάσεις».15 Υποστηρίζουν λοιπόν ότι οι «εθνικισμοί» ώθησαν τη σοσιαλδημοκρατία στη στήριξη του πολέμου κι όχι η συνειδητή της ένταξη και στήριξη του ιμπεριαλιστικού συστήματος! Αποκρύπτουν ότι τα αίτια ύπαρξης των «στρατοκρατών» είναι η ανάγκη προώθησης και επιβολής με όλα τα μέσα των συμφερόντων του κεφαλαίου, την ταξική σύνδεση μεταξύ της οικονομικής κυριαρχίας και της στρατιωτικής οργάνωσης και επιθετικότητας της πολιτικής εξουσίας.

Μελετώντας το «ειδικό», επιλέγεται συνειδητά η αγνόηση της πρωταρχικής αιτίας των ιμπεριαλιστικών πολέμων: το «μοιραίο» βίαιο ξαναμοίρασμα της παγκόσμιας τράπουλας (νέες σφαίρες επιρροής και νέες αγορές για την εξασφάλιση πρώτων υλών και τη διάθεση κεφαλαίων και εμπορευμάτων), ως προσαρμογή – αντιστοίχιση στις ανακατατάξεις και στις νέες ισορροπίες εντός του ιμπεριαλιστικού συστήματος!

Εντελώς «συμπτωματικά» η ίδια η σημερινή γερμανική σοσιαλδημοκρατία αξιοποιεί αυτή την εκδοχή για τα αίτια του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία: όχι τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της Γερμανίας και των ΗΠΑ, αλλά οι «εθνικισμοί» έφεραν τον πόλεμο! Και για τον πόλεμο στο Ιράκ φταίει ο «κακός», «θρησκόληπτος» Μπους!

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Απολυτοποιώντας μια προπαγανδιστική φράση του στρατηγού Ντε Γκωλ (κατά το διάστημα της εξορίας του στην Αγγλία) περί του «τριαντακονταετούς πολέμου του 20ού αιώνα» ενοποιούν τους δύο πολέμους, όχι σε σύνδεση με τη φύση του καπιταλισμού και τις επεκτατικές του τάσεις, όχι σε σχέση με την ανάγκη του γερμανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου να αποκτήσει μεγαλύτερο κομμάτι της παγκόσμιας αγοράς, αλλά σε σχέση με «τις ανικανοποίητες φιλοδοξίες της γερμανικής στρατοκρατίας».

Ο «ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ» Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ»

Οι Μαζάουερ, Καλύβας και Σια, θέλοντας με καθυστέρηση μιας δεκαπενταετίας να εισάγουν και στην Ελλάδα τις «νέες» απολογητικές αντιλήψεις στην ιστοριογραφία, ήταν υποχρεωμένοι να τις «επικαιροποιήσουν», λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους το «νέο» ρεύμα που αποκαλούμε «ιστορικό ρεβιζιονισμό» (Geschichtsrevisionismus).

Το ρεύμα αυτό στην ουσία του δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια αναγέννηση του δόγματος του ολοκληρωτισμού. Τα χρονικά όρια που χωρίζουν το παλιό με το νεότερο δόγμα είναι δυσδιάκριτα.

Η «αυθεντική» θεωρία του ολοκληρωτισμού ξεκίνησε ως πολιτική απολογητική μιας συγκεκριμένης μορφής άσκησης της δικτατορίας του κεφαλαίου πάνω στο προλεταριάτο και τα άλλα λαϊκά στρώματα (της αστικής δημοκρατίας), που αποσιωπώντας τον ταξικό χαρακτήρα του φασισμού ως μια άλλη μορφή αστικής εξουσίας, αντιπαραβάλλει από κοινού το φασισμό και τη σοσιαλιστική εξουσία («κόκκινο φασισμό») με τη «δυτική δημοκρατία».

Εμφανιζόμενη κατά την περίοδο της ανόδου του ιταλικού και γερμανικού φασισμού εξυπηρετούσε την αστική τάξη στην πάλη της με το εργατικό – κομμουνιστικό κίνημα για το κέρδισμα μικροαστικών στρωμάτων, στην προσπάθειά της δηλαδή στις συγκεκριμένες συνθήκες να αποτρέψει τη συγκρότηση αντιφασιστικών μετώπων με τους κομμουνιστές.

Ο αστός πολιτικός Τζιοβάνι Αμέντολα (στον οποίο αποδίδεται συχνά η πατρότητα του όρου) αρχικά χρησιμοποίησε τον όρο «ολοκληρωτικό» (totalitario), ένα χρόνο μετά την άνοδο του ιταλικού φασισμού στην εξουσία, για να προσδιορίσει το σύστημα που ήθελε να εγκαθιδρύσει ο Μουσολίνι. Λίγο αργότερα όμως θα αναπτύξει περισσότερο το συλλογισμό του περιγράφοντας τόσο το φασισμό όσο και τον κομμουνισμό ως «ολοκληρωτική αντίδραση στο φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία». Την ίδια εποχή, ο ιερέας Ντον Λουίτζι Στούρτσο16 ήταν αναλυτικότερος. Η μόνη διαφορά που εντόπιζε ήταν ότι «ο μπολσεβικισμός είναι μια κομμουνιστική δικτατορία ή ένας αριστερός φασισμός και ο φασισμός είναι μια συντηρητική (sic!) δικτατορία ή ένας δεξιός μπολσεβικισμός»!17 Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες εμφανίστηκαν πολύ πιο «προχωρημένοι» στις εκλογές του 1932 αναγράφοντας σε εκλογικό πλακάτ μεταξύ άλλων, τα παρακάτω: «κομμουνιστές και εθνικοσοσιαλιστές παλεύουν μαζί (…). Τους ενώνει η ίδια τρομοκρατία, τα ίδια ψέματα, το ίδιο μίσος. (…) Οποιος εκλέγει κομμουνιστικά, εκλέγει εθνικοσοσιαλιστικά».18

Η έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου ανέκοψε την τάση επιβολής αυτού του πολιτικού δόγματος ως κυρίαρχου. Δεν μπορούσε άλλωστε να βρει λαϊκό έρεισμα σε μια περίοδο που το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, με το όπλο στο χέρι, με τον πρωτοπόρο πολιτικό του ρόλο στην αντιφασιστική συσπείρωση (αντιφασιστικά μέτωπα) και με το τρανό παράδειγμα της θυσίας εκατοντάδων χιλιάδων κομμουνιστών σ’ αυτόν τον πόλεμο, είχε κατακτήσει στην πράξη τη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Η αναγκαστική αποδοχή από τις ιμπεριαλιστικές «συμμαχικές δυνάμεις» του πρωτεύοντος ρόλου της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ στην έκβαση του πολέμου κατά των δυνάμεων του Αξονα δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την καλλιέργεια τέτοιων αντιλήψεων.

Το πέρασμα όμως στην περίοδο του «Ψυχρού Πολέμου»19 έφερε εκτός των άλλων και το δόγμα αυτό ξανά στο προσκήνιο του θεωρητικού και πολιτικού οπλοστασίου του ιμπεριαλισμού. Οσο «πειστικότερα» εξισώνονταν ο κομμουνισμός με το φασισμό, τόσο ευκολότερα μπορούσαν να επιβληθούν και τα απαιτούμενα μέτρα στην κατεύθυνση της επανεγκαθίδρυσης της απόλυτης κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού. Σ’ αυτές τις θεωρίες στηρίχθηκε κατά μεγάλο μέρος η αντικομμουνιστική υστερία (από την επιτροπή αντιαμερικανικών υποθέσεων του Μακάρθυ μέχρι την απαγόρευση κομμουνιστικών κομμάτων ανά την υφήλιο -της «δημοκρατικής» Δυτικής Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης- «και των παραφυάδων αυτών» (συνδικάτα, φιλειρηνικά κινήματα κλπ.).

Εξισώνοντας τη δικτατορία του προλεταριάτου (την πιο προωθημένη μορφή δημοκρατίας) με το φασισμό δημιουργείται αυτόματα και η «απαίτηση» της αντιμετώπισής της με τα ίδια ή τουλάχιστον με παρόμοια μέσα: καταστολή της «πέμπτης φάλαγγας» (ή του «εσωτερικού εχθρού») στην ενδοχώρα (βλέπε κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα) και οικονομικές θυσίες από τα λαϊκά στρώματα για ασύλληπτους εξοπλισμούς για το χτύπημα του «εξωτερικού εχθρού». Ακόμα και οι απανταχού «προληπτικές» ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις έβρισκαν στήριγμα σ’ αυτούς τους συλλογισμούς. Από την «πρωτοπόρα» και «αριστερού» προφίλ Χάννα Αρεντ (Hannah Arendt) και το αγγλικό της σύγγραμμα «Στοιχεία και καταβολές ολοκληρωτικής εξουσίας» (1951), το «κλασσικό» πια «Ολοκληρωτική δικτατορία και δεσποτισμός» (Totalitarian Dictatorship and Autocracy) των Carl Joachim Friedrich και Zbigniew Brzezinski (1956) μέχρι τους επιγόνους τους των δεκαετιών ’60-’70, τα παραπάνω παραμένουν κοινά και αναλλοίωτα χαρακτηριστικά.20

Ταυτόχρονα όμως, κανένας απ’ αυτούς τους «εχθρούς του ολοκληρωτισμού» δεν έθιξε -έστω ακροθιγώς τουλάχιστον- την επανένταξη ανώτατων στελεχών του χιτλεροφασισμού σε ανώτατες θέσεις του δυτικογερμανικού κράτους (πολιτικοί, δικαστές, στρατιωτικοί της Βέρμαχτ κλπ.), ακόμα και στα ανώτατα επιτελεία του ΝΑΤΟ. Πολλοί από αυτούς δήλωναν μάλιστα και περήφανοι για το ναζιστικό παρελθόν τους.21 Απαίτηση βέβαια από αυτούς δεν μπορούσε να έχει κανείς για μια ιστορική κριτική προσέγγιση του γεγονότος ότι οικονομικοί παράγοντες (βιομήχανοι, τραπεζίτες) που στήριξαν ενεργά (ακόμα και από διοικητικές και κομματικές θέσεις) το φασισμό και τον πόλεμο, εξασφαλίζοντας και τα ανάλογα οικονομικά οφέλη, παρέμειναν και μετά τον πόλεμο ως βασικοί «παίκτες» της γερμανικής οικονομικής ολιγαρχίας. Πόσο μάλιστα να ασχοληθούν και με τη συμβολή του διεθνούς κεφαλαίου (ιδιαίτερα του αμερικανικού) στον επανεξοπλισμό της χιτλερικής Γερμανίας και στην από κοινού εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των εγκλεισμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο «ΝΕΟΣ» ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΥ
ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μετά από μια σχετική κάμψη που βίωσε το «ρεύμα» του «ολοκληρωτισμού» τη δεκαετία του ’70, κάμψη που σχετίζεται άμεσα με την ιμπεριαλιστική πολιτική «προσέγγισης» των σοσιαλιστικών χωρών και με την σχετική ύφεση που επιτεύχθηκε στον τομέα των πυρηνικών εξοπλισμών, η δεκαετία του ’80 (ιδιαίτερα από τα μέσα της και μετά) αποτέλεσε την απαρχή της «ανανέωσής» του με τη μορφή του ρεβιζιονισμού (αναθεωρητισμού).

Η μόνη ποιοτική διαφορά (αλλά αρκετά ανησυχητική για πολλούς ιστορικούς ακόμα και πέρα των ορίων της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας) είναι ότι παύει πλέον να αξιοποιείται η συγκριτική μεθοδολογία για την ανάδειξη των «ομοιοτήτων» των «δύο τύπων ολοκληρωτισμού» και καλλιεργείται η ιδέα ότι ο «κόκκινος ολοκληρωτισμός» αν δεν ήταν χειρότερος, ήταν τουλάχιστον ο «πρωταρχικός», που αναγκαστικά επέφερε ως αντίδραση το φασιστικό «ολοκληρωτισμό».

