Τα περιεχόμενα με μια ματιά

marx_engels21

Καλώς ήλθατε στον Erodoto! Ένα blog που κύριο στόχο έχει α) τη μελέτη και ανάδειξη του Μαρξισμού ως θεωρίας και επιστήμης, στη Φιλοσοφία, την Ιστορία, την Πολιτική Οικονομία, κ.α., β) τη μελέτη της ιστορίας και πολιτικής του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος, ντόπιου και διεθνούς, γ) τη μελέτη του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ως θεωρία και πράξη, δ) την πάλη ενάντια στον αντικομμουνισμό και την παραχάραξη της Ιστορίας…

Μεταξύ των θεμάτων που πραγματευόμαστε στον Erodoto είναι και τα εξής:

Μαρξισμός και Φιλοσοφία

Μαρξισμός και Ιστορία

Πολιτική οικονομία

Ιστορία του ελληνικού εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος

Ιστορία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (Κατοχή & Αντίσταση)

Ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ)

Ιστορία του διεθνούς εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος

Διαμόρφωση του ελληνικού έθνους-κράτους

Αναθεώρηση της Ιστορίας

Σοβιετική Ένωση

Τέχνη και Κίνημα

Επίκαιρα

Πηγές μαζικών-λαϊκών κινημάτων

Έργα των Μαρξ και Ένγκελς στο Διαδίκτυο

Έργα του Β. Ι. Λένιν στο διαδίκτυο

Βιβλιοπροτάσεις – Βιβλιοπαρουσιάσεις

*

Επαφή: www.facebook.com/#!/Erodotos.Weblog

Ακόμα και η Χούντα παραδεχόταν τους νεκρούς του Πολυτεχνείου – Η Χρυσή Αυγή, ωστόσο, κάνει την πάπια!

Νεκροί Πολυτεχνείου 1

Νεκροί Πολυτεχνείου 2

Τα ονόματα των νεκρών που έδωσε η ίδια η Χούντα (εφημερίδα «Μακεδονία» 20 Νοέμβρη 1973)

Παραπάνω βλέπουμε τα ονόματα των νεκρών που ανακοίνωσε η ίδια η Χούντα 2 μέρες μετά τη δολοφονική εισβολή του στρατού στο Πολυτεχνείο και του άγριου κυνηγητού που ακολούθησε σε όλη την πρωτεύουσα. Το πόρισμα του Εισαγγελέα βεβαίως θα αναδείξει το 1974 όλο το εύρος της δολοφονικής μανίας της δικτατορίας. Τέσσερις δεκαετίες και πλέον αργότερα οι πολιτικοί απόγονοί της, Χρυσαυγήτες, κάνουν την πάπια βεβηλώνοντας τη μνήμη των νεκρών και δείχνοντας ακόμα λιγότερη τσίπα από ότι οι πραξικοπηματίες του 1967.

Οι νεκροί σύμφωνα με το πόρισμα του Εισαγγελέα Δ. Τσεβά το 1974:

«α) Επισήμως ανακοινωθέντες νεκροί είναι οι ακόλουθοι:

1. Διομήδης Ιωάννου Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Εφονεύθη έξωθιτου Πολυτεχνείου περί ώρα 22.15′ της 16.11.73. Βασίμως πιθανολογείται ότι δράστης του φόνου τούτου είναι ο προεκτεθείς Συνταγματάρχης.

2. Βασίλειος Παναγιώτου Φαμέλλος, ετών 26. Εφονεύθη εγγύς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως περί ώρα 22.30′ της 16.11.73, βληθείς προφανώς υπό τίνος των εκ του υπουργείου πυροβολούντων.

3. Toril Engelend, σπουδάστρια, Νορβηγίς. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώρα 23.30’της 16.11.1973 παρ’ αγνώστου δράστου.

