Διαλεκτικός Υλισμός (ΙΙΙ): Νόμοι και κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής

Νόμοι και κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής

-Νόμοι-

Αιτιότητα: είναι μια από τις μορφές της καθολικής νομοτελειακής σύνδεσης των φαινομένων.

Νόμος: στη γενικότατη μορφή του είναι μια καθορισμένη αναγκαία σχέση ανάμεσα σε πράγματα, φαινόμενα ή προτσές, που απορρέει από την εσωτερική τους φύση, από την ουσία τους.

Κάθε σύνδεση ανάμεσα στα φαινόμενα δεν είναι και νόμος. Ο νόμος είναι η εσωτερική εκείνη σύνδεση που έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Ο νόμος είναι το ουσιώδες στη κίνηση των φαινομένων.

Όταν λέμε ότι το φαινόμενο είναι το εξωτερικό, ενώ η ουσία είναι το εσωτερικό, το εξωτερικό και το εσωτερικό αντιπαρατίθενται μεταξύ τους όχι από την άποψη του χώρου, αλλά σε σχέση με τη σημασία τους για το χαρακτηρισμό του αντικειμένου.

Ο νόμος είναι η αναγκαία σχέση ανάμεσα στα φαινόμενα.

Οι νομοτελειακές συνδέσεις είναι το αποτέλεσμα της αιτιακής καθοριστίας των φαινομένων.

Ο ουσιώδης και αναγκαίος χαρακτήρας της νομοτελειακής σύνδεσης καθορίζουν και άλλες ιδιομορφίες του νόμου. Ο νόμος είναι το καθολικό των φαινομένων.

Το γενικό είναι κοινό που υπάρχει στα πραγματικά αντικείμενα. Το κοινό αυτό εκφράζεται στην ενότητα των ιδιοτήτων τους, των γνωρισμάτων τους και των χαρακτηριστικών τους.

Με τον όρο ενικό εννοούμε τα διάφορα αντικείμενα, φαινόμενα, προτσές, γεγονότα που συντελούνται στη φύση και στη κοινωνία.

Η υλιστική διαλεκτική αναγνωρίζει την αντικειμενικότητα, τόσο του ενικού όσο και του γενικού, εφόσον στην πραγματικότητα αυτά υπάρχουν μόνο σε αδιάρηχτη αμοιβαία σύνδεση.

Ο δογματισμός στρέφει την προσοχή μόνο στο γενικό των διαφόρων φαινομένων, αγνοώντας το ενικό και το μερικό.

Ο αναθεωρητισμός αγνοεί το γενικό των φαινομένων, απολυτοποιεί το ενικό και το μερικό.

Ο νόμος είναι το διαρκές, το σταθερό, το επαναλαμβανόμενο, το ταυτόσημο που υπάρχει στα φαινόμενα.

Η υλιστική διαλεκτική αρνείται την απόλυτη ταυτότητα των φαινομένων αλλά αναγνωρίζει την σχετική ταυτότητα (σύμπτωση φαινομένων σε ορισμένες πλευρές ιδιότητες). Ο νόμος αντανακλά το στοιχείο αυτό όπου διαφορετικά φαινόμενα είναι ταυτόσημα μεταξύ τους.

Οι νόμοι είναι αντικειμενικοί.

Ασφαλώς, το αντικείμενο υπόκειται στη δράση πολλών νόμων, γιατί βρίσκεται σε πολυάριθμες συνδέσεις, σχέσεις με άλλα αντικείμενα.

Η ύπαρξη πολλών νομοτελειών σε ένα και το ίδιο αντικείμενο δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν επιχείρημα για την απόδειξη της υποκειμενικότητάς τους, της εξάρτησής τους από τον άνθρωπο, από τις ανάγκες και την νόησή του.

Η εξήγηση του κόσμου που ξεκινάει από τους τελικούς σκοπούς προς τους οποίους τάχα τείνουν όλα τα φαινόμενα της φύσης ονομάζεται τελεολογία.

(Δαρβίνος): ότι δεν προσαρμόζεται αφανίζεται στον αγώνα για την ύπαρξη. Η σκόπιμη προσαρμοστικότητα των φυτών και των ζώων είναι αποτέλεσμα της αλληλοσύνδεσης του οργανισμού και των συνθηκών ύπαρξής του. Είναι σχετική και χάνει την ισχύ της έξω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες.

