Διαλεκτικός Υλισμός (ΙΙΙ): Νόμοι και κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής

Νόμοι και κατηγορίες της υλιστικής διαλεκτικής

-Νόμοι-

Αιτιότητα: είναι μια από τις μορφές της καθολικής νομοτελειακής σύνδεσης των φαινομένων.

Νόμος: στη γενικότατη μορφή του είναι μια καθορισμένη αναγκαία σχέση ανάμεσα σε πράγματα, φαινόμενα ή προτσές, που απορρέει από την εσωτερική τους φύση, από την ουσία τους.

Κάθε σύνδεση ανάμεσα στα φαινόμενα δεν είναι και νόμος. Ο νόμος είναι η εσωτερική εκείνη σύνδεση που έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Ο νόμος είναι το ουσιώδες στη κίνηση των φαινομένων.

Όταν λέμε ότι το φαινόμενο είναι το εξωτερικό, ενώ η ουσία είναι το εσωτερικό, το εξωτερικό και το εσωτερικό αντιπαρατίθενται μεταξύ τους όχι από την άποψη του χώρου, αλλά σε σχέση με τη σημασία τους για το χαρακτηρισμό του αντικειμένου.

Ο νόμος είναι η αναγκαία σχέση ανάμεσα στα φαινόμενα.

Οι νομοτελειακές συνδέσεις είναι το αποτέλεσμα της αιτιακής καθοριστίας των φαινομένων.

Ο ουσιώδης και αναγκαίος χαρακτήρας της νομοτελειακής σύνδεσης καθορίζουν και άλλες ιδιομορφίες του νόμου. Ο νόμος είναι το καθολικό των φαινομένων.

Το γενικό είναι κοινό που υπάρχει στα πραγματικά αντικείμενα. Το κοινό αυτό εκφράζεται στην ενότητα των ιδιοτήτων τους, των γνωρισμάτων τους και των χαρακτηριστικών τους.

Με τον όρο ενικό εννοούμε τα διάφορα αντικείμενα, φαινόμενα, προτσές, γεγονότα που συντελούνται στη φύση και στη κοινωνία.

Η υλιστική διαλεκτική αναγνωρίζει την αντικειμενικότητα, τόσο του ενικού όσο και του γενικού, εφόσον στην πραγματικότητα αυτά υπάρχουν μόνο σε αδιάρηχτη αμοιβαία σύνδεση.

Ο δογματισμός στρέφει την προσοχή μόνο στο γενικό των διαφόρων φαινομένων, αγνοώντας το ενικό και το μερικό.

Ο αναθεωρητισμός αγνοεί το γενικό των φαινομένων, απολυτοποιεί το ενικό και το μερικό.

Ο νόμος είναι το διαρκές, το σταθερό, το επαναλαμβανόμενο, το ταυτόσημο που υπάρχει στα φαινόμενα.

Η υλιστική διαλεκτική αρνείται την απόλυτη ταυτότητα των φαινομένων αλλά αναγνωρίζει την σχετική ταυτότητα (σύμπτωση φαινομένων σε ορισμένες πλευρές ιδιότητες). Ο νόμος αντανακλά το στοιχείο αυτό όπου διαφορετικά φαινόμενα είναι ταυτόσημα μεταξύ τους.

Οι νόμοι είναι αντικειμενικοί.

Ασφαλώς, το αντικείμενο υπόκειται στη δράση πολλών νόμων, γιατί βρίσκεται σε πολυάριθμες συνδέσεις, σχέσεις με άλλα αντικείμενα.

Η ύπαρξη πολλών νομοτελειών σε ένα και το ίδιο αντικείμενο δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν επιχείρημα για την απόδειξη της υποκειμενικότητάς τους, της εξάρτησής τους από τον άνθρωπο, από τις ανάγκες και την νόησή του.

Η εξήγηση του κόσμου που ξεκινάει από τους τελικούς σκοπούς προς τους οποίους τάχα τείνουν όλα τα φαινόμενα της φύσης ονομάζεται τελεολογία.

(Δαρβίνος): ότι δεν προσαρμόζεται αφανίζεται στον αγώνα για την ύπαρξη. Η σκόπιμη προσαρμοστικότητα των φυτών και των ζώων είναι αποτέλεσμα της αλληλοσύνδεσης του οργανισμού και των συνθηκών ύπαρξής του. Είναι σχετική και χάνει την ισχύ της έξω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες.

Όταν οι σκοποί του ανθρώπου απορρέουν από τους γνωσμένους νόμους της ανάπτυξης του υλικού κόσμου, τότε η πρακτική δράση για την επίτευξη αυτών των σκοπών είναι επιτυχής.

Μόνο η κίνηση έχει απόλυτα γενική ισχύ.

Οι μορφές εκδήλωσης των νόμων αλλάζουν στις διάφορες συγκεκριμένες συνθήκες. Ο άνθρωπος, γνωρίζοντας τους νόμους και τις ποικίλες μορφές εκδήλωσής τους, μπορεί να αλλάζει τις συνθήκες και να χρησιμοποιεί τους νόμους για τις πρακτικές του ανάγκες.

Οι νόμοι του αντικειμενικού κόσμου είναι νόμοι της κίνησης και της ανάπτυξης.

Διαλεκτική θεωρία ανάπτυξης: είναι ένα σύνθετο προτσές στο οποίο η υπάρχουσα πραγματικότητα υφίσταται όχι μόνο στις ποσοτικές αλλά και βαθιές ποιοτικές αλλαγές και μετατροπές, όπου με τον καιρό γηράζουν και εξαφανίζονται οι ξεπερασμένες μορφές, παραχωρώντας τη θέση σε καινούργιες, ανώτερες και τελειότερες μορφές. Είναι λοιπόν φανερό ότι αυτές είναι δύο διαμετρικά αντίθετες θεωρίες της ανάπτυξης.

Η κύρια προσοχή στρέφεται ακριβώς στη γνώση της πηγής της αυτοκίνησης, δίνει το κλειδί για τα ‘άλματα’, για τη ‘διακοπή του βαθμιαίου’, τη μετατροπή σε αντίθετο ‘για την εκμηδένιση του παλιού και την εμφάνιση του καινούργιου.’

Ο νόμος του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, εξηγεί χάρη σε ποια προτσές και με ποιον τρόπο τα αντικείμενα υφίστανται ποιοτικές αλλαγές και μετατροπές. Δείχνει ότι η ανάπτυξη, παράλληλα με τη μορφή της βαθμιαίας, της ομαλής συσσώρευσης των ανεπαίσθητων ποσοτικών αλλαγών περικλείνει και τη μορφή της διακοπής του βαθμιαίου, το άλμα από την παλιά ποιοτική κατάσταση σε καινούργια.

Ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων αποκαλύπτει τις πηγές κάθε ανάπτυξης, την εσωτερική της ώθηση, την κινούσα δύναμη που συνίσταται στην πάλη των αντίθετων πλευρών, δυνάμεων, τάσεων, που προσιδιάζουν στα αντικείμενα.

Ο νόμος της άρνησης της άρνησης αντανακλά και χαρακτηρίζει τη σύνδεση της διαδοχής ανάμεσα στα διάφορα στάδια της ανάπτυξης, τη βασική κατεύθυνση, την κύρια τάση ανάπτυξης, που έγκειται στην προχωρητική κίνηση από το απλό στο σύνθετο, από το κατώτερο στο ανώτερο, αντανακλά και χαρακτηρίζει την πολύπλοκη ‘ελικοειδή’ μορφή αυτής της κίνησης.