Χαρακτηριστικά για τα παραπάνω είναι τα όσα γράφει ένας από τους πιο επιφανείς Γερμανούς «ιστορικούς αναθεωρητές», ο Ερνστ Νόλτε (Ernst Nolte).22 Ξεκινώντας με την προσπάθεια σχετικοποίησης («εξανθρωπισμού» θα μπορούσαμε να πούμε) μέσω της ανάδειξης απάνθρωπων (όχι όμως και πάντα πραγματικών) ενεργειών άλλων εθνών,23 καταλήγει στα «ρηξικέλευθα» συμπεράσματα ότι η ιστορία του φασισμού είναι υποκειμενική, μιας και γράφτηκε από τους νικητές (γι’ αυτό άραγε τι έχει να πει ο Στ. Καλύβας;), ότι ο μαρξισμός και ο κομμουνισμός μεταβίβασαν στο φασισμό μεθόδους και πρότυπα, ότι ο φασισμός είναι αντίγραφο του κομμουνισμού, κλπ. Οι απόψεις του φαίνονται ξεκάθαρα στις ρητορικές ερωτήσεις που θέτει: «Δεν ήταν το αρχιπέλαγος GULag προγενέστερο του Αουσβιτς; Δεν ήταν οι «ταξικές δολοφονίες» το λογικό και πραγματικό πρότερο της «φυλετικής δολοφονίας» των εθνικοσοσιαλιστών; Μήπως το Αουσβιτς στηρίζονταν σε ένα παρελθόν που δεν ήθελε να εξαλειφθεί;». 24

Το γεγονός ότι διαβάζοντας κανείς το περιβόητο «ο αγών μου» βλέπει ξεκάθαρα ότι ο Χίτλερ ήταν αντισημίτης τουλάχιστον από το 1914, δεν εμποδίζει τον Ε. Νόλτε να πιστεύει ότι η «αντιιδεολογία» του αντισημιτισμού ήταν αντίδραση στο μπολσεβικισμό (που στα 1914 όχι μόνο δεν είχαν εξουσία αλλά και φαίνονταν να είναι μακριά από μια τέτοια πιθανότητα).

Το πιο «προχωρημένο» σημείο στα έργα του Νόλτε, που συγγενεύει και με τις θέσεις του Στ. Καλύβα, είναι η φανταστική κατασκευή ή η γενίκευση επιμέρους γεγονότων για την αθώωση των επιλογών του κεφαλαίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, «τα απάνθρωπα εγκλήματα» των μπολσεβίκων είναι αυτά που οδήγησαν τους αστούς ουσιαστικά σε μια «αμυντική αντίδραση». Οι αστοί, ο Χίτλερ, οι στρατοκράτες (ειδικά τώρα που εξέλιπε η ΕΣΣΔ) είναι στην ουσία αθώοι, αφού και η φασιστική ιδεολογία ήταν στην ουσία ιδεολογία υπεράσπισης της Γερμανίας και της αστικής της τάξης. (Το ποιος και γιατί ξεκίνησε τον πόλεμο σε πλήρη αντιστροφή – διαστροφή). Αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη το κατά πόσο αυτή η αποδεκτή από τους Γερμανούς αστούς απολογητική25 συγγενεύει με το φασισμό ή με τα συμπεράσματα του Στ. Καλύβα για την Εθνική Αντίσταση και το ΔΣΕ (π.χ. οι κομμουνιστές από το 1943 δεν έκαναν πια απελευθερωτικό πόλεμο αλλά πόλεμο για την κατάληψη της εξουσίας και τα «Τάγματα Ασφαλείας» δημιουργήθηκαν στην ουσία ως αντίδραση στην κόκκινη τρομοκρατία). Για την ουσία άλλωστε των «ριζοσπαστικών» αντιλήψεων του τελευταίου έχουν γραφτεί αρκετά. 26

«Συγγενής» με τους παραπάνω, αλλά κάπως πιο «προχωρημένος» είναι ένας άλλος «πυλώνας» του ιστορικού αναθεωρητισμού, ο Αντρέας Χίλγκρουμπερ. Στο βιβλίο του «Διπλή πτώση – η διάλυση (κατακερματισμός) του γερμανικού Ράιχ και το τέλος του ευρωπαϊκού εβραϊσμού»27 (όπου η επιλογή του ουδέτερου όρου «τέλος» φαίνεται εντελώς συνειδητή) περνά στην ηρωοποίηση πλέον των ναζιστικών στρατευμάτων. Ειδικά από τη σελ. 24 και μετά, όπου μιλάει για απελπισμένη και γεμάτη θυσίες προσπάθεια της Στρατιάς της Ανατολής να «προστατέψει τον πληθυσμό της γερμανικής Ανατολής από τα εκδικητικά όργια του Κόκκινου Στρατού, τους μαζικούς βιασμούς, τις αυθαίρετες δολοφονίες και τους υποχρεωτικούς (χωρίς δυνατότητα επιλογής) εκτοπισμούς, (…) που προσπάθησαν να διατηρήσουν ελεύθερο το δρόμο απόδρασης προς τη Δύση». Δεν υπάρχει βέβαια ούτε εδώ καμιά αναφορά για το ποιος και γιατί ξεκίνησε τον πόλεμο, ούτε καν το πού βρίσκονταν αρχικά η εν λόγω Στρατιά πριν την «υπεράσπιση της Ανατολής». Ισως για το συγγραφέα το Στάλινγκραντ και η Μόσχα να ανήκαν στη «γερμανική Ανατολή»! Η παραπάνω λογική, για να εμφανιστεί πειστικότερη, αξιοποιεί και τους αριθμητικούς συμψηφισμούς των θυμάτων του πολέμου.

Στα παραπάνω βέβαια προστίθεται και η πολυδιαφημιζόμενη «Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» του Στ. Κουρτουά, μόνο που εμφανίστηκε με καθυστέρηση 15 σχεδόν χρόνων!

 

ΜΙΑ ΜΕΡΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΥ»

Ασχετα από επί μέρους διαφορές στη μεθοδολογία των διάφορων «σχολών» της αστικής ιστοριογραφίας και της πολιτικής, ο βασικός τους προσανατολισμός βρίσκεται στην κατεύθυνση της απάλειψης της έννοιας της ταξικότητας στην ιστορία. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να τη δούμε με το «νέο μάτι» που επιβάλλουν (!) οι μεταψυχροπολεμικές συνθήκες. Στόχος είναι να αθωωθεί ιστορικά ο ιμπεριαλισμός ή τουλάχιστον να αγνοηθεί ο ρόλος του στις καταστροφές που υπέστη η ανθρωπότητα από τους πολέμους και τις υπόλοιπες «ηπιότερες» μορφές συγκρούσεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Και κυρίως, να παρεμβληθούν πρόσθετα ιδεολογικά τείχη θωράκισης του καπιταλισμού και άρα παρεμπόδισης στη ριζοσπαστικοποίηση συνειδήσεων. Βρίσκονται στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής τάξης.

Σ’ αυτό το κομβικό ζήτημα συναντιόνται τόσο οι «παλιές» σχολές, όπως του «ολοκληρωτισμού» και του «μετακαπιταλισμού» (ή της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας») όσο και οι «νέες» του «αναθεωρητισμού», του «τέλους της ιστορίας» και της Alltagsgeschichte.

Ιδιαίτερα οι «ιστορικοί ρεβιζιονιστές», μεσουρανώντας στη Γερμανία από το 1985 και μετά, προετοίμασαν ιδεολογικά το έδαφος για τις κατοπινές διώξεις των κομμουνιστών στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τις απαγορεύσεις ακόμα και αντίστοιχων συμβόλων και την αποκατάσταση των εγχώριων συνεργατών της ναζιστικής Γερμανίας ως «πατριώτες» και πρόδρομοι των σημερινών συνεργατών της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας.

Προετοίμασαν το έδαφος για τη Γερμανία, μετά την προσάρτηση της ΓΛΔ, να βγει ξανά έξω από τα σύνορά της με στρατιωτικά μέσα (Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν και όπου αλλού θεωρεί ότι τη συμφέρει), απαλλασσόμενη από το μεταπολεμικό καθεστώς αποστρατικοποίησης.

Αναδείχτηκαν σε ελίτ της ιστοριογραφίας και της πολιτικής σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένας εκ των πρωτεργατών του ιστορικού ρεβιζιονισμού στη Γερμανία ο Μίχαελ Στύρμερ (Michael Stόrmer) ήταν ταυτόχρονα και σύμβουλος του καγκελάριου Χέλμουτ Κολ.

Σε τελική ανάλυση έχουν συμβάλει στο γεγονός ότι ο (νεο)ναζισμός σηκώνει ξανά κεφάλι στη Γερμανία (και όχι μόνο), συμμετέχει στα τοπικά κοινοβούλια και χέρι-χέρι με τα μεγάλα κόμματα του συστήματος αντιστρέφουν τους ρόλους θύτη-θύματος, δίκαιου-αδίκου και αποκαθιστούν τη μνήμη ανθρώπων που μέχρι πρότινος θεωρούνταν (και με τη βούλα δικαστηρίων εγκλημάτων πολέμου) ως εγκληματίες.

Πρόσφατο είναι το παράδειγμα της τοποθέτησης τιμητικής πλάκας στις φυλακές «Φορτ Τσίνα» στο Τόργκαου για τους 117 εγκληματίες πολέμου που πέθαναν εκεί κατά το διάστημα 1950/53. «Τιμούν» επίσημα πλέον στοιχεία καταδικασμένα για την εκτέλεση Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και Εβραίων! Στην ίδια λογική εντάσσεται και η κατάργηση μνημείου στη Δρέσδη αφιερωμένου στους πεσόντες αντιφασίστες και η αντικατάστασή του με ένα στη μνήμη των θυμάτων του ολοκληρωτισμού. Μεταξύ των ονομάτων που αναφέρει, είναι τόσο αυτά των επίσημα καταδικασμένων ως εγκληματιών πολέμου όσο και δύο κοινών εγκληματιών, καταδικασμένων σε θάνατο για πολυάριθμες δολοφονίες, βιασμούς και ληστείες!

Σήμερα πλέον αποτελεί κοινοτοπία για πολλούς η εξίσωση του Στάλιν και του Χόνεκερ με το Χίτλερ.

Τα νέα ένοπλα αντιστασιακά-απελευθερωτικά κινήματα (Παλαιστίνη, Ιράκ κλπ.) συκοφαντούνται αποτελεσματικότερα αν ξεριζωθεί από τη μνήμη των λαών η εποποιία των παρτιζάνων της Ευρώπης. Σ’ αυτό δίνει μεγάλο βάρος ακόμα και η νέα γερμανική στρατιωτική ηγεσία. Ο στρατηγός ε.α. της Μπούντεσβερ το δήλωσε άλλωστε ξεκάθαρα στην περσινή ετήσια συνάντηση της «Ορεινής Ταξιαρχίας» (συνάντηση όπου συμμετέχουν τόσο εν ενεργεία στρατιωτικοί όσο και «βετεράνοι» φασίστες): «Δεν επιτρέπεται να υπάρχει κανενός είδους ταμπού στην επεξεργασία της ιστορίας. Αυτό αφορά ιδιαίτερα στον παρτιζάνικο αγώνα, που σε όλες τις περιόδους εμφανίζεται ωμός, χωρίς ιπποτισμό και επιφέρει περισσότερα θύματα στον άμαχο πληθυσμό, απ’ ό,τι οποιαδήποτε μάχη τακτικών στρατών»!28

Είναι δύσκολο ακόμα για τέτοιους θρασύδειλους να ισχυριστούν τέτοια πράγματα στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στο Λίντιτσε ή στο Μπάμπι Γιαρ. Κατάφεραν όμως ήδη αρκετά! Η αποκατάσταση του φασισμού στις Βαλτικές Χώρες και οι διώξεις κατά των πρώην παρτιζάνων είναι ήδη πραγματικότητα.