Όταν οι σκοποί του ανθρώπου απορρέουν από τους γνωσμένους νόμους της ανάπτυξης του υλικού κόσμου, τότε η πρακτική δράση για την επίτευξη αυτών των σκοπών είναι επιτυχής.

Μόνο η κίνηση έχει απόλυτα γενική ισχύ.

Οι μορφές εκδήλωσης των νόμων αλλάζουν στις διάφορες συγκεκριμένες συνθήκες. Ο άνθρωπος, γνωρίζοντας τους νόμους και τις ποικίλες μορφές εκδήλωσής τους, μπορεί να αλλάζει τις συνθήκες και να χρησιμοποιεί τους νόμους για τις πρακτικές του ανάγκες.

Οι νόμοι του αντικειμενικού κόσμου είναι νόμοι της κίνησης και της ανάπτυξης.

Διαλεκτική θεωρία ανάπτυξης: είναι ένα σύνθετο προτσές στο οποίο η υπάρχουσα πραγματικότητα υφίσταται όχι μόνο στις ποσοτικές αλλά και βαθιές ποιοτικές αλλαγές και μετατροπές, όπου με τον καιρό γηράζουν και εξαφανίζονται οι ξεπερασμένες μορφές, παραχωρώντας τη θέση σε καινούργιες, ανώτερες και τελειότερες μορφές. Είναι λοιπόν φανερό ότι αυτές είναι δύο διαμετρικά αντίθετες θεωρίες της ανάπτυξης.

Η κύρια προσοχή στρέφεται ακριβώς στη γνώση της πηγής της αυτοκίνησης, δίνει το κλειδί για τα ‘άλματα’, για τη ‘διακοπή του βαθμιαίου’, τη μετατροπή σε αντίθετο ‘για την εκμηδένιση του παλιού και την εμφάνιση του καινούργιου.’

Ο νόμος του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, εξηγεί χάρη σε ποια προτσές και με ποιον τρόπο τα αντικείμενα υφίστανται ποιοτικές αλλαγές και μετατροπές. Δείχνει ότι η ανάπτυξη, παράλληλα με τη μορφή της βαθμιαίας, της ομαλής συσσώρευσης των ανεπαίσθητων ποσοτικών αλλαγών περικλείνει και τη μορφή της διακοπής του βαθμιαίου, το άλμα από την παλιά ποιοτική κατάσταση σε καινούργια.

Ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων αποκαλύπτει τις πηγές κάθε ανάπτυξης, την εσωτερική της ώθηση, την κινούσα δύναμη που συνίσταται στην πάλη των αντίθετων πλευρών, δυνάμεων, τάσεων, που προσιδιάζουν στα αντικείμενα.

Ο νόμος της άρνησης της άρνησης αντανακλά και χαρακτηρίζει τη σύνδεση της διαδοχής ανάμεσα στα διάφορα στάδια της ανάπτυξης, τη βασική κατεύθυνση, την κύρια τάση ανάπτυξης, που έγκειται στην προχωρητική κίνηση από το απλό στο σύνθετο, από το κατώτερο στο ανώτερο, αντανακλά και χαρακτηρίζει την πολύπλοκη ‘ελικοειδή’ μορφή αυτής της κίνησης.

Η ποιότητα είναι μια προσδιοριστία αδιάσπαστα δεμένη με το ίδιο το αντικείμενο, σαν σύνολο όλων των ουσιαστικών χαρακτηριστικών που προσδίδουν στο αντικείμενο τη σχετική σταθερότητα και το κάνουν να ξεχωρίζει από τα άλλα αντικείμενα.

Η έννοια της ποσότητας είναι επίσης γενική κατηγορία που αντανακλά μια από τις σπουδαίες πλευρές κάθε αντικειμένου, φαινομένου ή προτσές. Η ποσότητα παρουσιάζεται επίσης σαν προσδιοριστία του αντικειμένου αλλά σε διάκριση από την ποιότητα, η ποσότητα χαρακτηρίζει το αντικείμενο από την πλευρά του βαθμού ανάπτυξης των ιδιοτήτων του.