Η ποιότητα είναι μια προσδιοριστία αδιάσπαστα δεμένη με το ίδιο το αντικείμενο, σαν σύνολο όλων των ουσιαστικών χαρακτηριστικών που προσδίδουν στο αντικείμενο τη σχετική σταθερότητα και το κάνουν να ξεχωρίζει από τα άλλα αντικείμενα.

Η έννοια της ποσότητας είναι επίσης γενική κατηγορία που αντανακλά μια από τις σπουδαίες πλευρές κάθε αντικειμένου, φαινομένου ή προτσές. Η ποσότητα παρουσιάζεται επίσης σαν προσδιοριστία του αντικειμένου αλλά σε διάκριση από την ποιότητα, η ποσότητα χαρακτηρίζει το αντικείμενο από την πλευρά του βαθμού ανάπτυξης των ιδιοτήτων του.

Η ποσότητα και οι ποσοτικές αλλαγές συνδέονται εσωτερικά με την ποιότητα, με το αντικείμενο, η σύνδεση αυτή όμως δεν εκδηλώνεται και δεν φανερώνεται αμέσως.

Στο προτσές των ποσοτικών αλλαγών επέρχεται νομοτελειακά μια στιγμή που και οι πιο ελάχιστες αλλαγές της ποσότητας οδηγούν σε ριζική, ποιοτική αλλαγή, στην εμφάνιση καινούργιας ποιότητας. Με άλλα λόγια, οι ποσοτικές αλλαγές έχουν ένα όριο που το ξεπέρασμά του δεν μένει πια χωρίς συνέπειες για το αντικείμενο.

Οι ποσοτικές αλλαγές, φτάνοντας στο ορισμένο για κάθε αντικείμενο όριο, προκαλούν ποιοτικές αλλαγές. Η σύνδεση όμως ανάμεσα στη ποσότητα και την ποιότητα δεν είναι μονόπλευρη. Όχι μόνο οι ποσοτικές αλλαγές περνούν σε ποιοτικές αλλά και αντίθετα.

Μέτρο είναι η ενότητα και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα.

Ο νόμος του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές είναι ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι ασήμαντες, αρχικά ανεπαίσθητες, ποσοτικές αλλαγές, συσσωρευμένες βαθμιαία, σε ορισμένη βαθμίδα παραβιάζουν το μέτρο του αντικειμένου και προκαλούν ριζικές ποιοτικές αλλαγές, γεγονός που έχει σαν συνέπεια την αλλαγή των αντικειμένων, την εξαφάνιση της παλιάς ποιότητας και την εμφάνιση καινούργιας.

Οι ποσοτικές αλλαγές είναι η εξελικτική μορφή της ανάπτυξης. Αντίθετα οι ποιοτικές αλλαγές αντιπροσωπεύουν την επαναστατική μορφή της ανάπτυξης.

Εξελικτική ονομάζεται εκείνη η αλλαγή, κατά την οποία συντελείται βαθμιαία ποσοτική αλλαγή του υπάρχοντος. Επαναστατική θεωρείται η ριζική, η ποιοτική αλλαγή του υπάρχοντος.

Ποια είναι η πηγή κάθε ανάπτυξης, μαζί και του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές; Στο ερώτημα αυτό απαντά ένας άλλος νόμος τη διαλεκτικής: ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέτων, ο νόμος των αντιφάσεων σαν πηγή της ανάπτυξης.

Αποκαλύπτει τις εσωτερικές πηγές και τα κίνητρα της ανάπτυξης.

Πρέπει να ξεχωρίσουμε τις εσωτερικές από τις εξωτερικές αντιφάσεις. Η εξωτερική αντίφαση είναι αντίφαση ανάμεσα σε διαφορετικά αντικείμενα ή σε διαφορετικά προτσές, αντίφαση ανάμεσα σε διαφορετικές ουσίες. Η εσωτερική αντίφαση είναι αντίφαση που υπάρχει μέσα στην ίδια την ουσία του δοσμένου αντικειμένου, προτσές, είναι ύπαρξη σε ένα και το ίδιο αντικείμενο πλευρών και τάσεων.

Με τον όρο εσωτερική αντίφαση πρέπει να εννοούμε την αμοιβαία εκείνη σχέση των αντιθέτων πλευρών του αντικειμένου, όπου αυτές ταυτόχρονα αλληλοπροϋποθέτονται, αλληλοκαθορίζονται και συνάμα αρνούνται η μία την άλλη, αλληλοαποκλείονται. Στα πλαίσια του όλου η μία πλευρά της αντίφασης δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη και ταυτόχρονα, λόγω του αντίθετου χαρακτήρα τους, η μία αρνείται την άλλη.

Η εσωτερική αντίφαση, η ενότητα των αντιθέτων πλευρών, τάσεων στο αντικείμενο καθορίζει αναγκαστικά την πάλη μεταξύ τους.

Οι εσωτερικές αντιφατικές πλευρές του αντικειμένου δεν βρίσκονται σε αδιάφορη σχέση μεταξύ τους. Η κάθε μια από τις πλευρές της αντίφασης ενσαρκώνει κάποια τάση –το θετικό ή το αρνητικό, τη δράση και την αντίδραση, το επαναστατικό και το συντηρητικό, εκείνο που γεννιέται και εκείνο που πεθαίνει.

Ότι εμποδίζει την ανάπτυξη ηττάται, και σε τελευταία ανάλυση, νικάει το στοιχείο που είναι φορέας της ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι η πάλη των αντιθέτων είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Η ενότητα και πάλη των αντιθέτων είναι ο νόμος, δυνάμει του οποίου όλα τα πράγματα, φαινόμενα και προτσές προσιδιάζουν πλευρές, τάσεις, εσωτερικά αντιφατικές που βρίσκονται σε κατάσταση πάλης. Η πάλη των αντιθέτων δίνει την εσωτερική ώθηση για ανάπτυξη, οδηγεί στο φούντωμα των αντιφάσεων, που λύνονται σε ένα ορισμένο στάδιο με την εξαφάνιση του παλιού και την εμφάνιση του καινούργιου.

Η ανθρώπινη κοινωνία αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς της εσωτερικούς νόμους, μέσω της ανάπτυξης και λύσεις των εσωτερικών αντιφάσεων. Θα ήταν όμως παράλογο να μη λαμβάνουμε υπόψη το ρόλο της εξωτερικής αντίφασης μεταξύ κοινωνίας και φύσης.

Υπάρχουν δύο είδη αντιφάσεων: οι ανταγωνιστικές και οι μη ανταγωνιστικές. Οι ανταγωνιστικές αντιφάσεις είναι οι ανειρήνευτες αντιφάσεις ανάμεσα στις εχθρικές κοινωνικές δυνάμεις, συμφέροντα, σκοπούς, τάσεις, που οδηγούν σε προστριβές και συγκρούσεις, που η υπερνίκησή τους πραγματοποιείται κατά κανόνα με σκληρή πάλη.

Οι μη ανταγωνιστικές αντιφάσεις δεν εκφράζουν αντιφάσεις ανάμεσα σε εχθρικές αντίθετες πλευρές, αλλά ανάμεσα σε κοινωνικές δυνάμεις και τάσεις που, πλάι στις αντιφάσεις, έχουν και το κοινό στο κύριο, στο βασικό (πχ. Οι αντιφάσεις μεταξύ εργατικής τάξης και αγροτιάς).