Και στο βαθμό που τα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη θα προσκολλούνται, κάτω από την ισχυρή αντεπαναστατική πίεση που δέχονται, σε αντικομμουνιστικές πολιτικές «ίσων αποστάσεων», τόσο οι παραπάνω εξελίξεις θα γενικεύονται.

Αντίθετα, η πλατιά συσπείρωση εργατικών, αντιφασιστικών, φιλειρηνικών μαζικών οργανώσεων γύρω από την υπεράσπιση της ιστορικής αξίας της λαϊκής πάλης, των λαϊκών μετώπων, του λαϊκού ένοπλου αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους πολέμους, του μπορεί να αντιστρέψει την κατάσταση. Η πλατιά αξιοποίηση των ιστορικών συμπερασμάτων του λαϊκού αγώνα, η υπεράσπιση της διαχρονικότητας των αξιών του, μπορεί να δώσει νέα ορμή στη δράση των λαϊκών δυνάμεων για την υπερνίκηση δυσκολιών, παλιών και νέων που παρουσιάζονται στο συσχετισμό δυνάμεων, στην πάλη τους για την απαλλαγή από τον ιμπεριαλισμό και τους πολέμους του. Δράση που θα γιγαντώνει πρώτ’ απ’ όλα σε εθνικό επίπεδο, σε κάθε χώρα.

Οι εκδηλώσεις που ήδη ξεδιπλώνονται σε όλη την υφήλιο με αφορμή τα 60χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης και το περιεχόμενό τους, μπορούν να αποτελέσουν την αρχή.
————————————————————————-

Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

1. Εκδόσεις «Princeton University Press», που το Νοέμβρη του 2003 εκδόθηκε και στα ελληνικά με τον τίτλο «Μετά τον Πόλεμο – Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

2. Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 8-9.11.2003.

3. Το σημειώνουμε αυτό γιατί και ο ίδιος ο Στ. Κ. το υπερτόνισε σε κατοπινό του άρθρο («ΤΑ ΝΕΑ», 19-20.6.2004) για να υπερασπίσει τις απόψεις του.

4. Στάθης Ν. Καλύβας: «Ποιοι φοβούνται την επιστημονική έρευνα της ιστορίας μας». «ΤΑ ΝΕΑ», 8-9.11.2003

5. Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 2.04.2004.

6. Στ. Καλύβας: «Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», στο Mark Mazower (με επιμέλεια), «Μετά τον Πόλεμο – Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960», εκδ. «Αλεξάνδρεια», 2003, σελ. 202 (υποσημείωση 64).

7. Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 8-9.11.2003.

8. «Αν υπάρχει ένα θετικό στοιχείο στην τραγωδία της Δεκεμβριανής σύρραξης, αυτό αναμφισβήτητα είναι η έκβασή της: η απομάκρυνση, δηλαδή, της προοπτικής μιας κομμουνιστικής επικράτησης με τραγικές συνέπειες για τη χώρα». «ΤΟ ΒΗΜΑ», 5.12.2004.

9. Αν διατηρούσε αυτό το κουσούρι, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος για παράδειγμα, δεν θα ήταν παγκόσμιος αλλά συρραφή τοπικών πολέμων. Ακόμα και το Ανατολικό Μέτωπο θα αποκόβονταν από τις σοβαρές επιδράσεις που άσκησε σε όλη την Ευρώπη.

10. Ο.π., σελ. 16.

11. Detlev Peukert, Volksgenossen und Gemeinschaftsfremde. Anpassung, Ausmerze und Aufbegehren unter dem Nationalsozialismus, Κολονία 1982, σελ. 21-26, (Alltagsgeschichte – eine andere Perspektive).

12. Βλ. π.χ. «Ο πόλεμος του μικρού (απλού) ανδρός – μια πολεμική ιστορία από τα κάτω» (Wolfram Wette (Hrsg.), Der Krieg des kleinen Mannes. Eine Militδrgeschichte von unten, Μόναχο-Ζυρίχη, 1992).

13. Βλ. π.χ. «Ο πόλεμος του μικρού (απλού) ανδρός – μια πολεμική ιστορία από τα κάτω» (Wolfram Wette (Hrsg.), Der Krieg des kleinen Mannes. Eine Militδrgeschichte von unten, Μόναχο-Ζυρίχη, 1992).

14. Fritz Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegspolitik des kaiserlichen Deutschlands 1914/1918, Dusseldorf 1961.

15. Βλ. «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος» στη γερμανική «ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια» Wikipedia στην ιστοσελίδα http://de.wikipedia.org/wiki, και στην επίσημη κρατική γερμανική ιστοσελίδα του «Γερμανικού Ιστορικού Μουσείου» (www.dhm.de).

16. Πρόεδρος του ιταλικού Λαϊκού Κόμματος (πρόγονος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος).

17. Βλ. άρθρο «Faschismus und Totalirismus – Konjunkturen einernJahrhundertdebatte» στο περιοδικό «ak-analyze+kritik» (Αμβούργο), τ. 477 (17.10.2003).

18. Βλ. άρθρο «Faschismus und Totalirismus – Konjunkturen einernJahrhundertdebatte» στο περιοδικό «ak-analyze+kritik» (Αμβούργο), τ. 477 (17.10.2003). Τέτοια περιστατικά «διαφεύγουν της προσοχής της επίσημης ιστοριογραφίας, που ακόμα και την άνοδο του φασισμού τη φορτώνουν στους κομμουνιστές (επειδή δεν προώθησαν έγκαιρα τα αντιφασιστικά μέτωπα).

19. Η μεταπολεμική περίοδος οξύτατης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ιμπεριαλιστικό και το νεοδημιουργηθέν σοσιαλιστικό σύστημα σε όλα τα μέτωπα, με εξαίρεση τον απευθείας μεταξύ τους πόλεμο. Περίοδος ραγδαίας αύξησης και των πυρηνικών εξοπλισμών.

20. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί η Χάννα Αρεντ, που προσαρμοζόμενη στην πολιτική προσέγγισης της νέας δυτικογερμανικής Ostpolitik, το 1966 στο γερμανικό πρόλογο για το ίδιο βιβλίο πρόσθεσε ότι με το θάνατο του Στάλιν, ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός που περιγράφει (με μεγαλύτερη ίσως έμφαση στην «επιδίωξη του ολοκληρωτισμού για παγκόσμια κυριαρχία»), «εξέλειψε τουλάχιστον προσωρινά». Αξίζει να σημειώσουμε ότι σήμερα λειτουργεί στη Δρέσδη «Ιδρυμα έρευνας του ολοκληρωτισμού», που φέρει το όνομά της.

21. Στη χώρα μας οι αντίστοιχοι «πατριώτες» αναποδογύρισαν «ολοκληρωτικά» την πραγματικότητα και αναβαπτίστηκαν σε «αντιστασιακούς» για να παραμείνουν στην επιφάνεια.

22. Βλ. δύο άρθρα του στη συλλογή «Historikerstreit: Die Dokumentation der Kontroverse um die Einzigartigkeit der nationalsozialistischen Judenvernichtung», Μόναχο 1987, εκδ. Piper, καθώς και το βιβλίο του με το χαρακτηριστικό τίτλο «Ο ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος 1917-1945. Εθνικοσοσιαλισμός και Μπολσεβικισμός» (E. Nolte, Der europδische Bόrgerkrieg 1917 bis 1945: Nationalsozialismus und Bolschewismus, Frankfurt a.M., Ullstein, 1987).

23. «Historikerstreit: Die Dokumentation der Kontroverse um die Einzigartigkeit der nationalsozialistischen Judenvernichtung», Μόναχο 1987, εκδ. Piper, σελ. 19.

24. «Historikerstreit: Die Dokumentation der Kontroverse um die Einzigartigkeit der nationalsozialistischen Judenvernichtung», Μόναχο 1987, εκδ. Piper, σελ. 45.

25. Ο Ερνστ Νόλτε το 2000 τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με το βραβείο «Κόνραντ Αντενάουερ για την επιστήμη» του ομώνυμου ιδρύματος. Το βραβείο υποτίθεται ότι δίνεται σε προσωπικότητες που «συμβάλλουν σε ένα καλύτερο μέλλον»!

26. Βλ. και Μάκη Μαΐλη, «Αντίσταση και Εμφύλιος (1941-1949)», στην ΚΟΜΕΠ, τ. 5/2004 ή στο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» 12,19, και 26.9.2004.

27. Andreas Hillgruber, Zweierlei Untergang: «Die Zerschlagung des Deutschen Reiches und das Ende des europδischen Judentums», Berlin: Siedler, 1986.

28. Βλ. άρθρο Nick Brauns, Raόber und Terroristen – Junge Welt 7.7.2004.

Μαρξιστική θεωρεία και ανάλυση: Η θεωρητική θεμελίωση της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου

Α. ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ

 

Το κράτος είναι προϊόν των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων, δεν υπήρχε πάντα στην ανθρώπινη κοινωνία. Δεν υπήρχε στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, όπου δεν υπήρχαν και τάξεις. Ιστορικά «γεννήθηκε» ως αποτέλεσμα του ταξικού διαχωρισμού της.

Ο Ενγκελς επισήμανε στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους»: «Το κράτος δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες που τα έβγαζαν πέρα χωρίς αυτό, που δεν είχαν ιδέα από κράτος και κρατική εξουσία. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που αναγκαστικά ήταν συνδεδεμένη με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε απαραίτητο εξαιτίας αυτής της διάσπασης»[1].

Το αστικό κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας συνίσταται από ανάλογους μηχανισμούς διοίκησης και καταστολής, με προσωπικό υποταγμένο στις λειτουργίες του. Λειτουργεί ως ο συλλογικός εκφραστής της αστικής τάξης, διαχωρίζεται από κάθε ξεχωριστή ομάδα της, στέκεται πάνω από τις επιμέρους αντιθέσεις της, παρεμβαίνει στις οικονομικές σχέσεις -στο βαθμό και στην έκταση που είναι αναγκαίο- για να προστατευθούν τα συλλογικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Εκφράζει την οικονομική κυριαρχία της τάξης που είναι φορέας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής απέναντι στις άλλες. Η αστική πολιτική εξουσία σημαίνει:

  •  Ασκηση βίας, καταπίεσης από την αστική τάξη απέναντι στις υπόλοιπες τάξεις, αλλά ταυτόχρονα και διαμόρφωση συμμαχιών με τάξεις που δεν είναι πλέον βασικές και ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα. Διαμόρφωση του αντίστοιχου νομικού εποικοδομήματος, θεσμοθέτηση της ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης.
  •  Το καπιταλιστικό κράτος υπερασπίζεται την καπιταλιστική ιδιοκτησία, στα όρια της εσωτερικής αγοράς αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, διαμορφώνοντας ανάλογες διακρατικές συμμαχίες. Σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας διαχειρίζεται αφενός τα ιδιαίτερα συμφέροντα των κεφαλαίων που συγκροτούνται σε εθνοκρατικό επίπεδο, αφετέρου την τάση του κεφαλαίου να σπάει τα στενά όρια της εθνοκρατικής αγοράς. Με άλλα λόγια διαχειρίζεται τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά.

Ως εξουσία μιας τάξης πάνω στην εργατική τάξη και σε άλλα ενδιάμεσα στρώματα είναι δικτατορία, ανεξάρτητα από την πολιτική της μορφή.

Η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελεί ανεπτυγμένη μορφή της αστικής εξουσίας, στην οποία ο δικτατορικός της χαρακτήρας συγκαλύπτεται. Οχι τυχαία ο Λένιν, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Ενγκελς, επεσήμανε ότι: «Στην ρεπουμπλικανική δημοκρατία ο πλούτος ασκεί έμμεσα την εξουσία του μα γι’ αυτό την ασκεί πιο σίγουρα με την άμεση εξαγορά των δημόσιων υπαλλήλων με την μορφή της συμμαχίας κυβέρνησης χρηματιστηρίου…

Η παντοδυναμία του πλούτου είναι πιο σίγουρη στην ρεπουμπλικανική δημοκρατία γιατί δεν εξαρτιέται από μερικά ελαττώματα του πολιτικού μηχανισμού από ένα κακό πολιτικό περίβλημα. Η ρεπουμπλικανική δημοκρατία είναι το καλύτερο δυνατό πολιτικό περίβλημα για τον καπιταλισμό»[2].