Η ποσότητα και οι ποσοτικές αλλαγές συνδέονται εσωτερικά με την ποιότητα, με το αντικείμενο, η σύνδεση αυτή όμως δεν εκδηλώνεται και δεν φανερώνεται αμέσως.

Στο προτσές των ποσοτικών αλλαγών επέρχεται νομοτελειακά μια στιγμή που και οι πιο ελάχιστες αλλαγές της ποσότητας οδηγούν σε ριζική, ποιοτική αλλαγή, στην εμφάνιση καινούργιας ποιότητας. Με άλλα λόγια, οι ποσοτικές αλλαγές έχουν ένα όριο που το ξεπέρασμά του δεν μένει πια χωρίς συνέπειες για το αντικείμενο.

Οι ποσοτικές αλλαγές, φτάνοντας στο ορισμένο για κάθε αντικείμενο όριο, προκαλούν ποιοτικές αλλαγές. Η σύνδεση όμως ανάμεσα στη ποσότητα και την ποιότητα δεν είναι μονόπλευρη. Όχι μόνο οι ποσοτικές αλλαγές περνούν σε ποιοτικές αλλά και αντίθετα.

Μέτρο είναι η ενότητα και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα.

Ο νόμος του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές είναι ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι ασήμαντες, αρχικά ανεπαίσθητες, ποσοτικές αλλαγές, συσσωρευμένες βαθμιαία, σε ορισμένη βαθμίδα παραβιάζουν το μέτρο του αντικειμένου και προκαλούν ριζικές ποιοτικές αλλαγές, γεγονός που έχει σαν συνέπεια την αλλαγή των αντικειμένων, την εξαφάνιση της παλιάς ποιότητας και την εμφάνιση καινούργιας.

Οι ποσοτικές αλλαγές είναι η εξελικτική μορφή της ανάπτυξης. Αντίθετα οι ποιοτικές αλλαγές αντιπροσωπεύουν την επαναστατική μορφή της ανάπτυξης.

Εξελικτική ονομάζεται εκείνη η αλλαγή, κατά την οποία συντελείται βαθμιαία ποσοτική αλλαγή του υπάρχοντος. Επαναστατική θεωρείται η ριζική, η ποιοτική αλλαγή του υπάρχοντος.

Ποια είναι η πηγή κάθε ανάπτυξης, μαζί και του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές; Στο ερώτημα αυτό απαντά ένας άλλος νόμος τη διαλεκτικής: ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων, ο νόμος των αντιφάσεων σαν πηγή της ανάπτυξης.

Αποκαλύπτει τις εσωτερικές πηγές και τα κίνητρα της ανάπτυξης.

Πρέπει να ξεχωρίσουμε τις εσωτερικές από τις εξωτερικές αντιφάσεις. Η εξωτερική αντίφαση είναι αντίφαση ανάμεσα σε διαφορετικά αντικείμενα ή σε διαφορετικά προτσές, αντίφαση ανάμεσα σε διαφορετικές ουσίες. Η εσωτερική αντίφαση είναι αντίφαση που υπάρχει μέσα στην ίδια την ουσία του δοσμένου αντικειμένου, προτσές, είναι ύπαρξη σε ένα και το ίδιο αντικείμενο πλευρών και τάσεων.

Με τον όρο εσωτερική αντίφαση πρέπει να εννοούμε την αμοιβαία εκείνη σχέση των αντιθέτων πλευρών του αντικειμένου, όπου αυτές ταυτόχρονα αλληλοπροϋποθέτονται, αλληλοκαθορίζονται και συνάμα αρνούνται η μία την άλλη, αλληλοαποκλείονται. Στα πλαίσια του όλου η μία πλευρά της αντίφασης δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη και ταυτόχρονα, λόγω του αντίθετου χαρακτήρα τους, η μία αρνείται την άλλη.

Η εσωτερική αντίφαση, η ενότητα των αντιθέτων πλευρών, τάσεων στο αντικείμενο καθορίζει αναγκαστικά την πάλη μεταξύ τους.

Οι εσωτερικές αντιφατικές πλευρές του αντικειμένου δεν βρίσκονται σε αδιάφορη σχέση μεταξύ τους. Η κάθε μια από τις πλευρές της αντίφασης ενσαρκώνει κάποια τάση –το θετικό ή το αρνητικό, τη δράση και την αντίδραση, το επαναστατικό και το συντηρητικό, εκείνο που γεννιέται και εκείνο που πεθαίνει.