4. Γεώργιος Ανδρέου Σαμούρης, σπουδαστής, ετών 22. Εφονεύθη υπ’ αγνώστου εις άγνωστον σημείον εξ επαφής περί το μεσονύκτιον της 16.11.1973 και το πτώμα του μετεφέρθη και απερρίφθη εις την διασταύρωσιν των οδών Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων (Κατάθεσις υπ’ αριθμ. 137).

5. Αλέξανδρος Ευστρατίου Σπαρτίδης, ετών 16, μαθητής. Εφονεύθη επί της οδού Κότσικα (παρόδου Πατησίων) την 10.20 ώραν της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

6. Μάρκος Δημητρίου Καραμάνης, ετών 23. Εφονεύθη ευρισκόμενος εις την επί της οδού Πατησίων και Αιγύπτου 1 πολυκατοικίαν την 10.30 ώραν της 17.11.1973, βληθείς ομοίως υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

7. Βασίλειος Καράκας, Τούρκος υπήκοος, ετών 43. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώραν 13.00′ της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

8. Δημήτριος Θεοφ. Θεοδώρας, ετών 6. Εφονεύθη επί της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας Ζωγράφου περί ώραν 13.30 της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιώτου ευρισκομένου έμπροσθεν του Ναού του Αγίου Θεράποντος.

9. Βασιλική Φωτίου Μπεκιάρη, ετών 17. Εφονεύθη ευρισκομένη εις την ταράτσα της επί της οδού Μεταγένους 8 – Νέος Κόσμος οικίας της περί ώρα 12.30′ της 17.11.1973, δεχθείσα εις την κεφαλήν της βλήμα αδέσποτον άρματος.

10. Γεώργιος Αλεξάνδρου Γεριτσίδης, ετών 48, εφοριακός υπάλληλος. Εφονεύθη ευρισκόμενος εν Ν. Λιοσίοις προς εκτέλεσιν υπηρεσίας περί ώραν 12.15′ της 17.11.1973 δεχθείς ομοίως βλήμα αδέσποτον άρματος μάχης εις την κεφαλήν.

11. Νικόλαος Πέτρου Μαρκουλής, ετών 25. Εφονεύθη παρά την πλατείαν Βάθης περί ώραν 11.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

12. Στυλιανός Αγαμ. Καραγεώργης, ετών 19, εργάτης. Ετραυματίσθη θανασίμως επί της οδού Πατησίων, έμπροσθεν του κινηματογράφου ΕΛΛΗΝΙΣ, περί ώρα 10.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσεν εις το ΚΑΤ την 30.11.1973.

13. Ανδρέας Στεργίου Κουμπος, ετών 63. Ετραυματίσθη σοβαρώς διερχόμενος την οδό Καποδιστρίου περί ώρα 14.00′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσε την 30.1.1974.

14. Μιχαήλ Δημήτριου Μυρογιάννης, ετών 20. Εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρα περί ώραν 13.30′ της 18.11.73, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν και

15. Κυριάκος Δημητρίου Παντελάκης, ετών 45, δικηγόρος. Ετραυματίσθη σοβαρώς επί της οδού Γλάδστωνος περί ώραν 12.40′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου επί της οδού Πατησίων άρματος και απεβίωσεν την 18.12.1973.

β) Νεκροί πλήρως βεβαιωθέντες:

1. Σπύρος Κοντομάρης, δικηγόρος. Απεβίωσεν τας απογευματινός ώρας της 16.11.73 ευρισκόμενος επί της οδού Γεωργίου Σταύρου, συνέπεια θανατηφόρου επενέργειας των ριπτομένων υπό της αστυνομίας αερίων (κατάθ. υπ’ αριθμ. 93).