 

Β. Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΙΚΗ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΚΑΘΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Η κοινωνική επανάσταση σημαίνει την ανατροπή των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής και την αντικατάστασή τους με νέες που αντιστοιχούν στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Κάθε κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την πολιτική επανάσταση, δηλαδή την κατάκτηση της εξουσίας από αυτή την τάξη που είναι φορέας των νέων σχέσεων παραγωγής. Χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί η ανάλογη ανάπτυξη όλων των νέων κοινωνικών σχέσεων, το πέρασμα από ένα κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στον άλλο.

Ο Λένιν σημείωνε ότι: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια της μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το ­πρώτο,­ το κύριο, το βασικό γνώρισμα­ της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά επιστημονική όσο και με την πρακτικά πολιτική σημασία αυτής της έννοιας»[3].

Οι αστικές επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα ήρθαν να ολοκληρώσουν την κοινωνική επανάσταση που είχε ήδη ξεκινήσει μέσα στους κόλπους της φεουδαρχίας με την ανάπτυξη και στη συνέχεια κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ο καπιταλισμός συγκροτείται ως κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός μόνο με την αντιστοίχηση του νομικού – θεσμικού εποικοδομήματος στις σχέσεις παραγωγής, με τη συγκρότηση του αντίστοιχου κράτους.

Στη «Γερμανική Ιδεολογία» του Κ. Μαρξ, στο κεφάλαιο «Οι σχέσεις του κράτους του δικαίου με την ιδιοκτησία», βλέπουμε ακόμα ορισμένα στοιχεία για τη διαμόρφωση (χαρακτήρα) του αστικού κράτους:

«Σ’ αυτή τη νεότερη ατομική ιδιοκτησία αντιστοιχεί το νεότερο κράτος, που οι ατομικοί ιδιοκτήτες αποκτήσανε σιγά-σιγά…

Από το γεγονός ότι η ατομική ιδιοκτησία χειραφετήθηκε από την κοινότητα, το κράτος απέκτησε ιδιαίτερη ύπαρξη πλάι στην αστική κοινωνία και έξω από αυτήν…

Αυτό όμως το κράτος δεν είναι άλλο πράγμα από τη μορφή οργάνωσης που οι αστοί δίνουν στον εαυτό τους από ανάγκη για να εξασφαλίσουν αμοιβαία την ιδιοκτησία τους προς τα έξω όσο και προς τα μέσα…

Αφού λοιπόν το κράτος είναι η μορφή με την οποία τα άτομα μιας κυρίαρχης τάξης αξιοποιούν τα κοινά τους συμφέροντα και στην οποία συνοψίζεται όλη η αστική κοινωνία μιας εποχής, συνάγεται ότι όλοι οι κοινοί θεσμοί περνάνε μέσα από το κράτος και παίρνουν πολιτική μορφή»[4].

Ο Κ. Μαρξ στο έργο του η «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»[5] ανέλυσε το πώς η αστική τάξη την περίοδο των αστικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα διαμόρφωσε το κράτος που αντιστοιχούσε στα δικά της συμφέροντα, ξεπερνώντας τις αντιθέσεις ανάμεσα στα τμήματά της και μεταμορφώνοντας τον κρατικό μηχανισμό που κληρονόμησε από τη φεουδαρχία.

Ο Μαρξ αναφερόμενος στην πάλη ανάμεσα στις διάφορες μερίδες της αστικής τάξης που ακολούθησε την ανατροπή της «αστικής μοναρχίας» του Λουδοβίκου Φιλίππου, το Φεβρουάριο του 1848 και τις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης, σημειώνει ότι «όλες οι ανατροπές τελειοποιούν αυτόν τον (σ.σ. κρατικό αστικό) μηχανισμό αντί να τον τσακίζουν»[6].

Καταλήγει στην εξής θέση: Αν το αστικό κράτος είναι μια δύναμη που στέκεται πάνω από την κοινωνία και αποξενώνεται από αυτή, τότε η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση αλλά και χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας.

Το συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει είναι ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να «παραλάβει» τον αστικό κρατικό μηχανισμό και να τον χρησιμοποιήσει προς όφελός του, αλλά πρέπει να τον τσακίσει και να τον αντικαταστήσει από έναν καινούργιο που να αντιστοιχεί στα δικά του συμφέροντα. Η διαπίστωση αυτή έρχεται να τροποποιήσει την αρχική τοποθέτηση των Μαρξ – Ενγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (1948) ότι η εργατική τάξη θα «καταχτήσει» την κρατική μηχανή.

 

Γ. ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

Το κοινωνικό περιεχόμενο της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι η μετατροπή όλων των οικονομικών σχέσεων και πρωτίστως των σχέσεων παραγωγής σε κομμουνιστικές. Οι σχέσεις αυτές σε αντίθεση με τις αστικές -που διαμορφώθηκαν στους κόλπους της φεουδαρχίας- δεν μπορούν να εμφανιστούν στους κόλπους της αστικής κοινωνίας, όπου διαμορφώνονται μόνο οι προϋποθέσεις, η υλική βάση για τη γέννησή τους.

Οι καπιταλιστικές σχέσεις μπορούσαν να αναπτύσσονται στο πλάι των φεουδαρχικών σχέσεων, χωρίς ως ένα βαθμό η ανατροπή των φεουδαρχικών σχέσεων να ήταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να λύσει, με τη συνειδητή δράση της πρωτοπόρας τάξης και του Κόμματός της, το περίπλοκο πρόβλημα της δημιουργίας της νέας κοινωνικοοικονομικής βάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλαδή της άμεσα κοινωνικής παραγωγής στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της. Η συγκέντρωση των μέσων και της παραγωγής γίνεται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η διαμόρφωση των νέων σχέσεων είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο, αποτελεί το βασικό επαναστατικό καθήκον της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το πέρασμα στο κομμουνιστικό σύστημα δεν είναι απλώς το πέρασμα από μια κοινωνία σε μια άλλη, δεν είναι η διαδοχή μιας εκμεταλλευτικής τάξης από μία άλλη, αλλά η οριστική και πλήρης κατάργηση κάθε τύπου ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, κάθε τύπου εκμεταλλεύτριας τάξης.

Το προλεταριάτο, αφού λοιπόν γκρεμίσει την αστική εξουσία μην αφήνοντας «πέτρα πάνω στην πέτρα», οικοδομεί τη δικιά του εξουσία, τη δικιά του δικτατορία, τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δηλαδή την εξουσία της εργατικής τάξης που δεν τη μοιράζεται με κανέναν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλους τους τύπους (ταξικής) εξουσίας.

Η εργατική τάξη, ως ο φορέας των κομμουνιστικών σχέσεων που δημιουργούνται, ως ο συλλογικός ιδιοκτήτης των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, είναι η μόνη τάξη που μπορεί να ηγηθεί της πάλης για την κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής, για την εξάλειψη όλων των κοινωνικών αντιθέσεων που κληρονόμησε, δηλαδή της πάλης για την κατάργηση των τάξεων με την ολοκληρωτική κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων. Είναι η μόνη τάξη που μπορεί να οδηγήσει την ταξική πάλη στην οριστική και ιστορική λύση της. Ο Λένιν για τις προϋποθέσεις κατάργησης των τάξεων τόνιζε ότι:

«Είναι φανερό ότι για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων πρέπει όχι μόνο να ανατραπούν οι εκμεταλλευτές, οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές, όχι μόνο να καταργηθεί η ιδιοκτησία τους, πρέπει ακόμη να καταργηθεί και κάθε ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, πρέπει να εξαλειφθεί τόσο η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, όσο και η διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους της σωματικής και της πνευματικής εργασίας. Αυτό είναι ένα έργο πολύ μακροχρόνιο. Για να συντελεστεί χρειάζεται τεράστιο βήμα προς τα μπρος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, χρειάζεται να υπερνικηθεί η αντίσταση (συχνά παθητική που είναι εξαιρετικά πεισματάρικη και υπερνικιέται εξαιρετικά δύσκολα) των πολυάριθμων υπολειμμάτων της μικροπαραγωγής, πρέπει να υπερνικηθεί η τεράστια δύναμη της συνήθειας και της αδράνειας που συνδέεται με αυτά τα υπολείμματα»[7].

Μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου η εργατική τάξη ως κυρίαρχη τάξη πραγματοποιεί τη συμμαχία της με άλλα λαϊκά στρώματα που δεν έχουν ενταχθεί ως εργαζόμενοι στα πλαίσια της σοσιαλιστικής παραγωγής (π.χ. τους συνεταιρισμένους μικροϊδιοκτήτες της πόλης και του χωριού, αυτοαπασχολούμενους σε υπηρεσίες). Μέσω αυτής της συμμαχίας η εργατική τάξη επιδιώκει να καθοδηγήσει αυτά τα στρώματα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην ολοκληρωτική κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων.

Η δικτατορία του προλεταριάτου κατά συνέπεια αποτελεί όργανο συνέχισης της ταξικής πάλης με άλλα μέσα και μορφές στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι μέσο για την ολοκλήρωση της κοινωνικής επανάστασης. Ο Λένιν τόνιζε ότι: «Οταν το προλεταριάτο κατακτήσει την πολιτική εξουσία δεν σταματά την ταξική πάλη, αλλά τη συνεχίζει ως την κατάργηση των τάξεων, εννοείται όμως σε διαφορετικές συνθήκες, με διαφορετική μορφή, με διαφορετικά μέσα»[8]. Σκοπός λοιπόν της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν είναι μόνο η κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών, αλλά και η προσέλκυση των μη προλεταριακών μαζών με τους στόχους της προλεταριακής επανάστασης. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι δικτατορία του προλεταριάτου σημαίνει ότι: «μόνο μια καθορισμένη τάξη» οι εργάτες «είναι σε θέση να καθοδηγήσουν όλη τη μάζα των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων στον αγώνα για την ανατροπή του ζυγού του κεφαλαίου, στην πορεία της ίδιας της ανατροπής, στον αγώνα για τη διατήρηση και τη στερέωση της νίκης, στο έργο της δημιουργίας ενός νέου σοσιαλιστικού κοινωνικού καθεστώτος, σε όλο τον αγώνα για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων»[9].

Η οικοδόμηση των νέων σχέσεων παραγωγής, το «δημιουργικό» έργο της δικτατορίας του προλεταριάτου που συνδέεται αδιάρρηκτα με το «βίαιο» ρόλο του εργατικού κράτους, αποτελεί την «οικονομική βάση» πάνω στην οποία στηρίζεται η βία ενάντια στους εκμεταλλευτές. Ο Λένιν σημείωνε ότι: «Η δικτατορία του προλεταριάτου… δεν είναι μόνο η άσκηση βίας πάνω στους εκμεταλλευτές και μάλιστα δεν είναι κυρίως βία. Η οικονομική βάση αυτής της επαναστατικής βίας, η εγγύηση για τη ζωτικότητα και την επιτυχία της είναι ότι το προλεταριάτο, σε σύγκριση με τον καπιταλισμό, εκπροσωπεί και πραγματοποιεί έναν ανώτερο τύπο κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Εδώ είναι η ουσία. Αυτή είναι η πηγή της δύναμης και η εγγύηση για αναπόφευκτη ολοκληρωτική νίκη του κομμουνισμού»[10].

Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι αναγκαία γιατί είναι μακρόχρονη και σύνθετη η διαδικασία τόσο της κατάργησης των τάξεων όσο και της ενότητας και συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης. Η αναγκαιότητά της επίσης είναι αποτέλεσμα της διατήρησης της ταξικής πάλης διεθνώς.