Στην ανάλυση του προτσές του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές και της πάλης των αντιθέτων είδαμε ότι η ανάπτυξη εμπερικλείει, σαν υποχρεωτικό και νομοτελειακό στοιχείο, την άρνηση. Ποιοτική αλλαγή σημαίνει άρνηση της παλιάς ποιότητας.

Η άρνηση καθορίζεται νομοτελειακά από την ίδια την ουσία της ανάπτυξης: είναι το αποτέλεσμα της ανάπτυξης, μέσω του διχασμού του ενιαίου, και της εμφάνισης στα φαινόμενα και στα αντικείμενα αλληλοαποκλειόμενων μερών, τάσεων, δυνάμεων.

Θέση-αντίθεση-σύνθεση. Η σύνθεση αυτή πρέπει να νοείται όχι σαν μια μηχανική συνένωση εκείνων που υπήρχαν προηγούμενα χωριστά, όχι σαν ένας εξωτερικός συνδυασμός δύο αντιθέτων, αλλά σαν μια ολότελα καινούρια βαθμίδα στην ανάπτυξη.

Η καινούρια αυτή βαθμίδα είναι ακριβώς η άρνηση της άρνησης. Επομένως η άρνηση της άρνησης είναι η νομοτελειακή συνέπεια της λύσης της πάλης των αντιθέτων.

Το πρόβλημα των μορφών της προχωρητικής ανάπτυξης: Η κίνηση από το κατώτερο στο ανώτερο, από το απλό στο σύνθετο μπορεί να απεικονιστεί εποπτικά όχι με ευθεία γραμμή ή κύκλο, αλλά με σπειροειδή (ελικοειδή) γραμμή. Η έννοια της άρνησης της άρνησης αντανακλά τη σπειροειδή αυτή μορφή ανάπτυξης.

Η ανώτερη βαθμίδα της ανάπτυξης μου εμφανίζεται σαν άρνηση της άρνησης κλείνει ένα ορισμένο, μικρό η μεγάλο, κύκλο της ανάπτυξης, και σε μια σειρά περιπτώσεις διαπιστώνεται ότι το ανώτερο σημείο της ανάπτυξης είναι σαν μια επιστροφή στο αρχικό σημείο, στην αφετηρία της ανάπτυξης, άλλα πάνω σε ανώτερη βάση.

Με άλλα λόγια, η διπλή άρνηση μας δίνει μια κατάφαση, δηλαδή, αναπαράγει σε μια νέα ανώτερη βάση ορισμένα γνωρίσματα της αφετηριακής στιγμής της ανάπτυξης.

Έτσι ο νόμος της άρνησης της άρνησης είναι ο νόμος, που η δράση του καθορίζει τη σύνδεση, τη συνέχεια ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο της άρνησης, συνέχεια που έχει σαν επακόλουθο το ότι η διαλεκτική άρνηση δεν είναι μια κενή, χωρίς νόημα άρνηση που απορρίπτει όλη τη προηγούμενη ανάπτυξη, αλλά όρος της ανάπτυξης η οποία κρατάει και διατηρεί ότι το θετικό υπήρχε στα προηγούμενα στάδια, επαναλαμβάνει πάνω σε ανώτερη βάση μερικά γνωρίσματα των αφετηριακών βαθμίδων και έχει, στο σύνολο, προχωρητικό, προοδευτικό χαρακτήρα.

Η πράξη εμφανίζεται σαν η αρχή, η αφετηρία της θεωρίας: η θεωρία αποκρίνεται στα αιτήματα και τις ανάγκες της πράξης. Μετά την εμφάνισή της όμως πάνω στη βάση της πράξης, η θεωρία στρέφεται και πάλι προς την πράξη.

-Κατηγορίες-

Αιτία και αποτέλεσμα: Αφορμή είναι ένα γεγονός που προηγείται άμεσα από ένα άλλο γεγονός.

Η αιτιακή σύνδεση των φαινομένων έχει καθολικό, γενικό χαρακτήρα. Όλα τα φαινόμενα του κόσμου, όλες οι αλλαγές δημιουργούνται σαν αποτέλεσμα της επενέργειας ορισμένων αιτιών.

Η δράση του ανθρώπου παράγει την επαλήθευση της αιτιότητας.

Η υλιστική διαλεκτική έδειξε ότι η σύνδεση της αιτίας με το αποτέλεσμα έχει χαρακτήρα αμοιβαίας επενέργειας: όχι μόνο η αιτία παράγει το αποτέλεσμα, αλλά και το αποτέλεσμα επιδρά ενεργητικά στην αιτία και την αλλάζει.

Η αλληλοεπενέργεια της αιτίας και του αποτελέσματος επηρεάζεται από τα γύρω φαινόμενα, που στο σύνολό τους ονομάζονται συνθήκες.

Λένιν (Φιλοσοφικά Τετράδια): «Η αιτιότητα όπως την εννοούμε συνήθως, είναι μονάχα ένα μικρό κομματάκι της παγκόσμιας σύνδεσης…Η επιστήμη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη μελέτη των αιτιακών αλληλοσυνδέσεων των φαινομένων, αλλά προορισμός της είναι να μελετάει τα φαινόμενα σε όλη την ποικιλία των νομοτελειακών τους συνδέσεων.

Αναγκαιότητα και τυχαίο: Αναγκαίο είναι ότι απορρέει από την ουσία, από την εσωτερική σύνδεση των πραγμάτων και πρέπει να συμβεί αναπόφευκτα. Το αντίθετο της αναγκαιότητας είναι το τυχαίο. Το τυχαίο είναι ασταθές, δεν συνδέεται εσωτερικά, αναγκαία με την ουσία του προτσές. Ένα τυχαίο φαινόμενο μπορεί να υπάρχει, αλλά μπορεί και να μην υπάρχει, μπορεί να συμβεί αλλά μπορεί έτσι και να συμβεί και αλλιώς.

Δημόκριτος: «Οι άνθρωποι έπλασαν το είδωλο της τύχης για να έχουν πρόφαση της αστοχασιάς τους.»

Το τυχαίο δεν σημαίνει αναιτιότητα. Όλα τα τυχαία περιστατικά έχουν τις αιτίες τους. Όταν υπάρχει μια αιτία και οι συνθήκες για τη δράση της, τότε το αποτέλεσμα προκύπτει από αυτή με αναγκαιότητα. Η αιτιότητα είναι μια καθορισμένη μορφή σύνδεσης των φαινομένων. Ωστόσο οι συνθήκες για τη δράση μιας ορισμένης αιτίας μπορούν να υπάρχουν και μπορεί να μην υπάρχουν. Οι ίδιες οι αιτίες είναι διαφορετικές: υπάρχουν αιτίες που απορρέουν από την εσωτερική λογική του προτσές ανάπτυξης και είναι, επομένως, αναγκαίες, υπάρχουν και αιτίες τυχαίου χαρακτήρα, που μπορούσαν να μην παρουσιασθούν.

Το τυχαίο όχι μόνο υπάρχει αντικειμενικά, αλλά ασκεί και επίδραση στην πορεία ανάπτυξης των φαινομένων.

Δυνατότητα και πραγματικότητα: η κατηγορία δυνατότητα εκφράζει την ικανότητα της ύλης να παίρνει διάφορες μορφές στο προτσές της κίνησης.