2. Αικατερίνη Αργυροπούλου, ετών 75. Ετραυματίσθη σοβαρώς ενώ ευρίσκετο εις την εν Αγ. Αναργύροις οικίαν της περί ώραν 11.00′ της 17.11.1973, δεχθείσα αδέσποτον βλήμα άρματος και απεβίωσεν κατά μήνα Μάιον 1974 και

3. Δημήτριος Παπαϊωάννου, ετών 60, ιδιωτικός υπάλληλος. Απεβίωσεν την μεσημβρίαν της 17.11.1973 εκ προσφάτου εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά την ιατροδικαστικήν έκθεσιν σοβαρώς όμως, υπό της συζύγου του αμφισβητούμενης και υποστηριζούοης ότι ο σύζυγος της απεβίωσεν είτε βληθείς δι’ όπλου, είτε υποστάς συγκοπήν εκ των ριπτομένων αερίων, καταθεσάσης δε ότι μόνον εις το Νεκροταφείον της επετράπη να πλησιάσει απλώς και να ατενίσει το πρόσωπον του νεκρού συζύγου της.

γ) Νεκροί βασίμως προκύπτοντες:

1. Ο ιατρός – χειρουργός Γεώργιος Γρηγοριάδης, μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι ο ίδιος προσωπικώς αντελήφθη και διεπίστωσεν ιατρικώς τον θάνατον (2) δύο αγνώστων νέων, πληγέντων: Του μεν ενός εις την πλατείαν Βικτωρίας περί ώραν 11.00′ της 17.11.1973 δια βλήματος περιστρόφου υπό Ανθυπασπιστού της Χωροφυλακής ριφθέντος, του δε ετέρου εις την οδόν Γ Σεπτεμβρίου περί ώραν 12.00′ της 18.11.1973 δια βλήματος διερχομένου άρματος (κατάθ. υπ’ αριθμ. 25).

2. Η μάρτυς Παναγ. Παπακυριακού καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού μικράς κορασίδος, ηλικίας 9 περίπου ετών, εις την γωνίαν των οδών Πατησίων και Κλωναρίδου περί ώραν 14.00 της 17.1.1.1973 εκ βλημάτων διερχομένου άρματος, εξ ων και η ιδία ετραυματίσθη βαρύτατα (κατάθ. υπ’ αριθμ. 168).

3. Ο φοιτητής Λεωνίδας Ανωμερίτης, καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού νεαράς μαθήτριας, εντός του χώρου του Πολυτεχνείου ευρισκόμενης, περί ώρα 11.45′ της 16.11.1973, δια βλήματος ριφθέντος εκ του εκτός του Πολυτεχνείου χώρου (κατάθ. υπ. αριθμ. 32).

4. Ο Φαρμακοποιός Αλέξανδρος Παναγόπουλος καταθέτει ότι, ότε προ του μεσονυχτίου της Παρασκευής 16.11.1973, επεσκέφθη μετά της συζύγου του το Πολυτεχνείον προς παροχήν υπηρεσιών εις τους τραυματίας και εισήλθεν εις το αυτόθι υπάρχον πρόχειρον ιατρείον, ιδίοις όμμασιν αντελήφθη την ύπαρξιν (3) τριών νεκρών και μιας γυναικός θανασίμως τραυματισθείσης, τα τραύματα των οποίων σαφώς περιγράφει. Προσθέτει δε ότι εκ μελών της Συντονιστικής Επιτροπής Φοιτητών έλαβε την πληροφορίαν ότι είχαν και οκτώ (8) εισέτι νεκρούς, τα πτώματα των οποίων είχον τοποθετηθεί και εφυλάσσοντο εις παρακείμενον χώρον ίνα μη υποπέσουν εις αντίληψιν των σπουδαστών και προκληθή πανικός (κατάθ. υπ’ αριθμ. 245).