Η δικτατορία του προλεταριάτου αντιστοιχεί λοιπόν σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και διατηρείται μέχρι την ολοκληρωτική κυριαρχία του κομμουνιστικού χαρακτήρα στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή όσο υπάρχει αναγκαιότητα του κράτους ως μηχανισμού πολιτικής κυριαρχίας.

Αυτό το χρονικό διάστημα αφορά τόσο την περίοδο όπου η σοσιαλιστική επανάσταση προσπαθεί να νικήσει, την περίοδο του ενδεχόμενου εμφυλίου πολέμου, της πάλης με τις εκμεταλλευτικές καπιταλιστικές σχέσεις που συνεχίζουν να υπάρχουν, όταν ακόμα δεν έχουν επικρατήσει οι κομμουνιστικές σχέσεις στην οικονομία, όσο και την περίοδο που η σοσιαλιστική κοινωνία έχει διαμορφώσει τη βάση της για να κινηθεί προς την κατεύθυνση ανάπτυξης του κομμουνισμού.

Η ολοκληρωτική κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων -δηλαδή της μισθωτής εργασίας- είναι η βάση για την επικράτηση του νέου τρόπου παραγωγής για τη διαδικασία ανάπτυξης των κομμουνιστικών σχέσεων και του νέου ανθρώπου ως ένα ανώτερο επίπεδο, που θα κατοχυρώνει την ανεπίστρεπτη κυριαρχία τους.

Ο Κ. Μαρξ επεσήμανε για την πρώτη, ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, το σοσιαλισμό: «Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία που αναπτύχθηκε πάνω στη δική της βάση, αλλά με μια κοινωνία που μόλις τώρα δα βγαίνει από την καπιταλιστική κοινωνία και που γι’ αυτό ακριβώς από κάθε άποψη οικονομική, ηθική, πνευματική φέρνει ακόμη πάνω της τη σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε»[11].

Κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού είναι η διαρκής πάλη της εργατικής τάξης -σε οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο- για την επέκταση, ανάπτυξη και πλήρη κυριαρχία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι διαρκής πάλη ενάντια σε κάθε μορφή ατομικής ιδιοκτησίας, για τη διαμόρφωση ανάλογης κοινωνικής συνείδησης και στάσης απέναντι στον άμεσο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας.

Η άμεση κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας (της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και η κοινωνικοποίησή τους αποτελούν μόνο τις βασικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση των κομμουνιστικών σχέσεων. Ο Λένιν επεσήμανε ότι «…στο βασικό οικονομικό πρόβλημα έχουμε εξασφαλισμένη τη νίκη του κομμουνισμού ενάντια στον καπιταλισμό […] Σοσιαλισμός σημαίνει εξάλειψη των τάξεων. Για να εξαλειφθούν οι τάξεις πρέπει, πρώτο, να ανατραπούν οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές. Αυτό το μέρος του καθήκοντος του εκπληρώσαμε, αλλά είναι μονάχα ένα μέρος και μάλιστα όχι το πιο δύσκολο»[12]. Συνέχιζε το σκεπτικό του επισημαίνοντας ότι η εξάλειψη των διαφορών του εργάτη και του μικρού εμπορευματοπαραγωγού, η μετατροπή όλων σε εργαζόμενους στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, είναι έργο μακροχρόνιο και δύσκολο και απαιτεί τη συνολική αναδιοργάνωση της οικονομίας. Η μικρή εμπορευματική παραγωγή για όλο αυτό το διάστημα συνεχίζει να έχει διπλή φύση και να ταλαντεύεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στον καπιταλιστή. Η πείρα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση ανέδειξε ότι το πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση είναι η οργάνωση των μικρών εμπορευματοπαραγωγών σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, ως μεταβατική μορφή, με στόχο τη μετατροπή της παραγωγής τους από εμπορευματική σε άμεσα κοινωνική. Αλλά και αυτή η διαδικασία έχει τις αντιθέσεις της.

Η κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο δε σημαίνει και κατάργηση κάθε ταξικής διαφοροποίησης. Η κατανομή ενός μέρους του κοινωνικού προϊόντος στο σοσιαλισμό γίνεται με βάση την αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» και όχι στον «καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», που είναι και η κομμουνιστική αρχή κατανομής. Ο Λένιν σημείωνε σε σχέση με αυτό το ζήτημα: «Επομένως η πρώτη φάση του κομμουνισμού δεν μπορεί να διασφαλίσει τη δικαιοσύνη και την ισότητα: Θα μένουν οι διαφορές στον πλούτο και μάλιστα διαφορές αδικίες, αλλά δε θα μπορεί να γίνει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο γιατί θα είναι αδύνατο να αποβούν ατομική ιδιοκτησία τα μέσα παραγωγής»[13]. Η οικοδόμηση της νέας κοινωνίας έρχεται αντιμέτωπη με κάθε είδος επιβιώσεις του καπιταλισμού, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην ιδεολογία, έρχεται αντιμέτωπη με την καπιταλιστική περικύκλωση: «Αν οι εκμεταλλευτές τσακιστούν μόνο σε μια χώρα και αυτή φυσικά είναι η τυπική περίπτωση, γιατί ταυτόχρονη επανάσταση σε μια σειρά χώρες είναι εξαίρεση – παραμένουν δυνατότεροι από τους εκμεταλλευόμενους, γιατί οι διεθνείς δεσμοί των εκμεταλλευτών είναι τεράστιοι»[14].

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής πραγματοποιείται μέσω του κράτους που εκφράζει τα συλλογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Για να γίνει πραγματική, ουσιαστική κοινωνικοποίηση, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα όλη η παραγωγή και κατανομή να ενταχθεί κάτω από τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Σύνθετη είναι και η διαδικασία διαμόρφωσης και υλοποίησης του κεντρικού σχεδιασμού που στοχεύει στην πραγματοποίηση ενός τεράστιου άλματος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάργηση των κοινωνικών διαφοροποιήσεων.

Το ίδιο και ο εργατικός έλεγχος και η εργατική συμμετοχή στη δικτατορία του προλεταριάτου πραγματοποιούνται πρώτα απ’ όλα μέσα στις παραγωγικές μονάδες, με έλεγχο στην υλοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού, στα πλάνα, με άσκηση κριτικής, με προτάσεις μέτρων βελτίωσης. Ολα αυτά προϋποθέτουν ανάλογη κομμουνιστική συνείδηση και στάση απέναντι στον άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας.

Η ιστορική πείρα ανέδειξε αυτό το πρόβλημα πιο σύνθετο απ’ ό,τι ίσως το προέβλεπαν οι Μαρξ και Ενγκελς, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η προλεταριακή επανάσταση θα άρχιζε στις πρωτοπόρες καπιταλιστικές χώρες. Τόσο η επανάσταση στη Ρωσία όσο και σε άλλες χώρες με σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού έθεσε το ζήτημα της επίλυσης από το σοσιαλισμό ζητημάτων που δεν είχε λύσει ο καπιταλισμός, όπως π.χ. τη μετατροπή της μικρής ατομικής εμπορευματικής παραγωγής σε κοινωνική παραγωγή.

Η διατήρηση του κράτους μέχρι την οριστική κατάργηση των τάξεων, δηλαδή το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, το ολοκληρωμένο – ώριμο κομμουνισμό, είναι αναπόφευκτη. Οπως σημείωνε ο Λένιν, «ως την ώρα που έλθει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός απαιτεί αυστηρότατο έλεγχο από την κοινωνία και από το κράτος»[15]. Τότε η οργάνωση της κοινωνίας χάνει τον πολιτικό της χαρακτήρα, δε θα απαιτεί την άσκηση βίας μιας τάξης απέναντι σε άλλες, ενώ θα έχει κυριαρχήσει η από τα κάτω προς τα πάνω εργατική συμμετοχή στη διαχείριση πραγμάτων και στον έλεγχο των παραγωγικών λειτουργιών. Το προλεταριακό κράτος δεν «καταργείται», απονεκρώνεται.

 

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Η εργατική τάξη, ως ηγετική κοινωνική δύναμη, φορέας των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, εκφράζει αντικειμενικά και τα συμφέροντα των μη προλεταριακών κοινωνικών στρωμάτων, ως προς την προοπτική μετατροπής τους σε εργαζόμενους της κοινωνικής παραγωγής. «Μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό να είναι αρχηγός όλων των εργαζόμενων τάξεων και των εκμεταλλευόμενων μαζών που η αστική τάξη τις εκμεταλλεύεται, τις καταπιέζει, τις συνθλίβει, συχνά όχι λιγότερο αλλά περισσότερο από τους προλετάριους, οι οποίες όμως δεν είναι σε θέση να διεξάγουν έναν αυτοτελή αγώνα για την απελευθέρωσή τους»[16] σημείωνε ο Λένιν. Είναι ιστορικά πρωτόγνωρο το γεγονός ότι η δικτατορία του προλεταριάτου εκφράζει τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, ενώ όλες οι προηγούμενες πολιτικές εξουσίες εξέφραζαν την επιβολή των συμφερόντων της μειοψηφίας στην πλειοψηφία.

Με αυτή την έννοια το κράτος αρχίζει «να απονεκρώνεται», δεν είναι πια κράτος με την καθεαυτό έννοια της λέξης, δηλαδή κράτος όπως είχε διαμορφωθεί στα πλαίσια των εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Ο Ενγκελς εξάλλου σημειώνει ότι τα οικονομικά καθήκοντα της δικτατορίας του προλεταριάτου διαμορφώνουν την οικονομική βάση για την απονέκρωση του κράτους: «Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά ως εκπρόσωπος όλης της κοινωνίας – το πάρσιμο στην κατοχή του όλων των μέσων παραγωγής είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος»[17].

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της δικτατορίας του προλεταριάτου συνίσταται στο γεγονός ότι είναι ιστορικά η πρώτη πολιτική εξουσία που τραβάει τις εκμεταλλευόμενες μάζες στη διακυβέρνηση της κοινωνίας, την ίδια στιγμή που καταπιέζει τους εκμεταλλευτές. Στηρίζεται στη συμμετοχή των εργαζομένων, στον έλεγχό τους. Ο Λένιν, απαντώντας σε αυτούς που εξαπέλυαν επίθεση στη δικτατορία του προλεταριάτου έχοντας ως κριτήριο την αστική δημοκρατία, σημείωνε ότι: «…η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η οργάνωση της πρωτοπορίας των καταπιεζομένων σε κυρίαρχη τάξη για την καθυπόταξη των καταπιεστών, δεν μπορεί να δώσει απλώς και μόνο τη διεύρυνση της δημοκρατίας. Μαζί με την τεράστια διεύρυνση του δημοκρατισμού, που για πρώτη φορά γίνεται δημοκρατισμός για τους φτωχούς, δημοκρατισμός για το λαό, κι όχι δημοκρατισμός για τους πλουσίους, η δικτατορία του προλεταριάτου επιβάλλει στους καταπιεστές, στους εκμεταλλευτές, στους καπιταλιστές μια σειρά περιορισμούς της ελευθερίας»[18].

Η δικτατορία του προλεταριάτου, από τη σκοπιά θεσμών και λειτουργιών, είναι κράτος «τύπου Κομμούνας του Παρισιού» ή «τύπου Σοβιέτ», δηλαδή η εξουσία ασκείται μέσω οργάνων που γεννάει η επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, στα οποία συνενώνονται η νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία. Τα όργανα αυτά αποτελούνται από αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους των εργαζομένων, επιλεγμένους από τους ίδιους μέσω εκλογών. Πυρήνες της εργατικής εξουσίας είναι οι παραγωγικές μονάδες, οι τόποι εργασίας, στους οποίους θα ασκείται και ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος της διεύθυνσης.