Η πραγματικότητα είναι εκπληρωμένη δυνατότητα. Η δυνατότητα εκφράζει την τάση της νομοτελειακής κίνησης του Είναι (της φύσης και της κοινωνικής ζωής).

Η δυνατότητα και η πραγματικότητα είναι σχετικά αντίθετες σαν δύο πλευρές της ανάπτυξης: σαν αφετηριακή στιγμή και σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης.

Αν και η δυνατότητα και πραγματικότητα περνούν η μια στην άλλη, πρέπει να τις χωρίζουμε αυστηρά. Αν το κάθε δυνατό ήταν ταυτόχρονα και πραγματικό, τότε δε θα υπήρχε καμιά ανάπτυξη στην φύση και στην κοινωνία. Η σύγχυση του δυνατού με του πραγματικού στην πολιτική οδηγεί στην αυταπάτη και σε σοβαρά λάθη.

Η πραγματική δυνατότητα απορρέει από την υπάρχουσα και δρώσα νομοτέλεια και από τις υπάρχουσες συνθήκες.

Η ύπαρξη μιας ορισμένης νομοτέλειας καθορίζει μόνο της αφηρημένη, την τυπική δυνατότητα, που στη δοσμένη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση δεν μπορεί ακόμα να μετατραπεί σε πραγματικότητα, γιατί λείπουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την πραγμάτωση της.

Στην κοινωνική ζωή η μετατροπή της δυνατότητας σε πραγματικότητα συντελείται με την πρακτική δράση των ανθρώπων.

Μορφή και περιεχόμενο: Το περιεχόμενο είναι η βάση, η κύρια πλευρά του αντικειμένου, που καθορίζει την ποιοτική ιδιομορφία του και που εκδηλώνεται σε όλα τα στοιχεία του.

Το περιεχόμενο δεν υπάρχει χωρίς την μορφή. Η μορφή είναι ο τρόπος ύπαρξης του περιεχομένου, η εσωτερική οργάνωση, η συγκρότηση του περιεχομένου, που κάνει δυνατή την ύπαρξή του.

Βρίσκονται σε ενότητα: στην ενότητα όμως αυτή το περιεχόμενο είναι η κύρια και καθοριστική πλευρά.

Η μορφή, αν και βρίσκεται σε εξάρτηση από το περιεχόμενο της, δεν είναι παθητική. Επιδρά ενεργά στο περιεχόμενο και ο ρόλος της στην ανάπτυξη είναι τεράστιος. Η μορφή μπορεί να παίζει έναν από τους δύο παρακάτω ρόλους: μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αντικειμένου, και αντίστροφα, μπορεί να την φρενάρει.

Στην αρχή του προτσές η μορφή βρίσκεται σε αντιστοιχία με το περιεχόμενό της και συντελεί στην ανάπτυξή του. Στις περίοδες αντιστοιχίας της μορφής προς το περιεχόμενο η προσδιοριστία της και η σταθερότητά της είναι η δύναμη που κινεί την ανάπτυξη.

Όσο καιρό αυτές οι αλλαγές είναι ασήμαντες, η μορφή εξακολουθεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αντικειμένου. Η ένταση της αντίφασης έχει σαν συνέπεια να παύει η μορφή να αντιστοιχεί στο περιεχόμενο και από παράγοντας ανάπτυξης μετατρέπεται σε παράγοντα ανασχετικό της παραπέρα ανάπτυξης.

Η αντίφαση ανάμεσα στο καινούργιο περιεχόμενο και την παλιά μορφή προκαλεί την πάλη μεταξύ τους, πάλη που είναι μια από τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις της δράσης του νόμου της πάλης των αντιθέτων στη φύση, την κοινωνία και την νόηση.

Η μεγαλοποίηση του ρόλου της μορφής στην τέχνη οδηγεί στον φορμαλισμό, στη διαστρέβλωση του μεγάλου κοινωνικού προορισμού της τέχνης.

Η υποτίμηση της μορφής από την άλλη πλευρά φέρνει ζημιά στην ουσία του πράγματος, το περιεχόμενό του, γιατί το περιεχόμενο βρίσκει την έκφρασή του μόνο μέσω της μορφής.

Ουσία και φαινόμενο: Η ουσία είναι η εσωτερική, η σχετική σταθερή πλευρά της αντικειμενικής πραγματικότητας που καθορίζει τη φύση του δοσμένου φαινομένου.

Σε διάσταση από την ουσία, το φαινόμενο είναι η εξωτερική, η πιο κινητή και μεταβλητή πλευρά της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Το φαινόμενο είναι ουσία. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε φαινόμενο εκδηλώνεται κάποια ουσία. Κάθε φαινόμενο είναι συνδεδεμένο έτσι και αλλιώς με κάποια ουσία, αποτελεί εκδήλωσή της. Έτσι ο αφρός της θάλασσας είναι επίσης έκφραση του ρεύματος από κάτω.

Η ουσία και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ενιαία, αλλά και αντίθετα, ποτέ δε συμπίπτουν ολότελα το ένα με το άλλο. Η αντίθεσή τους αποτελεί μια από τις εκφράσεις των εσωτερικών αντιφάσεων των αντικειμένων της πραγματικότητας, τα οποία έρχονται σε διάφορες σχέσεις μεταξύ τους, εκδηλώνοντας την ουσία τους. Καθαρό αποτέλεσμα της αντίφασης ανάμεσα στην ουσία και το φαινόμενο αποτελεί το φαινομενικό.

Το φαινομενικό είναι επίσης εκδήλωση της ουσίας, αλλά μονόπλευρη, όχι ακριβής και κάποτε μάλιστα διαστρεβλωμένη.

Βιβλιογραφία

Ένγκελς Φ. «Αντί-Ντύρινγκ»

Ένγκελς Φ. «Διαλεκτική της φύσης»

Διαλεκτικός Υλισμός (ΙΙ): Η γνωσιοθεωρία του Μαρξισμού

Η γνωσιοθεωρία του Μαρξισμού

 

Προσέγγιση συνείδησης: προσεχτική μελέτη της πρακτικής δράσης του ανθρώπου, τις αμοιβαίες σχέσεις και συνδέσεις του με το γύρω του κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Η ψυχικότητα είναι το αποτέλεσμα της υλικής λειτουργίας του εγκεφάλου.

Η συνείδηση είναι προϊόν του εγκεφάλου, προϊόν της ανώτερα οργανωμένης ύλης, είναι λειτουργία του εγκεφάλου, ενώ ο εγκέφαλος είναι όργανο της συνείδησης, όργανο της νόησης.

Αποκαλώντας τη συνείδηση προϊόν της ύλης, δε θέλουμε να πούμε ότι η συνείδηση που γεννιέται από την ύλη και εξαρτιέται από αυτήν, υπάρχει σαν κάτι το εξωτερικό προς αυτήν και παράλληλα σε αυτή.

Τα φυσιολογικά προτσές του σκεπτόμενου εγκεφάλου και η νόηση, η συνείδηση δεν είναι δύο παράλληλα προτσές, άλλα ένα ενιαίο προτσές.

Η συνείδηση είναι προϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου. Εμφανίζεται και σχηματίζεται όμως στον εγκέφαλο μόνο χάρη στην υλική σύνδεση του εγκεφάλου με τον εξωτερικό κόσμο.

Έτσι η πηγή των συναισθημάτων είναι ο εξωτερικός κόσμος, η ύλη, το υλικό περιβάλλον, τα φαινόμενα και τα αντικείμενα που το αποτελούν.