5. Περί των ανωτέρω νεκρών σαφώς καταθέτουν και σπουδασταί, μέλη της Συντονιοτικής Επιτροπής, οι οποίοι και περιγράφουν με ενάργειαν τα τραύματα τα οποία έκαστος των νεκρών συναδέλφων των έφερεν (Οράτε καταθέσεις υπ’ αριθμ. 41,45 και 217). Και ναι μεν ο εις εκ των ανωτέρω μαρτύρων (217) καταθέτει και περί τα είκοσι δύο (22) πτωμάτων, άτινα ο ίδιος ούτος προσωπικώς αντελήφθη, περιστατικόν όπερ δεν επεβεβαιώθη, πλην σοβαροί διάτην αλήθειαν των κατατιθεμένων προκύπτουν ενδείξεις εκ της προεκτεθείσης καταθέσεως Αλέξ. Παναγοπούλου, όστις και αναφέρει ότι αντελήφθη θάλαμον υπό του περιβόητου Πίμπα – πράκτορας της ΚΥΠ (κατάθ. υπ’ αριθμ. 29 και 176 μετά μαγνητοταινίας) – φρουρούμενον, εις ον υπήρχον άνθρωποι δήθεν κοιμώμενοι, ων, όμως, η στάσις και η όλη εμφάνισις εις πολλάς τον ανωτέρω μάρτυρα ενέβαλεν υποψίας (οράτε κατάθεσιν). Ανακήπτει βεβαίως το ερώτημα τι εγένοντο οι νεκροί αυτοί και σοβαρά δια τους αντιλέγοντας αντλούνται εντεύθεν επιχειρήματα. Όμως προσφέρουν ίσως απάντησιν τα υπό των φυλάκων του νεκροθαλάμου του Ρυθμιστικού Κέντρου Αθηνών κατατιθέμενα. Ο μεν Νικ. Νίκας καταθέτει ότι κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας του μέχρι της 23.00′ ώρας της 16.11.1973 παρέλαβε και ετοποθέτησε εις τον νεκροθάλαμον επτά (7) πτώματα νέων ανδρών, ηλικίας 22-25 ετών, τα οποία δεν συνωδεύοντο από πιοτοποιητικόν θανάτου και κάρταν περί της ταυτότητος του νεκρού (κατάθ. υπ’ αριθμ. 80). Ο εκ του ανωτέρω παραλαβών ακολούθως υπηρεσίαν Ιωάννης Μάρας, καταθέτει ότι από της 23.00′ ώρας της 16.11.1973 μέχρι 7.00′ της 17.11.1973 παρέλαβεν και ετοποθέτησεν εις τον νεκροθάλαμον επτά (7) πτώματα, νέων ομοίως ανδρών, ηλικίας 20-35 ετών, έκτων οποίων τα τέσσερα (4) ήταν αγνώστου ταυτότητος (κατάθ. υπ’ αριθμ. 89). Και ούτω κατά την τραγικήν εκείνην νύχτα των γεγονότων, 16 προς 17 Νοεμβρίου 1973, ένδεκα (11) πτώματα αγνώστων νέων διακομίζονται εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών, άτινα, όμως, πλην ενός (κατά τα επίσημα στοιχεία του Νοσοκομείου) ουδαμού εμφανίζονται, ούτε καταχωρίζονται! Και η ανυπαρξία επισήμων στοιχείων εν τω Νοσοκομείω δεν αποδεικνύει βεβαίως την ανυπαρξίαν πτωμάτων, διότι αι καταθέσεις είναι κατηγορηματικοί και σαφείς και πλήρως εκ της ερεύνης εβεβαιώθη ότι ουδεμία εγένετο επίσημος εγγραφή του πλήθους των εισαγομένων τότε τραυματιών εις το Γενικόν βιβλίον της πύλης. Μόνον οι αυτόθι ευρισκόμενοι αστυνομικοί εμερίμνων δια τα καθ’ εαυτούς περί τούτου και τα υπ’ αυτών συλλεγέντα στοιχεία, κατά το μάλλον ακριβή, μετά των εν συνεχεία εις τα βιβλία των κλινικών του Νοσοκομείου εγγραφών, προσέφεραν ημίν αποδείξεις περί του αριθμού των διακομισθέντων εις το Ρυθμιστικόν τραυματιών! Θα ήτο μάταιον επομένως να ερευνηθή περαιτέρω, μολονότι επεχειρήθη, τι εγένοντο οι νεκροί ούτοι! Επισημαίνομεν μόνον το πρόβλημα και τονίζομεν ότι τα υπό των ανωτέρω κατατιθέμενα πλήρως εναρμονίζονται προς τα υπό των σπουδαστών υποστηριζόμενα ως προς τον αριθμόν των δέκα (10) περίπου νεκρών.