Η αντιπροσωπευτικότητα παραμένει σε αυτά τα όργανα, αλλά καταργείται ο κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, ο χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία, η προνομιούχα θέση των βουλευτών και της κρατικής υπαλληλίας[19]. Οι εκλεγμένοι που συμμετέχουν στα όργανα της επαναστατικής εξουσίας δεν είναι επαγγελματίες βουλευτές, δεν αποκόπτονται από τα παραγωγικά τους καθήκοντα.

Η θεμελιακή αρχή συγκρότησης της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, αρχή που εξασφαλίζει την υποταγή της μειοψηφίας στη θέληση της πλειοψηφίας της κοινωνίας, την ενότητα θέλησης και δράσης της κοινωνίας για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η σοβιετική πείρα απέδειξε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου στηρίζεται στην κινητοποίηση των εργαζόμενων μαζών, μέσω εργατικών κολεκτίβων, συνδικάτων, διάφορων μαζικών οργανώσεων που βοηθούν ώστε οι κατευθυντήριες γραμμές του Κόμματος να γίνονται κτήμα πλατύτερων μαζών.

 

Δ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΚ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

 

Η πάλη για τη θεμελίωση και ανάπτυξη της νέας κοινωνίας συντελείται από την επαναστατική εργατική εξουσία με καθοδηγητή της το Κομμουνιστικό Κόμμα, που αξιοποιεί τους νόμους κίνησης της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο άνθρωπος, γινόμενος κυρίαρχος των κοινωνικών διαδικασιών, περνάει βαθμιαία από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας. Από εδώ απορρέει και ο ανώτερος ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα σε σχέση με όλους τους προηγούμενους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, όπου η ανθρώπινη δράση κυριαρχείται από την αυθόρμητη επιβολή των κοινωνικών νόμων στη βάση των αυθόρμητα αναπτυσσόμενων σχέσεων παραγωγής.

Επομένως η επιστημονικότητα και η ταξικότητα της πολιτικής του ΚΚ είναι αδήριτη προϋπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στο βαθμό που τα στοιχεία αυτά χάνονται, αναπτύσσεται ο οπορτουνισμός, ο οποίος αν δεν αντιμετωπιστεί εξελίσσεται στην πορεία σε αντεπαναστατική δύναμη.

Το ΚΚ ως κόμμα της τάξης που κατέχει την εξουσία, ως η ιδεολογική και πολιτική πρωτοπορία της, έχει καθοδηγητικό ρόλο στα όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Μόνο η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δηλαδή το πιο συνειδητό και ταξικά αταλάντευτο τμήμα της είναι ικανό να εκφράζει με συνέπεια την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης στο έργο της οικοδόμησης της αταξικής, κομμουνιστικής κοινωνίας. Μπορεί να χτίζει την ενότητα θέλησης της εργατικής τάξης, ώστε να κατακτά το ρόλο της ως ηγετική δύναμη της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο Λένιν σημειώνει ότι: «Δεν μπορείς όμως να πραγματοποιήσεις τη δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της καθολικής οργάνωσής του. Γιατί όχι μόνο σε μας, μια από τις πιο καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες το προλεταριάτο εξακολουθεί ακόμη να είναι τόσο διηρημένο, τόσο ταπεινωμένο, τόσο εξαγορασμένο σε μερικά μέρη (συγκεκριμένα: από τον ιμπεριαλισμό σε ορισμένες χώρες) που η καθολική οργάνωση του προλεταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει άμεσα τη δικτατορία του. Τη δικτατορία μπορεί να την πραγματοποιήσει μόνο η πρωτοπορία που αφομοίωσε την επαναστατική δραστηριότητα της τάξης»[20].

Επίσης αιτιολογούσε την ανάγκη ενός ισχυρού θεωρητικά και πολιτικά κόμματος σε σχέση με το σύνθετο των καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης: «Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ένας επίμονος αγώνας, αιματηρός και αναίμακτος, βίαιος και ειρηνικός, πολεμικός και οικονομικός, διαπαιδαγωγικός και διοικητικός, ενάντια στις δυνάμεις και τις παραδόσεις της παλιάς κοινωνίας. Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η πιο φοβερή δύναμη. Χωρίς Κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη, χωρίς Κόμμα που να απολαβαίνει την εμπιστοσύνη κάθε τίμιου στοιχείου της τάξης του, χωρίς Κόμμα που να ξέρει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των μαζών και να τις επηρεάζει είναι αδύνατο να διεξαχθεί μια τέτοια πάλη με επιτυχία»[21].

Ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος στη δικτατορία του προλεταριάτου σημαίνει ότι με τις οργανώσεις του καθοδηγεί τα όργανα εξουσίας της δικτατορίας του προλεταριάτου, τους μηχανισμούς καταστολής, το στρατό, τα συνδικάτα, τους συνεταιρισμούς, τις μαζικές οργανώσεις και βεβαίως τα όργανα οργάνωσης και διεύθυνσης της άμεσα κοινωνικής παραγωγής κλπ. Το κόμμα καθοδηγεί τα όργανα άσκησης της εξουσίας, χωρίς όμως να τα υποκαθιστά, χωρίς να ταυτίζεται με τον κρατικό μηχανισμό. Δρα με στόχο να κινητοποιεί, να προσελκύει μαζικά την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα μέσω της συμμετοχής τους στα συνδικάτα, τις εργατικές κολεκτίβες κ.ά. στον έλεγχο της εξουσίας, της διεύθυνσης της παραγωγής, του σχεδιασμού κλπ.

Ο Ι. Β. Στάλιν σημειώνει ότι: «Σαν ανώτατη έκφραση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος π.χ. στη χώρα μας, τη Σοβιετική Ενωση, στη χώρα της δικτατορίας του προλεταριάτου πρέπει να αναγνωριστεί το γεγονός ότι ούτε ένα σοβαρό πολιτικό και οργανωτικό ζήτημα δε λύνεται από τις σοβιετικές και άλλης μορφής οργανώσεις, χωρίς τις καθοδηγητικές υποδείξεις του κόμματος»[22].

Οπως είναι βέβαια φυσικό, οι «κορυφές» της δικτατορίας του προλεταριάτου, η κυβέρνηση, το ανώτατο όργανο των λαϊκών αντιπροσώπων συγκροτούνται από στελέχη του κόμματος.

«Σαν κόμμα που κυβερνά δεν μπορούσαμε να μη συγχωνεύσουμε τις κομματικές κορυφές με τις σοβιετικές κορυφές…»[23].

Η άνοδος της επαναστατικής κομμουνιστικής συνείδησης των μαζών της εργατικής τάξης καθορίζεται πρώτα απ’ όλα από την ενίσχυση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και από το επίπεδο της εργατικής συμμετοχής. Σε αυτή την υλική βάση πρέπει να θεμελιώνεται και η ιδεολογική δουλειά, η επίδραση του επαναστατικού κόμματος και εποικοδομήματος. Από την άλλη όμως η ενίσχυση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής προϋποθέτει τη συνειδητή δράση των εργαζόμενων. Βεβαίως με τη νίκη της επανάστασης η σοσιαλιστική συνείδηση δεν είναι η πλήρως εδραιωμένη στο λαό, πρέπει όμως να γίνει στη συνέχεια. Αυτό το λύνει η πρωτοπόρα παρέμβαση του ΚΚ. Εχει σημασία λοιπόν να αναπτύσσεται το επίπεδο της κομματικής συνείδησης, της επαναστατικής συνείδησης της πρωτοπορίας, έτσι ώστε να βρίσκεται πάντα πιο μπροστά από τη συνείδηση που αντανακλούν μαζικά οι σε κάθε φάση διαμορφωμένες οικονομικές σχέσεις. Το ΚΚ άλλωστε είναι ο κύριος φορέας διείσδυσης της επαναστατικής συνείδησης στις μάζες. Από εδώ προκύπτει και η αναγκαιότητα το ίδιο το Κόμμα να έχει υψηλή θεωρητική, ιδεολογική στάθμη και ατσάλωμα, να είναι αταλάντευτο στην πάλη κατά του οπορτουνισμού, τόσο σε συνθήκες καπιταλισμού, πολύ περισσότερο σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

Ε. ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

 

Η μαρξιστική – λενινιστική θεωρία της δικτατορίας του προλεταριάτου διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε σε σκληρή διαπάλη με τον αναρχισμό και τον αναθεωρητισμό, διαπάλη που έχει την αφετηρία της στο 19ο αιώνα.

Η πρώτη σημαντική ιδεολογική πάλη εκδηλώνεται το 19ο αιώνα, την περίοδο 1840-1870 ενάντια στο μικροαστικό ρεύμα του αναρχισμού. Βασική αρχή του αναρχισμού είναι η άρνηση κάθε κρατικής εξουσίας και το δόγμα της απόλυτης ελευθερίας του ατόμου. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του αναρχισμού στα διάφορα στάδια της εξέλιξής του είναι οι Μάρτινερ (Γερμανία), Μ. Α. Μπακούνιν και Π. Α. Κροπότκιν (Ρωσία) και Π. Ζ. Προυντόν και Ζ. Γκραβ (Γαλλία).

Ο αναρχισμός, αντιστρέφοντας τη σχέση της οικονομικής βάσης με το εποικοδόμημα, θεωρούσε οποιοδήποτε κράτος (και της δικτατορίας του προλεταριάτου) ως πρωταρχική αιτία για την κοινωνική εκμετάλλευση και αδικία και πρότεινε την άμεση κατάργησή του σαν πρώτο βήμα για τη δημιουργία της αταξικής κοινωνίας. Ετσι οι αναρχικοί αρνούνταν κάθε εξουσία, και την εργατική, ήταν αντίθετοι στην κοινωνική πειθαρχία και την αναγκαιότητα της υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, ως βασικούς όρους οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας, επίσης εναντιώνονταν στον πολιτικό αγώνα της εργατικής τάξης και στην οργάνωση των εργατών στο κομμουνιστικό κόμμα.

Το 1871 οι διαμάχες στις γραμμές της Α΄ Διεθνούς ανάμεσα στο Μαρξ και τον Ενγκελς από τη μια και το Μιχαήλ Μπακούνιν από την άλλη κορυφώνονται στο εάν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι βασικός όρος για την πραγματοποίηση του περάσματος στον κομμουνισμό.

Στην Α΄ Διεθνή τελικά με τη διαγραφή των αναρχικών κυριαρχεί η θέση των μαρξιστών για το τσάκισμα του αστικού κράτους και τη συγκρότηση της εργατικής τάξης ως κυρίαρχης με τη «δικτατορία του προλεταριάτου».

Ο Λένιν διατύπωσε τις εξής βασικές διακρίσεις μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού για το ζήτημα του κράτους:

«…1. Οι μαρξιστές, βάζοντας για σκοπό τους την ολοκληρωτική κατάργηση του κράτους, παραδέχονται πως ο σκοπός αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την κατάργηση των τάξεων από τη σοσιαλιστική επανάσταση, σαν αποτέλεσμα της εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού, που οδηγεί στην απονέκρωση του κράτους.

Οι αναρχικοί θέλουν την ολοκληρωτική κατάργηση του κράτους από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς να καταλαβαίνουν τους όρους κάτω από τους οποίους μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η κατάργηση.

2. Οι μαρξιστές παραδέχονται πως το προλεταριάτο αφού κατακτήσει την πολιτική εξουσία, είναι ανάγκη να καταστρέψει εντελώς την παλιά κρατική μηχανή και να την αντικαταστήσει με μια νέα, που να αποτελείται από την οργάνωση των ένοπλων εργατών, σύμφωνα με το πρότυπο της Κομμούνας.

Οι αναρχικοί υποστηρίζοντας την καταστροφή της κρατικής μηχανής, έχουν πολύ θολή αντίληψη για το ζήτημα: με τι θα την αντικαταστήσει το προλεταριάτο και πως θα χρησιμοποιήσει την επαναστατική εξουσία. Οι αναρχικοί αρνούνται ακόμη και τη χρησιμοποίηση της κρατικής εξουσίας από το επαναστατικό προλεταριάτο, αρνούνται την επαναστατική δικτατορία του»[24].