Ότι εμποδίζει την ανάπτυξη ηττάται, και σε τελευταία ανάλυση, νικάει το στοιχείο που είναι φορέας της ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι η πάλη των αντιθέτων είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Η ενότητα και πάλη των αντιθέτων είναι ο νόμος, δυνάμει του οποίου όλα τα πράγματα, φαινόμενα και προτσές προσιδιάζουν πλευρές, τάσεις, εσωτερικά αντιφατικές που βρίσκονται σε κατάσταση πάλης. Η πάλη των αντιθέτων δίνει την εσωτερική ώθηση για ανάπτυξη, οδηγεί στο φούντωμα των αντιφάσεων, που λύνονται σε ένα ορισμένο στάδιο με την εξαφάνιση του παλιού και την εμφάνιση του καινούργιου.

Η ανθρώπινη κοινωνία αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς της εσωτερικούς νόμους, μέσω της ανάπτυξης και λύσεις των εσωτερικών αντιφάσεων. Θα ήταν όμως παράλογο να μη λαμβάνουμε υπόψη το ρόλο της εξωτερικής αντίφασης μεταξύ κοινωνίας και φύσης.

Υπάρχουν δύο είδη αντιφάσεων: οι ανταγωνιστικές και οι μη ανταγωνιστικές. Οι ανταγωνιστικές αντιφάσεις είναι οι ανειρήνευτες αντιφάσεις ανάμεσα στις εχθρικές κοινωνικές δυνάμεις, συμφέροντα, σκοπούς, τάσεις, που οδηγούν σε προστριβές και συγκρούσεις, που η υπερνίκησή τους πραγματοποιείται κατά κανόνα με σκληρή πάλη.

Οι μη ανταγωνιστικές αντιφάσεις δεν εκφράζουν αντιφάσεις ανάμεσα σε εχθρικές αντίθετες πλευρές, αλλά ανάμεσα σε κοινωνικές δυνάμεις και τάσεις που, πλάι στις αντιφάσεις, έχουν και το κοινό στο κύριο, στο βασικό (πχ. Οι αντιφάσεις μεταξύ εργατικής τάξης και αγροτιάς).

Στην ανάλυση του προτσές του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές και της πάλης των αντιθέτων είδαμε ότι η ανάπτυξη εμπερικλείει, σαν υποχρεωτικό και νομοτελειακό στοιχείο, την άρνηση. Ποιοτική αλλαγή σημαίνει άρνηση της παλιάς ποιότητας.

Η άρνηση καθορίζεται νομοτελειακά από την ίδια την ουσία της ανάπτυξης: είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης, μέσω του διχασμού του ενιαίου, και της εμφάνισης στα φαινόμενα και στα αντικείμενα αλληλοαποκλειόμενων μερών, τάσεων, δυνάμεων.

Θέση-αντίθεση-σύνθεση. Η σύνθεση αυτή πρέπει να νοείται όχι σαν μια μηχανική συνένωση εκείνων που υπήρχαν προηγούμενα χωριστά, όχι σαν ένας εξωτερικός συνδυασμός δύο αντιθέτων, αλλά σαν μια ολότελα καινούρια βαθμίδα στην ανάπτυξη.

Η καινούρια αυτή βαθμίδα είναι ακριβώς η άρνηση της άρνησης. Επομένως η άρνηση της άρνησης είναι η νομοτελειακή συνέπεια της λύσης της πάλης των αντιθέτων.

Το πρόβλημα των μορφών της προχωρητικής ανάπτυξης: Η κίνηση από το κατώτερο στο ανώτερο, από το απλό στο σύνθετο μπορεί να απεικονιστεί εποπτικά όχι με ευθεία γραμμή ή κύκλο, αλλά με σπειροειδή (ελικοειδή) γραμμή. Η έννοια της άρνησης της άρνησης αντανακλά τη σπειροειδή αυτή μορφή ανάπτυξης.