Οι ιδιότητες των υλικών πραγμάτων δεν μας προκαλούν συναισθήματα τυχαία, εναλλάσσονται με χαοτικό τρόπο, αλλά πλέρια καθορισμένα αισθήματα που αντιστοιχούν στην αντικειμενική φύση των υλικών πραγμάτων.

Η αντίληψη είναι το σύνολο των αισθημάτων που βρίσκονται σε αλληλοσύνδεση αντίστοιχη με την αλληλοσύνδεση των ιδιοτήτων του αντικειμένου που προκάλεσε τη δοσμένη αντίληψη.

Τα αισθήματα και οι αντιλήψεις αποτελούν απεικονίσεις, φωτογραφίες, έκτυπα των υλικών αντικειμένων.

Το αίσθημα και η αντίληψη σαν είδος αντανάκλασης του κόσμου χαρακτηρίζεται από δύο ιδιομορφίες: α) το αίσθημα είναι άμεση αντανάκλαση του υλικού κόσμου, β) το αίσθημα είναι πάντα αντανάκλαση ορισμένων ιδιοτήτων συγκεκριμένων υλικών αντικειμένων, στη δοσμένη στιγμή, στις δοσμένες περιστάσεις.

Τα αισθητήρια όργανα του ανθρώπου είναι προϊόν όχι μόνο της βιολογικής, άλλα και της κοινωνικής ανάπτυξης.

Η αντίληψη του κόσμου από τον άνθρωπο δεν είναι μια παθητική ενατένιση, δεν είναι μια νεκρή κατοπτρική αντανάκλαση, άλλα μια εκδήλωση ενεργητικής στάσης. Ο άνθρωπος αισθάνεται, αντιλαμβάνεται τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του γύρω κόσμου στην πορεία της εργασίας, της κοινωνικής μεταμορφωτικής δράσης.

Φαντασία: Εφόσον οι παραστάσεις δε συνδέονται με τη παρουσία αισθημάτων στη δοσμένη στιγμή, έχουν μια σχετική αυτοτέλεια και μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους αυθαίρετα στο νου. Η φαντασία του ανθρώπου μπορεί να συνδυάζει τα στοιχεία των πιο ποικίλων παραστάσεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν με βάση τα αισθήματα και τις αντιλήψεις που υπήρξαν κάποτε, αλλά, σε τελευταία ανάλυση όλα αυτά τα στοιχεία είναι αντανακλαστικά της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Πως μπορούμε να διακρίνουμε μια σωστή γνώση, την αντικειμενική αντανάκλαση του υλικού κόσμου, από τα λάθη και τις πλάνες; Μέσω της πρακτικής δράσης των ανθρώπων.

Μορφές αντανάκλασης

α) Φυσική: εκφράζεται σε μια μεταβολή της φυσικής κατάστασης αυτών των αντικειμένων και στην εμφάνιση ορισμένων φυσικών αντιδράσεων που βρίσκονται σε νομοτελειακή σχέση με αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις.

β) Βιολογική (ερεθισιμότητα): η ικανότητα κάθε οργανισμού να απαντά στις εξωτερικές επιδράσεις με την επιτάχυνση ή την επιβράδυνση ανταλλαγής ουσιών, μετατόπιση στο χώρο, κλπ.

Εξαρτημένα ανακλαστικά: Οι απαντητικές αντιδράσεις των ζώων όχι στους βιοτικούς παράγοντες, αλλά στα σήματά τους, αντιδράσεις που διαμορφώνονται από το κάθε ζώο στο προτσές της ατομικής του ζωής με βάση την πείρα της ύπαρξής του στις δοσμένες συνθήκες.

Απόλυτα ανακλαστικά: οι απαντητικές αντιδράσεις των ζώων στους άμεσους βιοτικούς παράγοντες, αντιδράσεις που σχηματίστηκαν στο προτσές της εξέλιξης των ζώων του δοσμένου είδους, εδραιώθηκαν σταθερά και μεταβιβάζονται κληρονομικά από γενιά σε γενιά.

Το σύνολο των απόλυτων και εξαρτημένων ανακλαστικών είναι η ανώτερη μορφή αντανάκλασης από αυτά των συνθηκών τους ύπαρξης.

Ανθρώπινη μορφή αντανάκλασης: Σήματα της πραγματικότητας είναι για τα ζώα φαινόμενα αβιοτικού χαρακτήρα, που έχουν συνδεθεί πρόσκαιρα με βιοτικά φαινόμενα. Το σύνολο των σημάτων που εκφράζει όλο τον πλούτο των συνδέσεων του ζώου με τις εξωτερικές συνθήκες ονομάζεται (Παβλώφ) πρώτο σύστημα σημάτων.

Στον άνθρωπο αποφασιστικό ρόλο παίζει το δεύτερο σύστημα σημάτων: αυτό το συγκροτούν οι λέξεις, ακουστές ή ορατές, ο ανθρώπινος λόγος. Οι λέξεις είναι ερεθιστήρια στον ίδιο βαθμό πραγματικά όσο και όλα τα άλλα εξωτερικά ερεθιστήρια. Έχουν όμως μια ιδιομορφία που συνιστάται στο ότι αποτελούν σημάνσεις, σήματα των σωμάτων και των φαινομένων που συγκροτούν το πρώτο σύστημα σημάτων.

Καθετί που αντανακλάται στο πρώτο σύστημα σημάτων και που ύστερα σηματοδοτείται με τη λέξη, γίνεται συνειδητά.

Η ανθρώπινη μορφή αντανάκλασης (η συνείδηση) έχει κι ένα άλλο σπουδαιότατο γνώρισμα: η συνείδηση αποδείχνεται ότι είναι ένας εξαιρετικά ενεργητικός παράγοντας στην επενέργεια του ανθρώπου πάνω στη φύση με την εργασία του.

Αντίθετα τα ζώα προσαρμόζονται απλώς στο εξωτερικό περιβάλλον. Η συνείδηση του ανθρώπου, η οποία είναι προϊόν των ιστορικών κοινωνικών συνθηκών της ύπαρξής του, της κοινωνικής πρακτικής δράσης του, γίνεται η ίδια ένας ισχυρός παράγοντας της πρακτικής δράσης.

Ο ενσυνείδητος παράγοντας της αντανάκλασης του εξωτερικού κόσμου από τους ανθρώπους κάνει ώστε η συμπεριφορά τους να ελέγχεται από το λογικό τους. Ο άνθρωπος δεν είναι κάτι αυτόματο, που υποτάσσεται στη δράση κάποιων ‘υποσυνείδητων’, ‘άλογων’ δυνάμεων, ‘τυφλών ενστίκτων’, όπως λόγου χάρη προσπαθούν να παρουσιάσουν το ζήτημα οι φροϋδιστές.

Το λογικό και η βούληση παίζουν τεράστιο ρόλο στη συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτό τον ξεχωρίζει από τα ζώα και τον ανεβάζει πάνω από την όλη την υπόλοιπη φύση που κι ο ίδιος αποτελεί μέρος της. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μόνο φυσικό, άλλα, πρώτα από όλα, κοινωνικό ον.

Αν η συνείδηση είναι αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου, αυτό σημαίνει ότι είναι δευτερεύον στοιχείο σε σχέση με αυτό τον κόσμο κι ότι ο κόσμος υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από την συνείδηση, γιατί η αντανάκλαση δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό που αντανακλάται, ενώ το αντανακλόμενο υπάρχει ανεξάρτητα από την αντανάκλασή του.