Οι Μαρξ και Ενγκελς στο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν πάλευαν μονάχα ενάντια στους αναρχικούς. Ο Μαρξ στο έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»[25] άσκησε οξύτατη κριτική στην οπορτουνιστική θέση για «Ελεύθερο λαϊκό κράτος» που στηριζότανε σε ιδεαλιστικές αντιλήψεις για το κράτος, ως ένα όργανο υπεράνω των τάξεων, ένα όργανο αταξικό.                    

Ο Ενγκελς έγραφε το Μάρτη του 1875, σε γράμμα του στον Μπέμπελ:

«Αν το πάρουμε γραμματικά, ελεύθερο κράτος είναι εκείνο το κράτος που είναι ελεύθερο απέναντι στους πολίτες του, δηλαδή ένα κράτος με δεσποτική κυβέρνηση. Θάπρεπε να παρατήσουν όλη τη φλυαρία για το κράτος, ιδιαίτερα από την Κομμούνα που δεν ήταν πια κράτος στην καθεαυτό έννοιά του. Το «λαϊκό κράτος» μας το χτύπησαν στα μούτρα μέχρι αηδίας οι αναρχικοί, παρ’ όλο που το έργο κιόλας του Μαρξ ενάντια στον Προυντόν (εννοεί την αθλιότητα της φιλοσοφίας) και ύστερα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» λένε ανοιχτά ότι με την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού κοινωνικού καθεστώτος, το κράτος αυτό διαλύεται (sich auflöst) και εξαφανίζεται. Μια και είναι, λοιπόν, το κράτος ένας προσωρινός θεσμός, που τον χρησιμοποιεί κανένας στον αγώνα, στην επανάσταση για να καταστέλλει με τη βία τους αντιπάλους του, είναι καθαρή ανοησία να μιλάει κανείς για «ελεύθερο λαϊκό κράτος». Οσο καιρό το προλεταριάτο χρειάζεται ακόμα το κράτος, το χρειάζεται όχι προς το συμφέρον της ελευθερίας αλλά της καταστολής των αντιπάλων του και από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλάει κανείς για ελευθερία, παύει να υπάρχει το κράτος σαν τέτοιο»[26].

Οι οπορτουνιστές και οι αναθεωρητές προσπαθούν σε όλες τις εποχές να διαστρεβλώσουν το νόημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, τελικά να την απαλείψουν και να την αντικαταστήσουν με μια αφηρημένη, φιλελεύθερη αντίληψη για τη δημοκρατία. Αναζητούν αντιφάσεις στα έργα των κλασικών, υποστηρίζουν ότι συμπτωματικά και αποσπασματικά χρησιμοποιήθηκε από αυτούς ο όρος δικτατορία του προλεταριάτου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ρεύμα του αναθεωρητισμού αναπτύχθηκε στις γραμμές του γερμανικού επαναστατικού κινήματος κι επιχείρησε την πρώτη γενική προσπάθεια αναθεώρησης του μαρξισμού.

Ο Εντουαρντ Μπερνστάιν (1850-1932), κύριος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος στη Γερμανία, δημοσίευσε μετά το θάνατο του Φρ. Ενγκελς (1895) το άρθρο του «Προβλήματα του σοσιαλισμού» (1897) και αργότερα το βιβλίο του «Οι προϋποθέσεις και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας» (1899), με το οποίο κάνει ολομέτωπη επίθεση ενάντια στο μαρξισμό.

Ο Μπερνστάιν και το ρεύμα του οπορτουνισμού απολυτοποιούσαν την αστική δημοκρατία, όπως αυτή διαμορφώθηκε στη λεγόμενη σχετικά «ειρηνική» περίοδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης (1871-1914), τις παραχωρήσεις και τα πολιτικά δικαιώματα που δόθηκαν τότε στην εργατική τάξη.

Κατά την άποψη του Μπερνστάιν, η σοσιαλιστική επανάσταση όχι μόνο δεν είναι απαραίτητη, αλλά είναι και αδύνατη. Θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός είχε αναπτυχθεί σε δημοκρατική κατεύθυνση, ώστε δίνεται η δυνατότητα για «την ειρηνική του ανέλιξη» σε σοσιαλισμό. Υποστήριζε ότι το προλεταριάτο δεν ήταν σε θέση να οργανώσει το σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής κι ότι αν πραγματοποιούταν η σοσιαλιστική επανάσταση κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, θα κατέληγε στο χάος και την καταστροφή. Για τον Μπερνστάιν ο μόνος δρόμος που απέμενε για το προλεταριάτο ήταν ο ρεφορμισμός, δηλαδή ο δρόμος των βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων που θα μετέτρεπαν με «ειρηνικό τρόπο» τον καπιταλισμό σε σοσιαλιστική κοινωνία. Ο Μπερνστάιν θεμελίωσε αυτό που ο ίδιος ονόμασε «δημοκρατικό σοσιαλισμό», απαλλαγμένο από τη δικτατορία του προλεταριάτου. Θέση που υιοθετήθηκε αρχικά από το οπορτουνιστικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα και στη συνέχεια από νεώτερα οπορτουνιστικά ρεύματα μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, ιδιαίτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο οπορτουνισμός των αρχών του 20ού αιώνα είχε ανακηρύξει τον κοινοβουλευτισμό ως κύρια μορφή πάλης της εργατικής τάξης, τις αστικές εκλογικές διαδικασίες ως το δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας.

Ο Λένιν, απαντώντας στην αυταπάτη ότι το προλεταριάτο και τα φτωχά λαϊκά στρώματα μπορούν μέσα από τις αστικές εκλογές να συγκροτήσουν πλειοψηφία που να εκφράζει τη διάθεση και να δίνει τη δυνατότητα κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, έγραφε ενάντια στους οπορτουνιστές: «Μόνο η αυταπάτη των μικροαστών δημοκρατών, των «σοσιαλιστών» και των «σοσιαλδημοκρατών», των κυριότερων σημερινών εκπροσώπων τους, μπορεί να δημιουργεί την αντίληψη ότι στον καπιταλισμό οι εργαζόμενες μάζες μπορούν να αποκτήσουν μια τόσο μεγάλη συνειδητότητα, σταθερότητα χαρακτήρα, διορατικότητα και τόσο ευρύ πολιτικό ορίζοντα, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν μόνο με την ψηφοφορία ή γενικά να αποφασίσουν από τα πριν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, δίχως τη μακρόχρονη πείρα της πάλης, ότι θα ακολουθήσουν την τάδε τάξη ή το τάδε κόμμα»[27].

Η οπορτουνιστική επίθεση ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου κλιμακώθηκε μετά την Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Οχι μόνο οι προδότες της Β΄ Διεθνούς αλλά και ο Καρλ Κάουτσκι (1854-1938), θεωρητικός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και οι λεγόμενοι «κεντρώοι», όσοι δηλαδή εμφανίζονταν ως επαναστάτες στα λόγια και οπορτουνιστές στην πράξη,  («2½ης Διεθνής») άσκησαν πολεμική στο νεαρό σύστημα της εξουσίας των Σοβιέτ, εκφράζοντας τη θέση ότι η δικτατορία του προλεταριάτου αποτελούσε βία που επεκτείνεται πάνω στην ίδια την εργατική τάξη.

Ο Κάουτσκι στο έργο του «Η δικτατορία του προλεταριάτου» υποστήριζε ότι από το αστικό κράτος πρέπει «να διαλυθεί μόνο ο πολεμικός και γραφειοκρατικός μηχανισμός» και ότι αν γινόταν αυτό, θα μπορούσε το αστικό κράτος να ολοκληρωθεί σε «καθαρή δημοκρατία», διαμορφώνοντας συνθήκες για ειρηνική μετεξέλιξη του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό.

Ο Λένιν αναπτύσσοντας τη μαρξιστική θέση για τη δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία ενσαρκώθηκε από την εξουσία των Σοβιέτ, υποστήριζε:

«Η αστική τάξη είναι αναγκασμένη να υποκρίνεται και να ονομάζει «παλλαϊκή εξουσία» ή δημοκρατία γενικά ή καθαρή δημοκρατία την (αστική) ρεπουμπλικανική δημοκρατία, που στην πραγματικότητα είναι δικτατορία της αστικής τάξης, δικτατορία των εκμεταλλευτών πάνω στις εργαζόμενες μάζες. Οι Σάιντερμαν και οι Κάουτσκι, οι Αουστερλιτς και οι Ρένερ (τώρα, δυστυχώς, με τη βοήθεια του Φρίντριχ Αντλερ) υποστηρίζουν αυτό το ψέμα και αυτή την υποκρισία. Ενώ οι μαρξιστές, οι κομμουνιστές την ξεσκεπάζουν και λένε ανοιχτά στους εργάτες και στις εργαζόμενες μάζες την καθαρή αλήθεια: στην πραγματικότητα, η ρεπουμπλικανική δημοκρατία, η Συντακτική Συνέλευση, οι παλλαϊκές εκλογές κλπ. σημαίνουν δικτατορία της αστικής τάξης και για την απελευθέρωση και για την απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό του κεφαλαίου δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την αντικατάσταση αυτής της δικτατορίας με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μόνο η δικτατορία του προλεταριάτου είναι σε θέση να απαλλάξει την ανθρωπότητα από το ζυγό του κεφαλαίου, από την ψευτιά, την καλπιά, την υποκρισία της αστικής δημοκρατίας, αυτής της δημοκρατίας για τους πλούσιους, μόνο αυτή είναι σε θέση να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία για τους φτωχούς, δηλαδή να κάνει στην πράξη τα αγαθά της δημοκρατίας προσιτά στους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες, ενώ τώρα (ακόμα και στην πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία) τα αγαθά αυτά της δημοκρατίας είναι στην πράξη απρόσιτα στην τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων»[28].

Ο Κάουτσκι υποστήριζε ότι οι μπολσεβίκοι δεν έπρεπε να μετατρέψουν τα Σοβιέτ σε όργανα κρατικής εξουσίας, αλλά ότι οι εργάτες, διατηρώντας τα Σοβιέτ, έπρεπε να εκλέξουν και ένα «είδος κοινοβουλίου» και να διατηρήσουν τη «δημοκρατία». Ο Λένιν απαντά:

«Οποιος συμμερίστηκε στα σοβαρά τη μαρξιστική αντίληψη ότι το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μηχανή για την καταστολή μιας τάξης από μιαν άλλη, όποιος βάθυνε λίγο-πολύ σ’ αυτή την αλήθεια, δεν θα μπορούσε ποτέ να φθάσει σε ένα τέτοιο παραλογισμό, ότι οι προλεταριακές οργανώσεις, που είναι σε θέση να νικήσουν το χρηματιστικό κεφάλαιο, δεν πρέπει να μετατραπούν σε κρατικές οργανώσεις»[29].

Στη συνέχεια, στο ερώτημα των οπορτουνιστών γιατί η απελευθέρωση των εκμεταλλευόμενων από τον καπιταλισμό απαιτεί τη δικτατορία της εργατικής τάξης και όχι το πέρασμα στην «καθαρή δημοκρατία», ο Λένιν απαντά: «…γιατί σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία αποφασιστική σημασία μπορεί να έχει είτε η αστική τάξη είτε το προλεταριάτο, ενώ οι μικρονοικοκυραίοι παραμένουν αναπόφευκτα ταλαντευόμενοι, ανίσχυροι, ανόητοι, ονειροπόλοι μιας «καθαρής», δηλαδή εξωταξικής ή υπερταξικής δημοκρατίας. Γιατί από μια κοινωνία, όπου η μια τάξη καταπιέζει μια άλλη, δε μπορούμε να βγούμε με άλλο τρόπο παρά με τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης. Γιατί μόνο το προλεταριάτο είναι σε θέση να νικήσει, να ανατρέψει την αστική τάξη, επειδή αυτό είναι η μόνη τάξη, ενωμένη και «πειθαρχημένη» από τον καπιταλισμό, η μόνη τάξη που είναι σε θέση να προσεταιρισθεί την ταλαντευόμενη μάζα των εργαζομένων που ζουν μικροαστικά – να την προσεταιρισθεί ή τουλάχιστον να την «ουδετεροποιήσει». Γιατί μόνο οι γλυκανάλατοι μικροαστοί και Φιλισταίοι μπορούν να ονειροπολούν εξαπατώντας τον εαυτό τους και τους εργάτες με τα όνειρα αυτά, την αποτίναξη του ζυγού του κεφαλαίου χωρίς μια μακρόχρονη και επίμονη καταστολή της αντίστασης των εκμεταλλευτών»[30].