6. Πλήρως εκ των εκτεθέντων εβεβαιώθη η εν ψυχρώ δολοφονία νέου ανδρός εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών υπό των αυτόθι υπηρετούντων, κατά την τραγικήν αυτήν νύκτα, αστυνομικών (καταθέσεις υπ’ αριθμ. 69, 70, 77, 79, 86 και 94), αλλά και δευτέρα τοιαύτη θανατώσεως τραυματίου συνεπεία ξυλοδαρμού, εις χείρας του ιατρού χειρουργού Λέων. Παπασταματίου (κατάθ. υπ’ αριθμ. 86) αποβιώσαντος. Τι εγένοντο οι δύο (2) ούτοι νεκροί; Διότι είναι πλήρως βεβαιωμένον ότι ουδείς εξ αυτών ευρίσκεται εις τον κατάλογον των εξ (6) επισήμων νεκρών του Ρυθμιστικού, εξ ων μάλιστα μόνον εις (ο άγνωστος αρχικώς και γνωστός ακολούθως Βασ. Φαμέλλος) διεκομίσθη κατά τον επίμαχον χρόνον της νυκτός της 16ης προς 17ην Νεομβρίου 1973. Επίτασις της αγωνίας εκ του τιθεμένου προβλήματος! Δι’ ο και ο προεκτεθείς ιατρός – χειρουργός, προσωπικώς παρακολουθήσας τα γεγονότα εις το Ρυθμιστικόν και εις την επιχείρηση/ σωτηρίας, συμμετασχών ειδικώς περί του αριθμού των εν τω Ρυθμιστικοί νεκρών εκ των γεγονότων του Πολυτεχνείου ερωτηθείς, καταθέτει ότι πρέπει ν’ ανέρχωνται εις είκοσι (20) ή είκοσι πέντε (25) και αιτιολογεί διατί (Οράτε κατάθεσιν ομοίως και τας 47 και 98). Εκ των εκτεθέντων δήλον καθίσταται ότι εις τους καταλόγους των επισήμως ανακοινωθέντων δέκα πέντε (15) νεκρών και υπό της ερεύνης βεβαιωθέντων τριών (3) τοιούτων δέον να προστεθούν και έτεροι δέκα έξι (16) τουλάχιστον βασίμως προκύπτοντες, οίτινες, τονιστέον και πάλι, ουδεμίαν έχουν, ως προς την ταυτότητα, σχέσιν με τους επισήμως ανακοινωθέντος. Παραμένει βεβαίως πάντοτε το ερώτημα: Τι εγένοντο τα πτώματα των νεκρών τούτων και διατί οι οικείοι των εξακολουθητικώς σιωπούν; Δεν είναι εύκολος η απάντησις εις τον χαράσσοντα τας γραμμάς ταύτας. Είναι υποχρέωσις, όμως, η έναντι του προβλήματος θέσις και η κατανόησις των ανερμήνευτων ή αδυνάτων. (Οράτε σχετικώς κατάθεσιν Δημ. Πίμπα, υπ. αριθμ. 71).

δ) Νεκροί εκ διαδόσεων πιθανολογούμενοι:

Πολλά τω όντι περί μεγάλου αριθμού νεκρών διαδίδονται και θρυλούνται. Διάφοροι κατάλογοι περί τούτων κυκλοφορούν, δύο των οποίων αναφερόντες ονόματα νεκρών 46 και 59, αντιστοίχως, περιήλθαν εις χείρας μου και απετέλεσαν αντικείμενον ειδικής, επισταμένης και αγωνιώδους ερεύνης. Αμφότεροι εκυκλοφόρησαν το πρώτον εις την αλλοδαπήν και ο εις εξ αυτών επιμέλεια πολλών γνωστών Ελλήνων, εις το εξωτερικόν κατά την εποχήν της Δικτατορίας ευρισκομένων. Είναι αμφότεροι ελλιπείς κατά τα στοιχεία των και η επ’ αυτών έρευνα εις ουδέν το συγκεκριμένον απέληξε. Βεβαίως ο πρώτος αυτών κατετέθη παρά προσώπου λίαν αξιόπιστου, βεβαιώσαντος περί της σοβαρότητος της ερεύνης και της εγκυρότητος των πορισμάτων αυτής εν τη αναγραφή των ονομάτων του καταλόγου. Εξ ουδενός, όμως, ετέρου στοιχείου ενισχύθη η άποψις αυτή και των αναγραφομένων ονομάτων η συμπλήρωσις δεν επετεύχθη, ίνα διευκλυνθή ακολούθως η έρευνα εν τη αναζητήσει της αληθείας. Ο έτερος των καταλόγων κατά πολύ ελλιπέστερος εμφανίζεται κατά το περιεχόμενόν του και ουδέν ουδαμόθεν προσφέρεται προς επιβεβαίωσίν του. Ο υιοθετήσας τούτον μάρτυς επί της υποθέσεως και μηνυτής Γρηγόριος Παπαδάτος, ειδικώς εφ’ ημών κληθείς όπως προσκόμιση ή κατονομάση έστω στοιχεία ενισχυτικά των απόψεων του, ουδέν περί του αντικειμένου τούτου κατέθεσεν. Σοβαρώς εξ ετέρου εκ της ερεύνης ημών επιθανολογήθη ότι εξ (6) εκ των αυτώ αναφερομένων ονομάτων αφορούν τους τραυματίας των γεγονότων, ενώ πλήρως εβεβαιώθη ότι όνομα αναμφισβητήτως νεκρού, του Αλεξ. Σπαρτίδη, δεν αναφέρεται εν αυτών (οράτε το από 20.7.74 ενημερωτικόν σημείωμα Γεν. Ασφαλείας και της υπ’ αριθμ. 51075 Φ. 680 /15 /14.10.74 αναφοράν της προς υμάς). Ουδείς βεβαίως δύναται να αποκλείση το ενδεχόμενον μήνυμα αληθείας εκ των καταλόγων τούτων να εκπορεύεται και πολλοί ή και άπαντες οι προαναφερθέντες, αριθμητικώς μόνον ως βασίμως προκύπτοντες, νεκροί να αποτελούν μέλη των εν αυτοίς αναγραφομένων ομάδων ή και να αναφέρονται εις αυτούς αι υπό ετέρων μαρτύρων κατατιθέμενοι, ανεπιβεβαίωτοι όμως παραμένουσαι περιπτώσεις πιθανών νεκρών (οράτε καταθέσεις υπ’ αριθμ. 183, 209, 218, 255, 50 και 55). Τα ενδεχόμενα όμως ταύτα πόρρω αφίστανται του ασφαλούς και βέβαιου, όπερ και μόνον δύναται να αποτελέση στοιχείον αποδεικτικόν. Οίκοθεν νοείται ότι η αυτή προσήκει απάντησις και υπεύθυνος θέσις και έναντι των περί υπάρξεως ομαδικών τάφων διαθρυλουμένων, μολονότι σκληρά δια τον γράφοντα υπήρξε δοκιμασία η λήψις της καταθέσεως ατόμου, στρατιώτου όντος κατά την ερευνωμένην περίοδον, όστις, δια των κατατεθέντων του και της όλης του τραγικής – αληθώς – εμφανίσεως, πολλάς και συγκλονιστικός μοι προεκάλεσεν ανησυχίας και απορίας (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 190).»