Η αντιφατικότητα των μαρτυριών των αισθητήριων οργάνων: οι μαρτυρίες αυτές μας εξαπατούν, άλλα αντανακλούν το γεγονός ότι τα προτσές συντελούνται στα σώματα με διαφορετικό τρόπο, σε συνάρτηση με το τι συνέβηκε νωρίτερα με αυτά τα σώματα, σε συνάρτηση με την προγενέστερη ‘ιστορία’ τους, πριν την έναρξη του δοσμένου προτσές.

Τις μαρτυρίες των αισθητήριων οργάνων, οι οποίες είναι η πηγή όλων των γνώσεών μας πρέπει να ξέρουμε να τις διαβάζουμε και να τις αναλύουμε σωστά και τότε θα φανεί ότι οι μαρτυρίες αντανακλούν τον κόσμο πολύ καλύτερα και πολύ πιστότερα από ότι νομίζαμε στην αρχή.

Στην πραγματικότητα, στη ζωή μας μαθαίνουμε βαθμιαία να ανακαλύπτουμε το νόημα εκείνου που μας δίνουν οι μαρτυρίες των αισθητήριων οργάνων μας.

Άλλα, ξέρω να χρησιμοποιώ τα αισθητήρια όργανα σημαίνει συνδέω τη λειτουργία τους με τη λειτουργία της νόησης. Μόνο χάρη στη αδιάρρηκτη ενότητα των αισθημάτων και της νόησης πετυχαίνεται η πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας.

Το αρχικά εμφανιζόμενο είδωλο των υλικών αντικειμένων γίνεται βαθμιαία πιστότερο, πλουτίζεται, τελειοποιείται με βάση τις αντιλήψεις που επαναλήφθηκαν πολλές φορές, με βάση την εργασία της σκέψης και την επαλήθευσή της από τα διάφορα αισθητήρια όργανα, με βάση την πολύπλευρη πρακτική δράση του ανθρώπου.

Η αντανάκλαση των πραγμάτων στη συνείδησή μας δεν είναι μια μοναδική στιγμιαία πράξη, δεν είναι ένα ακίνητο νεκρό καλούπι, αλλά ένα προτσές που περνάει από διάφορα στάδια, ένα ενεργητικό προτσές αναζητήσεων, δοκιμών.

Η αντανάκλαση του αντικειμενικού κόσμου στη συνείδηση είναι αντικειμενική ως προς την προέλευσή της, ως προς την πηγή και περιεχόμενό της.

Οι τέτοιου είδους παραστάσεις και σκέψεις που το περιεχόμενό τους αντιστοιχεί στα αντικείμενα, που ανακλώνται από τη συνείδηση και γιαυτό δεν εξαρτιέται από τον άνθρωπο ή την ανθρωπότητα, ονομάζονται αντικειμενική αλήθεια.

Το γεγονός ότι υπάρχει αντικειμενική αλήθεια σημαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο υλικός αλλά και γνώσιμος, γιατί η γνωσιμότητα του κόσμου είναι ακριβώς η δυνατότητα επίτευξης της αντικειμενικής αλήθειας.

Η ύπαρξή της όμως εκφράζεται κιόλας στο γεγονός ότι ξεκινώντας από τις γνώσεις μας για τα πράγματα, για τον εξωτερικό κόσμο, πετυχαίνουμε στη πράξη γενικά τα αποτελέσματα που περιμένουμε. Και αν αυτό δεν το πετυχαίνουμε, αργά ή γρήγορα βρίσκουμε τα λάθη που υπάρχουν στις γνώσεις μας και στους συλλογισμούς μας και τα διορθώνουμε.

Η αντικειμενική αλήθεια είναι τέτοια που πρώτον, δεν εξαρτιέται από το γεγονός ότι την αναγνωρίζουν λίγοι ή πολλοί άνθρωποι. Αργά ή γρήγορα κατακτά τα μυαλά των ανθρώπων. Τρίτο, η αντικειμενική αλήθεια, αν εφαρμόζεται σωστά οδηγεί σε επιτυχή αποτελέσματα στην πρακτική δράση.

Ασφαλώς η αντικειμενική αλήθεια γίνεται αργά ή γρήγορα ‘γενικά ισχύουσα’, δλδ γενικά παραδεκτή, ωστόσο η ουσία της δεν έγκειται σε αυτό. Δεν έχει σημασία πόσοι άνθρωποι την παραδέχονται, άλλα το ότι είναι σωστή, ότι ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Μια ορισμένη θέση είναι αληθινή, όχι γιατί είναι γενικά ισχύουσα, αλλά γιατί αντανακλά σωστά την πραγματικότητα και επιβεβαιώνεται από την πράξη.

Ασφαλώς η αλήθεια που εφαρμόζεται σωστά στη πράξη οδηγεί στη επιτυχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι που οδηγείς την επιτυχία είναι αληθινό.

Η γνώση είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Αποτελεί πολύπλοκο διαλεκτικό προτσές διείσδυσης του νου στην ουσία των πραγμάτων. Η γνώση συντελείται με την εμφάνιση και τη λύση αντιφάσεων και έχει ενεργητικό, δημιουργικό χαρακτήρα: η γνώση αποκαλύπτοντας τις νομοτέλειες του αντικειμενικού κόσμου δείχνει το δρόμο του μετασχηματισμού, της αλλαγής του.

Από την άγνοια προκύπτει η γνώση, η γνώση η όχι ακριβής γίνεται πληρέστερη και ακριβέστερη.

Τελικός σκοπός της γνώσης είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών απαραίτητων πρακτικών αλλαγών.

Η τυπική λογική είναι η επιστήμη των μορφών της νόησης, των κανόνων και των μορφών επακολούθησης μιας κρίσης από άλλες. Μελετάει τις μορφές της νόησης από την πλευρά της δομής τους, περιγράφει τους πιο απλούς τρόπους νόησης, που χρησιμοποιούνται στη γνώση της πραγματικότητας, διατυπώνει τους κανόνες της συναγωγής μιας κρίσης από άλλες.

Η ικανότητα να συνδέει κανείς σωστά τις σκέψεις στους συλλογισμούς είναι απαραίτητος όρος μιας στοιχειώδικα ορθή νόησης.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τυπικής λογικής είναι ότι στη μελέτη της διάρθρωσης των μορφών της νόησης, κάνει αφαίρεση της γένεσης και της ανάπτυξης αυτών των μορφών.

Ο νόμος της ταυτότητας λέει ότι μια και η ίδια σκέψη στα πλαίσια κάποιου συλλογισμού οφείλει να είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της.

Ο νόμος της αντίφασης απαγορεύει τις λογικές αντιφάσεις στη νόηση: δύο κρίσεις από τις οποίες στη μία βεβαιώνεται κάτι για ένα αντικείμενο και στην άλλη, για το ίδιο αντικείμενο, στο ίδιο χρονικό διάστημα και από την ίδια άποψη έχουμε άρνηση εκείνου που βεβαιώνεται στην πρώτη κρίση, δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές.

Ο νόμος του αποκλειόμενου τρίτου ορίζει ότι δύο αντικειμενικές κρίσεις που η μία αρνείται δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα λαθεμένες.

Ο νόμος του αποχρώντος λόγου θεσπίζει ότι κάθε κρίση μπορεί να θεωρείται αληθινή μόνο όταν προσκομιστούν επαρκείς λόγοι της αλήθειας της.