Η ιστορική πείρα δικαίωσε τις θέσεις των κλασικών του μαρξισμού – λενινισμού για το περιεχόμενο και τον ιστορικό ρόλο της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού και τα οποία συνιστούσαν παρεκκλίσεις από τη θεωρία, ιδιαίτερα στο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, όχι μόνο δεν αναίρεσαν αλλά επιβεβαίωσαν με τραγικό τρόπο τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία.

Η οπορτουνιστική στροφή που συντελέστηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ επέδρασε καθοριστικά και στην αντίληψη και το ρόλο του χαρακτήρα του κράτους. Οι θεωρίες που προέβαλαν οι ηγεσίες του ΚΚΣΕ για γρήγορη μετάβαση στον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, υποτιμούσαν το σύνθετο και μακροχρόνιο χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έστρωναν το δρόμο για τις θεωρίες για «παλλαϊκό κράτος» και «παλλαϊκό κόμμα» που αναπτύχθηκαν στο 21ο και 22ο Συνέδριο και κατοχυρώθηκαν στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ το 1977.

Στο 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1962 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «Στις σημερινές συνθήκες οι ταξικές αμοιβαίες σχέσεις στη χώρα μας μπήκαν σ’ ένα νέο στάδιο ανάπτυξής της. Η προλεταριακή δημοκρατία μετατρέπεται σε παλλαϊκή σοσιαλιστική δημοκρατία»[31].

Η θέση αυτή αντικειμενικά αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά του εργατικού κράτους, υποβάθμισε τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης. Η θέση για παλλαϊκό κράτος στηρίχτηκε θεωρητικά στην άποψη ότι το κράτος απονεκρώνεται, αφού δεν υπάρχουν ανταγωνίστριες τάξεις, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι. Η απονέκρωση του κράτους είναι μια μακροχρόνια διαδικασία που σύμφωνα με το Λένιν ολοκληρώνεται μόνο όταν πραγματοποιηθεί η ανώτερη φάση του κομμουνισμού.

Σαφής είναι επίσης η τοποθέτηση του Λένιν ότι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και την απονέκρωση του κράτους δε μεσολαβεί άλλη μορφή πολιτικής εξουσίας. Το κράτος που απονεκρώνεται είναι η δικτατορία του προλεταριάτου[32].

Οι ηγεσίες του ΚΚΣΕ από το 1956 μέχρι την «περεστρόικα» απέρριψαν τη θέση της δυνατότητας όξυνσης της ταξικής πάλης στα πλαίσια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, υποτιμήθηκε η δυνατότητα εξέλιξης σε ανταγωνισμούς των αντιθέσεων ανάμεσα στην εργατική τάξη, στους ατομικούς και συνεταιρισμένους παραγωγούς, αλλά και στο τεχνικό διευθυντικό στρώμα στο σοσιαλισμό, των κοινωνικών διαφοροποιήσεων.

Υπερεκτίμησαν την «ενότητα» της σοβιετικής κοινωνίας και την «ενότητα του λαού».

Οι κατευθύνσεις του 20ού Συνεδρίου για «ποικιλία μορφών μετάβασης των διάφορων χωρών στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις» αξιοποιήθηκαν από τις ηγεσίες ορισμένων κομμουνιστικών κομμάτων της καπιταλιστικής Ευρώπης και ιδιαίτερα του οπορτουνιστικού ρεύματος του Ευρωκομμουνισμού, ως θεωρητικό υπόβαθρο εγκατάλειψης της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών και ιδιαιτεροτήτων αναθεωρήθηκαν οι νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, προβλήθηκαν απόψεις ότι μέσω «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» και της «πολιτικής δημοκρατίας» είναι δυνατό να μεταλλαγεί το καπιταλιστικό σύστημα σε σοσιαλιστικό, δίχως το επαναστατικό άλμα. Ο «Δημοκρατικός σοσιαλισμός» του Μπερνστάιν, τα επιχειρήματα της 2ης Διεθνούς για ειρηνική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με κοινοβουλευτικά μέσα υιοθετήθηκαν από τον «Ευρωκομμουνισμό».

Ο Σαντιάγκο Καρίγιο, ηγέτης του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και πρωτεργάτης του «Ευρωκομμουνισμού», στο έργο του «Ευρωκομμουνισμός και κράτος» γράφει:

«Το πρόβλημα που τίθεται είναι στην ουσία, αν οι εργαζόμενοι των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών είναι σε θέση να επιβάλουν την ηγεμονία τους χωρίς προσφυγή στη δικτατορία του προλεταριάτου»[33]. Συνεχίζοντας την αναθεωρητική του σκέψη εκτιμούσε ότι στην εποχή των Μαρξ – Ενγκελς και στην προεπαναστατική Ρωσία επειδή το προλεταριάτο ήταν μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, γι’ αυτό το λόγο ο μόνος τρόπος να καταλάβει την εξουσία ήταν η βία και η επιβολή της δικτατορίας του. Κάτι που για τον αναθεωρητή Καρίγιο δεν ισχύει στη σύγχρονη εποχή:

«Στις ανεπτυγμένες όμως χώρες της Ευρώπης και στον καπιταλιστικό κόσμο οι εργαζόμενοι αποτελούν σήμερα τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας και οι δυνάμεις της κουλτούρας με τη μεγάλη της κοινωνική σημαία και τη μεγάλη της αριθμητική βαρύτητα, όλο και προσεγγίζουν τις θέσεις της εργατικής τάξης. Είναι φανερό ότι μια τέτοια κατάσταση διαφέρει κατά πολύ από εκείνες, στις οποίες οι Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν θεωρούσαν τη δικτατορία του προλεταριάτου απαραίτητη»[34].

Οι δυνάμεις του σύγχρονου δεξιού οπορτουνισμού, πολιτικοί απόγονοι του ευρωκομμουνισμού, αποθεώνουν την αστική δημοκρατία και αναπαράγουν την αντίληψη περί «δημοκρατικού σοσιαλισμού», στρέφοντας πάντα τα βέλη τους στην καρδιά της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, δηλαδή στο ζήτημα της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.

Με διαφορετικές διατυπώσεις, αλλά με συμφωνία στο κύριο, αρνούνται στο προλεταριάτο να οργανωθεί σε κυρίαρχη τάξη μέσω της επαναστατικής εξουσίας του, να διεξάγει την ταξική πάλη ως το τέλος της, δηλαδή ως την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων, ως την εξάλειψη όλων των πηγών της κοινωνικής ανισότητας.

Οπως σημείωνε ο Λένιν:

«Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη διαφορά του μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας…

[…] δεν είναι παράξενο πως, όταν η ιστορία της Ευρώπης έφερε πρακτικά την εργατική τάξη κοντά σ’ αυτό το ζήτημα, όχι μόνο όλοι οι οπορτουνιστές και ρεφορμιστές αλλά και οι «καουτσκιστές» (οι άνθρωποι που ταλαντεύονται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και στο μαρξισμό) αποδείχθηκαν θλιβεροί Φιλισταίοι και μικροαστοί δημοκράτες, που απαρνούνται τη δικτατορία του προλεταριάτου»[35].

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κ. Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

2. Κ. Μαρξ: «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

 3. Κ. Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

4. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

5. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

6. Β. Ι. Λένιν: «Η μεγάλη Πρωτοβουλία». Απαντα, τ. 39, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

7. Β. Ι. Λένιν: «Η οικονομία και η πολιτική στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου». Απαντα, τ. 39, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

8. Β. Ι. Λένιν: «Για τη δικτατορία του προλεταριάτου». Απαντα, τ. 39, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

9. Β. Ι. Λένιν: «Ακόμη μια φορά για τα συνδικάτα». Απαντα, τ. 42, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

10. Β. Ι. Λένιν: «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αντιμετωπίσουμε». Απαντα, τ. 34, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

11. Β. Ι. Λένιν: «Η τελευταία λέξη της Ισκρικής τακτικής». Απαντα, τ. 11, 5η έκδοση, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

12. Ι. Β. Στάλιν: «Το Κόμμα και η εργατική τάξη στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου». ΚΟΜΕΠ, 4/2002 ή στα «Ζητήματα Λενινισμού», σ.151.

 


[1] Φρ. Ενγκελς, «Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 214.

[2] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 13 -14.

[3] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 133.

[4] Κ. Μαρξ, «Γερμανική Ιδεολογία», εκδόσεις «Αναγνωστίδη», τ. Β΄, σελ. 93-96.

[5] Το έργο γράφτηκε το 1852 και αποτέλεσε προσπάθεια εξήγησης από την σκοπιά του ιστορικού υλισμού του «φαινομένου» του πραξικοπήματος του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (Ναπολέων Γ΄) στη Γαλλία. Δημοσιεύτηκε σε άρθρα του γερμανόφωνου περιοδικού «Die Revolution», του Γερμανού επαναστάτη Ιωσήφ Βαϊντεμάγερ.

[6] Κ. Μαρξ, «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ.144.

[7] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39 , σελ. 15.

[8] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39 , σελ. 15.

[9] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39 , σελ 14.

[10] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», «Η μεγάλη πρωτοβουλία», τ. 39, σελ. 12.

[11] Κ. Μαρξ, «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 21.

[12] Β. Ι. Λένιν, Απαντα εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 274-276.

[13] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ .112.

[14] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», «Προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», τ. 37, σελ. 263.

[15] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 23, σελ. 97.

[16] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 25-26.

[17] Φρ. Ενγκελς, «Αντι-Ντύρινγκ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 423.

[18] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 106-107.

[19] Σημειώνει ο Λένιν: «Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εκμηδένιση της υπαλληλίας μονομιάς παντού και ολοκληρωτικά. Η συντριβή όμως μονομιάς της υπαλληλικής μηχανής και η έναρξη της οργάνωσης καινούργιας, αυτό όμως δεν είναι ουτοπία είναι η πείρα της Κομμούνας, είναι το άμεσο, το επείγον καθήκον του προλεταριάτου». Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 61.

[20] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 42, σελ. 204.

[21] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 27.

[22] Ι. Β. Στάλιν, «Ζητήματα Λενινισμού», «Για τα ζητήματα Λενινισμού», σελ. 155.

[23] Ι. Β. Στάλιν, «Ζητήματα Λενινισμού», «Για τα ζητήματα Λενινισμού», σελ. 159.

[24] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 33, σελ. 112-113.

[25] Στην πόλη Γκότα, το Μάιο του 1875, πραγματοποιήθηκε το ενωτικό συνέδριο της Γερμανικής Εργατικής Ενωσης (Λασαλικοί) και του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (Αϊζεναχικοί) της Γερμανίας. Το Πρόγραμμα που προέκυψε, που ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα σε δύο Γερμανικά Εργατικά Κόμματα, ήταν οπορτουνιστικό.

[26] Κ. Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 35.

[27] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 15.

[28] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 37, σελ. 390.

[29] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 37, σελ. 271.

[30] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 37, σελ. 392.

[31] Ν. Σ. Χρουστσιόφ, «Λογοδοσία της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ». «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1962, σελ. 108.

[32] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 96.

[33] Σ. Καρίλιο, «Ευρωκομμουνισμός και κράτος», εκδόσεις «Θεμέλιο», σελ. 185.

[34] Σ. Καρίλιο, «Ευρωκομμουνισμός και κράτος», εκδόσεις «Θεμέλιο», σελ. 186.

[35] Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 94.