Όταν οι πρόγονοι των Χρυσαυγητών έβριζαν και δολοφονούσαν τους πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας-Η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι των προσφύγων

Πόντιοι πρόσφυγες

Πόντιοι πρόσφυγες

Ποια η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι των προσφύγων; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» το 1935, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι το βενιζελικό «στρατόπεδο» καλλιεργούσε σκόπιμα την ιδέα ανάμεσα στους πρόσφυγες πως αν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι έρχονταν ποτέ στην εξουσία «η πρώτη των πράξις θα ήτο να εξαπολύσουν κατά των προσφυγικών συνοικισμών στίφη μαινόμενα διά να τους εξοντώσουν, να τους αφαιρέσουν τας κατοικίας, τους αγρούς, τα παραπήγματά των». Και ο λόγος για τον οποίο η βενιζελική παράταξη επιδίωκε «να παρατείνει και να διαιωνίσει την διάκρισιν μεταξύ προσφύγων και γηγενών», σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ήταν γιατί επιθυμούσε «να υπάρχουν οι πρόσφυγες ως παράγων χωριστός, διά να επιτηδεύηται τον δήθεν προστάτην των έναντι των δήθεν εχθρών των»76.

Βέβαια, στο διαχωρισμό αυτό συνέδραμε σε ένα μεγάλο βαθμό και η πρακτική, η πολιτική, της «άλλης πλευράς», δηλαδή των Λαϊκών, των οποίων ο αντι-προσφυγισμός έφτανε πολλές φορές τα όρια του ρατσισμού και της υστερίας. Για τη στάση αυτή ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν μια σειρά από δημοσιεύματα που έκαναν την εμφάνισή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου από αντι-βενιζελικούς και τα οποία καλούσαν για τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», το διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους», κλπ. Ο «Ριζοσπάστης» στάθηκε συνεπής πολέμιος αυτής της αντι-λαϊκής επιθετικότητας. Καταφερόμενος, για παράδειγμα, εναντίον σχετικών άρθρων της «Καθημερινής» το Γενάρη του 1928, τόνιζε επικριτικά: «Οι πρόσφυγες δεν ψηφίζουν τον Τσαλδάρη και τον Μοναρχισμό, οι πρόσφυγες λοιπόν πρέπει να εξοντωθούν! Το δίκαιο των «ολίγων» μοναρχικών γηγενών, όπως λέει η Καθημερινή, θα τους μεταβάλλει σε «επαναστάτες». «Ο εκλογικός αυτός πληθυσμός θα μεταβληθεί αναγκαστικώς εις παράταξιν επαναστατών», επαναστατών που θα φέρουν πίσω τη βασιλεία, επαναστατών που να διώξουν ή να εξοντώσουν τους πρόσφυγες! Αυτή είναι η νέα φάση που δίνει ο Μοναρχισμός στον πόλεμο του κατά της Βενιζελοδημοκρατικής παράταξης»78.

Μέχρι και το 1936 ακόμα, ο συντηρητικός Τύπος πρόβαλλε το αίτημα της εκλογικής και πολιτικής γκετοποίησης του προσφυγικού κόσμου, καλώντας για την «πλήρη εκλογική αποκέντρωση των προσφύγων, ώστε να εκλέγουν πρόσφυγας βουλευτάς… και όχι ν’ αλλοιώνουν τα εκλογικά αποτελέσματα των γηγενών. Αμυνόμεθα συνεπώς υπέρ των γηγενών και δεν επιτιθέμεθα κατά των προσφύγων(!), οι οποίοι όταν θα γίνουν ίσοι μ’ εμάς στα στρατολογικά και τα φορολογικά, ας ψηφίζουν τον Αντίχριστο εις τον αιώνα τον άπαντα»79. Ο χαρακτηρισμός «Αντίχριστός» αναφέρεται βέβαια στον Βενιζέλο. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι είχε περάσει πάνω από μια δεκαετία από την έλευση των προσφύγων, μια μερίδα του γηγενούς πληθυσμού τούς θεωρούσε ακόμα πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Οι επιθέσεις εναντίον του προσφυγικού στοιχείου όμως δεν περιορίστηκαν απλά σε φραστικές, αλλά σε πολλές περιπτώσεις έλαβαν και τη μορφή φυσικής βίας. Στα Πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου το Νοέμβρη του 1924 θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων, που αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάστασή τους. Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια80.

«Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους «αμύνης» κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις». «Κηρύγματα ερεθισμού και λυσσώδους εμπάθειας απευθύνονται καθημερινώς προς τον αυτόχθονα πληθυσμόν. Και οι πρόσφυγες περιλούονται με ύβρεις εμετικώς. Ονομάζονται «λεφούσι», χαρακτηρίζονται «Τούρκοι», απειλούνται με εξόντωσιν»81. Είναι πραγματικά αποκαλυπτική η στάση των λεγόμενων «πατριωτών» και «εθνικοφρόνων» της εποχής έναντι των προσφύγων, ενώ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την προσπάθεια που πραγματοποιεί ο ίδιος ιδεολογικοπολιτικός χώρος σήμερα να καπηλευτεί την ποντιακή (τουρκοποντιακή και ρωσοποντιακή) ψήφο.

Οι κομμουνιστές έδωσαν τότε μια τιτάνια μάχη καταγγέλλοντας -στον αγώνα τους να καταργήσουν στην πράξη- τις διαχωριστικές γραμμές που ήθελε να επιβάλει ο αστικός κόσμος μεταξύ προσφύγων και γηγενών εργαζομένων στη λογική του «διαίρει και βασίλευε»:

«Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που ολημερίς και ολονυχτίς δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλουσίου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφο του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη ή αγρότη».

Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929

Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που στάθηκε ειλικρινά δίπλα στους πρόσφυγες από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πόλεις όπου το κομμουνιστικό κίνημα και οι ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις κατείχαν ηγεμονική θέση, όπως η Καβάλα, οι πρόσφυγες εντάχθηκαν αμέσως στην τοπική κοινωνία, τα κρούσματα ρατσισμού ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ τα σωματεία μερίμνησαν από πολύ νωρίς για την επαγγελματική τους εκπαίδευση και την πετυχημένη ένταξή τους στην παραγωγή.

Το γεγονός ότι και στην Ελλάδα σε γενικές γραμμές οι πρόσφυγες άργησαν να «ενταχθούν» ουσιαστικά στην ντόπια κοινωνική και πολιτική ζωή, να αισθανθούν και να ενεργήσουν στην πράξη ως μέλη των κοινωνιών όπου εγκαταστάθηκαν και όχι ως πληθυσμός «φιλοξενούμενος» ή «εν αναμονή», παρουσιάζει επίσης ειδικό ενδιαφέρον. Δεν ήταν παρά τουλάχιστο μια δεκαετία μετά όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν πλέον τη μονιμότητα της κατάστασής τους, σηματοδοτώντας μια αργή αλλά σταθερή τάση αλλαγής της κατάστασης. Εχει τέλος αξία να επισημάνουμε ότι η πρώτη μαζική ένταξη των προσφύγων, Μικρασιατών και Ποντίων, στη διαδικασία της συνειδητής συνδιαμόρφωσης της τύχης της νέας τους πατρίδας πραγματοποιήθηκε μέσα από τον αγώνα της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, όταν οι προσφυγικοί συνοικισμοί μεταμορφώθηκαν σε πραγματικά κάστρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Βιβλιογραφία

76. «Πατρίς» 23/11/1935.

77. «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928.

78. «Ριζοσπάστης» 29/1/1928.

79. «Ελληνικό Μέλλον» 2/2/1936.

80. Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ).

81. «Ακρόπολις» 6/2/1936.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Α. Γκίκα, «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», εκδ. Σύγχρονη Εποχή – Κεφάλαιο «Πτυχές και ζητήματα του Πόντου την εποχή του ιμπεριαλισμού»

Για τον Πόντο βλέπε επίσης:

Διαμόρφωση του ελληνικού έθνους-κράτους

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.662 ακόμα followers