Οι νόμοι της νόησης που περιγράφονται από την τυπική λογική αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των πραγμάτων.

Οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν μια ορισμένη πλευρά των αντικειμένων –το στοιχείο της σταθερότητας και σχετικής τους μονιμότητας.

Αποτελεί προπαντός μέθοδο για την ανακάλυψη καινούργιων αποτελεσμάτων, για το πέρασμα από το γνωστό στο άγνωστο.

Είναι δυνατό όταν μελετούμε τις μορφές της νόησης, να κάνουμε αφαίρεση της ανάπτυξής τους.

Διαλεκτική λογική: οι νόμοι της σύνδεσης των έτοιμων μορφών της νόησης, της διάρθρωσης της νόησης μπορούν να κατανοηθούν μόνο με βάση τη γνώση των νόμων ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.

Λένιν (φιλοσοφικά τετράδια): «Η λογική είναι διδασκαλία όχι για τις εξωτερικές μορφές της νόησης, άλλα για τους νόμους ανάπτυξης όλων των υλικών, των φυσικών και πνευματικών πραγμάτων, δηλαδή της ανάπτυξης όλου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και της γνώσης του, δηλαδή είναι η ανακεφαλαίωση, το σύνολο, το πόρισμα της ιστορίας της γνώσης του κόσμου.»

Το κύριο πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής είναι το πρόβλημα της αλήθειας. Η διαλεκτική λογική εξετάζει τις μορφές της νόησης από άποψη περιεχομένου, δείχνει με πιο τρόπο πετυχαίνεται στις μορφές της νόησης η αληθινή γνώση για τον κόσμο.

Η διαλεκτική λογική απαιτεί, το αντικείμενο και η αντανάκλασή του στη συνείδηση των ανθρώπων να εξετάζονται ολόπλευρα: στην ανάπτυξη, στην αυτοκίνηση, στους ουσιώδεις δεσμούς με τα άλλα αντικείμενα, στην εμφάνιση και τη λύση των αντιφάσεων, στις ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές τους κλπ.

Ενάντια στον Εμπειρισμό: η θεωρητική νόηση είναι ξένη προς αυτόν. Στην πράξη όμως ακόμα και για να συνδέσουμε δύο γεγονότα είναι απαραίτητη η νόηση με τη βοήθεια εννοιών.

Ενάντια στον εμπειρισμό τάχθηκαν οι ορθολογιστές που νόμιζαν ότι η νόηση φθάνει στην ουσία των πραγμάτων άμεσα, παρακάμπτοντας την εμπειρία.

Όλες τις γνώσεις τις αντλούμε από τον εξωτερικό κόσμο με την αισθησιακή εμπειρία και τη νόηση που αναπτύσσεται με βάση τα αισθήματα και τις αντιλήψεις. Επίσης δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες. Οι άνθρωποι αποκτούν τις γνώσεις τους στην πορεία της ζωής τους στο κοινωνικό περιβάλλον.

Θα ήταν παράλογο να σκεφτούμε ότι το κάθε άτομο αντλεί όλες τις γνώσεις του για τον πραγματικό κόσμο από τη δική του πείρα. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί όλη την εμπειρία του ανθρώπινου γένους. Η άμεση εμπειρία του μεμονωμένου ανθρώπου, οσοδήποτε παρατηρητικός και οξυδερκής και αν είναι, είναι πολύ περιορισμένη. Οι σύγχρονες γνώσεις μας είναι αποτέλεσμα της πείρας όλων των ανθρώπων του παρελθόντος και του παρόντος. Όταν λέμε ότι όλες οι γνώσεις μας προέρχονται σε τελευταία ανάλυση, από την εμπειρία, το υποκείμενο αυτής της εμπειρίας είναι η ανθρωπότητα.

Τα δεδομένα των αισθητήριων οργάνων αποτελούν απλώς το θεμέλιο της γνώσεις μας κι όχι ολόκληρο το εποικοδόμημα της. Η νόηση προχωρεί παραπέρα στο δρόμο της αντικειμενικής αλήθειας, κατακτώντας τη γνώση των νόμων της κίνησης των φαινομένων, πράγμα απρόσιτο άμεσα από τα αισθήματα. Η νόηση συνδέεται με τα αισθήματα, ταυτόχρονα όμως διαφέρει ποιοτικά από αυτά.

Η πράξη είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης γνώσης και το κριτήριο της αλήθειας της.

Η ανάπτυξη της γνώσης συντελείται με την αλληλεπίδραση των 3 αυτών στοιχείων: της ζωντανής ενατένισης, της νόησης και της πράξης.

Η πολύπλευρη γνώση του αντικειμένου είναι γνώση συγκεκριμένη. Η γνώση μιας οποιασδήποτε πλευρά του αντικειμένου είναι γνώση αφηρημένη. Οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην ανάπλαση του συγκεκριμένου μέσω της νόησης.

Για να καταλάβουμε τους νόμους της ανάπτυξης της γνώσης, τη διαλεκτική της, είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε την αλληλουχία του ιστορικού και του λογικού στο προτσές της επίτευξης της συγκεκριμένης γνώσης του αντικειμένου.

Με τον όρο ιστορικό εννοούμε την κίνηση του ίδιου του πραγματικού αντικειμένου. Το λογικό είναι η αντανάκλαση του ιστορικού. Το ιστορικό είναι το πρωτεύον και το λογικό το δευτερεύον.

Το λογικό είναι γενικευμένη, διορθωμένη αντανάκλαση του ιστορικού με την έννοια ότι αντανακλάει την πραγματικότητα στη νομοτελειακή της ανάπτυξη, εξηγεί την αναγκαιότητα αυτής της ανάπτυξης.

Η ιστορική εξέταση χωρίς τη λογική εξέταση είναι τυφλή και η λογική εξέταση χωρίς την ιστορική είναι άστοχη.

Από το γεγονός ότι η μελέτη της ουσίας του αντικειμένου αποκαλύπτει σε κάποιο βαθμό και την ιστορία αυτού του αντικειμένου, δεν έπεται ότι το λογικό αποκλείει, ότι κάνει περιττή τη μελέτη της ιστορίας. Αντίθετα η διαλεκτική μέθοδος απαιτεί απαραίτητα να μελετάμε την πραγματική ιστορία του αντικειμένου σε όλες της τις λεπτομέρειες. Χωρίς την μελέτη της ιστορίας του αντικειμένου δεν υπάρχει ούτε η θεωρία του.

Μία από τις μορφές της νόησης είναι η κρίση, μέσω της οποίας γίνονται γνωστές διάφορες πλευρές, ιδιότητες, σχέσεις των αντικειμένων. Κρίση είναι η σκέψη που βεβαιώνει ή αρνείται κάτι για κατιτί. Σε αυτή αντανακλάται η διαλεκτική του ατομικού και του γενικού.

Συλλογισμός λέγεται η μορφή της νόησης, μέσω της οποίας, με βάση τη γνώση που έχουμε και που έχει θεσπιστεί προηγούμενα συνάγουμε καινούργια γνώση.

Επαγωγή: προτσές του συλλογισμού από το μερικό στο γενικό. Απαγωγή: προτσές του συλλογισμού από το γενικό στο μερικό.

Ο δρόμος προς την έγκυρη γνώση περνάει από τη διατύπωση υποθέσεων. Η επιστημονική θεωρεία είναι θεμελιωμένη πάνω στη θέση ότι κάθε στοιχείο σε ορισμένες συνθήκες μπορεί να μετατραπεί σε άλλο στοιχείο.