Η ανώτερη βαθμίδα της ανάπτυξης μου εμφανίζεται σαν άρνηση της άρνησης κλείνει ένα ορισμένο, μικρό η μεγάλο, κύκλο της ανάπτυξης, και σε μια σειρά περιπτώσεις διαπιστώνεται ότι το ανώτερο σημείο της ανάπτυξης είναι σαν μια επιστροφή στο αρχικό σημείο, στην αφετηρία της ανάπτυξης, άλλα πάνω σε ανώτερη βάση.

Με άλλα λόγια, η διπλή άρνηση μας δίνει μια κατάφαση, δηλαδή, αναπαράγει σε μια νέα ανώτερη βάση ορισμένα γνωρίσματα της αφετηριακής στιγμής της ανάπτυξης.

Έτσι ο νόμος της άρνησης της άρνησης είναι ο νόμος, που η δράση του καθορίζει τη σύνδεση, τη συνέχεια ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο της άρνησης, συνέχεια που έχει σαν επακόλουθο το ότι η διαλεκτική άρνηση δεν είναι μια κενή, χωρίς νόημα άρνηση που απορρίπτει όλη τη προηγούμενη ανάπτυξη, αλλά όρος της ανάπτυξης η οποία κρατάει και διατηρεί ότι το θετικό υπήρχε στα προηγούμενα στάδια, επαναλαμβάνει πάνω σε ανώτερη βάση μερικά γνωρίσματα των αφετηριακών βαθμίδων και έχει, στο σύνολο, προχωρητικό, προοδευτικό χαρακτήρα.

Η πράξη εμφανίζεται σαν η αρχή, η αφετηρία της θεωρίας: η θεωρία αποκρίνεται στα αιτήματα και τις ανάγκες της πράξης. Μετά την εμφάνισή της όμως πάνω στη βάση της πράξης, η θεωρία στρέφεται και πάλι προς την πράξη.

-Κατηγορίες-

Αιτία και αποτέλεσμα: Αφορμή είναι ένα γεγονός που προηγείται άμεσα από ένα άλλο γεγονός.

Η αιτιακή σύνδεση των φαινομένων έχει καθολικό, γενικό χαρακτήρα. Όλα τα φαινόμενα του κόσμου, όλες οι αλλαγές δημιουργούνται σαν αποτέλεσμα της επενέργειας ορισμένων αιτιών.

Η δράση του ανθρώπου παράγει την επαλήθευση της αιτιότητας.

Η υλιστική διαλεκτική έδειξε ότι η σύνδεση της αιτίας με το αποτέλεσμα έχει χαρακτήρα αμοιβαίας επενέργειας: όχι μόνο η αιτία παράγει το αποτέλεσμα, αλλά και το αποτέλεσμα επιδρά ενεργητικά στην αιτία και την αλλάζει.

Η αλληλοεπενέργεια της αιτίας και του αποτελέσματος επηρεάζεται από τα γύρω φαινόμενα, που στο σύνολό τους ονομάζονται συνθήκες.

Λένιν (Φιλοσοφικά Τετράδια): «Η αιτιότητα όπως την εννοούμε συνήθως, είναι μονάχα ένα μικρό κομματάκι της παγκόσμιας σύνδεσης…Η επιστήμη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη μελέτη των αιτιακών αλληλοσυνδέσεων των φαινομένων, αλλά προορισμός της είναι να μελετάει τα φαινόμενα σε όλη την ποικιλία των νομοτελειακών τους συνδέσεων.

Αναγκαιότητα και τυχαίο: Αναγκαίο είναι ότι απορρέει από την ουσία, από την εσωτερική σύνδεση των πραγμάτων και πρέπει να συμβεί αναπόφευκτα. Το αντίθετο της αναγκαιότητας είναι το τυχαίο. Το τυχαίο είναι ασταθές, δεν συνδέεται εσωτερικά, αναγκαία με την ουσία του προτσές. Ένα τυχαίο φαινόμενο μπορεί να υπάρχει, αλλά μπορεί και να μην υπάρχει, μπορεί να συμβεί αλλά μπορεί έτσι και να συμβεί και αλλιώς.

Δημόκριτος: «Οι άνθρωποι έπλασαν το είδωλο της τύχης για να έχουν πρόφαση της αστοχασιάς τους.»

Το τυχαίο δεν σημαίνει αναιτιότητα. Όλα τα τυχαία περιστατικά έχουν τις αιτίες τους. Όταν υπάρχει μια αιτία και οι συνθήκες για τη δράση της, τότε το αποτέλεσμα προκύπτει από αυτή με αναγκαιότητα. Η αιτιότητα είναι μια καθορισμένη μορφή σύνδεσης των φαινομένων. Ωστόσο οι συνθήκες για τη δράση μιας ορισμένης αιτίας μπορούν να υπάρχουν και μπορεί να μην υπάρχουν. Οι ίδιες οι αιτίες είναι διαφορετικές: υπάρχουν αιτίες που απορρέουν από την εσωτερική λογική του προτσές ανάπτυξης και είναι, επομένως, αναγκαίες, υπάρχουν και αιτίες τυχαίου χαρακτήρα, που μπορούσαν να μην παρουσιασθούν.

Το τυχαίο όχι μόνο υπάρχει αντικειμενικά, αλλά ασκεί και επίδραση στην πορεία ανάπτυξης των φαινομένων.

Δυνατότητα και πραγματικότητα: η κατηγορία δυνατότητα εκφράζει την ικανότητα της ύλης να παίρνει διάφορες μορφές στο προτσές της κίνησης.

Η πραγματικότητα είναι εκπληρωμένη δυνατότητα. Η δυνατότητα εκφράζει την τάση της νομοτελειακής κίνησης του Είναι (της φύσης και της κοινωνικής ζωής).

Η δυνατότητα και η πραγματικότητα είναι σχετικά αντίθετες σαν δύο πλευρές της ανάπτυξης: σαν αφετηριακή στιγμή και σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης.

Αν και η δυνατότητα και πραγματικότητα περνούν η μια στην άλλη, πρέπει να τις χωρίζουμε αυστηρά. Αν το κάθε δυνατό ήταν ταυτόχρονα και πραγματικό, τότε δε θα υπήρχε καμιά ανάπτυξη στην φύση και στην κοινωνία. Η σύγχυση του δυνατού με του πραγματικού στην πολιτική οδηγεί στην αυταπάτη και σε σοβαρά λάθη.

Η πραγματική δυνατότητα απορρέει από την υπάρχουσα και δρώσα νομοτέλεια και από τις υπάρχουσες συνθήκες.

Η ύπαρξη μιας ορισμένης νομοτέλειας καθορίζει μόνο της αφηρημένη, την τυπική δυνατότητα, που στη δοσμένη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση δεν μπορεί ακόμα να μετατραπεί σε πραγματικότητα, γιατί λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την πραγμάτωση της.

Στην κοινωνική ζωή η μετατροπή της δυνατότητας σε πραγματικότητα συντελείται με την πρακτική δράση των ανθρώπων.

Μορφή και περιεχόμενο: Το περιεχόμενο είναι η βάση, η κύρια πλευρά του αντικειμένου, που καθορίζει την ποιοτική ιδιομορφία του και που εκδηλώνεται σε όλα τα στοιχεία του.

Το περιεχόμενο δεν υπάρχει χωρίς την μορφή. Η μορφή είναι ο τρόπος ύπαρξης του περιεχομένου, η εσωτερική οργάνωση, η συγκρότηση του περιεχομένου, που κάνει δυνατή την ύπαρξή του.

Βρίσκονται σε ενότητα: στην ενότητα όμως αυτή το περιεχόμενο είναι η κύρια και καθοριστική πλευρά.

Η μορφή, αν και βρίσκεται σε εξάρτηση από το περιεχόμενο της, δεν είναι παθητική. Επιδρά ενεργά στο περιεχόμενο και ο ρόλος της στην ανάπτυξη είναι τεράστιος. Η μορφή μπορεί να παίζει έναν από τους δύο παρακάτω ρόλους: μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αντικειμένου, και αντίστροφα, μπορεί να την φρενάρει.

Στην αρχή του προτσές η μορφή βρίσκεται σε αντιστοιχία με το περιεχόμενό της και συντελεί στην ανάπτυξή του. Στις περίοδες αντιστοιχίας της μορφής προς το περιεχόμενο η προσδιοριστία της και η σταθερότητά της είναι η δύναμη που κινεί την ανάπτυξη.