Η έννοια σαν μορφή της νόησης αντανακλάει την ουσία των φαινομένων.

Ανάλυση: ο νοερός χωρισμός του αντικειμένου στα συστατικά του μέρη με σκοπό την ανακάλυψη των πιο απλών στοιχείων του σύνθετου.

Ενότητα ανάλυσης και σύνθεσης: μέσα από αυτή συντελείται η ανάπλαση του συγκεκριμένου στη νόηση.

Οι πιο γενικές έννοιες, που αντανακλούν τις σπουδαιότερες ιδιότητες της νομοτέλειας του κόσμου, λέγονται κατηγορίες.

Πράξη ονομάζεται η αισθησιο-υλική δράση των ανθρώπων, που αλλάζει τα αντικείμενα, τα φαινόμενα, τα προτσές της πραγματικότητας. Η πράξη, που αποτελεί βάση της γνώσης, είναι μια αλληλεπίδραση του υποκειμένου (άνθρωπος) και του αντικειμένου (υλικού πράγματος) που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την αλλαγή του αντικειμένου.

Ο Μαρξισμός έδειξε ότι το κριτήριο της αλήθειας της γνώσης πρέπει να αναζητηθεί έξω από την γνώση –στη πράξη.

Μόνο η πράξη στην ανάπτυξή της μπορεί αν είναι κριτήριο της αλήθειας της αναπτυσσόμενης γνώσης.

Στη λύση του προβλήματος της αλήθειας υπάρχουν δύο πλευρές: 1. υπάρχει άραγε αντικειμενική αλήθεια; 2. πως κατακτείται η αντικειμενική αλήθεια: μονομιάς, σε όλη της την έκταση ή βαθμιαία; Το δεύτερο ερώτημα προϋποθέτει την εξήγηση της αλληλοσχέσης ανάμεσα στην απόλυτη και σχετική αλήθεια.

Δεν υπάρχουν όρια στη γνώση μας, δεν υπάρχουν πράγματα αγνώσιμα, υπάρχουν μόνο πράγματα που δεν έχουν ακόμα γνωσθεί και μπορούν να γνωσθούν στη πορεία της ανάπτυξης της επιστήμης.

Η αλήθεια είναι ένα προτσές (διαδικασία).

Καθήκον της γνώσης είναι η επίτευξη της αντικειμενικής αλήθειας, δηλ. μιας γνώσης που το περιεχόμενό της να μην εξαρτιέται από τον άνθρωπο. Η αντικειμενική αλήθεια, στην πλήρη και ολοκληρωμένη μορφή της ονομάζεται απόλυτη αλήθεια.

Απόλυτη αλήθεια είναι η γνώση που δεν μπορεί να αναιρεθεί από την παραπέρα πορεία ανάπτυξης της επιστήμης και πράξης.

Η απόλυτη αλήθεια υπάρχει όχι μόνο σαν όριο, προς το οποίο τείνει η γνώση μας και το οποίο, στην πραγματικότητα δεν το πετυχαίνει ποτέ.

Σε κάθε αντικειμενική αλήθεια υπάρχουν στοιχεία, πλευρές του απόλυτου.

Ο άνθρωπος δεν φτάνει μεμιάς στην απόλυτη αλήθεια. Αυτή σχηματίζεται από σχετικές αλήθειες.

Σχετική αλήθεια είναι η γνώση που βασικά αντανακλάει σωστά την πραγματικότητα, όχι όμως πλέρια, αλλά σε ορισμένα όρια, σε καθορισμένες συνθήκες και σχέσεις. Η γνώση αυτή στην παραπέρα ανάπτυξη της επιστήμης διευκρινίζεται, συμπληρώνεται, βαθαίνει, συγκεκριμενοποιείται.

Η σχετική αλήθεια περιέχει μια κατά προσέγγιση, μια όχι πλήρη, αντανάκλαση της πραγματικότητας.

Η απόλυτη και σχετική αλήθεια είναι δύο στοιχεία της αντικειμενικής αλήθειας. Αυτές δεν διαφέρουν ως προς την πηγή, αλλά ως προς τον βαθμό της ακρίβειας, της αντιστοιχίας και ως προς την πληρότητα αντανάκλασης της πραγματικότητας.

Οι μεταφυσικοί ανακηρύχνουν τη γνώση είτε μόνο απόλυτη είτε μόνο σχετική. Η αναγνώριση μόνο της απόλυτης αλήθειας είναι δογματισμός. Ο δογματικός δεν θεωρεί αληθινή τη σχετική γνώση. Δεν υπήρξε ποτέ όμως και δεν μπορεί να υπάρξει επιστήμη που να αποτελείται μόνο από αιώνιες, απόλυτες αλήθειες σε τελευταία ανάλυση.

Οι μεταφυσικοί που αναγνωρίσουν μόνο τη σχετική αλήθεια λέγονται ρελατιβιστές. Το γεγονός της μεταβλητότητας των ιδεών μας, τις αλλαγές στην επιστήμη και την ανατροπή των παλαιών εννοιών οι ρελατιβιστές τα ερμηνεύουν σαν απόδειξη της υποκειμενικότητας της αλήθειας.

Μια από τις πιο διαδεδομένες μορφές του ρελατιβισμού είναι ο συμβατισμός, που θεωρεί τις θέσεις της επιστήμης συμβάσεις, συμφωνίες, συμβατικές θέσεις.

Ο δρόμος για την αντικειμενική αλήθεια είναι πολύ δύσκολος, εμπεριέχει τη δυνατότητα για λάθη, όμως η γενική γραμμή ανάπτυξης της γνώσης είναι μια: με βάση την πράξη προς την πλήρη και ολόπλευρη αντανάκλαση της ουσίας των φαινομένων, προς την απόλυτη αλήθεια.

Η υλιστική διαλεκτική εμπεριέχει ένα στοιχείο ρελατιβισμού (αναγνωρίζει τη σχετικότητα των γνώσεών μας για τον εξωτερικό κόσμο), αλλά δεν ταυτίζεται με αυτόν. Ο ρελατιβιστής θεωρεί ότι η σχετική γνώση είναι μόνο σχετική. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η γνώση εμπεριέχει ένα στοιχείο της απόλυτης γνώσης.

Η αλήθεια σαν προτσές είναι συγκεκριμένα ιστορική. Ο μαρξισμός ξεκινάει από το γεγονός ότι αφηρημένη αλήθεια δεν υπάρχει, η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει ότι οι θέσεις της επιστήμης αντανακλούν το αντικείμενο ή οποιαδήποτε πλευρά, ιδιότητά του σε καθορισμένες συνθήκες τόπου και χρόνου.

Ο Λένιν έγραφε: «Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του απαιτεί κάθε θέση να εξετάζεται μόνο α) ιστορικά β) μόνο σε σύνδεση με τις άλλες γ) μόνο σε σύνδεση με την συγκεκριμένη πείρα της ιστορίας.»

Η ανάπτυξη της γνώσης, το προτσές της επίτευξης της συγκεκριμένης αλήθειας προϋποθέτει τη συνεχή αλληλεπίδραση της θεωρίας και της πράξης.

Βιβλιογραφία

Ένγκελς Φ. «Αντί-ντύρινγκ»

Λένιν Β. Ι. «Υλισμός και Εμπειριοκριτισμός», στα «Άπαντα», τόμος 18