Όσο καιρό αυτές οι αλλαγές είναι ασήμαντες, η μορφή εξακολουθεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αντικειμένου. Η ένταση της αντίφασης έχει σαν συνέπεια να παύει η μορφή να αντιστοιχεί στο περιεχόμενο και από παράγοντας ανάπτυξης μετατρέπεται σε παράγοντα ανασχετικό της παραπέρα ανάπτυξης.

Η αντίφαση ανάμεσα στο καινούργιο περιεχόμενο και την παλιά μορφή προκαλεί την πάλη μεταξύ τους, πάλη που είναι μια από τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις της δράσης του νόμου της πάλης των αντιθέτων στη φύση, την κοινωνία και την νόηση.

Η μεγαλοποίηση του ρόλου της μορφής στην τέχνη οδηγεί στον φορμαλισμό, στη διαστρέβλωση του μεγάλου κοινωνικού προορισμού της τέχνης.

Η υποτίμηση της μορφής από την άλλη πλευρά φέρνει ζημιά στην ουσία του πράγματος, το περιεχόμενό του, γιατί το περιεχόμενο βρίσκει την έκφρασή του μόνο μέσω της μορφής.

Ουσία και φαινόμενο: Η ουσία είναι η εσωτερική, η σχετική σταθερή πλευρά της αντικειμενικής πραγματικότητας που καθορίζει τη φύση του δοσμένου φαινομένου.

Σε διάσταση από την ουσία, το φαινόμενο είναι η εξωτερική, η πιο κινητή και μεταβλητή πλευρά της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Το φαινόμενο είναι ουσία. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε φαινόμενο εκδηλώνεται κάποια ουσία. Κάθε φαινόμενο είναι συνδεδεμένο έτσι και αλλιώς με κάποια ουσία, αποτελεί εκδήλωσή της. Έτσι ο αφρός της θάλασσας είναι επίσης έκφραση του ρεύματος από κάτω.

Η ουσία και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ενιαία, αλλά και αντίθετα, ποτέ δε συμπίπτουν ολότελα το ένα με το άλλο. Η αντίθεσή τους αποτελεί μια από τις εκφράσεις των εσωτερικών αντιφάσεων των αντικειμένων της πραγματικότητας, τα οποία έρχονται σε διάφορες σχέσεις μεταξύ τους, εκδηλώνοντας την ουσία τους. Καθαρό αποτέλεσμα της αντίφασης ανάμεσα στην ουσία και το φαινόμενο αποτελεί το φαινομενικό.

Το φαινομενικό είναι επίσης εκδήλωση της ουσίας, αλλά μονόπλευρη, όχι ακριβής και κάποτε μάλιστα διαστρεβλωμένη.

Βιβλιογραφία

Ένγκελς Φ. «Αντί-Ντύρινγκ»

Ένγκελς Φ. «Διαλεκτική της φύσης»

Advertisements

The URI to TrackBack this entry is: https://erodotos.wordpress.com/2008/10/16/dialektikos-ylismos-marxismos-filosofia-3/trackback/

RSS feed for comments on this post.

3 ΣχόλιαΣχολιάστε

  1. Ότι καλύτερο έχουμε διαβάσει ποτέ απο ιστολόγιο…
    Εξαιρετική δουλειά….
    Συγχαρητήρια….

  2. Παρ’ όλο που τα έγραψες αυτά πρίν δυο-τρία χρόνια έχει αξία να τα διαβάσει ο κόσμος. Μπράβο:) Η πιο ωραία πρόκληση είναι την υψηλή κατάκτηση αυτή του ανθρώπινου μυαλού να το κάνεις «πενηνταράκια» να το καταλαβαίνει μέχρι και η θειά μου η Κατίνα η αγράμματη στο χωριό. Φάση δεν θα είχε;

    • Γενικά καλά θα ήταν να μπορούσαν να αποδοθούν πιο εκλαϊκευμένα (όχι εκχυδαϊσμένα)…ίσως φταίνε και οι μεταφράσεις, δεν ξέρω. Πάντως καλό θα ήταν κάποια πράγματα να μπορούσαν να παρουσιάζονται κατά τέτοιο τρόπο που να γίνονται κατανοητά από τον πολύ κόσμο , χωρίς βέβαια να χάνουν από την ουσία τους


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: